Legislator Case Law & Legislation
415/2015 AI generated

415/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 415/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

415/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η δεύτερη παράγραφος της παραπάνω διατάξεως υπαγορεύθηκε για το λόγο ότι δεν θα ήταν δικαιολογημένη η κατάλυση μέσω της παραγραφής της προς αποζημίωση αστικής απαιτήσεως, ενόσω ο δράστης της αδικοπραξίας θα ήταν ακόμη εκτεθειμένος στην βαρύτερα πλήττουσα αυτόν ποινική δίωξη και στη συνέχεια καταδίκη.

Keywords

AI generated
forfeiture under international sanctions export of capital freight forwarding contract reimbursement of transport costs movement certificate export subsidies
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 415 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 415/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΓΕΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΣΙΜΕΝΤΩΝ ΗΡΑΚΛΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ", η οποία εδρεύει στο ..., και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. τελούσας υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "PORT SAID SILO INVESTMENT COMPANY S.A. ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ" με καταστατική έδρα τον ... και πραγματική τη ..., η οποία εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Τσαβδαρίδη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αντωνόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, και την από 20-11-2008 πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12332/1995 μη οριστική 3365/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 6020/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-4-2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 7-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 937 Α.Κ. ορίζει ότι "η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έμαθε τη ζημιά και τον υπόχρεο προς αποζημίωση, σε κάθε περίπτωση όμως η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη, που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης".

Η δεύτερη παράγραφος της παραπάνω διατάξεως υπαγορεύθηκε για το λόγο ότι δεν θα ήταν δικαιολογημένη η κατάλυση μέσω της παραγραφής της προς αποζημίωση αστικής απαιτήσεως, ενόσω ο δράστης της αδικοπραξίας θα ήταν ακόμη εκτεθειμένος στην βαρύτερα πλήττουσα αυτόν ποινική δίωξη και στη συνέχεια καταδίκη.

Για την εφαρμογή της παρ. 2 του παραπάνω άρθρου πρέπει να συντρέχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις: 1) η αδικοπραξία πρέπει να αποτελεί συνάμα κολάσιμη κατά τον ποινικό νόμο πράξη. Δεν αποτελεί όμως προϋπόθεση η προηγούμενη άσκηση ποινικής διώξεως και η τιμωρία του δράστη. Αν δεν έχει προηγηθεί άσκηση ποινικής διώξεως το πολιτικό δικαστήριο που κρίνει την αγωγή αποζημιώσεως ερευνά τη συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών προϋποθέσεων της κολάσιμης πράξεως και 2) η ποινική αξίωση της πολιτείας για την τιμώρηση της αξιόποινης πράξεως πρέπει να υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή.

Για τη διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξεως είναι ή όχι μακρότερη από την αστική παραγραφή της απαιτήσεως από την αδικοπραξία θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξεως ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος και η προβλεπόμενη στον ποινικό νομό, αναλόγως, ποινική παραγραφή, όπως αυτή ως προς τη διάρκειά της καθαρίζεται στο άρθρο 111 του Π.Κ.

ή σε διάταξη άλλου, ειδικού, ποινικού νόμου, η οποία προκειμένου περί πλημμελημάτων ανέρχεται σε πέντε (5) έτη, ενώ προκειμένου περί κακουργημάτων, για τα οποία δεν προβλέπεται ποινή θανάτου ή ισόβιας κάθειρξης, ανέρχεται σε δεκαπέντε (15) έτη και σύμφωνα με το άρθρο 17 του Π.Κ. αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από την αφετηρία της αστικής από αδικοπραξία απαιτήσεως, όπως αυτή προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 937 ΑΚ.

Εξάλλου, για τη διακρίβωση αν, προκειμένου περί πλημμελημάτων ή κακουργημάτων, είναι ή όχι μακρότερη η ποινική παραγραφή σε σύγκριση με την αστική παραγραφή, δεν συνυπολογίζεται το οριζόμενο από την παρ. 3 του άρθρου 113 Π.Κ. μέγιστο διάστημα της αναστολής, κατά το οποίο διαρκεί η κύρια διαδικασία και εωσότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση και το οποίο ανέρχεται σε τρία (3) έτη για τα πλημμελήματα και πέντε (5) έτη για τα κακουργήματα.

Πράγματι, ο νομοθέτης της παρ. 2 του άρθρου 937 Α.Κ. αναφερόμενος στην μακρότερη ποινική παραγραφή, προδήλως αποβλέπει στην προβλεπόμενη in abstracto ποινική παραγραφή, άνευ συνυπολογισμού σ' αυτήν και του διαστήματος της αναστολής (Ολ. ΑΠ 21/2003). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 390 του ΠΚ, όπως ίσχυε κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, όποιος με πρόθεση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη) τιμωρείται με φυλάκιση.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ουσιώδη στοιχεία του πλημμελήματος της απιστίας είναι η παρά του υπαιτίου, χωρίς σκοπό νοσφισμού κατά την υπ' αυτού επιμέλεια ή διαχείριση ξένης περιουσίας, που του έχει ανατεθεί από το νόμο ή με δικαιοπραξία, από πρόθεση επαγωγή ζημίας στην περιουσία αυτή, κατά κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας του, με ενέργεια εξωτερική.

Κατά συνέπεια, το έγκλημα αυτό της απιστίας διαφέρει από εκείνο της απάτης, που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 386 του ίδιου Κώδικα, διότι, ακριβώς, απάτη υπάρχει, όταν ο δράστης με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, παραπλανά τον παθόντα σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, που ενέχει περιουσιακή διάθεση, από την οποία προέρχεται η ζημία.

