Legislator Case Law & Legislation
415/2014 AI generated

415/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 415/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 415 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 415/2014

Legislator headnote

AI generated

415/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 415 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 415/2014

Keywords

AI generated
withdrawal of unemployment benefits suspension of benefit entitlement unemployment benefits overpayment inadmissibility of unemployment appeal outstanding salary insufficient substantiation of appeal
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 415 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 415/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεωργίου Σακκά Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Μ. του Β. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Ράλλη ο οποίος ανακάλεσε την δήλωση του για παράσταση και παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Του Θ. Ρ. του Ξ. και 2 Χ. Θ. Ρ., αμφοτέρων κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νίκο Γεωργαλή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:91/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 159/209 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-3-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 27-11-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 574, 575, 576, 577, 578 ΑΚ, που κατ' άρθρο 44 Π.Δ. 34/1995 έχουν εφαρμογή και επί των εμπορικών μισθώσεων, προκύπτει με σαφήνεια ότι ο εκμισθωτής έχει τη βασική υποχρέωση να παραδώσει στον μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση και να το διατηρεί κατάλληλο καθ' όλη τη διάρκεια της μισθώσεως. Αν η συμφωνημένη χρήση του μισθίου αφορά άσκηση σ' αυτό επαγγελματικής δραστηριότητας από τον μισθωτή, για την οποία απαιτείται άδεια της αρμόδιας Αρχής, τότε ο εκμισθωτής βαρύνεται με την υποχρέωση να συμπράξει στις αναγκαίες εκ των περιστάσεων ενέργειες, με τις οποίες πρόκειται να εξασφαλισθεί στον μισθωτή η συμφωνημένη χρήση του μισθίου. Η άρνηση ή η αδράνεια του εκμισθωτή να συμπράξει αποτελεί λόγο που θεμελιώνει την έννοια του πραγματικού ελαττώματος του μισθίου, με συνέπεια ο μισθωτής να μπορεί να ασκήσει κατ' αυτού τα παρεχόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 576 επ. Α.Κ. δικαιώματα. Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 576 εδάφ. α. Α.Κ. αλλά και εκείνες των άρθρων 584 και 585 ΑΚ, αν το μίσθιο, κατά το χρόνο της παραδόσεως του στον μισθωτή, έχει ελάττωμα, που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση (πραγματικό ελάττωμα) ή αν κατά τη διάρκεια της μισθώσεως εμφανίσθηκε τέτοιο ελάττωμα, ο μισθωτής έχει δικαίωμα μειώσεως ή μη καταβολής του μισθώματος ή αποζημιώσεως για τη μη εκτέλεση της συμβάσεως ή καταγγελίας της μισθώσεως που συρρέει με αξίωση καταβολής αποζημιώσεως. Επομένως ο μισθωτής, σε περίπτωση υπάρξεως πραγματικού ελαττώματος, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας ή μη του εκμισθωτή ως προς αυτό, δικαιούται να απαιτήσει, αυτοτελώς με αγωγή ή κατ' ένσταση ως εναγόμενος από τον εκμισθωτή για την καταβολή του μισθώματος, για όσο χρόνο παρακωλύεται εντελώς ή κατά ένα μέρος η συμφωνημένη χρήση, ανάλογη μείωση του μισθώματος ή απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη συγκρότηση της έννοιας του πραγματικού ελαττώματος του μισθίου, δεν αρκεί οποιαδήποτε δυσμενής κατάσταση της υλικής υποστάσεως του μισθίου πράγματος, αλλ' απαιτείται κατάσταση τέτοια, που επηρεάζει την καταλληλότητα για λειτουργική χρήση του.

