Supreme Court annuls appeal court decision and remands case for substantive trial after death of a party during proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Third Collegial Court of the Northern Aegean's decision of 12/2020 and remanded the case for a substantive trial. The appellant's death during the appeal process triggered procedural rules requiring the court to handle the merits directly rather than remitting the case again. Consequently, the court ordered a new hearing to decide the case's substance while awarding costs to the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 573, 579, 580, 570 of the Code of Civil Procedure: Upon annulment of a remitted decision, the Supreme Court must conduct a substantive trial if no further clarification is needed, rather than remitting the case again.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 414 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 414/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Α. - Σ., 2) Ο.-Ι. Σ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Ιωαννίδου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Σ. του Β. Μ. και της Ε. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Σπύρου Λάλα, και κατέθεσε προτάσεις, συνεχίζουσα τη δίκη ως μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος του αποβιώσαντος την 9-1-2022 αρχικού αναιρεσίβλητου Α. Σ. του Ο., κατοίκου εν ζωή…, τον θάνατο του οποίου δήλωσε κατά τη δικάσιμο της 4-5-2022 ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, προσκομίζοντας την υπ' αριθμό …ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δ. Παλαιού Φαλήρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2008 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος αρχικού αναιρεσίβλητου Α. Σ. του Ο., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105/2009 οριστική, 59/2010 διορθωτική αυτεπαγγέλτως αυτής, του ιδίου Δικαστηρίου και 111/2013 του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο Α. Σ. του Ο., με την από 16-12-2013 αίτηση και τους από 14-10-2015 πρόσθετους επ' αυτής λόγους.
Εκδόθηκε η 147/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 4/2019 μη οριστική, 12/2020 του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-7-2020 αίτηση και τον από 20-12-2022 πρόσθετο επ' αυτής λόγο.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης, ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α' και 287 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν, έως ότου τελειώσει η συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η διακοπή δε αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον, που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 290 Κ.Πολ.Δικ., η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων, τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση.
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση στις 04-05-2022 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου της από 29-7-2020 αίτησης για αναίρεση της 12/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου των αναιρεσειόντων Π. Α.- Σ. και Ο.- Ι. Σ. του Ι. κατά του Α. Σ. του Ο., κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο αιτήσει των αναιρεσειόντων, εμφανίστηκε στο ακροατήριο ο δικηγόρος Αθηνών Σπύρος Λάλας, ο οποίος, με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησε ότι ο αναιρεσίβλητος, του οποίου ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος, όπως τούτο προέκυπτε από το υπ' αριθμ. 17362/24-6-2021 πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Κων/νου Κωφόπουλου, απεβίωσε στις 09-01-2022 και κατέθεσε το υπ' αριθμ.
πρωτ. …απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της ληξιάρχου Παλαιού Φαλήρου Αττικής και ότι τη δίκη συνεχίζει η μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος του Α. Σ. του Β. και της Ε. Μ.. Όπως αποδεικνύεται από το αντίγραφο του προαναφερομένου αποσπάσματος της ληξιαρχικής πράξης θανάτου ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 09-01-2022 και σύμφωνα με το πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δ.
Σπάτων του Νομού Αττικής, το …πιστοποιητικό περί δημοσιεύσεως διαθήκης και … περί μη αποποιήσεως κληρονομίας του Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Κρωπίας αντίστοιχα, το 46/8-2-2022 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, το …πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, περί μη δημοσιεύσεως άλλης διαθήκης και …πιστοποιητικό περί μη κατάθεσης αγωγής αμφισβήτησης κληρονομικού δικαιώματος του Πρωτοδικείου Αθηνών ο αποβιώσας Α.
Σ. κληρονομήθηκε εκ διαθήκης από την σύζυγό του Α. Σ. του Β.. Μ. και της Ε. Μ.. Η τελευταία υπό την ιδιότητα της αυτή, για την οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση, δήλωσε κατά την αρχική δικάσιμο ότι συνεχίζει τη δίκη. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 20-6-2008 αγωγή του, κατά του Ι.
Ο. Σ., ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (Μεταβατική έδρα ...υ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, Α. Ο. Σ., ζητούσε να αναγνωρισθεί κύριος των επίδικων περιγραφομένων ακινήτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, την κυριότητα των οποίων αμφισβητούσε ο εναγόμενος. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 105/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως διορθώθηκε με την 59/2010 απόφασή του, με την οποία έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή και αναγνωρίστηκε ο ενάγων κύριος των επίδικων ακινήτων.
Κατά της ανωτέρω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο αρχικώς εκκαλών-εναγόμενος άσκησε την από 1-7-2010 έφεσή του και τους από 14-3-2013 πρόσθετους λόγους αυτής. Επί της ανωτέρω έφεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η 111/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, με την οποία απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι - οι πρόσθετοι λόγοι, ενώ έγινε δεκτή ως τυπικά και ουσιαστικά βάσιμη η έφεση και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ενάγων με την από 16-12-2013 αίτηση αναίρεσης και τους από 14-10-2015 πρόσθετους λόγους. Με την 147/2016 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού αναιρέθηκε η 111/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, για περαιτέρω εκδίκαση, με άλλη σύνθεση.
Το τελευταίο με την υπ'αριθμ. 12/2020 προσβαλλόμενη απόφασή του, συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, απέρριψε ως απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους της έφεσης, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως οι αναιρεσείοντες άσκησαν α) την από 29-7-2020 αίτηση αναίρεσης κατά του Α.
