415/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated415/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με βάση το γράμμα των ανωτέρω διατάξεων του α.ν. 173/1967 και του ν.δ. 618/1970, καταλείπεται, εκ πρώτης όψεως, η εντύπωση ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους, και συνεπώς υπόκεινται στο θεσπιζόμενο από αυτές ανώτατο όριο αποζημιώσεως, οι μισθωτοί όλων ανεξαιρέτως των τραπεζών, αφού οι διατάξεις αυτές δεν διακρίνουν μεταξύ τραπεζών του ιδιωτικού και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 51 παρ. 1 περ.
Full text
Απόφαση 415 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 415/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σπυριδούλα Μαυροκεφάλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Κοσμά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 460/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 5436/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-2-2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 19-9-2006 έκθεση του ήδη αποβιώσαντος Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καράμπελα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967, στις περιπτώσεις που ο εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζες ή επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφέλειας ή επιχειρήσεις οι οποίες επιχορηγούνται από το Κράτος, η αποζημίωση που οφείλεται από το νόμο 2112/1920, όπως ισχύει εκάστοτε, δεν μπορεί να υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση το ποσό των 240.000 δραχμών, καταργουμένης κάθε αντίθετης ειδικής διάταξης νόμου ή σύμβασης οποιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου.
Το όριο αυτό αναπροσαρμόστηκε σε 1.500.000 δραχμές με το άρθρο 33 ν. 1876/1990. Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 "περί εφαρμογής των διατάξεων του α.ν. 173/1967 επί των αποζημιώσεων των χορηγουμένων υπό του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ." ορίστηκε ότι: "τα υπό των διατάξεων της παραγρ. 2 του άρθρου 2 του α.ν. 173/67 τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α., ΝΠΔΔ, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου." Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από το νόμο, για το ζήτημα αυτό δε ισχύουν ήδη οι διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990, με τις οποίες έγινε επαναοριοθέτηση του δημόσιου τομέα, όπως είχε οριοθετηθεί με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και ορίστηκε ότι ο κατά τις παραπάνω διατάξεις δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο αυτές που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, είτε στο σύνολό τους είτε κατά πλειοψηφία".
Με βάση το γράμμα των ανωτέρω διατάξεων του α.ν. 173/1967 και του ν.δ. 618/1970, καταλείπεται, εκ πρώτης όψεως, η εντύπωση ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους, και συνεπώς υπόκεινται στο θεσπιζόμενο από αυτές ανώτατο όριο αποζημιώσεως, οι μισθωτοί όλων ανεξαιρέτως των τραπεζών, αφού οι διατάξεις αυτές δεν διακρίνουν μεταξύ τραπεζών του ιδιωτικού και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 51 παρ. 1 περ.
δ' του ν. 1892/90. Έγινε δεκτό, όμως, ότι, ενόψει του σκοπού και του πραγματικού νοήματος των εν λόγω διατάξεων, επιβάλλεται τελολογική συστολή του γράμματος αυτών, ώστε να εφαρμόζονται μόνο στις τράπεζες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δηλαδή στις τράπεζες, οι μετοχές των οποίων ανήκουν στο σύνολό τους ή κατά πλειοψηφία στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου (Oλ.
ΑΠ. 1/2006, 39/1998). Αντίθετο επιχείρημα δεν μπορεί να αντληθεί από το άρθρο 49Α του Κανονισμού της Βουλής, κατά την παρ. 3 του οποίου η προβλεπόμενη στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου Επιτροπή Δημοσίων Επιχειρήσεων, Τραπεζών και Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας διατυπώνει γνώμη για την καταλληλότητα των προτεινομένων προς διορισμό, επαναδιορισμό ή ανανέωση θητείας σε θέσεις Προέδρου του Δ.Σ., Διοικητού ή Διευθύνοντος Συμβούλου των αναφερομένων στην παρ. 5 (ήδη παρ. 6) του ίδιου άρθρου δημοσίων Επιχειρήσεων, Τραπεζών κ.λ.π., μεταξύ των οποίων μνημονεύεται ειδικά η αναιρεσίβλητη Εθνική Τράπεζα, ενώ και από το άρθρο 29 του ν. 2937/2001, που ορίζει ότι από την ισχύ του (26-7-2001) δεν απαιτείται γνώμη της ανωτέρω Επιτροπής της Βουλής για την καταλληλότητα των προτεινομένων για διορισμό ή επαναδιορισμό στις ως άνω θέσεις της διοίκησης της Εθνικής Τράπεζας, δεν μπορεί να συναχθεί ότι η αναιρεσίβλητη υπαγόταν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα μέχρι της ισχύος του νόμου αυτού.
Και τούτο, διότι ο δημόσιος τομέας καθορίζεται μόνο από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 και όχι από τον Κανονισμό της Βουλής, οι ρυθμίσεις του οποίου εξυπηρετούν άλλους σκοπούς (εσωτερική λειτουργία της Βουλής, αποτελεσματική άσκηση κοινοβουλευτικού ελέγχου) και δεν μπορούν να καταργήσουν ή τροποποιήσουν διατάξεις ισχυόντων τυπικών νόμων.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα, υπάλληλος της αναιρεσίβλητης Εθνικής Τράπεζας μετά από υπερδεκαπενταετή υπηρεσία, αποχώρησε οικειοθελώς με τη συγκατάθεση της, στις 4-9-2000, πριν από τη συμπλήρωση του οριζόμενου από τον κανονισμό της εναγομένης ορίου ηλικίας για την αυτοδίκαιη λύση της εργασιακής της συμβάσεως και έκρινε ότι δικαιούται την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ.
α' του ν. 3198/1955, το ποσό της οποίας ανερχόμενο σε 4.418.618 δρχ., περιόρισε σε 1.500.000 δρχ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 51 του ν. 1892/1990, 2 παρ. 2 του ν. 173/1967, 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 και 33 του ν. 1876/1990, διότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής τους, αφού δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα ανήκε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, χωρίς να αναφέρει και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι συνέτρεχαν, κατά τον παραπάνω χρόνο, οι απαιτούμενες κατά το άρθρο 51 του Ν. 1892/2990 προϋποθέσεις, δηλαδή ότι η πλειοψηφία τουλάχιστον των μετοχών της αναιρεσίβλητης ανήκε στο νομικό πρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, αληθώς από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τον αρ 1 που επικαλείται η αναιρεσείουσα), είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί δε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος μόνο που επιδίκασε στην αναιρεσείουσα την πιο πάνω μειωμένη αποζημίωση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5436/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το άνω μέρος, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