Συνεπώς, αποτελεί πραγματικό ελάττωμα του μισθίου η έλλειψη της απαιτούμενης κατά νόμο άδειας λειτουργίας του για τη συμφωνημένη χρήση (Ολ.ΑΠ.50/2005), η έκδοση της οποίας πρέπει να γίνει με ενέργειες του εκμισθωτή, δικαιουμένου του μισθωτή στην μη καταβολή ή μείωση του μισθώματος, εφ'όσον αδυνατεί να κάνει τη συμφωνημένη χρήση. Αντιθέτως, η λειτουργία του μισθίου παρά την έλλειψη των νόμιμων προϋποθέσεων, κατ' ανοχή της αρμόδιας διοικητικής Αρχής η οποία αρκείται στην υποβολή έντονων συστάσεων στο μισθωτή χωρίς να αναιρεί την ύπαρξη της πραγματικής παρακώλυσης από την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος, δεν απαλλάσσει το μισθωτή από την υποχρέωση καταβολής του μισθώματος, αφού το τελευταίο οφείλεται σε αντάλλαγμα της χρήσης που έγινε, έστω και κατά παράνομο τρόπο (Α.Π. 1702/2011, 1/2007, 1869/2006, 399/2004). Η παράνομη όμως αυτή λειτουργία της ένδικης μίσθωσης, από την έλλειψη της απαιτούμενης άδειας της δημόσιας αρχής, δεν αποστερεί από τον μισθωτή το προαναφερθέν δικαίωμα καταγγελίας της ένδικης μίσθωσης στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 585 Α.Κ. ορθά θεωρούμενης ενόψει του περιεχομένου τη και του λειτουργικού σκοπού καθιερώσεως της, εφ' όσον η λειτουργία επιχειρήσεως υγειονομικού ενδιαφέροντος, χωρίς να είναι εφοδιασμένη με την αναγκαία άδεια λειτουργίας, από λόγους που δεν αφορούν το μισθωτή εύλογα, δημιουργεί πολλαπλά προβλήματα στον τελευταίο από τις συνεχείς ενοχλήσεις των αρμοδίων οργάνων, για όσο χρόνο δεν καταγγέλλει τη μίσθωση, αλλά συνεχίζει να χρησιμοποιεί το μίσθιο παρανόμως, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να υπομένει στο διηνεκές την παράνομη λειτουργία της επιχειρήσεως του, κάτι που δεν επιδοκιμάζεται από το δίκαιο.

Τέλος κατά το αρθρ.5 παρ. 1 του πδ 34/1995 περί εμπορικών μισθώσεων όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 7 παρ.6 του ν. 2741/1999 η εμπορική μίσθωση ισχύει για 12 χρόνια έστω και αν έχει συναφθεί για βραχύτερο ή αόριστο χρόνο. Από τη διάταξη αυτή, ερμηνεύοντας την σε συνδυασμό με εκείνες του αρθρ. 16 παρ.1 και 23 παρ.1 του ίδιου νόμου, με τις οποίες τίθενται χρονικοί περιορισμοί στο δικαίωμα καταγγελίας της μισθώσεως για ιδιόχρηση ή ανοικοδόμηση με βάση το συμβατικό χρόνο της μισθώσεως, ο οποίος μπορεί να