415/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated415/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμησή του πραγματικών γεγονότων (άρθρ 561 παρ.1 ΚΠολΔ) τα ακόλουθα: Με την αμετάκλητη 68/1985 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, η οποία γεννήθηκε στις 21-3-1984, κηρύχθηκε θετό τέκνο του αποβιώσαντος στις 4-4-1996 ΑΑ και της συζύγου του ΒΒ.
Full text
Απόφαση 415 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 415/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Εμμανουηλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων:1. Ψ1 και 2. Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Χαρμάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-1997 αγωγή του αρχικού διαδίκου ΧΧ ως επιτρόπου της τότε ανήλικης Χ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 414/1998 μη οριστική, 64/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 252/2005 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-7-2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 5-10-2008 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε της απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ερμηνευτικοί κανόνες των διαθηκών, που όταν παραβιασθούν δημιουργούν το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 περ.1 ΚΠολΔ, είναι αυτοί που προσδιορίζουν την έννοια της δήλωσης βουλήσεως που έγινε με ασάφεια κατά οποιοδήποτε τρόπο. Από αυτούς, οι επιτακτικοί, επιβάλλουν την ερμηνεία της τελευταίας βουλήσεως όπως ορίζουν οι ίδιοι, ενώ οι ενδοτικοί, που αποτελούν τον κανόνα, εφαρμόζονται μόνο εάν από τη συγκεκριμένη δήλωση που έχει διατυπωθεί με ασάφεια δεν είναι δυνατή, με αυτόνομη ερμηνεία η ανεύρεση της αληθινής βούλησης.
Τέτοιος ερμηνευτικός κανόνας θεσπίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 1786 εδ.α, ΑΚ, κατά τον οποίο αν ο διαθέτης παρέλειψε το μεριδούχο που υπήρχε κατά το θάνατό του, είτε γιατί η ύπαρξή του κατά τη σύνταξη της διαθήκης δεν του ήταν γνωστή, είτε γιατί έγινε μεριδούχος μετά τη σύνταξή της, όπως στην περίπτωση σύναψης υιοθεσίας τέκνου από το διαθέτη μετά τη σύνταξη διαθήκης του, η διαθήκη θεωρείται ότι έγινε υπό την προϋπόθεση της ανυπαρξίας του μεριδούχου, εφόσον δε δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή η διαθήκη είναι ακυρώσιμη, διότι τεκμαίρεται ότι ο διαθέτης εάν γνώριζε την ύπαρξη του μεριδούχου δεν θα συνέτασσε τη διαθήκη με το περιεχόμενο αυτό.
Αποκλείεται όμως η ακύρωση της διαθήκης, κατά το εδάφιο β' του ίδιου άρθρου 1786 ΑΚ, εάν αυτός που μάχεται υπέρ του κύρους της διαθήκης επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο διαθέτης θα προχωρούσε στη σύνταξη της διαθήκης και αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση που υπήρχε ή επήλθε μετά τη σύνταξη αυτής. Επομένως, για τον αποκλεισμό της ακύρωσης της διαθήκης δεν αρκεί το ότι ο διαθέτης δεν μετέβαλε αυτήν αν και έλαβε γνώση ότι κατά τη σύνταξη αυτής υπήρχε μεριδούχος του πρόσωπο, την ύπαρξη του οποίου δεν γνώριζε τότε, ή ότι κάποιο πρόσωπο έγινε μεριδούχος μετά τη σύνταξή της, αλλά θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι την ίδια διαθήκη θα συνέτασσε ο διαθέτης και αν κατά τη σύνταξή της γνώριζε ότι υπήρχε ο παραληφθείς μεριδούχος, την ύπαρξη του οποίου αγνοούσε, ή και αν γνώριζε ότι θα γινόταν μετά μεριδούχος του.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ'την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμησή του πραγματικών γεγονότων (άρθρ 561 παρ.1 ΚΠολΔ) τα ακόλουθα: Με την αμετάκλητη 68/1985 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, η οποία γεννήθηκε στις 21-3-1984, κηρύχθηκε θετό τέκνο του αποβιώσαντος στις 4-4-1996 ΑΑ και της συζύγου του ΒΒ.
