Legislator Case Law & Legislation
415/2019 AI generated

415/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 415/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

415/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές.

Keywords

AI generated
driving whilst disqualified traffic violation excessive speed accident victim hit-and-run illegal overtaking manoeuvre
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 415 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 415/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ….και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αρνέλλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 14-5-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Παρουσιάδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3260/2012 εν μέρει οριστική και 4035/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2074/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-7-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ειρήνη Καλού, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 2074/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο αφού συνεκδίκασε α) την από 24/3/2015 έφεση των εναγομένων και ήδη αναρεσειόντων Γ. Κ. και ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...." και β) την από 30/3/2015 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Γ.

Σ., κατά της υπ' αριθμ. 4035/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, συνεκκαλουμένης και της υπ' αριθμ. 3260/2012 εν μέρει οριστικής αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου, οι οποίες εκδόθηκαν κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, των άρθρων 681Α, 666 επ.

ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, επί της από 15/4/2010 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Γ. Σ. κατά των ως άνω εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων για επιδίκαση αποζημίωσης από αυτοκινητικό ατύχημα, η οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως ουσία βάσιμη, δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις ως άνω εφέσεις και ακολούθως μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και τη διακράτηση της υπόθεσης για κατ' ουσίαν εκδίκαση απ' αυτό (Εφετείο), δέχτηκε εν μέρει την ως άνω αγωγή.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Εξάλλου αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 210/2013).

Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 690/2011, ΑΠ 1476/2005, ΑΠ 1653/2001). Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 976/2012, ΑΠ 1522/ 2011).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή αν από τις παραδοχές της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε, ή περί μη συνδρομής τούτων, η οποία (μη συνδρομή) αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά ένα μέρος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο με το να δεχτεί ότι ο πρώτος αναιρεσείων οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου είναι συνυπαίτιος κατά ποσοστό 60% του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος, καθόσον παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), αν και κατά τις παραδοχές της, δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση της εφαρμογής της διατάξεως αυτής (απώλεια ελέγχου του οχήματος), ούτε προκύπτει ότι συντρέχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παρεκκλίσεως του οδηγούμενου από τον πρώτο απ' αυτούς οχήματος και του τροχαίου ατυχήματος, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την ως άνω διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του ΚΟΚ.

Επίσης, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το άλλο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης, με ανεπαρκείς αιτιολογίες των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 19 παρ. 1 και 3 και 12 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), καθόσον το Εφετείο δέχτηκε ότι ο πρώτος αναιρεσείων, οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου είναι συνυπαίτιος κατά ποσοστό 60% του ένδικου ατυχήματος, για το λόγο ότι κατά την οδήγηση του οχήματός του παραβίασε τις ως άνω διατάξεις του ΚΟΚ, αν και κατά τις παραδοχές της δεν προκύπτουν πραγματικά περιστατικά αποτελούντα την προϋπόθεση εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, μετά από αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού δέχτηκε ανελέγκτως, αναφορικά με τις συνθήκες του ένδικου ατυχήματος και τα περιστατικά που θεμελιώνουν την υπαιτιότητα του εμπλακέντος στο ατύχημα οδηγού τα ακόλουθα: "Στις 5/11/2008 και περί ώρα 15.30' ο ενάγων στεκόταν πεζός στο πεζοδρόμιο της οδού ..., η οποία είναι παράδρομος της Νέας Εθνικής Οδού ...

και εφάπτεται με την τελευταία στο ύψος του 17ου χιλιομέτρου αυτής στην περιοχή της .... Ειδικότερα αυτός βρισκόταν στο πεζοδρόμιο του πιο πάνω παραδρόμου του ρεύματος πορείας αυτού, με κατεύθυνση από τη γέφυρα της ... προς τη γέφυρα ... που εφάπτεται με το ρεύμα κατεύθυνσης της ... από Α. προς Λ., ενώ μεσολαβούν μεταλλικές μπάρες ασφαλείας.

Στο σημείο εκείνο είχε μεταβεί ο ενάγων προκειμένου να συμπαρασταθεί στη σύζυγό του Δ. Τ., η οποία είχε εμπλακεί, λίγη ώρα πριν σε τροχαίο ατύχημα επί της ..., στο ρεύμα κατεύθυνσης αυτής από Α. προς Λ.. Ο πιο πάνω παράδρομος της ... είναι διπλής κατευθύνσεως με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, ευθεία με πλάτος οδοστρώματος 6 μέτρα, ενώ το πεζοδρόμιο όπου στεκόταν ο ενάγων Γ.

Σ. έχει πλάτος ένα μέτρο. Κατά τον ίδιο χρόνο ο πρώτος εναγόμενος Γ. Κ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...82 IX φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της εργοδότριάς του εταιρίας, που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...." εκινείτο επί της οδού ... (παράδρομο της ...) με κατεύθυνση από τη γέφυρα ...

προς τη γέφυρα .... Την ώρα, που ο πιο πάνω οδηγός του αυτοκινήτου Γ. Κ. έφτασε στο ύψος, που είχε συμβεί το προαναφερθέν άλλο τροχαίο ατύχημα αποσπάσθηκε η προσοχή του, λόγω περιέργειας με αποτέλεσμα να παρεκκλίνει ελαφρώς προς τα δεξιά την πορεία του. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο ενάγων έχοντας πρόθεση να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της οδού ...

και να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο, αιφνιδιαστικά και χωρίς κανένα έλεγχο της κυκλοφορίας των οχημάτων, άρχισε να διασχίζει τον παράδρομο της ... κάθετα και με κατεύθυνση από δεξιά προς τ' αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του και να παρασυρθεί με το εμπρόσθιο δεξιό του μέρος και στη συνέχεια να πέσει στο οδόστρωμα τραυματισμένος.

Σύμφωνα με τα πιο πάνω περιστατικά το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου αλλά και του ενάγοντος πεζού. Ειδικότερα του πρώτου εναγομένου οδηγού, γιατί αυτός δεν επέδειξε την προσοχή, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει και δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε κάθε στιγμή να μπορεί να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς για αποφυγή ατυχήματος, ενόψει του γεγονότος ότι εκινείτο σε κατοικημένη περιοχή και ότι ο πεζός βρισκόταν στο ορατό έμπροσθεν αυτού τμήματος της οδού, αφού η ορατότητα δεν περιοριζόταν από κάποιο φυσικό εμπόδιο.