είναι και μικρότερος της τριετίας, προκύπτει ότι ο νόμος δεν κηρύσσει ανίσχυρες τις δεσμεύσεις των συμβαλλομένων ως προς τη διάρκεια της μισθώσεως, όταν αυτή ορίσθηκε μικρότερη των 12 ετών, αλλά απλώς παρατείνει το χρόνο διάρκειας της μισθώσεως αυτή σε 12 έτη. Ο διαχωρισμός αυτός μεταξύ συμβατικού χρόνου και χρόνου αναγκαστικής παρατάσεως (νόμιμος χρόνος), εκτός άλλων, έχει σημασία και για την περίπτωση αποζημιώσεως είτε του εκμισθωτή για πρόωρη λύση της μισθώσεως (βλ. 597 ΑΚ) είτε του μισθωτή για μη εκτέλεση της συμβάσεως μισθώσεως (335, 336, 343 ΑΚ) στις περιπτώσεις που παρακωλύθηκε στη χρήση του μισθίου ή η χρήση αυτού του αφαιρέθηκε αργότερα (584, 585 ΑΚ). Γιατί στις περιπτώσεις αυτές το δικαίωμα αποζημιώσεως λειτουργεί μόνο στα πλαίσια της συμβατικής δεσμεύσεως και δεν καταλαμβάνει και τις περιπτώσεις που η μίσθωση, παρά τη δηλωθείσα αντίθετη βούληση των μερών, εξακολουθεί να ισχύει και μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου, επειδή η διάρκεια της παρατάθηκε αναγκαστικά με νόμο. Γιατί στην περίπτωση αυτή, αφού η παράταση επήλθε αυτοδικαίως από το νόμο και όχι από την ελεύθερη βούληση των μερών, δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας και της υπαιτιότητας. Έτσι η αξίωση του μισθωτή να ζητήσει από τον εκμισθωτή αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, αν πριν από τη λήξη του συμβατικού χρόνου του αφαιρέθηκε η χρήση του μισθίου και θα στερηθεί τη χρήση του και κατά το μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου και μέχρι συμπληρώσεως της δωδεκαετίας ή για μικρότερο χρόνο μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου διάστημα είναι μεν νόμιμη σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις για το διάστημα που μεσολαβεί από την αφαίρεση και μέχρι τη λήξη του συμβατικού χρόνου, όχι όμως και για το μετά τη λήξη αυτή κατά το διάστημα της αναγκαστικής παρατάσεως, γιατί η ζημία του αυτή από διαφυγόντα κέρδη δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς την υπαιτιότητα του εκμισθωτή εναγομένου, εκτός αν ο μισθωτής ενάγων επικαλεσθεί και αποδείξει περιστατικά που θα μπορούσαν να στηρίξουν αυτοτελώς δικαίωμα αποζημιώσεως, κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών οπότε η αποζημίωση οφείλεται μόνο κατά τις διατάξεις αυτές.

