415/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14ης Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2003 αγωγή της δεύτερης ήδη εκ των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών ως και την από 22 Ιουλίου 2003 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπίκληση σε παρέμβαση παρεπίμπουσα αγωγή του ήδη πρώτου εκ των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 466/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7 -8-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης, ανέγνωσε την από 31 Μαρτίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, ο καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated415/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΕΠΕΙΔΗ από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73, 80, 82, 84, 88, 485 και 556 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι κατά τελεσίδικης απόφασης έχει δικαίωμα αυτοτελούς αναίρεσης και ο από τον εναγόμενο της κύριας δίκης προσεπικληθείς τρίτος, ως υπόχρεος σε αποζημίωση του πρώτου, μετά από σώρευση σχετικής προς τούτο παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημίωσης, κατ' αποδοχή της οποίας καταδικάσθηκε να πληρώσει αποζημίωση στον προσεπικαλέσαντα.
Full text
Απόφαση 415 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 415/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14ης Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαμπρόπουλο, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ και την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Γράτσια..
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ..., και 2.ομορρύθμου εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε", η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλκαίο Βγενόπουλο, η δε δεύτερη δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2003 αγωγή της δεύτερης ήδη εκ των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών ως και την από 22 Ιουλίου 2003 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπίκληση σε παρέμβαση παρεπίμπουσα αγωγή του ήδη πρώτου εκ των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 466/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7 -8-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης, ανέγνωσε την από 31 Μαρτίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, ο καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμό 11973Β/2-12-08 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αιγίου, ..., αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την πάνω σ' αυτή πράξη ορισμού της προκειμένης δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατ' αυτήν, επιδόθηκε με επίσπευση του αναιρεσείοντα νομοτύπως και εμπροθέσμως στην 2η αναιρεσίβλητη για τη δικάσιμο της 27-4-09 και μετά από αναβολή για τη σημερινή, μη απαιτουμένης νέας κλήτευσής της, διότι αυτή είχε κλητευθεί νόμιμα στην αρχική δικάσιμο και η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετά αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, η οποία δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρον 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν η διάδικος αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΕΠΕΙΔΗ από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73, 80, 82, 84, 88, 485 και 556 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι κατά τελεσίδικης απόφασης έχει δικαίωμα αυτοτελούς αναίρεσης και ο από τον εναγόμενο της κύριας δίκης προσεπικληθείς τρίτος, ως υπόχρεος σε αποζημίωση του πρώτου, μετά από σώρευση σχετικής προς τούτο παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημίωσης, κατ' αποδοχή της οποίας καταδικάσθηκε να πληρώσει αποζημίωση στον προσεπικαλέσαντα.
Και τούτο γιατί στην περίπτωση αυτή έχει έννομο συμφέρον, ως διάδικος βλαπτόμενος από τις σχετικές διατάξεις της απόφασης, να την προσβάλει κατά το κεφάλαιό της το συνεχόμενο με την καταδίκη του σε αποζημίωση (παρεμπίπτουσα αγωγή), αφού ο ίδιος σε τελευταία ανάλυση φέρει την ευθύνη από τη απώλεια της δίκης.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντος (προσεπικληθέντος και παρεμπιπτόντος εναγομένου) έχει ασκηθεί παραδεκτώς μόνο έναντι του πρώτου των αναιρεσιβλήτων (προσεπικαλέσαντος και παρεμπιπτόντως ενάγοντος), ενώ κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της δεύτερης των αναριεσιβλήτων ομόρρυθμης εταιρίας (ενάγουσας στην κύρια αγωγή) είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 88 Κ.Πολ.Δ., βάση της κατά το άρθρο αυτό ασκούμενης υπό του εναγομένου προσεπικλήσεως και της ενωμένης σ' αυτή παρεμπίπτουσας αγωγής κατά του προσεπικαλούμενου τρίτου, περί καταβολής στον προσεπικαλούντα κάθε ποσού, το οποίο σε περίπτωση ευδοκιμήσεως κατ' αυτού της κύριας αγωγής, ήθελε υποχρεωθεί να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα, δεν μπορεί να είναι παρά μόνο η τυχόν συνδέουσα τον προσεπικαλούντα και τον προσεπικαλούμενο έννομη ειδική σχέση, από την οποία απορρέει υποχρέωση του δευτέρου να καταβάλει στον πρώτο την αποζημίωση που αξιώνει από αυτόν (προσεπικαλούντα) ο κυρίως ενάγων.