Εφόσον δε τα στοιχεία των εγκλημάτων αυτών δεν ταυτίζονται, υφίσταται αληθής πραγματική συρροή τούτων. Αν όμως τα εγκλήματα αυτά της απιστίας και απάτης συνδέονται με ενότητα σκοπού και συμπεριφοράς του δράστη, που εκδηλώνεται και με την προσβολή του ίδιου έννομου αγαθού και η παραπλάνηση που πραγματοποιείται με τη μεταγενέστερη πράξη της απάτης γίνεται για την συγκάλυψη της προηγηθείσης πράξεως της απιστίας, τότε η συρροή τούτων είναι φαινομένη και όχι αληθής και η μεταγενέστερη πράξη της απάτης είναι μη τιμωρητή υστέρα πράξη, εκτός μόνον αν με αυτή (απάτη) προκαλείται νέα αυτοτελής ζημία, ανεξάρτητη από τη ζημία που προηγήθηκε με την απιστία, ή επαυξάνεται η τελευταία, οπότε υπάρχει πραγματική και όχι φαινόμενη συρροή των ως άνω εγκλημάτων (ΑΠ 806/1994).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η πρώτη εφεσίβλητη - ενάγουσα ... με την επωνυμία ... "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ" δραστηριοποιείται με την παραγωγή στην Ελλάδα και εμπορία στην ημεδαπή και στη διεθνή αγορά τσιμέντου. ... Η δεύτερη εφεσίβλητη - ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PORT SAID SILO INVESTMENT COMPANY S.A. (PSICO)" ...

είναι θυγατρική κατά 100% της "ΕΠΕΝΔΥΣΗ ΣΙΛΟ ΠΟΡΤ ΣΑΪΝΤ ΑΕ." η οποία είναι κατά 99% θυγατρική της ΑΓΕΤ. Ο εναγόμενος, που μαζί με την οικογένεια του κατείχαν το 15% περίπου των μετοχών της πρώτης ενάγουσας, επί σειρά ετών (από τη 10 ετία του 1970) και μέχρι και τις 13-9-1983 όταν και παραιτήθηκε, ήταν μέλος του Δ.Σ., Διευθύνων Σύμβουλος και μέλος της Διοικούσας Επιτροπής της πρώτης ενάγουσας (ΑΓΕΤ), μέλος του Δ.Σ.

και Διευθύνων Σύμβουλος της "ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΗΡΑΚΛΗΣ (ΑΝΕΗ)" που ήταν κατά 99,6% θυγατρική της ΑΓΕΤ, Πρόεδρος .και Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της "ΗΡΑΚΛΗΣ ΔΙΕΘΝΗΣ Α.Ε . (ΗΡΑΚΛΗΣ ΔΙΕΘΝΗΣ)" που ήταν 100% θυγατρική της ΑΓΕΤ καθώς και μέλος των Δ.Σ. και πολλών άλλων θυγατρικών της πρώτης ενάγουσας. Περί τα τέλη της 10ετίας του 1970 η διοίκηση της ΑΓΕΤ, μετά από προτροπή και υποδείξεις του αιγυπτιακής - καταγωγής συνεργάτη - συμβούλου της, M.

A., επέλεξε να δραστηριοποιηθεί επιχειρηματικά στην Αίγυπτο και στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα να διεισδύσει στις αγορές της Αιγύπτου και της Σαουδικής Αραβίας. Για την επίτευξη της επιλογής αυτής, κρίθηκε αναγκαία η απόκτηση σταθμών διανομής τσιμέντου, και πράγματι με τη διαμεσολάβηση του προαναφερόμενου - M.

A., έλαβε τον Ιούνιο του 1980 τη σχετική άδεια και κατασκεύασε στην Αλεξάνδρεια σταθμό διανομής, την κυριότητα του οποίου μεταβίβασε στην ιδρυθείσα (σε εκτέλεση της με αριθ. 2234/19-9-1980 απόφασης του Δ.Σ. της ΑΓΕΤ) θυγατρική της εταιρεία με την επωνυμία "ALEXANDRIA SILO INVESTMENT CO" και ο οποίος τέθηκε σε λειτουργία το Δεκέμβριο του ίδιου έτους (1980) από την ομοίως θυγατρική της εταιρεία με την επωνυμία "INTERNATIONAL FLAG CEMENT CO (WTERFLAG) "που είχε έδρα στην ….

Εν τω μεταξύ: α) στις 7-6-1980 η ΑΓΕΤ αναδείχθηκε μειοδότρια διαγωνισμού που είχε προκηρυχθεί από το αιγυπτιακό γραφείο τσιμέντου για την προμήθεια 200.000 τόνων τσιμέντου αντί τιμήματος 64,50 δολ. ΗΠΑ / μετρικό τόννο CEF Αλεξάνδρεια και β) στις 8-3-1980 είχε καταρτιστεί σύμβαση μεταξύ της ΑΓΕΤ και της εδρεύουσας στο TABOUK της Σαουδικής Αραβίας εταιρείας με την επωνυμία "M.

A. C. AND BROTHERS" με την οποία, αφενός παραχωρήθηκε στην ΑΓΕΤ το δικαίωμα κατασκευής σταθμού διανομής, αποθήκευσης, συσκευασίας και διανομής τσιμέντου, μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής του οποίου μεταβίβασε την κυριότητα του στη θυγατρική της εταιρεία με την επωνυμία "HAGL SILO INVESTMENT CO S.A." που ίδρυσε σε εκτέλεση της ίδιας ως άνω αναφερόμενης απόφασης του Δ.Σ. (2234/19-9-1980) ο οποίος (σταθμός) τέθηκε σε λειτουργία τον Ιανουάριο του 1981, και αφετέρου, με την ίδια σύμβαση (την από 8-3-1980) η ΑΓΕΤ ανέλαβε την υποχρέωση πώλησης για πέντε έτη, 300.000 τόννων τσιμέντου ετησίως.

Προηγουμένως και συγκεκριμένα στις 18-10-1979 ιδρύθηκε στον ... η εταιρεία "CEMENTONAVIO S COMPANIA NAVTERA S.A: (CEMNAV)" η οποία στις 25-9-1980 αγοράστηκε από την "ΗΡΑΚΛΗΣ ΔΙΕΘΝΗΣ" και ως κατά 100% θυγατρική της, εντάχθηκε στον ΟΜΙΛΟ ΗΡΑΚΛΗΣ, πλην όμως στη συνέχεια, στις 27-4-1981 κατέστη θυγατρική (κατά ποσοστό 100%) της ιδρυθείσας στις 21-10-1980 εταιρείας με την επωνυμία 'TRANSALEXANDRIA HOLDING' που έδρευε στο ...