Όμως αν και ο πιο πάνω οδηγός αντιλήφθηκε το τροχαίο ατύχημα, που είχε συμβεί προηγουμένως επί της ... και είδε τον κόσμο που είχε συγκεντρωθεί στο συγκεκριμένο σημείο μεταξύ των οποίων ήταν και ο ενάγων πεζός, οπότε η προσοχή του στην οδήγηση έπρεπε να είναι διαρκώς τεταμένη, δεν αντιλήφθηκε την κίνηση του πεζού, τη χρονική στιγμή που κατήλθε από το πεζοδρόμιο στο οδόστρωμα, με συνέπεια να μην έχει τη δυνατότητα να ακινητοποιήσει εγκαίρως το όχημά του ούτε να επιχειρήσει αποφευκτικό ελιγμό, παρασύροντας τελικά τον ενάγοντα πεζό (άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΟΚ ).

Η συνυπαιτιότητα του ενάγοντος συνίσταται στο ότι... 'Ετσι το Δικαστήριο... άγεται στην κρίση ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια του ενάγοντος πεζού... κατά ποσοστό 40%, ενώ του πρώτου εναγομένου... κατά ποσοστό 60% ...".

Από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε ότι ο πρώτος αναιρεσείων, κατά την οδήγηση του ασφαλισμένου στη δεύτερη αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. κυκλοφ. ...82 IXΦ αυτοκινήτου, επέδειξε οδηγική συμπεριφορά αντίθετη με όσα επιβάλλουν οι ουσιώδεις κανόνες της ασφαλούς οδήγησης που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 & 3 του ΚΟΚ (διαπράττοντας τις αντίστοιχες παραβάσεις που τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με το ως άνω ζημιογόνο αποτέλεσμα), αφού σύμφωνα με τις παραδοχές του, κατά τη διέλευσή του από του ύψος της παραπάνω οδού, όπου υπήρχε συγκεντρωμένο πλήθος πεζών, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, λόγω προηγηθέντος τροχαίου ατυχήματος, όπως αντιλήφθηκε, αποσπάσθηκε η προσοχή του από την οδήγηση λόγω περιέργειας για το ατύχημα, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του οχήματός του, να παρεκκλίνει ελαφρώς της πορείας του προς τα δεξιά και να παρασύρει με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του οχήματός του τον ενάγοντα πεζό, τη στιγμή που εκείνος, έχοντας κατέλθει από το δεξιό σε σχέση με την πορεία του πεζοδρόμιο, στο οδόστρωμα της οδού, χωρίς να γίνει αντιληπτή η κίνησή του αυτή από τον αναιρεσείοντα οδηγό, λόγω της κατά τα ανωτέρω απόσπασης της προσοχής του, επιχειρούσε να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα, με συνέπεια να μην έχει τη δυνατότητα να ακινητοποιήσει εγκαίρως το όχημά του ούτε να επιχειρήσει αποφευκτικό ελιγμό, παρασύροντας τελικά τον ενάγοντα πεζό (άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΟΚ).

Οι παραπάνω αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές σχετικά με την οδηγική συμπεριφορά του εμπλακέντος στο ατύχημα αναιρεσείοντος οδηγού στηρίζουν επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, την κρίση του Εφετείου για τη συνυπαιτιότητα του οδηγού αυτού στην πρόκληση του ατυχήματος και συνεπώς οι αντίθετες αιτιάσεις αβασίμως προβάλλονται.

Εξάλλου, καθόσον αφορά στις ειδικότερες ελλείψεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αναιρεσείοντες, που αφορούν στον προσδιορισμό της ταχύτητας του αυτοκινήτου, στον προσδιορισμό της ελαφράς παρέκκλισης της πορείας του φορτηγού αυτοκινήτου, την απόσταση μεταξύ του αυτοκινήτου και του πεζού, όταν ο τελευταίος κατήλθε από το πεζοδρόμιο στο οδόστρωμα, οι σχετικές αιτιάσεις απαραδέκτως προβάλλονται, διότι αναφέρονται σε ελλείψεις που ανάγονται στην πληρέστερη αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, ως προς τα περιστατικά που θεμελιώνουν τη συνυπαιτιότητα του εν λόγω οδηγού στην πρόκληση του ατυχήματος, το οποίο (πόρισμα) σαφώς εκτίθεται στην απόφαση και δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθενται, επιπλέον, σ' αυτήν τα εν λόγω στοιχεία που οι αναιρεσείοντες παραθέτουν και θεωρούν ότι είναι απαραίτητα, ενόψει των ως άνω παραδοχών του Εφετείου περί παρεκκλίσεως του οδηγούμενου από τον πρώτο αναιρεσείοντα αυτοκινήτου, προς τα δεξιά λόγω απόσπασης της προσοχής του από την οδήγηση και παρασύρσεως ταυτοχρόνως με το εμπρόσθιο δεξιό του μέρος του αυτοκινήτου αυτού του αναιρεσίβλητου πεζού ο οποίος είχε ήδη κατέλθει στο οδόστρωμα από το πιο πάνω πεζοδρόμιο και άρχισε να διασχίζει τον παράδρομο της ...

κάθετα και με κατεύθυνση από δεξιά προς τ' αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, ενώ τέλος δεν υπάρχει αντίφαση, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες, μεταξύ της παραδοχής ότι απεσπάσθη η προσοχή του οδηγού που "...είδε τον κόσμο που είχε συγκεντρωθεί στο σημείο μεταξύ των οποίων και ο ενάγων πεζός..." και της παραδοχής ότι "δεν αντιλήφθηκε την κίνηση του πεζού, κατά τη χρονική στιγμή που κατήλθε στο οδόστρωμα...", αφού η μία παραδοχή δεν αναιρεί την άλλη.