Ως εκ τούτου στοιχείο απαραίτητο του νόμω βασίμου της προσεπικλήσεως και της ενωμένης σ' αυτή παρεμπίπτουσας αγωγής είναι η ύπαρξη της άνω ειδικής σχέσεως μεταξύ προσεπικαλούντος και προσεπικαλούμενου, ενώ, σε περίπτωση που η ιστορική βάση αυτής (προσεπικλήσεως) περιέχει μόνο τον ισχυρισμό ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ζημίας του κυριώς ενάγοντος υπήρξε ο προσεπικαλούμενος τρίτος, τότε η προσεπίκληση (με την παρεμπίπτουσα αγωγή) είναι νόμω αβάσιμη, αφού η αλήθεια αυτού του αρνητικού της κύριας αγωγής ισχυρισμού που συνεπάγεται την απόρριψή της, αίρει ταυτόχρονα και τον νομικό λόγο της κατά το άρθρο 88 Κ.Πολ.Δ προσεπικλήσεως και της ενωμένης σ' αυτή παρεμπίπτουσας αγωγής, ο οποίος είναι η ικανοποίηση του ηττηθέντος κυρίου διαδίκου σε μια και την αυτή δίκη, προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης.
Εν προκειμένω, η ενάγουσα εταιρία "... ΟΕ" με την αγωγή της κατά του εναγομένου ... (1ου των αναιρεσιβλήτων) ισχυρίζεται ότι, με σύμβαση που συνήφθη μεταξύ αυτής και του εναγομένου κατά το έτος 1991 στην ..., ο τελευταίος ανέλαβε αντί αμοιβής και με την ιδιότητα του ως αρχιτέκτονος μηχανικού να συντάξει την αρχιτεκτονική και τη στατική μελέτη για την ανέγερση μίας οικοδομής επί γηπέδου ιδιοκτησίας της στην ..., καθώς και την επίβλεψή της.
Ότι, στο πλαίσιο της εν λόγω συμβάσεως, ο εναγόμενος ανέλαβε ειδικότερα τη μελέτη και την επίβλεψη της κατασκευής του υπογείου και ισογείου ορόφου της άνω οικοδομής, με προοπτική, σε περίπτωση μελλοντικής καθ' ύψος επεκτάσεως της οικοδομής, να ανεγερθούν τρεις επιπλέον όροφοι με εξάντληση του συντελεστή δόμησης.
Ότι, λόγω των σοβαρών πλημμελειών και παραλείψεων της μελέτης από υπαιτιότητα (αμέλεια) του εναγομένου, οι οποίες αναφέρονται ειδικότερα στην αγωγή, κατέστη ανέφικτη η δυνατότητα της καθ' ύψος επεκτάσεως της οικοδομής με ανέγερση των άνω ορόφων, γεγονός που διαπίστωσε το έτος 1999 μέσω προσληφθέντων εκ μέρους της μηχανικών και ότι για τον λόγο αυτό υποχρεώθηκε να προβεί στις αναλυτικότερα περιγραφόμενες αναγκαίες εργασίες ενισχύσεως προς αποκατάσταση της στατικής επάρκειας του ήδη ανεγερθέντος κτηρίου.
Ότι, περαιτέρω, εξαιτίας των άνω αναγκαίων εργασιών και επεμβάσεων στον φέροντα οργανισμό και στην τροχοποϊα του υπάρχοντος κτηρίου, ολόκληρο το ακίνητο υπέστη μείωση της εμπορικής του αξίας, για τους ειδικότερα αναφερόμενους σ' αυτή λόγους. Ότι, λόγω της παραπάνω υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου, η ίδια υπέστη ηθική βλάβη.
Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά από νομότυπο περιορισμό του αιτήματός της σε εν μέρει αναγνωστικό από καταψηφιστικό, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει ως αποζημίωση για τη θετική της ζημία το ποσό των 79.708,91 ευρώ, που αφορά στο σύνολο των αναγκαίων δαπανών ενίσχυσης της στατικής επάρκειας του κτηρίου, καθώς επίσης και να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 260.463,1 ευρώ λόγω μείωσης της εμπορικής αξίας και επιπλέον το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 25-11-2001 προκοινοποιηθείσης αγωγής της, άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής.