Σ. στην θέση του οποίου μετά του επισυμβάντος θανάτου του, στις 29-1-2022 υπεισήλθε η μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος του, σύζυγός του Α. Σ. του Β. και της Ε. Μ. και β) τους από 20-12-2022 πρόσθετους λόγους κατά της τελευταίας ως κληρονόμου του αρχικού αναιρεσιβλήτου, που πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (Κ.Πολ.Δ. 246 και 573 § 1).
Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1,569 παρ.2 εδ. α και β 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί αυτή την εξουσία με διάνοια κυρίου, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 980 ΑΚ η νομή ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, χωρίς να έχει σημασία ο τρόπος με τον οποίο αποκτήθηκε η νομή αυτού. Προκειμένου για ακίνητο άσκηση νομής συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει.
Ως πράξεις νομής θεωρούνται μεταξύ άλλων η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση, η φύλαξη του ακινήτου, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον χωρίς αντάλλαγμα, η οριοθέτηση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του. Περαιτέρω η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πεποίθηση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής.
Από τις διατάξεις δε των άρθρων 1045, 980, 981, 982 ΑΚ συνάγεται ότι εκείνος που κατέχει το ακίνητο με βάση κάποια έννομη σχέση είναι αντιπρόσωπος του νομέως στην άσκηση της νομής και επί αντιποίησης αυτής, συνισταμένης στη μεταστροφή της διάνοιάς του από διάνοια κατόχου σε διάνοια κυρίου δε δύναται να αντιτάξει κατά του νομέως κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, πριν γνωστοποιήσει σ' αυτόν με οποιονδήποτε τρόπο τη βούλησή του να νέμεται το πράγμα για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό (Α.Π. 812/2018) και εφόσον πρόκειται για ακίνητο, ο νομέας εφησυχάσει και δεν αντιδράσει ή εναντιωθεί αποτελεσματικά δηλαδή αυτοδυνάμως ή δικαστικώς και αποτύχει (Α.Π. 1633/2022) οπότε έκτοτε χάνεται η νομή για τον νομέα (Α.Π. 416/2020, ΑΠ 1597/2018, ΑΠ622/2014) .
Περαιτέρω, το τεκμήριο αυτό της νομής του άρθρου 982 Α.Κ έχει εφαρμογή όχι μόνο κατά τη διάρκεια της έννομης σχέσης που συνδέει τον κάτοχο με τον νομέα, αλλά και μετά τη λήξη αυτής εφόσον ο κάτοχος εξακολουθεί να κατέχει το πράγμα (Α.Π. 923/2018). Η γνωστοποίηση δε της αντιποίησης από τον κάτοχο στο νομέα μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο (ΑΠ923/2018, 695/2017, 647/2016).
Τέτοια γνωστοποίηση μπορεί να γίνει είτε ρητώς, είτε σιωπηρώς, με πράξεις που φανερώνουν την ως άνω απόφαση του κατέχοντος το πράγμα, και αρκεί η γνώση του κυρίου για την αντιποίηση του κατέχοντος από οποιονδήποτε και αν προέρχεται ( Α.Π 1410/2019). Με βάση τα προεκτεθέντα, εκείνος που αντιποιείται για τον εαυτό του πλέον τη νομή, εφόσον είναι ενάγων, προκειμένου να ευδοκιμήσει η αγωγή του και, εφόσον είναι εναγόμενος, προκειμένου να ανατρέψει την αγωγή, έχει το βάρος να αποδείξει όχι μόνο ότι μετέβαλε στο μεταξύ βούληση, γιατί άρχισε να νέμεται για τον εαυτό του ή και για τρίτο, αλλά επί πλέον, εφόσον πρόκειται για ακίνητο ότι ο νομέας έλαβε γνώση της μεταβολής αυτής και δεν εναντιώθηκε αποτελεσματικώς αλλά εφησύχασε και ότι έτσι χάθηκε η νομή για το νομέα (Α.Π 416/2020, Α.Π 1597/2018, Α.Π. 622/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1α του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 3/2022, 2/2019, 6/2019, 7/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ` αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο αρχικώς εναγόμενος Ι.
Σ. του Ο., κατά τη διάρκεια του δικτατορικού καθεστώτος στη χώρα, ανέπτυξε έντονη αντιδικτατορική δράση και για το λόγο αυτό το έτος 1970 κρατήθηκε στα κρατητήρια του ΕΑΤ/ΕΣΑ, βρισκόμενος κάτω από αυστηρή απομόνωση. Κάτω από αυτές τις συνθήκες υπέγραψε μέσα στα κρατητήρια το 1933/10-4-1970 πληρεξούσιο του, που συντάχθηκε από τον Συμβολαιογράφο Αθηνών Γεώργιο Ν.
Δημητρακόπουλο, με το οποίο καθιστούσε τα αδέλφια του, ήτοι τον ενάγοντα Α. Σ. και τον Δ. Σ., διαχειριστές της περιουσίας του. Ειδικότερα τους έδινε την πληρεξουσιότητα, μεταξύ των άλλων, να προβαίνουν σε αναλήψεις των καταθέσεων του από την τράπεζα και το ταμιευτήριο, να διαχειρίζονται αντ' αυτού όλη την περιουσία του κινητή και ακίνητη και ειδικότερα, τις επιχειρήσεις του της κτηνιατρικής κλινικής στο ..., του κτηνιατρείου στο ...