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 159/2009 απόφαση του Εφετείου Θράκης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα τόσο κατά το μέρος της με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά τις πρωτόδικης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή του (αναιρεσείοντα) που κρίθηκε μη νόμιμη για την αιτούμενη αποζημίωση για αποθετική ζημία πέραν του συμφωνηθέντος χρόνου μισθώσεως, όσο και κατά το μέρος της με το οποίο κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων απορρίφθηκε η έφεση του (αναιρεσείοντος) κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του και έγινε δεκτή η ανταγωγή των αναιρεσιβλήτων εκμισθωτών για την καταβολή αποζημιώσεως "μεταμέλειας", λόγω της πρόωρης άκαιρης καταγγελίας της ένδικης μίσθωσης εκ μέρους του αναιρεσείοντος μισθωτή: "Οι εναγόμενοι και αντενάγοντες είναι συγκύριοι κατ1 ισομοιρία ενός ισογείου καταστήματος επί οικοδομής, η οποία ευρίσκεται στην οδό 18ης Οκτωβρίου στη πόλη της Θάσου και η επιφάνεια του καταστήματος αυτού ανέρχεται σε 75 τετραγωνικά μέτρα. Το ανωτέρω κατάστημα αυτοί εξεμίσθωσαν προς τον ενάγοντα και αντεναγόμενο με το από 22-9-2003 μισθωτήριο το οποίο συνετάγη μεταξύ τους προκειμένου αυτό, το οποίο περιελάμβανε εκτός της αίθουσας, αποθήκη και τουαλέτα για το χρονικό διάστημα από την κατάρτιση της μίσθωσης μέχρι της 30-9-2005, σύμφωνα με το σχετικό όρο (3°) του μισθωτηρίου να το χρησιμοποιήσει ως σνάκ - μπάρ - ψητοπωλείο, αντί συμφωνηθέντος μισθώματος του ποσού των 1.000 ευρώ μηνιαίως. Την ίδια επαγγελματική δραστηριότητα ασκούσε στο μίσθιο ακίνητο κατά το προηγούμενο πριν τη σύναψη της μίσθωσης χρονικό διάστημα η τότε μισθώτρια εταιρεία με την επωνυμία "…", στην οποία συμμετείχε και μάλιστα ως νόμιμος εκπρόσωπος της και διαχειριστής ο ενάγων και αντεναγόμενος. Αμέσως μετά την κατάρτιση της μίσθωσης και την παράδοση της χρήσης του μισθίου ο ενάγων άρχισε να λειτουργεί σε αυτό την επιχείρηση του (σνακ μπάρ-ψητοπωλείο) μέχρι τη λήξη της μίσθωσης, ήτοι την 30-9-2005, ενώ η κίνηση που εμφάνιζε ήταν ικανοποιητική, αφού σύμφωνα με την εξετασθείσα μάρτυρα-σύζυγό του, αυτό (μαγαζί) είχε πολλή δουλειά, ενώ επιβεβαιώνει και το ποσό, του οποίου επιζητείται η καταβολή με την αγωγή ως διαφυγόντα κέρδη των 13.000 Ευρώ μηνιαίως. Η επιχείρηση του ενάγοντα καθόλο το χρονικό διάστημα της μίσθωσης λειτούργησε χωρίς να έχει εκδοθεί η σχετική άδεια λειτουργίας του από τον αρμόδιο φορέα, ήτοι το Δήμο της Θάσου, παρότι αυτός είχε ζητήσει έγκαιρα τη χορήγηση της σχετικής άδειας επ' ονόματι του και είχε υποβάλλει προς το σκοπό αυτό τα αναγκαία, πλην της συναίνεσης των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, όπου το μίσθιο ακίνητο, δικαιολογητικά. Σημειωτέον ότι, παρά την έλλειψη της ανωτέρω αδείας υγειονομικού ενδιαφέροντος, εξαιτίας της αρνήσεως των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής να συναινέσουν για τη λειτουργία του καταστήματος, η επιχείρηση λειτούργησε καθόλο το διάστημα της μίσθωσης ανεμπόδιστα, αφού από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα της περιοχής υποβάλλονταν συστάσεις, χωρίς ωστόσο ποτέ να του επιβληθούν μηνύσεις για λειτουργία της επιχείρησης χωρίς την απαιτούμενη άδεια. Επομένως, με δεδομένο ότι η αδυναμία χορήγησης της απαιτούμενης άδειας αποτελεί μεν πραγματικό ελάττωμα του μισθίου πλην όμως ο ενάγων δεν εμποδίστηκε στην χρήση του μισθίου έστω και μερικά, καθόλη τη διάρκεια της μίσθωσης, αυτός δεν δικαιούται ν' αξιώσει αποζημίωση με βάση τις διατάξεις των άρθρων 576 και 577 του Α.