Με τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες διατάξεις και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης και ως προς τα δύο μέρη του, που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής (Ολ.ΑΠ 469/1984).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 930 παρ. 3 ΑΚ, 31 παρ. 1 και 3, 14 παρ. 1 και 3 του Ν. 2496/ 1997, συνάγεται, ότι στην ασφάλιση προσώπων κατά ατυχημάτων, κατά το αποζημιωτικό σύστημα, στην οποία, δηλαδή, έχει συμφωνηθεί η καταβολή του ασφαλίσματος να αντιστοιχεί σε συγκεκριμένες άμεσες ζημίες του ασφαλισμένου, για την αποκατάσταση των οποίων αυτός έχει αξίωση, κατά του αστικώς υπευθύνου τρίτου, επέρχεται αυτοδίκαιη αποκατάσταση του ασφαλιστού στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του τρίτου, η οποία έχει ως περαιτέρω συνέπεια την έλλειψη δυνατότητας για σωρευτική ικανοποίηση του ζημιωθέντος ασφαλισμένου και από τον υπαίτιο της ζημίας και από τον ασφαλιστή.

Έτσι, αν ο ασφαλιστής κατέβαλε το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο, ο μεν ασφαλισμένος δεν έχει μέχρι του ποσού αυτού και αξίωση αποζημιώσεως κατά του υπαιτίου τρίτου, ο δε ασφαλιστής υποκαθίσταται στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του αστικώς υπευθύνου τρίτου, στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε, μέσω του μηχανισμού της υποκαταστάσεως του άρθρου 14 παρ. 3 του Ν. 2496/1997 (πρώην διάταξη του αριθ. 210 του Ε.Ν.).

Η υποκατάσταση αυτή επέρχεται αυτοδικαίως, χωρίς οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ του ασφαλιστού και του ασφαλισμένου, δεν υπάγεται στη διάταξη του άρθρου 488 ΑΚ και έχει τον χαρακτήρα "εκχωρήσεως εκ του νόμου". Στην υποκατάσταση δε αυτή δεν υπάρχει ανάγκη αναγγελίας, κατ' άρθρο 460 ΑΚ, εφόσον η τελευταία διάταξη δεν εφαρμόζεται στην εκχώρηση εκ του νόμου (ΑΠ 903/1996, εκδοθείσα υπό την ισχύ του άρθρου 210 Ε.Ν.).

Στην περίπτωση δηλαδή αυτή (της ασφαλίσεως προσώπων κατά ατυχημάτων, κατά το αποζημιωτικό σύστημα), δεν έχει εφαρμογή, μετά την ισχύ του, ως άνω, Ν. 2496/1997, η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, κατά την κρατούσα τότε στη θεωρία και νομολογία άποψη, προ της θέσεως σε ισχύ του ασφαλιστικού αυτού νόμου, ο ασφαλισμένος εδικαιούτο, αν δεν είχε συμφωνηθεί κάτι διαφορετικό, να εισπράξει, αθροιστικώς, αφενός το ασφάλισμα από τον ασφαλιστή και αφ' ετέρου αποζημίωση από τον ζημιώσαντα τρίτο (ΑΠ 1449/2007, ΑΠ 1411/2006).

Επομένως, ο ζημιώσας τρίτος ή ο ασφαλιστής του, που έχει ασφαλίσει την ευθύνη αυτού από την πρόκληση αυτοκινητικού ατυχήματος, εναγόμενος από τον παθόντα ασφαλισμένο, στον οποίο καταβλήθηκε το ποσό του ασφαλίσματος που αντιστοιχεί στις άμεσες ζημίες, προς καταβολή και της αποζημιώσεως, δικαιούται να προτείνει ισχυρισμό περί ελλείψεως νομιμοποιήσεως τούτου, εφ' όσον, καταβάλλοντας στον πρώην δανειστή του (εν όψει του ότι επήλθε ήδη η υποκατάσταση), κινδυνεύει ακολούθως να καταβάλει, εκ νέου, στον πραγματικό δικαιούχο της απαιτήσεως ασφαλιστή (ΑΠ 1334/2013, ΑΠ 151/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά ένα μέρος του, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό τους ότι σε περίπτωση ομαδικής ασφάλισης ζωής δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της ΑΚ 930 εδ.

γ', διότι, ο ιδιώτης ασφαλιστής υποκαθίσταται εκ του νόμου (άρθρο 14 παρ. 1 και 3 ν. 2496/97) στην αξίωση του ασφαλισμένου του για το ασφάλισμα που κατέβαλε, και ο παθών ασφαλισμένος δεν νομιμοποιείται να απαιτεί από το ζημιώσαντα το ποσόν που κατέβαλε σ' αυτόν (ή κατέβαλε για λογαριασμό του) ο ιδιώτης ασφαλιστής, χωρίς να απαιτείται αναγγελία εκ μέρους του τελευταίου, επικαλούμενοι (οι αναιρεσείοντες) ότι η εξέταση και παραδοχή του εν λόγω ισχυρισμού θα οδηγούσε στην απόρριψη των αγωγικών αξιώσεων του ήδη αναιρεσίβλητου για αποζημίωση:

α) λόγω εξόδων νοσηλείας ύψους 27.841,88 ευρώ και β) λόγω απώλειας αποδοχών από την εργασία του ύψους 34.786,50 ευρώ. Αναφορικά με το λόγο αυτό αναίρεσης, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (προτάσεων των αναιρεσειόντων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και πρωτόδικης απόφασης), προκύπτει ότι οι εναγόμενοι, με τις προτάσεις τους που υπέβαλαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προέβαλαν τον ισχυρισμό περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου να ζητήσει απ' αυτούς ως αποζημίωση, λόγω του τραυματισμού του κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα:

α) τα έξοδα νοσηλείας του, ύψους 27.841,88 ευρώ, και β) τις αποδοχές του από την εργασία του, ύψους 34.786,50 ευρώ, κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα της ανικανότητάς του προς εργασία, λόγω του παραπάνω τραυματισμού του. Ειδικότερα, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι ο ενάγων δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να ζητήσει από αυτούς αφενός τα ποσά που έλαβε ή πρόκειται να λάβει από το Ι..Κ.Α.