και του στεγνοκαθαριστηρίου στο ... και επίσης να υπογράφουν συμβόλαιο αγοραπωλησίας κινητών, αυτοκινήτων και ακινήτων. Τη διαχείριση αυτή αποδείχθηκε ότι άσκησε αποκλειστικά ο ενάγων ως κάτοικος Αθηνών καθώς ο άλλος του αδελφός Δ. Σ., ζούσε μόνιμα στην .... Κατά το έτος 1973 ο ενάγων, με χρήματα αποκλειστικά του αρχικώς εναγόμενου, αγόρασε τέσσερα αγροτεμάχια ευρισκόμενα στη νήσο ...
και συγκεκριμένα: α) με το υπ' αριθμ. ... πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρέα Καλλιτεράκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε από την πωλήτρια Μ. Λ. ένα αγροτεμάχιο στη θέση "Κ." της ...υ, επιφάνειας 3.419 τμ αντί τιμήματος 85.475 δραχμών, β) με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του ιδίου ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε από την πωλήτρια Μ.
Λ. ένα αγροτεμάχιο στη θέση "Κ. " της ...υ, έκτασης 5.824 τ.μ.,αντί τιμήματος 145.600 δραχμών, γ) με το υπ' αρθμ. ... συμβόλαιο του ιδίου Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα αγόρασε από την ίδια πωλήτρια, ένα αγροτεμάχιο στη θέση "Κ." έκτασης 9.630τμ αντί τιμήματος 240.750 δραχμών και δ) με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του ιδίου Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε από τους πωλητές Μ.
και Π. Ξ. ένα αγροτεμάχιο στην ίδια θέση επιφάνειας 6.000 τ.μ. αντί τιμήματος 150.000 δραχμών. Κατά την κατάρτιση των ανωτέρω συμβολαίων ο αρχικώς εναγόμενος δεν μπορούσε να παρευρίσκεται, καθώς, επειδή είχε καταδικαστεί σε 18ετή κάθειρξη από τον έκτακτο Στρατοδικείο, διέφυγε της σύλληψής του και κρυβόταν σε σπίτι φιλικού του προσώπου στο ...
Αττικής. Αντ' αυτού και κατ' εντολή του, εμφανίσθηκε ο ενάγων, αδελφός του και δήλωσε στους πωλητές, οι οποίοι γνώριζαν και περίμεναν ως αγοραστή τον αρχικώς εναγόμενο, ότι ο τελευταίος δεν θα εμφανιστεί και η αγορά θα γίνει στο όνομά του φαινομενικά μόνο. Έτσι οι δηλώσεις των συμβαλλόμενων μερών στα πιο πάνω συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτων δεν έγιναν στα σοβαρά, ως προς το πρόσωπο του αγοραστή αλλά φαινομενικά, αφού αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη γνώριζαν ότι στις ανωτέρω πωλήσεις κατά τα φαινόμενα μόνο αναφέρονταν ως αγοραστής ο ενάγων, ενώ πραγματικός αγοραστής ήταν ο αρχικώς εναγόμενος για τον οποίον ήθελαν να ισχύουν αυτές.
Στον αρχικώς εναγόμενο δε οι πωλητές, κύριοι και νομείς των επίδικων αγροτεμαχίων, παρέδωσαν τη νομή και κατοχή των πωληθέντων ακινήτων δια μέσω του ενάγοντος, που ενεργούσε ως αντιπρόσωπός του. Έκτοτε δε όσες πράξεις νομής ενήργησε ο ενάγων στα επίδικα ακίνητα, τις ενήργησε ως αντιπρόσωπος του αρχικώς εναγόμενου, αδελφού του.
Ειδικότερα περιέφραξε τα ανωτέρω ακίνητα για λογαριασμό του αδελφού του επιμελήθηκε για τη δεντροφύτευση τους, προφύλασσε τα εν λόγω ακίνητα από καταπατήσεις τρίτων (βλ. την με αριθμ. κατ. 10/1983 αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή του ενάγοντος κατά του Χ. Μ., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (μεταβατική έδρα ...υ) και την 2/1985 απόφαση του Ειρηνοδικείου ...υ επί της από 26-9-1984 αγωγής του ενάγοντος κατά της Κοινότητας Πλατεώς ...υ), τα επέβλεπε και τα φρόντιζε είτε ο ίδιος, είτε μέσω του αδελφού των διαδίκων Δ.
Σ., ο οποίος ήταν μόνιμος κάτοικος ...υ. Επίσης κατ' εντολή του αρχικώς εναγόμενου, αρχές του 1974, μετέβη σε δασώδη περιοχή της …και αφού αποσυναρμολόγησε ένα λυόμενο σπίτι, το οποίο το είχε αγοράσει ο αρχικώς εναγόμενος το έτος 1973, ο ενάγων, λειτουργώντας ως αντιπρόσωπος του εναγόμενου αδελφού του, το μετέφερε το έτος 1974 στη ...
και το τοποθέτησε στο μεγαλύτερο από τα επίδικα ακίνητα. Μετά δε το μήνα Ιούλιο του 1974 ο αρχικώς εναγόμενος επέστρεψε στην Ελλάδα από το εξωτερικό όπου είχε διαφύγει και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα και μάλιστα εξελέγη βουλευτής. Οι δε σχέσεις των αδελφών συνέχισαν να είναι πολύ καλές, αφού τους συνέδεε αδελφική αγάπη και εμπιστοσύνη, ο δε ενάγων αναγνώριζε τον αρχικώς εναγόμενο ως αποκλειστικό κύριο των ανωτέρω ακινήτων.