Κ. αφού προϋπόθεση για την άσκηση της αξίωσης του αυτής είναι να εμποδίστηκε, έστω και μερικά, στη συμφωνημένη χρήση. Κατόπιν αυτών το αίτημα της αγωγής για καταβολή ποσού 58.694,06 Ευρώ, ως θετική του ζημία αποτελούσα το χρηματικό ποσό το οποίο ο ενάγων κατέβαλε στους προηγούμενους μισθωτές του μισθίου ακινήτου στο οποίο εκείνοι ασκούσαν όμοια επιχείρηση (άϋλη εμπορική αξία), είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο. Εξάλλου η ένδικη αξίωση του ενάγοντος για αναγνώριση οφειλής ύψους 130.000 Ευρώ, συνεπεία απώλειας εισοδημάτων για τον μετά το χρόνο της καταγγελίας της μισθωτικής σύμβασης, την οποία ιστορείται στην αγωγή ότι αυτός είχε, υπό την έννοια της αποζημιώσεως του λόγω της μη εκπλήρωσης της σύμβασης από υπαιτιότητα των εναγομένων εκμισθωτών, είναι νόμιμη μόνο για τον συμφωνηθέντα χρόνο διάρκειας της σύμβασης και όχι για τη μεταγενέστερη χρονική περίοδο αναγκαστικής παράτασης της σύμφωνα προς τις ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις. Επομένως αυτή πρέπει ν' απορριφθεί για το λόγο αυτό, αφού δεν αναφέρεται στο συμφωνηθέντα χρόνο διάρκειας της μίσθωσης, αλλά σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα. Αναφορικά με την ασκηθείσα από τους εναγόμενους ανταγωγή, η οποία έχει ως αίτημα την καταβολή σε αυτούς από τον ενάγοντα χρηματικού ποσού συνολικώς 11.252 Ευρώ, εκ του οποίου ποσό 7.252 Ευρώ αφορά, αφενός μεν μίσθωμα το οποίο οφείλει για τον μήνα Δεκέμβριο του 2005, αφετέρου δε για το χρονικό διάστημα έξι μηνών, ήτοι από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Ιούνιο του 2006, για το λόγο ότι στις 12-12-2005, μετά τη λήξη της μίσθωσης προέβη σε εξώδικο καταγγελία της μίσθωσης οφειλόμενη σε δική του πρωτοβουλία και όχι σε ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος του μισθίου, και συνεπώς τα αποτελέσματα της επέρχονται μετά την πάροδο έξι μηνών από την καταγγελία, οπότε τους οφείλονται τα μηνιαία μισθώματα των προαναφερομένων 6 μηνών κατ' αρθρ. 43 του Π.Δ. 34/1995, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 4.000 Ευρώ αφορά αποζημίωση τους, ίση προς τα μισθώματα τεσσάρων μηνών, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, αποδείχθηκαν από τα ίδια προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα τα ακόλουθα: Στις 14-12-2005 ο ενάγων επέδωσε την από 12-12-2005 έγγραφη καταγγελία του της ένδικης μίσθωσης στους εναγομένους και αντενάγοντες εκμισθωτές σύμφωνα με τις υπ' αριθμ. ... και ... /14-12-2005 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Καβάλας …. Όμως η έγγραφη αυτή καταγγελία της μίσθωσης οφείλεται σε λόγους μεταμέλειας του ενάγοντος και έγινε μετά την πάροδο διετίας, χωρίς όπως έχει πιο πάνω αναφερθεί να συντρέχει γι' αυτό νόμιμη περίπτωση κατ' αρθρ. 585 του Α.Κ. και συνεπώς τυγχάνει εφαρμογής η προαναφερόμενη διάταξη, αφού αυτή έλαβε, χώρα μετά τη πάροδο διετίας από τη σύναψη της σύμβασης, ενώ αποχώρησε από το μίσθιο περί το τέλος Δεκεμβρίου 2005 και κατέβαλε μίσθωμα (ενοίκιο) μέχρι τον προηγούμενο μήνα, ήτοι τον Νοέμβριο του 2005. Επομένως ο ενάγων θα πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει τα μισθώματα των μηνών αυτών, ήτοι 1.000 Ευρώ για το Δεκέμβριο 2005 (αφού από προφανή παραδρομή αναφέρεται στην προσβαλλόμενη ως Νοέμβριος του 2005)και των 6.000 Ευρώ για τους μήνες Ιανουάριο έως και Ιούνιο του 2006 προσαυξημένο κατά το ποσοστό χαρτοσήμου, ήτοι κατά 252, Ευρώ και συνολικά για την αιτία αυτή 7.252 Ευρώ [1.000 + 1.000 Χ 6 + (1.000 + 1.000 Χ 6 Χ 3,6: 100) = 7.000 + 7.000 Χ 3,6: 100 - 7.000 + 252 =7.252], καθώς και το ποσό των 4.000 Ευρώ ως αποζημίωση, ήτοι τα μισθώματα τεσσάρων μηνών (4X1.000= 4.000), αφού η προαναφερόμενη διάταξη (αρθρ. 43 του π.δ. 34/1995 δεν τροποποιήθηκε με το άρθρο 7 του ν. 2741/1999. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι άσκησαν την ανταγωγική πιο πάνω αξίωση τους κατ' αντίθεση προς τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., αφού αποδείχθηκε ότι η εξακολούθηση της μίσθωσης δεν κατέστη δυσβάστακτη για τον ενάγοντα, δεδομένου ότι αυτός λειτουργούσε κανονικά το μίσθιο κατάστημα και μάλιστα με ικανοποιητικό εισόδημα γι' αυτόν, ενώ μέχρι τη συμπλήρωση της διετίας από την έναρξη της μίσθωσης εδικαιούτο να προβή στη καταγγελία αυτής.