των Ολλανδικών Αντιλλών και το μετοχικό κεφάλαιο της βγήκε κατά 75% στην εταιρεία ARMSTOCK (που ανήκε κατά 76% του κεφαλαίου και 40% των ψήφων στην ΑΝΕΗ (η οποία όπως προαναφέρεται ήταν κατά 99,6% θυγατρική της ΑΓΕΤ) και κατά 24% του κεφαλαίου'' και 60% των ψήφων στην ROLACO), κατά 15% στην εταιρεία ROLACO και κατά 10% στον Μ. A.. Ακολούθως, σε διαγωνισμό του αιγυπτιακού γραφείου τσιμέντου που προκηρύχτηκε τον Ιανουάριο του 1981 για την προμήθεια 400.000 τόννων τσιμέντου με την ταυτόχρονη παραχώρηση στον μειοδότη των σταθμών διανομής στο Πόρτ - Σάιντ και στο ADABIVH, έλαβαν μέρος, ανεξάρτητα η μία από την άλλη, τόσο η πρώτη ενάγουσα όσο και η προαναφερθείσα CEMNAV.

Μειοδότρια αυτού ανακηρύχθηκε η ΑΓΕΤ για την προμήθεια 200.000 τόννων τσιμέντου με την εκ μέρους της ανάληψη της υποχρέωσης κατασκευής και λειτουργίας του Σταθμού Διανομής στο Πόρτ Σάιντ, μετά την κατασκευή του οποίου, η ΑΓΕΤ μεταβίβασε την κυριότητα του στην θυγατρική της εταιρεία με την επωνυμία "PORT SAID INVESTMENT CO S.A" που ιδρύθηκε σε εκτέλεση της με αριθμό 2314/10-4-1981 απόφασης του Δ.Σ.

της (της ΑΓΕΤ), ενώ τη λειτουργία του (του σταθμού) ανέλαβε η προαναφερόμενη - εδρεύουσα στην Αίγυπτο "INTERFLAG". Το καλοκαίρι του 1981 καταρτίστηκαν έγγραφα μεταξύ της ΑΓΕΤ εκπροσωπούμενης από τον εναγόμενο και της CEMNAV δύο προχρονολογημένες συμβάσεις, εκ των οποίων, η πρώτη φέρει ως ημερομηνία κατάρτισης την 27η-5-1980 και η δεύτερη την 29η-5-1980.

Με την πρώτη απ' αυτές, η ΑΓΕΤ παραχωρεί στη CEMNAV μέχρι και τις 31-12-1988, χωρίς αντάλλαγμα, το δικαίωμα της κατ' αποκλειστικότητα διακίνησης τσιμέντου στις αγορές της Αιγύπτου και της Σαουδικής Αραβίας, παράλληλα δε, οι ως άνω αναφερόμενες θυγατρικές της ΑΓΕΤ, αφενός εκμίσθωσαν στην CEMNAV τους σταθμούς διανομής στην Αλεξάνδρεια, στο Πόρτ- Σάιντ και στο -HAGL αντί συμβολικού - κυμαινόμενου μισθώματος που ήταν ανάλογο με το σταθμό και τη διακινούμενη ποσότητα τσιμέντων, αφετέρου παραχώρησαν, σ' αυτήν (στην CEMNAV) το δικαίωμα προαίρεσης να αγοράσει τους ως άνω σταθμούς έναντι ιδιαίτερα χαμηλού τιμήματος, ενώ με τη δεύτερη (σύμβαση), της εκχωρεί, επίσης χωρίς αντάλλαγμα "...

όλες τις εξουσίες, προνόμια και αφέλειες" που προέρχονταν από την προαναφερόμενη από 8-3-1980 σύμβαση που είχε καταρτισθεί μεταξύ της ΑΓΕΤ και της "M. A. C. AND BROTHERS" αναφορικά μέ την προμήθεια 300.000 τόννων τσιμέντου και τη χρήση του σταθμού HAGL στη Σαουδική Αραβία. Η "παρεμβολή" της CEMNAV συνδέεται με τις ιδιαιτερότητες της αιγυπτιακής αγοράς, αλλά και της αναγκαίας συμβολής του Μ.

A. και άλλων Αράβων στην επιτυχή προσπάθεια διείσδυσης της ΑΓΕΤ στον κερδοφόρο αιγυπτιακό χώρο και τη συνακόλουθη ανταμοιβή τους με ποσοστά συμμετοχής τους στα κέρδη, μέσω της ιδρυθείσας (στις 18-10-1979) CEMNAV, δηλαδή πριν από την εμφάνιση της ΑΓΕΤ στην συγκεκριμένη περιοχή, γεγονός που συνάγεται και από το ότι, ενώ η CEMNAV αρχικά (το Σεπτέμβριο του 1980 είχε ενταχθεί στον ΟΜΙΛΟ ΗΡΑΚΛΗΣ ως κατά 100% θυγατρική της ΗΡΑΚΛΗΣ ΔΙΕΘΝΗΣ), στη συνέχεια (στις 27-4-1981) κατέστη κατά 100% θυγατρική της εταιρείας "TRANSALEXANDRIA HOLDING".

Παράλληλα, η δεύτερη θυγατρική της πρώτης, με την από 14-4-1981 σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της CEMNAV επιδότησε την τελευταία, υπό τη μορφή συνομολόγησης έκπτωσης κατά 20 δολλαρίων το μετρικό τόννο του τιμήματος του τσιμέντου παραγωγής της πρώτης ενάγουσας και για τους πρώτους 200.000 τόννους που θα εισάγονταν και θα διακινούνταν απ' αυτήν στην αγορά της Αιγύπτου μέσω του σταθμού PORT SAID, αποβλέποντας στην κάλυψη τυχόν ζημία της (της CEMNAV) από τη διείσδυση της στην Αιγυπτιακή αγορά.