Μάλιστα οι διάδικοι χρησιμοποιούσαν από κοινού το εν λόγω λυόμενο κατά τις διακοπές τους στη .... Προκειμένου δε να αποφύγουν τα έξοδα μεταβίβασης των επίδικων ακινήτων, οι διάδικοι, έχοντας σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης, αποφάσισαν να εκμεταλλευτούν τα ανωτέρω ακίνητα με τη δημιουργία ξενοδοχειακής μονάδος με τον τίτλο "B.
S. B.'. Για τον λόγο αυτό το έτος 1976 με το …αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου ...υ Χαραλάμπους Βαρίτη, αγόρασαν από κοινού, ένα διπλανό ακίνητο με τα επίδικα, έκτασης περίπου 8 στρεμμάτων, προκειμένου να ανεγείρουν ξενοδοχειακή μονάδα, ο δε εναγόμενος το έτος 1979, με το …συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης-Λεμονιάς συζ.
Δ. Ξηροκώστα το γένος Διονυσίου Τζήνου, αγόρασε ακόμα 30 στρέμματα παρακείμενης ιδιοκτησίας. Ενεργώντας δε ο ενάγων στο όνομά του, για λογαριασμό όμως και των δύο διαδίκων, προέβη στις απαιτούμενες ενέργειες για την αξιοποίηση της επίδικης έκτασης με τη δημιουργία ξενοδοχειακής μονάδος και με τη βοήθεια του βουλευτή πλέον εναγόμενου αδελφού του, εγκρίθηκε το έτος 1981 η υπαγωγή της επένδυσής τους, συνολικής δαπάνης 431.000,000 δραχμών, στους αναπτυξιακούς νόμους 289/76 και 4171/61.Το έτος 1986, ωστόσο, ο ενάγων αγόρασε μόνος του, με το …συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου ...
Κ. Κωφόπουλου, ένα ακίνητο, όμορο των επιδίκων, αν και η αρχική συμφωνία των διαδίκων ήταν να αγοραστεί αυτό από κοινού. Στη συνέχεια δε ο ενάγων, προφανώς και λόγω οικονομικών διαφορών με τον αρχικώς εναγόμενο, άρχισε να υπαναχωρεί από την εκτέλεση των σχεδιασμών με τον αδελφό του, κωλυσιεργώντας με διάφορες προφάσεις την πραγματοποίηση της επένδυσης, αρχίζοντας να προβάλλει διεκδικήσεις επί των επίδικων ακινήτων.
Για τον λόγο αυτό το έτος 1987 και ενώ έως τότε ο ενάγων αναγνώριζε τον αρχικώς εναγόμενο ως κύριο των επιδίκων, δεν δεχόταν πλέον ότι είχε αγοράσει τα επίδικα φαινομενικά μόνο στο όνομά του και ότι πραγματικός αγοραστής ήταν ο εναγόμενος αδελφός του, αμφισβητώντας για πρώτη φορά φανερά την κυριότητα του τελευταίου επ'αυτών, αντιποιούμενος έκτοτε τη νομή του αρχικώς εναγόμενου, αρνούμενος να την αποδώσει.
Ο αρχικώς εναγόμενος, έλαβε γνώση της αντιποίησης της νομής του από τον αντιπρόσωπο- ενάγοντα και για τον λόγο αυτό, με την υπ' αριθμ. …δήλωσή του στη Συμβολαιογράφο Αθηνών Γ. Μαροφόρου, ανακάλεσε το προαναφερόμενο 1.933/10-4-1970 πληρεξούσιο, ενώ στη συνέχεια επέδωσε στον ενάγοντα την από 21-12-1987 εξώδικη πρόσκληση-δήλωση- διαμαρτυρία, στην οποία αναγράφονται, μεταξύ άλλων, κατά λέξη τα εξής: "Επειδή εκ της όλης συμπεριφοράς σας, έκδηλαι προβάλλουν οι προθέσεις σας περί ιδιοποιήσεως των κτημάτων μου, παρά τας ψευδείς και καθησυχαστικάς διαβεβαιώσεις σας προς πάσαν κατεύθυνσιν, βάσει των οποίων ορκίζεσθε ότι δεν πρόκειται να μου φάτε τον ιδρώτα..,.και επειδή δεν είμαι διατεθιμένος να ανεχθώ άλλο τον εμπαιγμό σας και την αχαρακτήριστον συμπεριφοράν σας, διαμαρτύρομαι εντονότατα και σας καλώ ως υπεύθυνο Διαχειριστή της περιουσίας μου κατά την περίοδο της 7ετίας, όπως προσέλθετε την 15ην Φεβρουάριου 1988, ημέρα Δευτέρα και ώρα 12ην μεσημβρινή, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών κ.
Μαρία Πουλαντζά., προκειμένου να μου αποδόσετε διαχειριστικόν έλεγχον της περιόδου εκείνης και εν συνεχεία να μου μεταβιβάσετε τα ως άνω αναφερθέντα κτήματα, τα αγορασθέντα δια των χρημάτων μου". Ωστόσο ο εναγόμενος δεν εμφανίστηκε στη Συμβολαιογράφο, εμμένοντας στην άρνησή του να παραδόσει τη νομή των επιδίκων, φανερώντας και με αυτή του την ενέργεια σαφώς την πρόθεσή του να κατέχει πλέον τα επίδικα ακίνητα ως κύριος αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, αντιποιούμενος φανερά τη νομή του αρχικώς εναγόμενου επ'αυτών.
