415/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 415 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated415/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 415 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 415 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 415/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Ούτσα.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Πρωτοπαππά, ο οποίος δήλωσε ότι καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της ως άνω εταιρείας είναι η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5473/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1791/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15 Ιουλίου 2004 αίτησή του και τους από 29 Ιουνίου 2005 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 28 Απριλίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χρήστου Γεωργαντόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, και 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο η διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα γενόμενα δεκτά απ' αυτό πραγματικά περιστατικά, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατό, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, να στοιχειοθετηθεί ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης. Τούτο δε, διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 του ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, για να μπορεί να ελεγχθεί με βάση το περιεχόμενο του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, ενόψει και του ότι δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 20/2005, 27/1998, 32/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, μοναδικό του κύριου δικογράφου της αίτησης και το δεύτερο του δικογράφου των προσθέτων λόγους αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο (που δέχθηκε κατ' ουσία την από σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και εντολή του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος αγωγή της εταιρείας "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", καθολική διάδοχος της οποίας λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση είναι η ήδη αναιρεσίβλητη, μετά από έφεση της τελευταίας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει κατ' ουσία την εν λόγω αγωγή) παραβίασε ευθέως, αντίστοιχα, 1) με τη μη εφαρμογή τους, τις υπό στοιχ. Β. 2 περ. δ', ε', στ' και ζ' διατάξεις της υπ' αριθ. Ε. Κ. 8072/20.1/18.2.1998 απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και 2) με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, τις διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 1 και 6, 16, 17 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του ν. 3632/1928 "περί Χρηματιστηριακών Αξιών".Στην αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής εκτίθενται: α) συνοπτικά το περιεχόμενο και η διαδικαστική πορεία της από 25.10.2001 πιο πάνω αγωγής μέχρι την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, β) οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος που στηρίζουν, κατά τις απόψεις του, την παραβίαση των παραπάνω διατάξεων και γ) οι ανωτέρω προβαλλόμενες αιτιάσεις, αναφορικά με το καταληκτικό πόρισμα του Εφετείου. Περαιτέρω, όμως, δεν εκτίθενται στο δικόγραφο της αίτησης ή στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αυτής με πληρότητα και σαφήνεια όλες οι κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου ή έστω κατά το ουσιώδες μέρος τους, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο αυτό και ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα της αγωγής κατά του αναιρεσείοντος, παρά μόνο, εντελώς αποσπασματικά, ότι "το υπό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης γενόμενο δεκτό ότι με την από 5.9.2000 εξώδικη απάντηση του (ο ήδη αναιρεσείων) ενέκρινε την αγορά των 700 μετοχών δεν δύναται να έχει (κατ' αυτόν) έννομους συνεπείας".
Συνεπώς, με βάση τα δικόγραφα της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής δεν είναι δυνατό να ελεγχθούν και να στοιχειοθετηθούν ο εξεταζόμενοι εδώ ως άνω λόγοι αναίρεσης και ως εκ τούτου οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι και γι' αυτό απαράδεκτοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναίρεση επιτρέπεται κατά των οριστικών και τελεσίδικων αποφάσεων των δικαστηρίων της ουσίας για τους αναφερόμενους στα άρθρα 559 και 560 του ίδιου Κώδικα περιοριστικώς λόγους. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 αυτού, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται προβολή, με λόγο αναίρεσης, ενώπιον του Αρείου Πάγου ενστάσεων που στηρίζονται σε λόγους αποσβεστικούς της επίδικης απαίτησης οι οποίοι προϋπήρχαν της έκδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αλλά δεν τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση. Τούτο δε, διότι ο Άρειος Πάγος δεν δικάζει την υπόθεση αλλά ελέγχει τη νομιμότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και λαμβάνει ως βάση τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, όπως η συζήτηση αυτή διεξήχθη ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς την παρεμβολή νέων στοιχείων περί των οποίων δεν κλήθηκε τούτο να κρίνει (ΑΠ 10/1996).
Εν προκειμένω, με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πρώτο του δικογράφου των προσθέτων λόγο αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 του ως άνω ν. 3632/1928, κατά την οποία "αξίωσις πηγάζουσα εκ χρηματιστηριακής συναλλαγής παραγράφεται μετά την πάροδον έτους από της λήξεως του έτους καθ' ο συνήφθη η συναλλαγή", καθόσον από το αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι από τις 7.9.1999, που κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή καταρτίστηκε η ένδικη συναλλαγή, μέχρι την άσκηση της εν λόγω αγωγής (1.11.2001) δεν υπήρξε άλλη συναλλαγή ή άλλο διακοπτικό της παραγραφής γεγονός. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, λαμβανομένου υπόψη ότι η ένσταση παραγραφής, έστω και αν εξετάζεται αυτεπαγγέλτως κατ' ειδική διάταξη νόμου, πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται τούτο στην αίτηση αναίρεσης ή τους πρόσθετους λόγους αυτής (ΑΠ 9/1989, 1122/1984, 132/1973), είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων στον ίδιο λόγο αναφέρει, ότι την εν λόγω ένσταση παραγραφής δεν προέβαλε ούτε στο πρωτοβάθμιο, αλλ' ούτε και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, μη υπάρχοντος άλλου λόγου (κυρίου ή πρόσθετου) προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-7-2004 αίτηση αναιρέσεως και τους από 29.6.2005 πρόσθετους λόγους αυτής του ....για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1791/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποίαν καθορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