Ο τελευταίος (ΑΑ) με την ... δημόσια διαθήκη του, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Βόλου Ιωάννη Πολυχρονάκη και δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα με αριθμ. 119/23-4-1996 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, αφού κατάργησε κάθε προγενέστερη διαθήκη του, εγκατέστησε ως κληρονόμους του, μεταξύ άλλων και τους εναγομένους, ήδη αναιρεσιβλήτους, ανεψιούς του (γιους των αδελφών του), στον πρώτο των οποίων κατέλιπε ένα ισόγειο κατάστημα, κείμενο επί της οδού ...
αριθ. ..., στη ..., εμβαδού 47 τ.μ. στο οποίο ο διαθέτης ασκούσε εμπορία στο δε δεύτερο ένα διαμέρισμα του Α ορόφου, επί της οδού ... αριθ. ... της ..., εμβαδού 111 τ. μ. Κατά τη σύνταξη της διαθήκης του αυτής ο διαθέτης παρέλειψε την αναιρεσείουσα, η οποία, λόγω του χρόνου τέλεσης της υιοθεσίας (1985), κατέστη νόμιμη μεριδούχος του μετά τη σύνταξη αυτής (1983).
Στη σύνταξη όμως της εν λόγω διαθήκης του, με το αυτό περιεχόμενο ως προς τους ήδη αναιρεσιβλήτους, θα προέβαινε ο άνω διαθέτης και αν ακόμη γνώριζε την πραγματική κατάσταση που επήλθε, ότι δηλαδή θα υιοθετούσε την εφεσίβλητη, ανεψιά του από την γραμμή της συζύγου του (κόρη του κουνιάδου του ΓΓ). Την κρίση του αυτή το Εφετείο συνήγαγε, σύμφωνα με τις παραδοχές του, από την όλη συμπεριφορά του διαθέτη, πριν αλλά και μετά τη σύνταξη της επίδικη διαθήκης του, τόσο ως προς τους εξ αίματος συγγενείς του, όσο και προς τους εξ αγχιστείας συγγενείς του (δηλ.
εκείνους από τη γραμμή της συζύγου του), από την οποία είναι φανερή η εύνοιά του και η πρόθεσή του να μεταβιβάσει όλα τα περιουσιακά του στοιχεία στους πρώτους, προς την πλευρά των οποίων αυτός πάντοτε βρισκόταν συναισθηματικά (πράγμα το οποίο άλλωστε ήταν και εύλογο εξαιτίας της ατεκνίας του), κατάσταση η οποία δεν μεταβλήθηκε και μετά την υιοθεσία από μέρους αυτού και της συζύγου του της ήδη αναιρεσείουσας.
Ο διαθέτης από το νόμιμο γάμο του, που συνήψε, στις 26-12-1964, με την ΒΒ, δεν απέκτησε τέκνα. Οι σχέσεις του ζεύγους, κατά τη συμβίωση, τόσον μεταξύ τους όσον και με τους συγγενείς τους ήσαν πολύ καλές, με τους τελευταίους δε διατηρούσαν επικοινωνία και αντάλλασσαν επισκέψεις. Ο καθένας όμως απ' αυτούς έκλινε συναισθηματικά περισσότερο με τους δικούς του εξ αίματος συγγενείς, με τους οποίους και διατηρούσε στενότερες επαφές, πράγμα το οποίο επιτείνονταν από το γεγονός της ατεκνίας τους.
Τούτο συνέβαινε κυρίως με τον κληρονομούμενο, ο οποίος ήταν απόλυτα προσκολλημένος στα αδέλφια του και τα τέκνα τους, προς τα οποία είχε απεριόριστη αγάπη και αδυναμία και φρόντιζε να βρίσκεται πάντοτε κοντά τους σε κάθε οικογενειακή εκδήλωση, σε γιορτές ή αργίες ή επ' ευκαιρία άλλων γεγονότων. Την αγάπη του δε αυτή προς τους ανεψιούς του φρόντισε να εκδηλώσει και εμπράκτως, αρχικά, με την με αριθ. ...