Η επιχειρηματική αυτή επιλογή - συμφωνία, απέβλεπε στην οικονομική "ανταμοιβή" της CEMNAV για την υποστήριξη της στη διείσδυση του τσιμέντου της ΑΓΕΤ στις ως άνω αγορές, πλην όμως δεν ήταν αναγκαία, αφού ήδη είχε προηγηθεί η κατάρτιση των προαναφερόμενων συμβάσεων της ΑΓΕΤ με το Αιγυπτιακό δημόσιο και επομένως δεν προβλεπόταν ζημιογόνα η είσοδος της στην σχετική αγορά.

Κατά συνέπεια η ανωτέρω, υπό τη μορφή επιδότησης της CEMNAV συνομαλογηθείσα έκπτωση, συνιστά ζημία της β' ενάγουσας που ανήλθε σε 4.000.000 δολ. ΗΠΑ, ήτοι ισόποση της διαφοράς - έκπτωσης (των 20 δολ.) επί του τιμήματος των 200.000 τόννων (20 δολ Χ 200.000 μετρ. τόννοι). Δεν αποδείχθηκε, όμως ότι ο εναγόμενος παραπλάνησε καθ' οιονδήποτε τρόπο (αναφέροντας ψευδή ή αποσιωπώντας κρίσιμα γεγονότα) τα μέλη του Δ.Σ.

των εναγουσών αναφορικά με την εκ μέρους τους λήψη της σχετικής απόφασης, και επομένως δεν στοιχειοθετείται σε βάρος του το αδίκημα της απάτης, αλλά της απιστίας (390 ΠΚ), αφού ενήργησε, κατά κατάχρηση των εξουσιών που του δόθηκαν και της εμπιστοσύνης που επέδειξαν η δεύτερη ενάγουσα στο πρόσωπο του. Με βάση τα ανωτέρω, ήδη από το Δεκέμβριο του 1980 η ΑΓΕΤ είχε υποκατασταθεί πλήρως από τη CEMNAV στις συγκεκριμένες εμπορικές δραστηριότητες, έκτοτε δε η τελευταία και συγκεκριμένα από τον Ιανουάριο του 1981 έως το Σεπτέμβριο του 1983 (που παραιτήθηκε ο εναγόμενος από τη διοίκηση της ΑΓΕΤ) αγοράζοντας σε τιμές FOB ποσότητες τσιμέντων, κυρίως από την ΑΓΕΤ ...

διέθεσε συνολικά στην αιγυπτιακή αγορά 3.790.000 τόννους τσιμέντου της ΑΓΕΤ χρησιμοποιώντας όχι μόνον τις υπηρεσίες του Μ. A. αλλά και έμπειρων υπαλλήλων της ενάγουσας, στην οποία κατέβαλλε κυμαινόμενο, ανάλογα με τις περιστάσεις, τίμημα ανά μετρικό τόννο σε δολάρια ΗΠΑ, κερδίζοντας έτσι (η CEMNAV) κατά μέσο όρο, 3,68 δολ.

ΗΠΑ για κάθε διακινούμενο μετρικό τόννο τσιμέντου και συνολικά 13.947.000 δολ. ΗΠΑ. Το ποσό αυτό όμως, δεν συνιστά στο σύνολο του ζημία της πρώτης ενάγουσας, όπως αβάσιμα αυτή υποστηρίζει, καθόσον η από την εν λόγω αιτία απώλεια κερδών, περιορίζεται κατά το ποσό του μερίσματος που εισήχθη στο ταμείο της μέσω των θυγατρικών της ...

Η πρώτη ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ζημιώθηκε και με τα ποσά των ποινικών ρητρών που υποστηρίζει ότι κατέπεσαν σε βάρος της - ως εγγυήτριας των θυγατρικών της εταιρειών - υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου ... Σε κάθε περίπτωση, και αληθές υποτιθέμενο ότι επιβαρύνθηκε πράγματι με την καταβολή τους, τα ποσά αυτά συνιστούν ζημία της που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την σε βάρος της διαπραχθείσα απιστία του εναγομένου, και δεν είναι απόρροια παραπλάνησης εκ μέρους του των οργάνων της διοίκησής της, σύμφωνα με όσα πιο κάτω αναφέρονται.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι προαναφερόμενες φέρουσες ημερομηνία κατάρτισης 27-5-1980 και 29-5-1980 συμβάσεις της ΑΓΕΤ με τη CEMNAV, ναι μεν υπεγράφησαν το καλοκαίρι του 1981, πλην όμως, οι περιλαμβανόμενες σ' αυτές συμφωνίες είχαν καταρτισθεί προφορικά ήδη από το Μάιο του 1980 από τον διευθύνοντα σύμβουλο της ΑΓΕΤ- ήδη εκκαλούντα - εναγόμενο, σε εκτέλεση των οποίων (προφορικών συμφωνιών) μάλιστα, η CEMNAV ήδη από τα τέλη Δεκεμβρίου 1980 είχε υποκαταστήσει την πρώτη ενάγουσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τις συμβάσεις προμήθειας τσιμέντων.

Αναφορά στη CEMNAV έγινε για πρώτη φορά στην από 28-3-1980 συνεδρίαση του Δ.Σ. της ΑΓΕΤ ..., όταν και παρασχέθηκε εξουσιοδότηση στους υπαλλήλους της ΑΓΕΤ .., να υπογράψουν συμβάσεις ρύθμισης των θεμάτων συνεργασίας της πρώτης ενάγουσας με την CEMNAV στην Αίγυπτο και τη HAGL της Σαουδικής Αραβίας, αλλά και από το ότι, αμφότερες οι ως άνω προχρονολογημένες συμβάσεις κατατέθηκαν στην ΑΓΕΤ μετά την υπογραφή τους.

Όμως η κατάθεση τους αυτή, δεν αναπληρώνει τη νομική υποχρέωση που είχε ο εναγόμενος, ως διευθύνων σύμβουλος, να ενημερώσει τα μέλη του Δ.Σ. σχετικά με το είδος και τους όρους της συνεργασίας της ΑΓΕΤ με τη CEMNAV, διεξοδική ενημέρωση που όμως, δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα εκ μέρους του. Με βάση τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά κατά το μέρος που αναφέρονται στην συνεργασία της πρώτης ενάγουσας με την CEMNAV, προκύπτει ότι ο εναγόμενος, κατά κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας του (ως διευθύνων σύμβουλος του Δ.Σ.