Συνεπώς η περί του αντιθέτου ένσταση του ενάγοντος και αντεναγομένου είναι αβάσιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα".

Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων- μισθωτής για την καταβολή αποζημιώσεως λόγω της καταγγελίας της μίσθωσης στην οποία προέβη αυτός με τις προαναφερθείσες συνθήκες, αλλά και με το να δεχθεί την ανταγωγή που άσκησαν οι αναιρεσίβλητοι εκμισθωτές για την καταβολή του μισθώματος του μηνός Δεκεμβρίου 2005 μέχρι του οπίου συνεχιζόταν ο χρόνος της ένδικης μίσθωσης και έλαβε χώρα η επίμαχη καταγγελία του αναιρεσείοντος-μισθωτή ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 574, 575, 576, 577, 578, 584 του ΑΚ, 5§ 1, 44 του π.δ. 44/1995 και 4 παρ.7 του αρθρ. 15 της υπ' αριθ. Α/Β/8577/24-8/8-4-1983 υγειονομικής διάταξης καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι ο αναιρεσείων μισθωτής καθόλη τη διάρκεια της διετούς συμβατικής ισχύος της ένδικης μίσθωσης έστω και κατά παράνομο τρόπο λειτούργησε την επιχείρηση του χωρίς να εφοδιασθεί με την αναγκαία άδεια λειτουργίας και χωρίς να εμποδιστεί έστω και μερικά στη χρήση αυτή δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμης για το χρόνο μετά τη λήξη της συμφωνημένης χρονικής διάρκειας όσο αναφέρεται στην καταβολή αποζημίωσης για αποθετική ζημία και ως αβάσιμης κατ' ουσίαν για τον προγενέστερο χρόνο της συμβατικής διάρκειας της μισθώσεως, ενώ επί πλέον δικαιολογούν και την επιδίκαση του οφειλομένου μισθώματος του μηνός Δεκεμβρίου 2005 που ανταγωγικά ζήτησαν οι αναιρεσίβλητοι. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους 1°, κατά το ένα μέρος του πρώτου κεφαλαίου, και τον μοναδικό του δευτέρου κεφαλαίου λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου όπως προαναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί επαρκώς το απορριπτικό διατακτικό κατ' ουσίαν, του αγωγικού κεφαλαίου για καταβολή αποζημιώσεως ποσού 58.694,06€ για την αποκατάσταση ισόποσης θετικής ζημίας του αναιρεσείοντος. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο του πρώτου κεφαλαίου, λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Περαιτέρω, με τις εν συνεχεία παραδοχές της η προσβαλλόμενη, με τις οποίες οδηγήθηκε στην παραδοχή κατ' ουσίαν της ανταγωγής των αναιρεσιβλήτων εκμισθωτών απορρίπτοντας αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος μισθωτή παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 585 σε συνδ. προς τα άρθρα 576 και 587 του ΑΚ και της διάταξης της παρ.7 του αρθρ.15 της υπ' αριθ. Α/Β/8577/24-8/8-4-1983 Υγειονομικής διατάξεως που ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση και με το να εφαρμόσει τη διάταξη του αρθρ. 43 του πδ 34/1995 που δεν ήταν εφαρμοστέα με το να κρίνει ότι η με τις πιο πάνω συνθήκες διαγνωσθείσα παράνομη και χωρίς άδεια λειτουργίας χρήση του μισθίου ακινήτου εκ μέρους του αναιρεσείοντος μισθωτή ισοδυναμούσε νομικά με ανυπαρξία παρακωλύσεώς του (αναιρεσείοντος μισθωτή) στην ένδικη χρήση, και να οδηγηθεί περαιτέρω στην κρίση ότι η εκ μέρους του τελευταίου καταγγελία της ένδικης μίσθωσης δεν ήταν νομικά νοητό να χαρακτηρισθεί με τις ίδιες συνθήκες ως καταγγελία λόγω πραγματικής παρακώλυσης από τη διάταξη του αρθρ. 585 ΑΚ και να οδηγηθεί τελικά στην νομική κρίση ότι η ίδια καταγγελία αποτελούσε την λεγόμενη καταγγελία "μεταμέλεια" από τη διάταξη του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995, κρίση που δεν αιτιολογείται επαρκώς και σαφώς από τις λοιπές παραδοχές της προσβαλλόμενης, αλά και αντιφάσκει προς την παραδοχή της προσβαλλόμενης, ότι καθόλη τη διάρκεια του συμβατικού χρόνου και μέχρι της καταγγελίας κατά τον Δεκέμβριο 2005 η επιχείρηση του αναιρεσείοντος λειτουργούσε παράνομα, γιατί ποτέ δεν εφοδιάστηκε με την αναγκαία άδεια λειτουργίας.