ως ασφαλιστικές παροχές για την απώλεια εισοδημάτων λόγω της ανικανότητάς του προς εργασία εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος, αφετέρου το ποσό που έλαβε ως νοσήλια από την ιδιωτική ασφαλιστική εταιρία με την οποία έχει συμβληθεί η εργοδότρια του ενάγοντος εταιρία, εφόσον αυτοί (Ι.Κ.Α και ιδιωτική ασφαλιστική εταιρία) έχουν υποκατασταθεί αυτοδίκαια στα δικαιώματα του ασφαλισμένου τους, κατ' άρθρο 18 του Ν. 1654/1986 και άρθρα 14 παρ. 1, 27 και 31 παρ. 3 του Ν. 2496/1997, αντιστοίχως.

Αναφορικά με τον πιο πάνω ισχυρισμό, για την κατ' ουσίαν απόρριψη του οποίου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παραπονέθηκαν οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της έφεσής τους, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι αμέσως μετά το ατύχημα ο ενάγων διεκομίσθη στην ιδιωτική Κλινική "...", όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη περιτραυματική αμνησία, λόγω κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, πολλαπλά κατάγματα προσωπικού κρανίου, θλαστικό τραύμα και αιμάτωμα προσώπου, θλάση μαλακών μορίων κοιλίας, καθώς και κάταγμα αριστερής κνήμης με εφίππευση κατεαγόντων άκρων.

Στο πιο πάνω νοσηλευτικό κέντρο, στο οποίο ο ενάγων νοσηλεύθηκε μέχρι τις 7/11/2008 έγινε συντηρητική αντιμετώπιση του κατάγματος της κνήμης (του τοποθετήθηκε γύψος), ενώ για το χρονικό διάστημα από 7-11-2008 έως 8-11-2008 και προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο τραυματισμός του στην περιοχή του δεξιού οφθαλμού, μεταφέρθηκε στο "...", όπου μετά από έλεγχο, διαπιστώθηκε ότι αυτός υπέστη συντριπτικό κάταγμα οφθαλμικού κόγχου δεξιά, που περιλαμβάνει τη μετωποζυγωματική ραφή, το υποκόγχιο χείλος και το έδαφος.

Στο τελευταίο νοσηλευτικό ίδρυμα ο ενάγων χειρουργήθηκε στις 7-11-2008, εγχείρηση κατά την οποία έγινε τομή του δέρματος αντίστοιχα στη μετωποζυγωματική ραφή δεξιά και υποβλεφαρικά συστοίχως, έγινε προσπέλαση και παρασκευή των κατεαγότων οστικών τμημάτων συμπεριλαμβανομένου του εδάφους του οφθαλμικού κόγχου, το έλλειμμα του οποίου αποκαταστάθηκε με αυτομόσχευμα χόνδρου από το δεξιό αυτί και ακολούθως έγινε ανάταξη των καταγμάτων και ακινητοποίηση αυτών με πλάκες οστεοσύνθεσης.

Εν συνεχεία ο ενάγων επανεισήχθη στο "..." μέχρι τις 10-11-2008 οπότε και πήρε εξιτήριο με οδηγίες, ενώ του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια 4 μηνών (για τα παραπάνω βλ. τα προσκομιζόμενα από 4-12-2009 ιατρικό σημείωμα και από 10-11-2008 εξιτήριο του "..." και την από 18-12-2009 ιατρική γνωμάτευση του "..."). Για το χρονικό διάστημα νοσηλείας του από 5-11-2008 έως 10-11-2008 στα πιο πάνω αναφερόμενα νοσηλευτικά ιδρύματα, ο ενάγων κατέβαλε για νοσήλια, εξετάσεις, υγειονομικό υλικό, φάρμακα, χειρουργικές επεμβάσεις και αμοιβές ιατρών, το συνολικό ποσό των 27.841,88 ευρώ, ενώ για ακτινογραφίες, αγορά ορθοπεδικών ειδών και επισκέψεις σε ιδιώτες ιατρούς για την παρακολούθηση των τραυμάτων του κατά το χρονικό διάστημα που ακολούθησε της νοσηλείας του, δαπάνησε το ποσό των 1.263 ευρώ και συνολικά το ποσό των 29.104,88 ευρώ.

Η εργοδότρια εταιρία του ενάγοντος κάλυψε τα έξοδα νοσηλείας του τελευταίου ύψους 27.841,88 ευρώ. Όμως ο ενάγων δικαιούται το πιο πάνω:ποσό κατ' άρθρο 930 παρ. 3 ΑΚ, εφόσον σύμφωνα και με την προσκομιζόμενη από αυτόν από 9/1/2009 βεβαίωση των ... Α.Ε. τα παραπάνω έξοδα καλύφθηκαν από την ίδια την εργοδότρια εταιρία του ενάγοντος, δυνάμει ομαδικής ασφάλισης της τελευταίας προς τους εργαζομένους της και όχι από κάποιον άλλο ασφαλιστικό Οργανισμό, οπότε δεν συντρέχει εξαίρεση από τον κανόνα της αθροιστικής λήψης της αποζημίωσης....

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος εργαζόταν ως ιπτάμενος χειριστής αεροσκαφών στην εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε." με μικτές μηνιαίες αποδοχές ανερχόμενες σε 9.537,44 ευρώ, λόγω του τραυματισμού του κατέστη ανίκανος για εργασία από την ημέρα του ατυχήματος 5/11/2008 έως και τις 5/3/2009 με συνέπεια να απωλέσει τις αντίστοιχες αποδοχές του για το πιο πάνω χρονικό διάστημα.

Αν δεν είχε συμβεί το ένδικο τροχαίο ατύχημα και ο τραυματισμός του, αυτός με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εργαζόταν και κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα και θα εισέπραττε το ποσό των 38.149,76 ευρώ (9.537,44 χ 4 μήνες). Επομένως, το απωλεσθέν εισόδημα του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 34.786,50 ευρώ, αφού προηγουμένως έχει αφαιρεθεί το ποσό των 3.363,26 ευρώ, που ο ενάγων έλαβε ως επίδομα ανικανότητας για εργασία από το ΙΚΑ (38.149,76 - 3.363,26 = 34.786,50).