της ΑΓΕΤ), παρόλο που γνώριζε ότι η ΑΓΕΤ διέθετε το αναγκαίο προσωπικό, οργάνωση, σταθμούς διανομής και συνεπώς είχε την δυνατότητα να διαθέτει η ίδια απ' ευθείας την παραγωγή της στις συγκεκριμένες αγορές της Αιγύπτου και της Σαουδικής Αραβίας, παραχώρησε στη CEMNAV, χωρίς αντάλλαγμα, το δικαίωμα της κατ' αποκλειστικότητα διακίνησης τσιμέντου στις αγορές αυτές μέχρι και 31-12-1988, εκχώρησε, επίσης χωρίς αντάλλαγμα, όλες τις εξουσίες, δικαιώματα και προνόμια που είχε αποκτήσει η ΑΓΕΤ με την από 8-3-1980 σύμβαση με την "M.

A. C. AND BROTHERS" καθώς επίσης, υποχρέωσε τις...

θυγατρικές της εταιρείες (της ΑΓΕΤ) να εκμισθώσουν έναντι συμβολικού μισθώματος τους σταθμούς διανομής της Αλεξάνδρειας, του Πόρτ - Σάιντ και του Hagl, με αποτέλεσμα με τις ως άνω ενέργειες του να ζημιώσει με το ως άνω αναφερόμενο ποσό (των 6.029.096 δολ. ΗΠΑ) την περιουσία της. Η ως άνω συμπεριφορά του εναγόμενου, στοιχειοθετεί το έγκλημα της απιστίας του άρθρου 390 του ΠΚ, το οποίο, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με τις διατάξεις των άρθρων 36 παρ. 2 του Ν. 2172/1993 και 15 του Ν. 3242/2004, έφερε (κατά το χρόνο τέλεσης του) το χαρακτήρα πλημμελήματος.

Η μετέπειτα δε παραπλανητική συμπεριφορά του εναγόμενου που συνίσταται στην παρασιώπηση αληθών γεγονότων, η οποία εκδηλώθηκε με την παραβίαση της νομικής του υποχρέωσης να ενημερώσει πλήρως το Δ.Σ. της ΑΓΕΤ σχετικά με το είδος και τους ειδικότερους όρους της συνεργασίας της πρώτης ενάγουσας και των θυγατρικών της με τη CEMNAV, που λαμβανομένων υπόψη της πολυπλοκότητας των συμβάσεων, ισοδυναμεί με έλλειψη ενημέρωσης, έγινε με σκοπό συγκάλυψης της ως άνω απιστίας που προηγήθηκε, είναι εννοιολογικά προέκταση αυτής και δεν προξένησε νέα περιουσιακή βλάβη στην πρώτη ενάγουσα, ήτοι, πέραν όσης αυτή υπέστη συνεπεία της απιστίας του εναγόμενου και γι' αυτό η κατ' αρχήν στοιχειοθετούμενη απάτη σε βάρος του εναγομένου, αποτελεί μη τιμωρητή υστέρα (της απιστίας) πράξη.

Εξάλλου, αναφορικά με την, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, συνεργασία της πρώτης ενάγουσας, με την εταιρεία "TRANSALEXANDRIA HOLDING Ν.V." και την επικαλούμενη ζημία της πρώτης από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγόμενου, αποδείχτηκε ότι η εκδηλωθείσα το 1974 πετρελαϊκή κρίση συνετέλεσε στην λήψη απόφασης από τη διοίκηση της ΑΓΕΤ να προβεί σε σταδιακή αντικατάσταση του πετρελαίου με γαιάνθρακα, ως καύσιμη ύλη του εργοστασίου της στο Μηλάκι Εύβοιας.

Σε διενεργηθέντα μειοδοτικό διαγωνισμό προμήθειας γαιάνθρακα σε τιμές FOB, κατά το χρονικό διάστημα από Μάρτιο έως και τον Ιούνιο του 1981 ... τα διευθυντικά στελέχη της ενάγουσας, εκτίμησαν ως πλέον συμφέρουσα την προσφορά της εταιρείας TRANSALEXANDRIA HOLDING, την οποία και αποδέχτηκε ... το Δ.Σ. της ΑΓΕΤ στη συνεδρίαση της 16-7-1981 ...

Επειδή η προσφορά της ως άνω εταιρίας, που ανερχόταν σε 46 δολλάρια FOB/ μετρικό τόνο στο λιμάνι της Νέας Ορλεάνης, όχι μόνον ανταποκρινόταν σης τιμές της αγοράς εκείνης της εποχής, όπως εξάλλου συνομολογείται και στην αγωγή, αλλά ήταν η πλέον συμφέρουσα, καταρτίστηκε στις 17-8-1981 η σχετική σύμβαση μεταξύ του εξουσιοδοτηθέντα με το ως άνω πρακτικό εκπροσώπου της ενάγουσας, Κ.

Π. και του εκπροσωπούντα την προμηθεύτρια εταιρεία, M.A., με την οποία και ανέλαβε η τελευταία να προμηθεύει την ΑΓΕΤ επί μία πενταετία, αρχής γενομένης από 01-10-1981, με 500.000 τόννους γαιάνθρακα κάθε έτος. Το τίμημα συμφωνήθηκε CEF, δηλαδή, στο ως άνω ποσό (των 46 δολ.) προστέθηκε και ο ναύλος και αυτό (τίμημα CEF ) καθορίστηκε σε 76 δολλάρια /μετρικό τόννο για φορτία από 15.000 έως 20.000 τόννους που είχαν προορισμό το Βόλο, σε 73 δολ./ τόννο για φορτία μέχρι 30.000 τόννους και προορισμό το Μηλάκι και σε 70 δολ/τόννο για φορτία από 50.000 έως 80.000 τόννους με προορισμό το Μηλάκι, δηλαδή, ο συμφωνηθείς ναύλος ανερχόταν σε 30, 27 και 24 δολλάρια, αντίστοιχα.