Επομένως οι πρώτος κατά το ένα, μέρος του, δεύτερος και τρίτος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. κρίνονται βάσιμοι. Τέλος λόγοι που πλήττουν κεφάλαιο αυτοτελές της απόφασης, αλλά συνεχόμενο με το κύριο ως προς το οποίο αναιρείται η απόφαση απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, διότι στην περίπτωση αυτή η απόφαση συναναιρείται και ως προς το κεφάλαιο που πλήττεται. Εν όψει αυτών ο τέταρτος λόγος του τρίτου μέρους της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο της με το οποίο απορρίφθηκε η ένσταση του αναιρεσείοντος από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κατά της ανταγωγής των αναιρεσιβλήτων κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελής μετά την παραδοχή κατά τα προαναφερθέντα των λόγω της αναίρεσης που αφορούν το κύριο κεφάλαιο της αποφάσεως για την ανταγωγή, ως προς το οποίο η καταχρηστική ένσταση του αναιρεσείοντος θεωρείται ως παρεπόμενο εκείνου.

II. Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (Κ.Πολ.Δ. 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Κ.Πολ.Δ. 559 αριθ. 1) (Ολ. Α.Π. 8/2005).

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ.1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης που για να είναι ορισμένος θα πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποίησε διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Με τους πρώτο κατά το άλλο μέρος του πρώτου κεφαλαίου, και πρώτο κατά το άλλο μέρος του τρίτου κεφαλαίου λόγους του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 β' του αρθρ.559 του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο για να καταλήξει στη κρίση του ότι δεν υπήρξε, παρακώλυση του αναιρεσείοντα μισθωτή στη χρήση του μισθίου παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 576 και 577 ΑΚ με την υπαγωγή σ' αυτούς ου διδάγματος της κοινής πείρας ότι η λειτουργία επιχειρήσεως υγειονομικού ενδιαφέροντος που δεν είναι εφοδιασμένη με την αναγκαία άδεια λειτουργίας δημιουργεί πολλαπλά προβλήματα στον επιχειρηματία, ο οποίος ποτέ δεν καταγγέλλει μία μίσθωση προσοδοφόρα γι' αυτόν. Οι-λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι γιατί ο αναιρεσείων υπό το πρόσχημα της παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου μέσω του πιο πάνω διδάγματος της κοινής πείρας, για τη διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.

III. Ο Λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα του προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε αι οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ,. ΑΠ 12/1997) αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996). Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου του πρώτου κεφαλαίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό με την έννοια "του πράγματος" ότι αποκέρδαινε από την επιχείρηση του ένδικου μισθίου όσο το λειτουργούσε 13.000€ μηνιαίως χωρίς να προβληθεί. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, δοθέντος ότι ανεξάρτητα από την εκτίμηση ότι από προφανή παραδρομή αναφέρεται μηνιαίως (αντί του ορθού ετησίως), χρονικό προσδιορισμό με βάση τον οποίο ο αναιρεσείων πελάγιζε την αξίωση του αποθετικής ζημίας ποσού 130.000€ (13.000€ ετησίως Χ 10 έτη), κατά τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αποτελεί πραγματικό επιχείρημα επιβεβαιωτικό της περί πραγμάτων κρίσεως του Δικαστηρίου της ουσίας περί της ακώλυτης χρήσεως από τον αναιρεσείοντα του μισθίου καταστήματος και με την έννοια αυτή δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την προδιαληφθείσα τον όρον έννοια.

IV. Με βάση τις προαναφερθείσες παραδοχές πρέπει η προσβαλλομένη απόφαση ν' αναιρεθεί κατά το κεφάλαιο της που δέχθηκε την ανταγωγή των αναιρεσιβλήτων και επέβαλε σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη του δευτέρου βαθμού πλην του κονδυλίου των 1000€ για το μίσθωμα του μηνός Δεκεμβρίου 2005 και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω έρευνα στο Εφετείο Θράκης, ως και εκείνο περί δικαστικών εξόδων, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία κατανέμει κατά τον λόγο της εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου των διαδίκων μερών και προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων (1000,00) Ευρώ (ΚΠολΔ 183,178 παρ. 1). V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δικ. αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση κάθε απόφασης που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφ' όσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν.

Αν αποδεικνύεται προαποδεικτικως εκούσια η αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Από τις ποιο πάνω διατάξεις προκύπτουν τ' ακόλουθα: Αν αναιρεθεί η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου διατάσσεται η επαναφορά των πραγμάτων εφ' όσον έχει γίνει εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αξιώσεως, η οποία διαγνώστηκε με την απόφαση που αναιρέθηκε.