δημόσια διαθήκη του, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του ως άνω συμβολαιογράφου Βόλου Ιωάννη Πολυχρονάκη και, ακολούθως, με την επίδικη επίσης δημόσια διαθήκη, ενώπιον του ιδίου συμβολαιογράφου, με την οποία, αφού κατάργησε την προηγούμενη, κατέλιπε στους ήδη αναιρεσιβλήτους τα επίδικα ακίνητα, περιορίζοντας τη σύζυγό του σε άλλο μικρής αξίας -σε σχέση με την όλη περιουσία του- ακίνητο.
Το γεγονός τούτο, λαμβανομένης υπόψη και της μικρής σχετικά ηλικίας του διαθέτη κατά τον χρόνο σύνταξης των άνω διαθηκών (45 και 51 ετών αντίστοιχα) σε συνδυασμό με την καλή τότε υγεία του, καταδεικνύει την σταθερή θέλησή του να περιέλθουν τα περιουσιακά του στοιχεία σε συγγενικά του πρόσωπα, που συνδέονταν μαζί του με δεσμούς αίματος.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι η κρίση του αυτή ενισχύεται και από το ότι λίγες ημέρες πριν από τη γέννηση της ήδη αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα στις 14-3-1984 ο ανωτέρω κληρονομούμενος μεταβίβασε με το ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βόλου Σπ. Δεληγιώργη το ανήκον σ αυτόν ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του επί της οδού ...
και ήδη ... αριθ. ... ακινήτου προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, στον οποίο ανήκε τούτο κατά το υπόλοιπο ήμισυ, για να αποφευχθεί οποιαδήποτε μελλοντική διένεξη σε σχέση με το ακίνητο αυτό. Η παραπάνω κατάσταση, όσον αφορά τον συναισθηματικό κόσμο και τις άριστες σχέσεις του κληρονομουμένου με τους εξ αίματος συγγενείς του και ειδικότερα με τους εγκατασταθέντες με τη διαθήκη του κληρονόμους του, δεν μεταβλήθηκε μετά την υιοθεσία από αυτόν και τη σύζυγό του, το έτος 1985, της εφεσίβλητης, ανεψιάς του και φυσικού τέκνου του κουνιάδου του ΓΓ, στη σύνταξη δε της εν λόγω διαθήκης του θα προέβαινε αυτός ακόμα και αν
γνώριζε την πραγματική κατάσταση που επήλθε με την υιοθεσία της προαναφερόμενης ανεψιάς του. Τούτο προκύπτει αβιάστως από το γεγονός ότι οι προεκτεθείσες άριστες σχέσεις του (διαθέτη) με τους ήδη αναιρεσιβλήτους και όλους τους εξ αίματος συγγενείς του συνεχίσθηκαν και μετά την υιοθεσία για ολόκληρο το υπόλοιπο χρονικό διάστημα της ζωής του (απεβίωσε το έτος 1996), μάλιστα δε κατέστησε συνδικαιούχο την εξ αίματος ανεψιά του ΔΔ σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, που είχε αποκτήσει από το έτος 1991, αξίας 42.400.000 δραχμών, και ότι δεν προέβη στην ανάκληση ή κατάργηση της επίμαχης διαθήκης του, παρόλο που παρήλθαν έντεκα (11) έτη από του χρόνου τέλεσης της υιοθεσίας της εφεσίβλητης (1985) μέχρι του θανάτου του (1996).