Όπως, όμως ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή του η εργοδότρια εταιρία του για το διάστημα, που αυτός δεν εργαζόταν δεν του κατέβαλε τακτικές αποδοχές, αλλά δυνάμει της πιο πάνω ομαδικής ασφάλισης του κατέβαλε αποζημίωση, λόγω της προσωρινής ανικανότητάς του για εργασία. Αυτός όμως δικαιούται το πιο πάνω ποσό βάσει του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ, αφού δεν συντρέχει νόμιμη εξαίρεση από τον κανόνα του πιο πάνω άρθρου, δεδομένου ότι το ποσό αυτό δεν του καταβλήθηκε από ασφαλιστικό οργανισμό και συνεπώς δεν μπορεί να οδηγήσει σε απαλλαγή του ζημιώσαντος και της ασφαλιστικής του εταιρίας από την ευθύνη προς αποζημίωση.

Συνεπώς, η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο, επιδικάζοντας στον ενάγοντα για την πιο πάνω αιτία το ίδιο ποσό, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, είναι δε αβάσιμα και απορριπτέα, όσα διαφορετικά υποστηρίζονται με τον δεύτερο λόγο εφέσεως του Γ. Κ. και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ".......". Από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη του τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων πλην, όμως, έκρινε αυτόν απορριπτέο ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, όπως κρίθηκε και πρωτοδίκως, διότι κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του τα παραπάνω ποσά αποζημίωσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου για νοσήλια και απωλεσθέντα εισοδήματα από την εργασία του καλύφθηκαν από την εργοδότριά του εταιρία και όχι από ασφαλιστικό Οργανισμό, στην έννοια του οποίου σαφώς συμπεριλαμβάνει το Εφετείο πέραν του ΙΚΑ και ασφαλιστική εταιρία, από την οποία, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες καταβλήθηκαν τα σχετικά ποσά, χωρίς, όμως οι τελευταίοι να κατονομάσουν την εταιρία αυτή κατά την προβολή του ως άνω ισχυρισμού τους, όσο και με το σχετικό λόγο της έφεσής τους. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο τρόπος και η έκταση της αποζημίωσης, η οποία οφείλεται από αδικοπραξία (άρθρ. 914 ΑΚ), προσδιορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 297, 298 ΑΚ, καθώς και στη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση, περιλαμβάνει εκτός των άλλων, και τα νοσήλια.

Στην έννοια των νοσηλίων περιλαμβάνεται η δαπάνη για την καταβολή των νοσηλίων σε θεραπευτικό ίδρυμα (νοσοκομείο ή κλινική), η αμοιβή ιατρών, φάρμακα κ.λπ., αρκεί η δαπάνη να μην οφείλεται σε υπερβάλλουσα πρόνοια του παθόντος, οπότε και μόνον θα θεωρηθεί ως καταχρηστική (άρθρ. 281 ΑΚ) και θα υπόκειται σε περικοπή (άρθρ. 300 ΑΚ - μείωση, λόγω συντρέχοντος πταίσματος).

Ειδικότερα, η ελεύθερη επιλογή θεραπευτικού ιδρύματος (νοσοκομείου δημόσιου ή ιδιωτικού), θεράποντος ιατρού και θεραπευτικής μεθόδου, ανήκει στον ίδιο τον ζημιωθέντα. Δηλαδή, ο παθών από αδικοπραξία δεν είναι υποχρεωμένος, για να μην επιβαρύνει τον υπόχρεο, να αρκεσθεί να δεχθεί τις υπηρεσίες, τις οποίες του προσφέρει το ασφαλιστικό του ταμείο, από πλευράς θεραπευτικού ιδρύματος και διαθεσίμων σ' αυτό θεραπευτικών μεθόδων και ιατρών, διότι η υποχρέωση του τραυματισθέντος να περιορίσει τη ζημία του, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υπέρτερη του αγαθού και του δικαιώματος προστασίας της υγείας του.

Επομένως, δικαιούται να ζητήσει τα νοσήλια για την εισαγωγή του σε πλέον δαπανηρό ιδιωτικό θεραπευτήριο, αντί του δημόσιου νοσοκομείου, υπό την προϋπόθεση ότι επικαλείται, ότι αυτό είναι αναγκαίο για την καλύτερη ή ταχύτερη αντιμετώπιση της κατάστασης της υγείας του ή για την αποτροπή επιδείνωσης της υγείας του, και ότι δεν γίνεται από υπερβάλλουσα πρόνοια του παθόντος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επίσης, επειδή το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό τους, τον οποίο επανέφεραν με την έφεσή τους, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου για αποζημίωσή του, καθόσον αφορά στη δαπάνη νοσηλείας του στα ιδιωτικά θεραπευτήρια ...

και ..., επειδή η εισαγωγή και νοσηλεία του στα θεραπευτήρια αυτά, αντί της νοσηλείας του σε δημόσια νοσοκομεία, έγινε από υπερβάλλουσα πρόνοια αυτού. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των πρακτικών της πρώτης συζητήσεως της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και των υποβληθεισών κατά την ίδια συζήτηση προτάσεων των τότε εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες δεν προέβαλαν πρωτοδίκως τον παραπάνω ισχυρισμό, τον οποίο προέβαλαν το πρώτον με την έφεσή τους κατά της πρωτόδικης οριστικής απόφασης, χωρίς να επικαλούνται ότι συνέτρεχε κάποιος νόμιμος λόγος από τους αναφερόμενους στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, που να δικαιολογεί την καθυστερημένη προβολή του.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή κάθε περιστατικό, το οποίο αφηρημένα λαμβανόμενο οδηγεί, κατά το νόμο, στη γέννηση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την αντένσταση (Ολ.ΑΠ 25/2003), ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση της αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 179/2013, ΑΠ 1740/2012).

Έτσι "πράγματα" υπό την παραπάνω έννοια δεν αποτελούν τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 383/2010, ΑΠ 1999/2009), ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή κανόνων δικαίου (ΑΠ 430/2011, ΑΠ 1459/2009), ούτε η επίκληση ad hoc νομολογίας του Αρείου Πάγου (ΑΠ 701/2011) ή η επίκληση αποδεικτικού μέσου ή περιεχομένου του (ΑΠ 10/2008, ΑΠ 625/2008), αλλά ούτε και τα αιτήματα των διαδίκων, με τα οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, σε οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της (ΑΠ 483/2011).

Ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, όπως από τις καταθέσεις των μαρτύρων, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής (ΑΠ 832/2011), εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 954/2011), ούτε αν εκθέτει περιστατικά εκ περισσού και όχι προς στήριξη του διατακτικού του (ΑΠ 255/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 8 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, δεχθέν ως αληθή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, ο αναιρεσίβλητος ενάγων δεν ισχυρίσθηκε, ενώ δεν έλαβε υπόψη του πραγματικά περιστατικά που ισχυρίσθηκε (παραβίαση ΚΠολΔ 559 αρ. 8) και ειδικότερα το Εφετείο δέχτηκε α) ότι ο αναιρεσίβλητος λόγω του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα κατέστη μονίμως ανάπηρος, διότι είναι ανίκανος να επανέλθει στα πτητικά του καθήκοντα και β) ότι θα υποστεί μελλοντική ζημία, ενώ ο ενάγων-αναιρεσίβλητος με το δικόγραφο της αγωγής του ισχυρίσθηκε το ακριβώς αντίθετο:

ότι δηλ. μετά το ατύχημα επέστρεψε στην εργασία του και επανήλθε στα πτητικά του καθήκοντα εκτελώντας πτήσεις όχι μεγαλύτερες από δύο ώρες, δυνάμενος, μάλιστα, να εκτελεί πτήσεις και σε ευρωπαϊκούς προορισμούς, όπως επίσης ισχυρίσθηκε ότι απολύθηκε, μετά το ατύχημα και μετά την επάνοδό του στην εργασία του και στα καθήκοντά του, λόγω πώλησης της εργοδότριάς του εταιρίας "...", όπως απολύθηκε και όλο το υπόλοιπο προσωπικό της εταιρείας αυτής (δηλ.

δεν απελύθη λόγω αναπηρίας και ανικανότητος προς εργασία). Από την επισκόπηση του δικογράφου της από 15-4-2010 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος - ενάγων αναφορικά με την επικαλούμενη στο δικόγραφο αυτής, ανικανότητά του προς άσκηση του επαγγέλματος του ιπτάμενου χειριστή αεροσκαφών (πιλότου) που ασκούσε πριν από τον τραυματισμό του κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα και τις δυσμενείς συνέπειες αυτής στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του, ισχυρίστηκε τα εξής: "Στις αρχές Μαρτίου 2009, ήτοι 4 μήνες μετά το ένδικο ατύχημα, οι ιατροί αφαίρεσαν τον νάρθηκα από το πόδι μου και άρχισα πλέον να βαδίζω χωρίς πατερίτσες, συνεχίζοντας όμως το πρόγραμμα φυσιοθεραπειών.

Την 5-3-2009 διέκοψα την άδειά μου και επέστρεψα στην εργοδότρια εταιρεία μου, εξαιτίας της ανασφάλειας που είχε δημιουργηθεί στον εργασιακό μου χώρο. Το επάγγελμά μου είναι πιλότος και εργαζόμουν ως ιπτάμενος χειριστής αεροσκαφών στην .... Κατά τον χρόνο εκείνο, εξαιτίας των προετοιμασιών πώλησης της εταιρείας και άρα της αναγκαστικής παύσεως της εργασίας μου σε αυτήν, επέστρεψα στην εργασία μου χωρίς να έχω αποθεραπευτεί, για τον μόνο λόγο ότι κατά την ημερομηνία πώλησης της εταιρείας και άρα της τυπικής και οριστικής απόλυσής μου δεν θα ήθελα να βρίσκομαι σε αναρρωτική άδεια από το ΙΚΑ (ανίκανος προς εργασία), φοβούμενος συνέπειες που τυχόν θα είχε αυτό, καθότι ήταν αβέβαιο το τι θα συνέβαινε αμέσως μετά το κλείσιμο της εταιρείας, ενώ ευελπιστούσα και για τυχόν πρόσληψή μου από τον νέο ιδιοκτήτη της εταιρείας.

Έτσι επέστρεψα στην εργασία μου, όχι όμως και στα πτητικά μου καθήκοντα, καθότι η περιοχή γύρω από το μάτι μου ήταν ακόμη μελανή, ενώ παράλληλα το πόδι μου με πονούσε έντονα σε κάθε κίνηση ή μετά την βάδιση. Παρέμεινα στα γραφεία της εταιρείας εκτελώντας γραφική εργασία έως τις αρχές Απριλίου 2009, οπότε ανέλαβα περιστασιακά πλέον την εργασία μου, δηλαδή εκτελούσα πολύ λίγες πτήσεις τον μήνα και μάλιστα κοντινές, όχι πάνω από δύο ώρες, μένοντας για τις υπόλοιπες εργασιακές ώρες στα γραφεία, ως συντονιστής προγράμματος, κλπ, έως τις αρχές Οκτωβρίου 2009 οπότε η εταιρεία διέκοψε το πτητικό της έργο με τους παλαιούς εργαζομένους.

Τον Δεκέμβριο του έτους 2009 η εταιρεία πωλήθηκε και εγώ απολύθηκα (όπως άλλωστε και όλο το προσωπικό), μένοντας έκτοτε χωρίς εργασία λόγω των προβλημάτων υγείας που συνεχίζω να αντιμετωπίζω... Συμπερασματικά, εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος υπέστην σοβαρότατους τραυματισμούς, υποβλήθηκα σε επώδυνες χειρουργικές θεραπείες, δοκίμασα αφόρητους πόνους και ταλαιπωρίες επί μακρόν, δεν επανήλθα ποτέ στους φυσιολογικούς ρυθμούς εργασίας μου και βρίσκομαι έως σήμερα εκτός εργασίας.

Σύμφωνα με τους θεράποντες ιατρούς μου, θα πρέπει για το υπόλοιπο της ζωής μου να υποβάλλομαι σε περιοδικό πρόγραμμα φυσιοθεραπειών, απλώς και μόνο για συντήρηση της κατάστασης του αριστερού μου ποδιού, καθώς δεν υπάρχει καμία χειρουργική ή άλλη μέθοδος ίασης των συγκεκριμένων μόνιμων παθήσεων, θα πρέπει να λαμβάνω συνεχώς αναλγητικά για την αντιμετώπιση των πόνων, θα πρέπει να παρακολουθούμαι τακτικά από ιατρούς...