Από το τέλος του έτους 1987 συνεπώς, ο αρχικός εναγόμενος έλαβε γνώση της αντιποιήσεως της νομής από τον ενάγοντα ο δε τελευταίος άρχισε, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 982 ΑΚ, να χρησιδεσπόζει σε αυτά. Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου ότι από το τέλος του έτος 1987 ο ενάγων μετέστρεψε την πρόθεσή του να νέμεται πλέον φανερά έκτοτε τα επίδικα όχι για λογαριασμό του αδελφού του αλλά για δικό του λογαριασμό και ο αρχικώς εναγόμενος έλαβε γνώση της αντιποίησης της νομής του, αποδεικνύεται, πέρα από την ανωτέρω εξώδικη δήλωση, στην οποία ρητά ο τελευταίος αναφέρει την πρόθεση ιδιοποίησης των επιδίκων από τον ενάγοντα, και γι' αυτό εξάλλου διαμαρτύρεται και τον καλεί να προβεί στην μεταβίβαση αυτών και από την, συνεκτιμώμενη ως δικαστικό τεκμήριο, υπ'αριθμ….
ένορκη βεβαίωση του έτερου αδελφού των διαδίκων, Π. Σ. του Ο., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας συζ. Ηλία Ανδρίτσου το γένος Ηλία Πετρουλάκη, που προσκομίζουν οι ίδιοι οι συνεχίζοντες τη δίκη για λογαριασμό του αρχικώς εναγόμενου, στην οποία ο ανωτέρω μάρτυρας αναφέρει μεταξύ άλλων: "Τον Δεκέμβριο του 1986 μη προσερχόμενος (ο ενάγων) στον γάμο του αδελφού μας Ι.
απεκαλύφθησαν οι προθέσεις του. Του έκοψε την καλημέρα. Και από τον επόμενο χρόνο(1987) άρχιζε να μην αναγνωρίζει ούτε και τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα στον Ι. επί των κτημάτων αυτών, παρόλο που όλη η ...ς γνωρίζει την αλήθεια". Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και, επίσης από την προσκομιζόμενη από τους συνεχίζοντες τη δίκη για λογαριασμό του αρχικώς εναγόμενου, από 15-10-2008 (αριθμ.
κατ. 11/2008) αγωγή του αρχικώς εναγόμενου κατά του Γ. Κ., ενώπιον του Ειρηνοδικείου ...υ στην οποία αναγράφονται τα εξής: "Αυτός (ο ενάγων) άρχισε να απομακρύνεται από μένα και δεν δεχόταν πλέον ότι είχε αγοράσει τα ανωτέρω αγροτεμάχια φαινομενικά μόνο στο δικό του όνομα, αλλά στην πραγματικότητα στο όνομά μου που ήμουν και ο πραγματικός αγοραστής.
Μετά απ'αυτά με την με αριθμό 2927/21-12-1987 δήλωση ανάκλησης ανακάλεσα το αρχικό πληρεξούσιο". Για τον λόγο αυτό στη συνέχεια, ο αρχικώς εναγόμενος άσκησε σε βάρος του ενάγοντος την 5.001/1991 αγωγή του , η οποία επιδόθηκε στον τελευταίο στις 15-5- 1991, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι οι συμβάσεις αγοράς των επίδικων ακινήτων ήταν άκυρες ως εικονικές ως προς το πρόσωπο του αγοραστή ισχύουσες ως έγκυρες γι' αυτόν τον ίδιο, πραγματικό αγοραστή.
Με την 9571/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με την 8442/2003 απόφαση του Εφετείρυ Αθηνών, που απέρριψε την ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση και στη συνέχεια με την 1659/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης, αναγνωρίστηκε αμετάκλητα η εικονικότητα των ως άνω πωλήσεων και ότι πραγματικός αγοραστής ήταν ο αρχικώς εναγόμενος.
Ωστόσο η αρξάμενη το έτος 1987 εικοσαετής χρησικτησία του ενάγοντος επί των επιδίκων, δεν διακόπηκε με την άσκηση εκ μέρους του αρχικώς εναγόμενου της παραπάνω αγωγής, ενόψει του ενοχικού χαρακτήρα αυτής, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, απορριπτομένου του αντιθέτου ισχυρισμού περί διακοπής αυτής της χρησικτησίας, που αποτελεί και σχετικό λόγο έφεσης, όπως εξάλλου κρίθηκε με την 147/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία και δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο ως προς τον ως άνω νομικό ζήτημα (ΑΠ 921/2015,ΑΠ 780/2009).
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι από τα τέλη του έτους 1987 και εντεύθεν, ο εναγών άρχισε πλέον να ασκεί φυσική εξουσία στα επίδικα ακίνητα διάνοια κυρίου, ασκώντας σε αυτά συνεχώς και αδιαλείπτως εμφανείς υλικές πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους, εκδηλώνοντας σαφώς τη βούλησή του να τα εξουσιάζει αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, αντιποιούμενος πλέον φανερά τη νομή του αρχικώς εναγόμενου, αδελφού του, ο οποίος απώλεσε τη νομή αυτών.