Εξάλλου, με την από 22-7-2003 προσεπίκληση και την ενωμένη σ' αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή, ο εναγόμενος της κύριας αγωγής ιστορεί ότι ασκήθηκε εναντίον του η πιο πάνω αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτει αυτούσιο και εκθέτει περαιτέρω ότι, με σύμβαση έργου που συνήφθη μεταξύ αυτού και του παρεμπιπτόντως εναγομένου ( αναιρεσείοντος) το 1991, ο τελευταίος, με την ιδιότητά του ως πολιτικού μηχανικού, ανέλαβε την σύνταξη της στατικής μελέτης του αναφερόμενου στην αγωγή κτηρίου της ενάγουσας έναντι αμοιβής και ότι από αμέλειά του υπέπεσε σε σφάλματα κατά την κατάρτιση της μελέτης αυτής, αναφερόμενα στην κύρια αγωγή, ένεκα των οποίων η ενάγουσα της κύριας αγωγής υπέστη τις ανωτέρω ζημίες, για τις οποίες φέρεται ο ίδιος να είναι υπόχρεος προς αποκατάσταση, ως υπόγραψας το σύνολο των μελετών για την έκδοση της άδειας και ως άμεσα συμβληθείς με την ενάγουσα της κύριας αγωγής για την έκδοση της αδείας και ότι ως εκ τούτου δικαιούται να ζητήσει από τον παρεμπιπτόντως εναγομένο, λόγω της δικής του υπαιτιότητας και της μεταξύ τους καταρτισθείσας συμβάσεως, την αποκατάσταση της ζημίας που θα προσδιορισθεί με την εκδοθησόμενη απόφαση σε βάρος του για την κύρια αγωγή.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ανακοίνωσε τη δίκη στον παρεμπιπτόντως εναγόμενο (αναιρεσείοντα) και τον προσεπικάλεσε στην ανοιγείσα δίκη μεταξύ αυτού και της ενάγουσας, με την παρεμπίπτουσα δε αγωγή, μετά από νομότυπο περιορισμό του αιτήματος της σε εν μέρει αναγνωριστικό από καταψηφιστικό, ζήτησε να υποχρεωθεί ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 21.797 ευρώ από το συνολικό ποσό που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα και να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να του καταβάλει το υπόλοιπο.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η προσεπίκληση και η ενωμένη στο ίδιο δικόγραφο παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην μείζονα πρόταση αυτού του συλλογισμού, είναι νόμω αβάσιμη, αφού ο προσεπικαλών και παρεμπιπτόντως ενάγων αναφέρει μεν τη συνδέουσα τον ίδιο με τον προσεπικαλούμενο και εναγόμενο έννομη σχέση της συμβάσεως έργου, δεν επικαλείται όμως περαιτέρω την ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας, κατά την οποία ο παρεμπιπτόντος εναγόμενος θα εβαρύνετο με την δια της αγωγής αξιούμενη αποζημίωση της ενάγουσας και για την περίπτωση της μη εκπλήρωσης της μεταξύ της τελευταίας και του προσεπικαλούντος συμβάσεως έργου, πλέον του ότι ο προσεπικαλών ισχυρίζεται ότι αποκλειστικά υπαίτιος για τη ζημία της κυρίως ενάγουσας υπήρξε ο προσεπικαλούμενος τρίτος, χωρίς να δέχεται και δική του συνυπαιτιότητα.
Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας ως νόμω βάσιμη την ανωτέρω παρεμπίπτουσα αγωγή παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 88 Κ.Πολ.Δ και 68, 688, 689 και 690 ΑΚ και συνακόλουθα ο 1ος και 3ος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του άριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ με τους οποίους καταλογίζεται στο Εφετείο η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως έναντι της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, να γίνει δεκτή αυτή έναντι του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς τις διατάξεις της που αφορούν την προσεπίκληση παρεμπίπτουσα αγωγή, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος ...
ως ηττηθείς στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 466/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει αντιστοίχως την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο ... στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, οριζόμενα σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