Περαιτέρω όπως προαναφέρθηκε, μετά την πώληση της "..." εγώ (όπως και όλο το προσωπικό) απολύθηκα τον 12ο του 2009, χωρίς έκτοτε λόγω της κατάστασής μου να μπορέσω να βρω νέα εργασία ως πιλότος σε κάποια άλλη εταιρεία, ενώ ο νέος αγοραστής δεν με προσέλαβε λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζω... Όπως προαναφέρθηκε, ο τραυματισμός μου είχε ως συνέπεια την αναπηρία μου και την παραμόρφωσή μου.

Η αναπηρία μου συνίσταται στην χωλότητα και δυσχέρεια κατά το βάδισμα λόγω του μυοσκελετικού άλγους και στην εν γένει δυσλειτουργικότητα της αριστερής ποδοκνημικής, καθώς και στα προβλήματα που αντιμετωπίζω στο δεξιό μου μάτι το οποίο είναι συνέχεια "δακρυσμένο", πονάει, τσούζει έντονα με συνέπεια να εμποδίζεται η όρασή μου από έντονο θάμπωμα.

Η παραμόρφωσή μου συνίσταται στην εικόνα που παρουσιάζω χωλαίνοντας εμφανώς και στην παραμόρφωση του ματιού μου εξαιτίας του οιδήματος και της έντονης ερυθρότητας. Η ανωτέρω αναπηρία και παραμόρφωσή μου επηρεάζουν δυσμενώς την οικονομική, επαγγελματική, κοινωνική, προσωπική και οικογενειακή εξέλιξή μου στο μέλλον, λόγος για τον οποίο δικαιούμαι πρόσθετης αποζημιώσεως σύμφωνα με το άρθρο 931 Α.Κ....

Το επάγγελμά μου εκτός των εξειδικευμένων γνώσεων που απαιτεί, χρειάζεται άριστη φυσική κατάσταση σώματος και πνεύματος, καθότι ο πιλότος είναι αυτός που φέρει την πλήρη ευθύνη για την ασφαλή μεταφορά των επιβατών, πολλές φορές υπό δύσκολες συνθήκες, καιρικές, τυχόν τεχνικά προβλήματα του αεροσκάφους που πρέπει να αντιμετωπισθούν εν ώρα πτήσης, κλπ...

Το ένδικο ατύχημα, λοιπόν, λόγω των μόνιμων βλαβών που προκάλεσε στην υγεία μου, κατέστρεψε στην ουσία το επαγγελματικό μου μέλλον, καθότι κινδυνεύω να μην μπορώ να συνεχίσω να ασκώ την μόνη εργασία που γνωρίζω να κάνω. Όπως είναι γνωστό, σε όλα τα επαγγέλματα, ιδίως όμως στο δικό μου υπάρχει υπερπροσφορά εργασίας και μειωμένη ζήτηση.

Στην δική μου περίπτωση, οι μελλοντικοί μου εργοδότες θα είναι λίαν διατακτικοί στο να προσλάβουν έναν άνθρωπο για μια τόσο απαιτητική και υπεύθυνη θέση, ο οποίος έχει εμφανή προβλήματα υγείας, άρα δυσκολίες στην εκτέλεση της εργασίας του. Θα πρέπει επίσης να τονισθεί και το γεγονός ότι μετά το κλείσιμο της ..., στην Ελλάδα υπάρχουν μόνον ιδιωτικές αεροπορικές εταιρείες σε κάποια από τις οποίες, ακόμη και εάν καταφέρω να προσληφθώ, συνεπεία της κατά τα ανωτέρω αναπηρίας μου και παραμόρφωσής μου, θα κινδυνεύω περισσότερο έναντι των λοιπών υγιών συναδέλφων μου να βρεθώ ανά πάσα στιγμή εκτός εργασίας, καθότι υστερώ έναντι αυτών σε δυνατότητες και αντοχές, ενώ και η εμφάνισή μου επιδρά αρνητικά.

Συμπερασματικά, εξαιτίας της ανωτέρω περιγραφείσας κατάστασης της υγείας μου, της ηλικίας μου (50 ετών) και με δεδομένο τον κατά τα ανωτέρω ανταγωνισμό και ευρεία προσφορά εργασίας, το επαγγελματικό μου μέλλον φαντάζει δυσοίωνο. Ενδεικτικό των δυσκολιών που αντιμετωπίζω στην εύρεση εργασίας είναι το γεγονός ότι γνωρίζοντας ήδη από καιρό την πώληση της εταιρείας μου, πριν το ατύχημα, είχα υποβάλλει βιογραφικό στον νέο εργοδότη, ο οποίος με κάλεσε σε συνέντευξη.

Όταν προσήλθα και με εξέτασαν διέγνωσαν αμέσως τις βλάβες στην υγεία μου, ιδίως στο μάτι αλλά και στο πόδι μου και αμέσως με απέρριψαν...".

Αναφορικά με την αγωγική αξίωση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου για επιδίκαση πρόσθετης παροχής από το άρθρο 931 ΑΚ, το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ιπτάμενος χειριστής αεροσκαφών κατά το χρόνο του ατυχήματος, ήταν σωματικά αρτιμελής ανταποκρινόμενος πλήρως στις καθημερινές ανάγκες της ζωής του, έχοντας τις συνήθεις συναναστροφές και δραστηριότητες ενός υγιούς ατόμου της ηλικίας του.

Στις 22/10/2013 εξεταζόμενος από τον πραγματογνώμονα χειρουργό ορθοπεδικό Α. Β., ο τελευταίος αποφάνθηκε, ότι ο ενάγων κατά το ένδικο ατύχημα υπέστη 1) κάταγμα της διάφυσης της αριστερής κνήμης, 2) κρανιοεγκεφαλική κάκωση με αμνησία, 3) κάταγμα του θόλου του δεξιού οφθαλμικού κόγχου με εξώφθαλμα, 4) κάταγμα του δεξιού ζυγωματικού τόξου, 5) αιμάτωμα του δεξιού άνω βλεφάρου, 6) πολλαπλά μικρά θλαστικά τραύματα, 7) θλάση κοιλίας και 8) θλάση αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης.