Ο ανωτέρω διαθέτης ήταν άτομο ικανό, διορατικό με εμπειρία και γνώσεις στις συναλλαγές και άλλα κοινωνικά θέματα και δεν θα άφηνε το θέμα ατακτοποίητο, δηλαδή χωρίς να προβεί στην ανάκληση της διαθήκης του, αν πράγματι ήθελε τα επίδικα ακίνητα να περιέλθουν στην θετή θυγατέρα του, οι συζητήσεις για την υιοθεσία της οποίας έγιναν με τους φυσικούς γονείς της λίγους μήνες μετά τη σύνταξη της άνω διαθήκης και ενόσω η φυσική μητέρα βρισκόταν σε εγκυμοσύνη, και η υιοθεσία συντελέσθηκε μόλις δύο έτη μετά τη σύνταξη της διαθήκης.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτό τον ισχυρισμό των εναγομένων περί εγκυρότητας της διαθήκης, διότι η βούληση του διαθέτη ήταν να προχωρήσει στην σύνταξη της διαθήκης και αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση που επήλθε, δηλαδή ότι η ενάγουσα έγινε νόμιμη μεριδούχος εκείνου μετά τη σύνταξη αυτής και απέρριψε την ένδικη αγωγή, κατά την κύρια βάση της περί αναγνώρισης της ακυρότητας της διαθήκης, ενώ την έκανε δεκτή κατά την επικουρική της βάση, αναγνώρισε το κληρονομικό δικαίωμα της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας στα ανωτέρω ακίνητα και ακύρωσε την ανωτέρω διαθήκη ως προς τα περιεχόμενα στους ενάγοντας ως άνω ακίνητα κατά το ποσοστό που προσβάλλει το κληρονομικό δικαίωμα της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες που εφάρμοσε, τη διάταξη του άρθρου 1584 ΑΚ,ούτε τη διάταξη του άρθρου 21 του Συντάγματος, που προστατεύει την οικογένεια, και τις διατάξεις των άρθρων 1557, 1558 ΑΚ,που ορίζουν τις προϋποθέσεις για την απαγγελία της υιοθεσίας, τις οποίες επικαλείται η αναιρεσείουσα.
Επομένως, οι από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επίσης ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο από τον αριθ.19 του ίδιου άρθρου τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο μέμφεται την πληττόμενη απόφαση για έλλειψη και αντιφατικότητα αιτιολογιών, καθόσον η απόφαση περιέχει πλήρεις, σαφείς, και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, της κτήσης από την αναιρεσείουσα της ιδιότητας της νόμιμης μεριδούχου του διαθέτη μετά τη σύνταξη της διαθήκης, της γνώσης από τον τελευταίο της ύπαρξης αυτής και της ανωτέρω ιδιότητάς της, καθώς και ως προς τους λόγους για τους οποίους ο διαθέτης θα προχωρούσε στη σύνταξη της ίδιας διαθήκης και αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση που επήλθε μετά τη σύνταξη αυτής.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις κατά της αναιρεσιβαλλομένης για έλλειψη αιτιολογίας, λόγω μη αναφοράς σ' αυτήν των σχέσεων του διαθέτη με την αναιρεσείουσα, καθώς και για αντιφατική αιτιολογία, διότι ενώ έγινε δεκτό ότι ο διαθέτης συνέταξε τη διαθήκη με τη θέληση του να περιέλθει η κληρονομιαία περιουσία του σε συγγενικά πρόσωπα που συνδέονται μαζί του με δεσμούς αίματος, περαιτέρω, κατά τρόπο αντιφατικό και χωρίς αιτιολογία δέχεται, εμμέσως, ότι το κριτήριο αυτό δεν ισχύει για την αναιρεσείουσα, πλησιέστερο συγγενή του διαθέτη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι εν λόγω πλημμέλειες δεν αναφέρονται σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αλλά σε επιχειρήματα της αναιρεσείουσας που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335,338,339 και 340ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από αυτά, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, και από όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε,ως δικαστικά τεκμήρια, και τις αναφερόμενες στο τέταρτο λόγο αναίρεσης φωτογραφίες Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται η πληττόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση της Χ για αναίρεση της 252/2005 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια α (1800)ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