Σε περίπτωση που η εκτέλεση έγινε δυνάμει προσωρινά εκτελεστής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εάν μεν η απόφαση αυτή δεν είχε επικυρωθεί από το Εφετείο με την αναιρεθείσα απόφαση του, δεν είναι παραδεκτή η αίτηση επαναφοράς στο δικαστήριο του Αρείου Πάγιου, διότι δεν υπάρχει ταυτότητα μεταξύ εκτελεσθείσας και αναιρεθείσας αποφάσεως. Στην περίπτωση αυτή η επαναφορά διατάσσεται από το δικαστήριο της παραπομπής που μετ' αναίρεση δικάζει την έφεση (ΑΠ 127/2011, 1871/2005). Εάν όμως η αναιρεθείσα απόφαση του Εφετείου είχε επικυρώσει την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έχει εφαρμογή στο δικαστήριο του Αρείου Πάγου η ως άνω περί επαναφοράς των πραγμάτων διάταξη, αφού η πρωτόδικη απόφαση μετά την επικύρωση της, θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρεθείσα Εφετειακή απόφαση (ΑΠ 648/2005, 411/2003, 1923/1987). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με αίτημα που περιλαμβάνεται στην ένδικη αίτηση αναίρεσης και επανέλαβε ταυτόσημα και με τις κατατεθείσες εμπρόθεσμα έγγραφες προτάσεις του, ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, με την υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων να του αποδώσουν νομιμοτόκως συνολικά το ποσό των 12.826€ και διαιρετά ο καθένας το συνολικό ποσό των 6.413 €, το οποίο κατέβαλε σ' αυτούς εν μέρει μεν κατά το ποσό των 10.876€ με το συνυπολογισμό συμψηφιστικά του ποσού των 1036€ που αντιστοιχεί στο επιδικασθέν μίσθωμα του Δεκεμβρίου του 2005, που δεν προσβλήθηκε με την αναίρεση, προ της εκδόσεως της αναιρεθείσας αποφάσεως σε εκτέλεση της προσωρινά εκτελεστής διάταξης, της υπ' αριθμ. 91/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, η οποία επικυρώθηκε μετ' απόρριψη της κατ' αυτής εφέσεως από την ήδη αναιρούμενη υπ' αριθμ. 159/2009 απόφαση του Εφετείου Θράκης, εν μέρει δε και κατά το ποσό των 1950€ μετά την έκδοση της αναιρεθείσας Εφετειακής απόφασης για το υπόλοιπο οφειλομένων τόκων και την επιδικασθείσα, δικαστική δαπάνη της πρωτόδικης και της κατ' έφεση δίκης. Με το περιεχόμενο αυτό και το αντίστοιχο αίτημα η αίτηση του αναιρεσείοντος είναι νόμιμη στηριζόμενη στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 579 παρ.2 ΚΠολΔ πλην του αιτήματος καταβολής (επιστροφής) του ποσού των 660 € που αντιστοιχεί στα έξοδα εκτέλεσης (επιταγή, έξοδα επίδοσης), τα οποία δεν δικαιούται να αξιώσει και τούτο για τον λόγο ότι η παροχή τους δεν διατάχθηκε με την αναιρούμενη απόφαση , αλλά οφείλονται με βάση το νόμο(ΑΠ 1298/2010, 8/2008 ), ομοίως το αίτημα για τοκοδοσία, είναι νόμιμο μόνο για το χρόνο μετά την επίδοση της παρούσης. Η καταβολή των ως άνω χρηματικών ποσών σε εκτέλεση εν μέρει μεν της προσωρινά εκτελεστής διάταξης της πρωτοδίκης απόφασης, εν μέρει δε μετά την έκδοση της ήδη αναιρούμενης Εφετειακής απόφασης που επικύρωσε την πρωτόδικη αποδεικνύεται από τα επικαλούμενα και προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα και ειδικότερα από τις με χρονολογία 7-12-2006 και 12-6-2009 εξοφλητικές αποδείξεις του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων και αντικλήτου τους και δεκτικού καταβολής δικηγόρου Καβάλας Νικολάου Γεωργαλή, με τις οποίες αντίστοιχα καταβλήθηκε σ' αυτόν το ποσό των 10.216€ για επιδικασθέν κεφάλαιο και προσωρινά εκτελεστό της πρωτόδικης αποφάσεως (6.000€ για 6 μισθώματα, 216 για αναλογικό χαρτόσημό τους 3,6% και 4.000€ για τα 4 μισθώματα αποζημιώσεως χωρίς χαρτόσημο) και το ποσό των 1950€ συμποσούμενα σε οφειλόμενους τόκους (700€) και επιδικασθείσες δικαστικές δαπάνες της πρωτόδικης δίκης (600€) και της δίκης στο Εφετείο (650€). Επομένως πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα του αναιρεσείοντος ως και κατ' ουσίαν βάσιμο και να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρεθείσας αποφάσεως (κατά την έννοια που προαναφέρθηκε) και να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να επιστρέψουν στον αναιρεσείοντα συνολικά το ποσό των 12.166€ διαιρετά ο καθένας το ποσό των 6.083€ νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της παρούσας αποφάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά ένα μέρος την υπ' αριθμ. 159/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης κατά τα εις το σκεπτικό ειδικά δε κατά το κεφάλαιο της που επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που δέχτηκε την ανταγωγή των αναιρεσιβλήτων εκτός του οφειλομένου μισθώματος για το μήνα Δεκέμβριο 2005 πλέον χαρτοσήμου, ως και εκείνο περί δικαστικών εξόδων.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Υποχρεώνει τους αναιρεσιβλήτους να καταβάλουν ο καθένας στον αναιρεσείοντα το ποσό των έξι χιλιάδων τετρακοσίων δέκα τριών (6413)€ νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της παρούσας αποφάσεως. Και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει κατά μερικό συμψηφισμό στο ποσό των χιλίων (1000,00) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