Συγκεκριμένα ο ενάγων, νεμόμενος πλέον αυτά για δικό του λογαριασμό και εκδηλώνοντας σαφώς την πρόθεσή του αυτή προέβη στις ακόλουθες πράξεις νομής επ'αυτών : Τα επιτηρούσε και τα επέβλεπε, είτε μόνος του , είτε μέσω του αδελφού του Δ. Σ. ως βοηθός νομής αυτού, ο οποίος κατοικούσε μόνιμα στη ... και ήταν σε θέση να ασχολείται αυτοπροσώπως με τη διαχείρισή τους για λογαριασμό του ενάγοντος, σε αντίθεση με τον αρχικώς εναγόμενο, ο οποίος κατοικούσε μόνιμα στην Αθήνα.
Επίσης ο ενάγων τους θερινούς μήνες παραθέριζε με την οικογένεια του στην εντός των επιδίκων, ευρισκόμενη λυόμενη οικία (βλ. και την με αριθμ. κατ.10252/27-1- 2014 αγωγή του αρχικώς εναγόμενου κατά της συζύγου του ενάγοντος Α. Μ. στην οποία αναφέρει κατά λέξη : το λυόμενο μεταφέρθηκε με δικές μου δαπάνες για να στεγάσω την οικογένεια τους (του ενάγοντος).Εις το συγκεκριμένο λυόμενο έμειναν μέχρι το έτος 1990), Τον Νοέμβριο μάλιστα του 1990, ο ενάγων κατεδάφισε την προαναφερόμενη ευρισκόμενη εντός των επιδίκων λυόμενη οικία, κυριότητας του αρχικώς εναγόμενου.
Η δε ανωτέρω ενέργεια του, που φανερώνει και την απόφασή του να νέμεται τα επίδικα για δικό του λογαριασμό περιήλθε σε γνώση του - αρχικώς εναγόμενου, ο οποίος άσκησε, το έτος 1995, τη με αριθμ.κατ. 3450/17-3-1995 " αγωγή αποζημίωσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 8.203/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία υποχρεώθηκε να του καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 2.000.000 δραχμών.
Το έτος 1996 και ενώ εκκρεμούσε η προαναφερόμενη δικαστική διένεξη μεταξύ των διαδίκων, για την αναγνώριση της εικονικότητας των επίδικων συμβολαίων, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αιγαίου, την από 22-5-1996 και με αριθμ.κατ.δικ. 2/29-5-1996 αίτηση αναψηλάφησης, στρεφόμενη κατά των Έ. χήρας Μ. Ξ., Β. Ξ., Ε. Ξ., Μ.
Ξ., Π.-Χ. Ξ. και Α. χήρα Π. Ξ. κατά της 113/1986 απόφασης του ανωτέρω Δικαστηρίου που εκδόθηκε επί της με αριθμ, κατ. 38/1976 εμπράγματης αγωγής του, σχετικά με την κυριότητα έκτασης, όμορης με το υπό στοιχείο δ' επίδικο αγροτεμάχιο, που περιλαμβάνεται στο προαναφερύμενο υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο. Το έτος 1997 συμπεριέλαβε τα επίδικα ακίνητα στη δήλωση ακίνητης περιουσίας του.
Το έτος 1998 ο ενάγων κατήγγειλε στο Λιμενάρχη Μύρινας ...υ, την, κατά τον ισχυρισμό του, παράνομη εγκατάσταση κινητού αναψυκτηρίου εντός της παραλίας και σε επαφή με τα επίδικα ακίνητα, αποστέλλοντας την με αριθμ. πρωτ, 1520/17-7-1998 αίτηση-αναφορά του προς τον Λιμενάρχη ...υ. Μάλιστα, κατ' εντολή του, διενεργήθηκαν οι από Αύγουστο 1998 εκθέσεις αυτοψίας του μηχανολόγου-μηχανικού Ανδρέα Ανδρικόπουλου και του πολιτικού μηχανικού Χαράλαμπου Καραβία.
Επ' αυτής δε έλαβε την με αιρθμ.πρωτ. 31 13/15/1998 απάντηση του Λιμενάρχη Μύρινας ...υ. Επίσης, κατόπιν αίτησής του, ο ενάγων έλαβε το έτος 1999 άδεια της Διεύθυνσης Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού για ανέγερση διώροφης οικοδομής με υπόγειο, στέγη και κατάστημα στα επίδικα ακίνητα (βλ.
την υπ' αριθμ. πρωτ. ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/ΑΙ/Φ20/17907/ 956/22-4-1999 απόφαση της Διευθύντριας Αρχαιοτήτων), ο δε αρχικώς εναγόμενος, ο οποίος έλαβε γνώση της ανωτέρω πράξης νομής του ενάγοντα, υπέβαλε την υπ' αριθμ. πρωτ/917/15-6-1999 αναφορά-αίτηση του προς την Πολεοδομία ...υ στην οποία ανέφερε ότι ο ίδιος είναι πραγματικός αγοραστής των επιδίκων.
Το έτος 2001 ο ενάγων επέδωσε στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκησή Λέσβου (Δ/νση Διοικητικών Υπηρεσιών) την από 11-4-2001 εξώδικη όχλησή του η οποία κατατέθηκε στην Υπηρεσία στις 3-5-2001, διαμαρτυρόμενος για την κατάληψη τμήματος 142τμ από τα επίδικα ακίνητα για την ασφαλτόστρωση αγροτικού δρόμου (βλ. το με αριθμ. πρωτ.2374/10-5-2001 έγγραφο της Δ/νσης Διοικητικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λέσβου).