Όμως, τα ως άνω ποσά ναύλου ήταν μεγαλύτερα κατά 12 περίπου δολλάρια /μετρικό τόνο από τη μέση τιμή, που, κατά την κατάρτιση της σύμβασης κρατούσε στην ναυλαγορά, η οποία (τιμή ναύλου) μάλιστα, ήταν γνωστό ότι εμφάνιζε πτωτική τάση και επομένως θα μειωνόταν κατά τη διάρκεια της πενταετούς διάρκειας της σύμβασης.

Συνακόλουθα, από την επίμαχη από 17-8-1981 σύμβαση καθίσταται σαφές ότι ζημιώθηκε μεν η πρώτη ενάγουσα πλην όμως, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι η κατάρτιση της ήταν αποτέλεσμα πλάνης των μελών του Δ.Σ. της ΑΓΕΤ και μάλιστα ότι αυτή (η πλάνη) οφείλεται σε παραπλανητική συμπεριφορά του εναγόμενου. Τούτο διότι η σε τιμή CIF προσφορά της "TRANSALEXANDRIA" αναφέρθηκε στο Δ.Σ.

της ΑΓΕΤ αναλυτικά ως προς το περιεχόμενο της και ακολούθως κατατέθηκε και στη από 26-7-1981 συνεδρίαση (του Δ.Σ.), όπου μάλιστα έγινε και διεξοδική συζήτηση αναφορικά με τους όρους της σύμβασης αλλά και αναφορά (από τον εναγόμενο) ότι στην προμηθεύτρια εταιρεία ("TRANSALEXANDRIA") συμμετείχε και η ΑΓΕΤ (μέσω της ARMSTOCK που ήταν θυγατρική της ΑΝΕΗ και ήδη από το 1980, η συμμετοχή της τελευταίας περιήλθε στην, επίσης ιδρυθείσα στο Λουξεμβούργο από την ΑΝΕΗ, εταιρεία με την επωνυμία INTERNATIONAL MEDITERRANEAN SHIPPING HOLDINGS «INTERMED»).

Και ναι μεν δεν αποδείχθηκε παραπλανητική συμπεριφορά του εναγόμενου προς τα μέλη του Δ.Σ. της πρώτης ενάγουσας αναφορικά με την κατάρτιση της επίμαχης από 17-8-1981 σύμβασης, πλην όμως, το γεγονός της συνομολόγησης ναύλου το ύψος του οποίου υπερέβαινε (κατά 12 δολλάρια/μετρικό τόνο) την τότε κρατούσα στη διεθνή ναυλαγορά τιμή, η οποία ήταν γνωστή στον εναγόμενο, συνιστά κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής του εξουσίας, που είχε ως συνέπεια την πρόκληση ζημίας στην περιουσία της πρώτης ενάγουσας, την επιμέλεια και διαχείριση της οποίας είχε αυτός αναλάβει.

Με βάση τα ανωτέρω, και η ως άνω συμπεριφορά του εναγομένου δεν στοιχειοθετεί το έγκλημα της απάχης, αλλά αυτό της απιστίας (390 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με τις προαναφερόμενες διατάξεις), δηλαδή, αδίκημα, που κατά το χρόνο τέλεσης του έφερε το χαρακτήρα πλημμελήματος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την προηγηθείσα των εκκαλουμένων με αριθμό. 9341/15-12-1994 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που εκδόθηκε, μετά την πρώτη συζήτηση της ένδικης από 14-01-1994 αγωγής, ερήμην του, τότε κατοικούντος στο ..., εναγομένου, αναβλήθηκε (κατ' άρθρο 15 του νόμου 1334/1983 με τον οποίο επικυρώθηκε η Σύμβαση της Χάγης) η έκδοση οριστικής απόφασης μέχρις ότου οι ενάγουσες εταιρείες προσκομίσουν βεβαίωση είτε περί επιδόσεως της αγωγής και της κλήσης προς συζήτηση της στον εναγόμενο κατά τον τρόπο που προβλέπεται από τη νομοθεσία της Μ.

Βρετανίας, είτε περί του ότι τα ως άνω διαδικαστικά έγγραφα επιδόθηκαν πραγματικά στον ίδιο ή στην κατοικία του (και όχι όπως εγένετο πλασματικά - στον εισαγγελέα Πρωτ/κών Αθηνών), προϋποθέσεις που δεν είχαν τηρηθεί, αφού σύμφωνα με την ως άνω απόφαση, η διαβιβασθείσα αίτηση για πραγματική επίδοση της αγωγής δεν εκτελέστηκε, αλλά επεστράφη (ανεκτέλεστη) λόγω έλλειψης αναγραφής της ακριβούς διεύθυνσης του διαμερίσματος - κατοικίας - του εναγόμενου στο Λονδίνο.

Ακολούθως, με τις από 27-9-1995 προτάσεις που οι ενάγουσες κατέθεσαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά την επαναφερθείσα συζήτηση (της 28-9-1995) της αγωγής τους, επικαλούνται διαδοχικά ως χρόνο πραγματικής προς τον εναγόμενο επίδοσης της αγωγής: α) την 01-3-1995, προς απόδειξη δε του σχετικού ισχυρισμού τους, αναφέρουν την, σε κάθε περίπτωση, μη προσκομιζόμενη ένορκη βεβαίωση της αναφερόμενης δικηγόρου Λονδίνου, β) στις 22-6-1995 όταν και επικαλούνται τις 3713 & 3712β' εκθέσεις επίδοσης, του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Α.

Κ., αντιγράφου της αγωγής τους που επιδόθηκε προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, και γ) στις 07-9-1995 όταν και για πρώτη φορά επικαλούνται πραγματική επίδοση της στον εναγόμενο που προκύπτει απόκτα επικαλούμενα από 12-9-1995 πιστοποιητικά του Αγγλικού Δικαστηρίου. Με βάση τις ως άνω αναφορές των εναγουσών συνάγεται ότι η, κατά νόμον αναγκαία για την άσκηση της ένδικης αγωγής, επίδοση της στον εναγόμενο έλαβε χώρα την ως άνω συνομολογούμενη (και μη αμφισβητούμενη από τον τελευταίο) ημερομηνία της 07-9-1995, δηλαδή η ένδικη αγωγή ασκήθηκε μετά παρέλευση 5ετίας αλλά και 10ετίας από την εκ μέρους του εναγόμενου διάπραξη των ως άνω αποδειχθέντων αδικημάτων, ήτοι αντίστοιχα, της έχουσας πλημμεληματικό χαρακτήρα (λόγω του χρόνου τέλεσης της) απιστίας (390 ΠΚ) και του εκ δόλου διαπραχθέντος αδικήματος της διάταξης του άρθρου 22α του Ν. 2190/1920.