Ότι μετά τη θεραπευτική αγωγή, που του εφαρμόστηκε, το κάταγμα της κνήμης ήδη πωρώθηκε σε ανατομική θέση καθώς και τα κατάγματα του προσωπικού κρανίου, παρέμειναν όμως ενοχλήματα στον αυχένα, τα οποία επιδεινώνονται μετά την κόπωση. Επίσης ο ίδιος πραγματογνώμων προσδιόρισε το ποσοστό μόνιμης αναπηρίας για το κάταγμα της κνήμης σύμφωνα με τους κανονισμούς αναπηρίας "ΦΕΚ 809", ανερχόμενο σε ποσοστό 10% οφειλόμενο στη μετατραυματική δυσκαμψία της αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης.

Επίσης αποφάνθηκε ότι η ενασχόληση του ενάγοντος, ως ιπτάμενου χειριστή μεγάλων αεροσκαφών, θα πρέπει να αποκλεισθεί, διότι τα κατάγματα της κνήμης προκαλούν βλάβη μαλακών μορίων με επίπτωση στην ομαλή κυκλοφορία του αίματος με συνέπεια την πρόκληση φλεβικής ανεπάρκειας, η οποία υπό ομαλές συνθήκες δεν προκαλεί συνήθως επιπλοκές, στα μεγάλα όμως ύψη κατά τη διάρκεια πτήσεων αυξάνεται ο κίνδυνος φλεβοθρόμβωσης ακόμη και για την ίδια του τη ζωή.

Θα είναι όμως ικανός ο ενάγων, συνεχίζει ο πραγματογνώμων, να ασχοληθεί με επίγειες εργασίες, όπως σε υπηρεσίες γραφείου, ως ελεγκτής ή τεχνίτης αεροσκαφών ή οδηγός αυτοκινήτου. Επιπλέον, ο ενάγων εξεταζόμενος στις 11/11/2013 από τον πραγματογνώμονα χειρουργό Α. Χ., ο τελευταίος αποφάνθηκε ότι ο τραυματισμός του δεξιού του οφθαλμού (κάταγμα οφθαλμικού κόγχου) αποκαταστάθηκε χειρουργικά σε επαρκή βαθμό, ενώ η παραμονή των υλικών οστεοσύνθεσης και τα εξ αυτών αναφερόμενα συμπτώματα προκαλούν μερική αναπηρία, της οποίας το ποσοστό αποκλειστικά για το οφθαλμικό σκέλος των σωματικών κακώσεων υπολογίζεται σε 10% έως 15%.

Όμως, λόγω των ιδιαιτέρων απαιτήσεων σωματικής αρτιμέλειας του επαγγέλματος χειριστή αεροσκαφών το ποσοστό αναπηρίας αυξάνεται σε ποσοστό 25% έως 30%. Η αναπηρία αυτή του ενάγοντος θα είναι βλαπτική εφόρου ζωής, ασκεί δε αρνητική επίδραση στην επαγγελματική και οικονομική του εξέλιξη, τις οποίες περιορίζει σημαντικά, λαμβανομένου υπόψη, ότι τα πιο πάνω προβλήματα υγείας του έχουν επιδράσει και θα επιδρούν στον ψυχικό του κόσμο, αφού η διαφοροποίησή του από τα υγιή άτομα της ηλικίας του είναι εμφανής, επιπλέον δε ο ίδιος αισθάνεται μειονεκτικά.

Επίσης η προαναφερθείσα αναπηρία θα επηρεάσει δυσμενώς την επαγγελματική του δραστηριότητα, ως χειριστή αεροσκαφών, αφού δεν θα έχει πλέον τη δυνατότητα να ασκεί το πιο πάνω επάγγελμα. Πρέπει, κατά συνέπεια, εξαιτίας της αναπηρίας του ενάγοντος αλλά και της άμεσης επίδρασης αυτών στο μέλλον του, να του επιδικασθεί, ως εύλογη αποζημίωση το ποσό των 30.000 ευρώ κατ' άρθρο 931 του ΑΚ, λαμβανομένου υπόψη και του ποσοστού συνυπαιτιότητάς του στο ένδικο ατύχημα...".

Από τα παραπάνω, προκύπτει, αφ' ενός μεν ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή δεν ισχυρίστηκε ότι επέστρεψε "κανονικά" στην εργασία του, όπως αβάσιμα διατείνονται οι αναιρεσείοντες, αλλά ότι λόγω της κατάστασης που επικρατούσε τότε στην εργοδότριά του ..., η οποία ήταν υπό πώληση, διέκοψε την αναρρωτική άδειά του και επέστρεψε στην εργασία του, φοβούμενος ότι, άλλως θα έχανε τα εργασιακά του δικαιώματα, ότι μετά την απόλυσή του από την ...

το Δεκέμβριο του 2009, ο νέος αγοραστής δεν τον προσέλαβε λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, εξ αιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, ούτε μπόρεσε έκτοτε, λόγω της κακής κατάστασης της υγείας του, να βρει νέα εργασία, ως πιλότος σε κάποια άλλη εταιρία, ακόμη δε, ότι υπέστη μόνιμη και οριστική βλάβη, λόγω των περιγραφόμενων προβλημάτων που εμφανίζει στο αριστερό του πόδι και στο δεξιό του μάτι, αφ' ετέρου δε, ότι το Εφετείο, σχετικά με την αναπηρία του ενάγοντος, δεν έλαβε υπόψη του μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής πραγματικά περιστατικά, μεταβάλλοντας έτσι την ιστορική βάση της αγωγής, αλλά περιστατικά στα οποία στήριζε πράγματι ο ήδη αναιρεσίβλητος - ενάγων τους αγωγικούς ισχυρισμούς του, σχετικά με την επικαλούμενη ανικανότητά του προς εργασία και την αναπηρία του και συνεπώς ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-7-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2074/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Α. την 1η Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Α. σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