Στη συνέχεια δε με την από 7-5-2001 δήλωσή του προς τον Πρόεδρο και τα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου της Κοινότητας…, γνωστοποίησε την απόφαση να παραχωρήσει δωρεάν την ανωτέρω έκταση των επιδίκων ακινήτων στην Κοινότητα…. Της ανωτέρω ενέργειας του ενάγοντος, έλαβε γνώση ο αρχικώς εναγόμενος, ο οποίος απέστειλε στον Δήμαρχο Μυριναίων ...υ την από 20-7-2001 επιστολή του στην οποία ανέφερε για την ακυρότητα των αγοραπωλητηρίων συμβολαίων και ότι πραγματικός αγοραστής αυτών είναι ο ίδιος.
Επίσης ο ενάγων, ως αποκλειστικός νομέας των επιδίκων, εκμίσθωσε τα ανωτέρω αγροτεμάχια αρχικά το έτος 1996 στον Ι. Τ. και εν συνεχεία από το έτος 2003 και εντεύθεν στον γεωργοκτηνοτρόφο Γ. Κ., όπως τούτο προκύπτει , μεταξύ άλλων, και από τα προσκομιζόμενα από 20-10-2003 και 4-9-2005 ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης αγροτεμαχίων που καταρτίστηκαν μεταξύ του ενάγοντος και του Γ.
Κ. για χρονικό διάστημα από 20-10-2003 έως 20-10-2005 το πρώτο και από 4-9-2005 έως 4-9-2007 το δεύτερο εξ αυτών, τα οποία φέρουν βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των συμβαλλόμενων μερών από δημόσια αρχή, με ημερομηνία 12-12-2003 και 3-9-2005, αντίστοιχα. Επίσης με το προσκομιζόμενο συμφωνητικό μίσθωσης αγροτεμαχίων μεταξύ του ενάγοντος και του ανωτέρω μισθωτή (σχετικό με αριθμό 51 στις προτάσεις του ενάγοντος), το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των μερών από δημόσια αρχή με ημερομηνία 27-6-2008 (πριν την άσκηση της κρινόμενης αγωγής), αποφασίστηκε μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλόμενων, η παράταση της μίσθωσης των επιδίκων για άλλα δύο έτη ήτοι για τα έτη 2008 και 2009, με ετήσιο μίσθωμα 300 ευρώ.
Τέλος ο ενάγων κατέβαλε τα τέλη της τηλεφωνικής σύνδεσης με αριθμό 22615 που λειτουργούσε από το έτος 1976 στο όνομά του, αρχικά στη λυόμενη οικία, μετά δε την καταστροφή αυτής σε έναν οικίσκο εντός των επιδίκων, όπως προκύπτει από τους προσκομιζόμενους λογαριασμούς τηλεπικοινωνιακών τελών του OTE και τις αποδείξεις εξόφλησης αυτών ,των ετών 1994- 1998 , ενώ επίσης κατέβαλε τους λογαριασμούς της ΔΕΗ στα ένδικα ακίνητα, όπως προκύπτει από τους προσκομιζόμενους λογαριασμούς της ΔΕΗ που αφορούν τα έτη 1975 έως 2006.
Επομένως, ο ενάγων όλα αυτά το χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την 20ετία νεμόταν συνεχώς και αδιαλείπτως τα επίδικα ακίνητα, εκδηλώνοντας με τις ανωτέρω ενέργειες του την απόφαση να τα κατέχει ως νομέας χωρίς να επέλθει εκούσια η ακούσια απώλεια της νομής του. Με τις ανωτέρω μόνιμες πράξεις φυσικής εξουσίας, που ασκούσε στο επίδικο ακίνητο , κατά την κυριαρχική του θέληση επί εικοσαετία και πλέον ήτοι, από τα τέλη του έτους 1987 και έκτοτε συνεχώς και αδιαλείπτως διάνοια κυρίου, χωρίς να αποξενωθεί απ' αυτήν και χωρίς να επέλθει απώλεια της διάνοιας κυρίου νομής του, κατέστη κύριος αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας τέλη του 2007 ήτοι πριν την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, η οποία επιδόθηκε στον αρχικώς εναγόμενο στις 16-7-2008 (βλ.
την υπ' αριθμ. 11.522/16-7-2008 έκθεση - επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ελένης Σπανού). Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται σε όλα τα ως άνω αναφερόμενα έγγραφα από τα οποία προκύπτουν οι εμφανείς υλικές πράξεις νομής που ενεργούσε συνεχώς και αδιαλείπτως ο ενάγων στα επίδικα ακίνητα για χρονικό διάστημα μείζονος της 20ετίας.
Ενισχύεται δε η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου από την κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντα, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αλλά και τις μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα ένορκες βεβαιώσεις. Χαρακτηριστικά ο Γ. Κ. στην προσκομιζόμενη 12.745/2009 ένορκη βεβαίωσή του αναφέρει μεταξύ άλλων "Νοικιάζω τα παραθαλάσσια αγροτεμάχια του Α.
Σ. (ενάγοντος) με ετήσιο μισθωτήριο συμφωνητικό από το 2003 έως και σήμερα. Ο Α. Σ. είχε κτήματα στην περιοχή και τα διαχειριζόταν ο αδερφός του Δ. Σ....Μετά την κατεδάφιση του λυόμενου ο Δ. Σ. παραχωρούσε ή ενοικίαζε τα χωράφια σε διάφορους γεωργοκτηνοτρόφους πριν από εμένα όπως τον Ι. Τ.". Ο δε Τ. Τ. στην …ένορκη βεβαίωση του βεβαίωσε τα εξής : "Μέχρι το 2003 τα αγροτεμάχια τα διαχειριζόταν, παραχωρούσε ή νοίκιαζε ο γαμπρός μου Δ.