Κατά συνέπεια, κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής είχαν, κατ' αρχήν, παραγράφει στο σύνολο τους οι ένδικες αξιώσεις σε βάρος του εναγόμενου, αφού όλες οι αναφερόμενες πιο πάνω πράξεις και παραλείψεις του έλαβαν χώρα το αργότερο μέχρι την ημερομηνία παραίτησής του (13-9-1983) από Διευθύνων Σύμβουλος της πρώτης ενάγουσας καθώς και από μέλος του Δ.Σ.

αυτών. Στο σημείο τούτο επισημαίνεται: 1) ότι ουδεμία έννομη επιρροή στην έναρξη του χρόνου της παραγραφής ασκεί, είτε ο χρόνος που οι ενάγουσες επικαλούνται ότι έλαβαν γνώση της σε βάρος τους αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του, είτε η γνώση τους για τη ζημία που υπέστησαν συνεπεία αυτής (δηλ. δεν παρατείνεται η έναρξη της παραγραφής των αστικών αξιώσεων), παρόλα αυτά 2) ως εκ περισσού σημειώνεται ότι, τουλάχιστον η πρώτη ενάγουσα γνώριζε την σε βάρος της αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγόμενου, ήδη από τις 30-9-1983 που κατέθεσε στον 10° Ειδικό Ανακριτή των εν Αθήναις Πρωτοδικών την από 28-9-1983 Δήλωση της για παράσταση ως πολιτικώς ενάγουσας για υποστήριξη των σε βάρος του κατηγοριών που αφορούσαν τα ως άνω αδικήματα.

Προς αντίκρουση της ως άνω ενστάσεως του εναγόμενου, την οποία αυτός νομότυπα επαναφέρει με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση έφεσης του, οι ενάγουσες πρωτόδικα αντέτειναν ότι δεν έχουν παραγραφεί οι ένδικες αξιώσεις τους, επειδή: α) καθό μέρος αυτές θεμελιώνονται στο προβλεπόμενο από τον κοινό ποινικό νόμο έγκλημα, στοιχειοθετείται η κακουργηματική μορφή της απάτης (386 παρ.3 ΠΚ) και συνεπώς δεν παρήλθε 15ετΐα μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, ενώ β) καθό μέρος στηρίζονται στη διάταξη του άρθρου 22 α Ν. 2190/1290, έχει διακοπεί η 10ετής παραγραφή (της παρ. 5 της ως άνω διάταξης) με την άσκηση ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου της από 12-9- 1989 όμοιας αγωγής τους σε βάρος του εναγόμενου.

Μετά από νομική και ουσιαστική παραδοχή αμφότερων των ως άνω (περί μη παραγραφής - διακοπής της παραγραφής των ένδικων αξιώσεων) αντενστάσεων των εναγουσών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση του εναγομένου περί παραγραφής των ένδικων αξιώσεων με την αιτιολογία ότι δεν παραγράφηκε ούτε η κακουργηματικού χαρακτήρα απάτη, αφού δεν παρήλθε 15ετία από την τέλεση των πράξεων μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής, ούτε (παραγράφηκαν) οι αξιώσεις καθό μέρος στηρίζονται στη διάταξη του άρθρου 22 α' Ν. 2190/1920, επειδή η (προβλεπόμενη από τη διάταξη της παρ. 5 του ως άνω άρθρου) 10ετής παραγραφή τους διακόπηκε κατ' άρθρο 261 ΑΚ με τη "συνομολογούμενη" από τον εναγόμενο άσκηση σε βάρος του της από 12-9-1989 "όμοιας αγωγής" των εναγουσών ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου, το οποίο με την εκδοθείσα στις 25-3-1994 απόφαση του ανέστειλε την ενώπιον του εκδίκαση της.

Με την ως άνω όμως κρίση του το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε. Τούτο διότι: 1) οι θεμελιούμενες στην αδικοπραξία του κοινού ποινικού νόμου πράξεις και παραλήψεις του εναγόμενου, όπως ειδικότερα περιγράφονται πιο πάνω, στοιχειοθετούν, κατά τα προαναφερόμενα, το αδίκημα της πλημμεληματικής απιστίας και συνακόλουθα, υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή, η οποία παρήλθε στις 13-9-1988, ήτοι πριν από την έγερση όχι μόνον της κρινόμενης αλλά και της από 12-9- 1989 αγωγής ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου, β) οι στηριζόμενες στην διάταξη 22α του Ν. 2190/1920 αγωγικές αξιώσεις έχουν επίσης παραγραφεί, καθόσον από την τέλεση τους (το αργότερο στις 13-9-1983 που ο εναγόμενος παραιτήθηκε από τη διοίκηση - διεύθυνση των εναγουσών) μέχρι και την κατά τα ανωτέρω άσκηση (το 1995) της ένδικης αγωγής διέδραμε ο 10 ετής χρόνος παραγραφής τους, χωρίς να έχει διακοπεί με την ενώπιον του Αγγλικού δικαστηρίου άσκηση της από 12-9-1989 αγωγής τους.

Ειδικότερα, από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσκομιζόμενης σε ακριβή μετάφραση στην ελληνική γλώσσα της ως άνω ενώπιον του Αγγλικού δικαστηρίου αγωγής, καθίσταται σαφές ότι δεν πρόκειται περί "όμοιας" με την κρινόμενη αγωγής. Τούτο διότι, παρόλο που τα εξιστορούμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά είναι, κατά τα κύρια σημεία, όμοια με τα περιλαμβανόμενα στην υπό κρίση αγωγή, όμως, δεν θεμελιώνονται στην ίδια νομική αιτία, αφού αίτημα της πρώτης (της από 12-9-1989) αγωγής δεν ήταν να υποχρεωθεί ο και νυν εναγόμενος να καταβάλει ή να αναγνωριστεί ότι οφείλει να καταβάλει στις ενάγουσες συγκεκριμένο ποσό ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, αλλά αιτούνταν:

α) να υποχρεωθούν οι τότε δύο πρώτοι εναγόμενοι (στους οποίους περιλαμβανόταν και ο νυν εναγόμενος) σε λογοδοσία ... Από το εν γένει περιεχόμενο και κυρίως από τα ως άνω κύρια αιτήματα, τής ενώπιον του αλλοδαπού δικαστηρίου από 12-9-1989 αγωγής, προκύπτει ότι η νομική της θεμελίωση στηρίζεται σε διατάξεις παρόμοιες της προβλεπόμενης από το.

ημεδαπό δίκαιο (άρθρα 473 επ. ΚΠολΔ) αγωγής λογοδοσίας και όχι στις προαναφερόμενες διατάξεις ( 914, 298 ΑΚ, 390 ΠΚ, 22α Ν. 2190/1920) του κοινού και ειδικού ουσιαστικού δικαίου που θεμελιώνεται η κρινόμενη αγωγή. Κατά νομική ακολουθία, με την άσκηση της πρώτης αγωγής στο αγγλικό δικαστήριο, δεν διακόπηκε η παραγραφή των αξιώσεων που περιλαμβάνονταν στη δεύτερη - υπό κρίση αγωγή.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που κατά παραδοχή της αντενστάσεως των εναγουσών - αναιρεσειουσών, είχε απορρίψει την ένσταση παραγραφής του εναγομένου (αναιρεσίβλητου), την οποία είχε προτείνει αυτός με τις προτάσεις του και είχε επαναφέρει με λόγο εφέσεως, έσφαλε ως προς την ερμηνεία του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και δεχόμενο το σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσίβλητου εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη, κατ' αποδοχή της ενστάσεως παραγραφής των ένδικων αξιώσεων, που είχε προτείνει αυτός.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, και ειδικότερα τις διατάξεις του άρθρου 937 ΑΚ περί παραγραφής των αξιώσεων αποζημιώσεως από αδικοπραξία που συνιστούν ταυτόχρονα και κολάσιμη πράξη, και συγκεκριμένα τόσο ως προς το χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξεως ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, όσο και ως προς το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής αυτής, καθώς και για το μη συνυπολογισμό του διαστήματος αναστολής που προβλέπεται από το άρθρο 113 Π.Κ.

Εξάλλου, το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε ως αβάσιμη την αντένσταση των εναγουσών - αναιρεσειουσών περί επιμηκύνσεως του χρόνου παραγραφής των αξιώσεών τους λόγω του κακουργηματικού χαρακτήρα της απατηλής συμπεριφοράς του εναγομένου - αναιρεσίβλητου. Περαιτέρω, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ζήτημα τούτο, και ειδικότερα ως προς την παραγραφή των αξιώσεων αποζημιώσεως από αδικοπραξία, που συνιστούν ταυτόχρονα και κολάσιμη πράξη κατά τον Ποινικό Κώδικα, για τις οποίες έκρινε ότι, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση η παραπλανητική συμπεριφορά του εναγομένου - αναιρεσίβλητου έγινε με σκοπό να συγκαλύψει την απιστία του και εννοιολογικά είναι προέκταση αυτής, χωρίς να προξενήσει νέα περιουσιακή βλάβη στην πρώτη ενάγουσα - αναιρεσείουσα, συνιστά μη τιμωρητή υστέρα πράξη της απιστίας, και συνακόλουθα ως μη κολάσιμη πράξη δεν υπόκειται στη μακρότερη παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 2 Α.Κ.

Τέλος, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς το ζήτημα, κατά πόσον η ζημία των 4.000.000 δολ. Η.Π.Α., που δέχθηκε ότι προκλήθηκε στη δεύτερη ενάγουσα από την απόφαση του εναγομένου - αναιρεσίβλητου να επιδοτήσει υπό μορφή εκπτώσεως την εταιρεία CEMNAV ως προς την τιμή πωλήσεως σ' αυτήν του τσιμέντου, προκειμένου να καλύψει τυχόν ζημία της από τη διείσδυσή της στην αιγυπτιακή αγορά, στοιχειοθετεί ταυτόχρονα και το έγκλημα της απάτης σε βάρος της, εφόσον ρητά αναφέρεται ότι δεν αποδείχθηκε πως αυτός παραπλάνησε με οποιοδήποτε τρόπο τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εναγουσών αναφορικά με την εκ μέρους τους λήψη της σχετικής αποφάσεως, κρίνοντας κατόπιν τούτου ότι σε βάρος τούτου στοιχειοθετείται μόνο το έγκλημα της απιστίας, για το λόγο ότι ενέργησε κατά κατάχρηση των εξουσιών που του δόθηκαν και της εμπιστοσύνης που επέδειξε στο πρόσωπο του η δεύτερη ενάγουσα - αναιρεσείουσα, σε αντίθεση με τη ζημία που δέχθηκε ότι προκλήθηκε σε βάρος της πρώτης ενάγουσας- αναιρεσείουσας, για την οποία έκρινε ότι υπήρξε εκ μέρους του παραπλανητική συμπεριφορά, η οποία ωστόσο έγινε με σκοπό να συγκαλύψει την απιστία του.

Κατόπιν όλων αυτών οι από το άρθρο 559 αρ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα την αντένσταση επιμηκύνσεως της παραγραφής (πρώτος λόγος), εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις περί παραγραφής (δεύτερος λόγος) και διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (τρίτος και τέταρτος λόγοι), τυγχάνουν αβάσιμοι.

Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολο της, να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες ως ηττώμενες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25 Απριλίου 2013 αίτηση των 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΓΕΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΣΙΜΕΝΤΩΝ ΗΡΑΚΛΗΣ" και με τον διακριτικό τίτλο ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ" και 2) υπό εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "PORT SAID SILO INVESTMENT COMAPANY S.A ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ" για αναίρεση της 6020/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου και την ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή των παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