σε διάφορους γεγωργοκτηνοτρόφους για λογαριασμό του Α. Σ. ενώ από το 2003 έως σήμερα τα νοικιάζει ο Α. στον Γ. Κ.". Η παραπάνω δε κρίση επιβεβαιώνεται και από την, ως δικαστικό τεκμήριο εκτιμωμένη, 96/1996 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη ...υ του αδελφού των διαδίκων Δ. Σ., στην οποία ανέφερε μεταξύ άλλων "εξακολουθώ να ασχολούμαι μέχρι και σήμερα για λογαριασμό του Ν. (ενάγοντος).
Φροντίζω με συχνές επισκέψεις τα κτήματα αυτά, τις περιφράξεις τους , τα δέντρα που είχε φυτέψει ο Ν., εύρισκα ανθρώπους για να τα καθαρίζουν ή να τα καλλιεργούν, έβρισκα μαστόρους και είχα το νου μου μην τα καταπατήσει κανείς. Πέρισυ τα είχα νοικιάσει στον Ι. Τ. για λογαριασμό του Ν.. Όσα έξοδα έκανα μου τα έδινε και μου τα δίνει ο Ν.
και ποτέ ο Ι. δεν μου έδωσε χρήματα ούτε και ασχολήθηκε ποτέ...Αντίθετη κρίση δεν συνάγεται από την κατάθεση της μάρτυρος του αρχικός εναγόμενου ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η οποία μεταξύ άλλων κατέθεσε τα εξής : "Από το 1973 και μετά ο Θ. (ενάγων) δεν έκανε τίποτα... Από το 1973 και μετά έμενε ο Ι. που ερχόταν τρεις και τέσσερις φορές τον χρόνο..Ο Κ.
για ένα δύο χρόνια έβαζε τα ζώα του μέσα..'Εναν χρόνο το είχε ο Κ.." διότι η ανωτέρω κατάθεσή της αναιρείται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Ούτε δε προκύπτει αντίθετη κρίση από τις προσκομιζόμενες από τους συνεχίζοντες τη δίκη για λογαριασμό του αρχικώς εναγόμενου, υπ'αριθμ…ένορκες βεβαιώσεις του Ν.
Τ. και του Σ. Δ., αντίστοιχα, καθώς σε αυτές οι ανωτέρω μάρτυρες αναφέρονται αόριστα και γενικόλογα σε πράξεις νομής του αρχικώς εναγόμενου στα επίδικα και σε επισκέψεις του σε αυτά, ενώ εξάλλου ο Ν. Τ. αν και κατέθεσε ότι ο αρχικός εναγόμενος είχε επιτρέψει σε βοσκούς της περιοχής να βόσκουν τα πρόβατα τους στα επίδικα ακίνητα, ωστόσο δεν κατονομάζει κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο.
Ούτε η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου αναιρείται από τις υπ' αριθμ…. του Χ. Γ., της Β. Θ. και του Κ. Π., αντίστοιχα, στις οποίες οι ανωτέρω μάρτυρες καταθέτουν ότι ο αρχικός εναγόμενος κάθε καλοκαίρι βρισκόταν στη ... για περίπου 2-3 μήνες και επισκεπτόταν καθημερινά τα επίδικα κτήματα, και μάλιστα όπως ανέφεραν οι δύο τελευταίοι, όταν το έτος 2005, ο ενάγων έβαλε μέσα έναν βοσκό, τον Κ., ο αρχικός εναγόμενος το περιέφραξε και άλλαξε την κλειδαριά της πόρτας που υπήρχε στο ακίνητο αλλά ο ανωτέρω έριχνε την περίφραξη και έμπαινε πάλι μέσα.
Τούτο, διότι αν και ο αρχικός εναγόμενος, γνώριζε την εκμίσθωση των επιδίκων από τον ενάγοντα στον ανωτέρω γεωργοκτηνοτρόφο, όπως βεβαιώνουν και οι ανωτέρω μάρτυρες, ωστόσο από κανένα έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι αντέδρασε ή εναντιώθηκε αυτά τα έτη. Μεταγενέστερα δε και συγκεκριμένα τον Ιούνιο του 2008 και αφού είχε συμπληρωθεί η εικοσαετής χρησικτησία του ενάγοντος στα επίδικα, απέστειλε στον ανωτέρω μισθωτή την από 11-6-2008 εξώδικη διαμαρτυρία-δήλωση και πρόσκληση, η οποία του επιδόθηκε στις 12-6-2008 (βλ.
την 5136/12-6-2008 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Μυτιλήνης Αικατερίνης Αθανασακού), με την οποία, παραδεχόμενος την ανωτέρω μισθωτική σχέση μεταξύ του ανωτέρω μισθωτή και του ενάγοντος, ζητούσε τη λύση αυτής και την καταβολή μισθωμάτων, αναγράφοντας μάλιστα σε αυτήν τα εξής ..προσκαλώ να μου καταβάλλετε τα συμφωνηθέντα με τον προκάτοχο του κτήματος (ήτοι τον ενάγοντα) χρηματικά ποσά των μισθωμάτων..
Σας δηλώνω ότι δεν επιθυμώ πλέον τη συνέχιση της αναφερόμενης μισθωτικής σχέσης που συνήφθη μεταξύ υμών και του προκατόχου του ανωτέρω κτήματος". Εξάλλου αν και οι ανωτέρω μάρτυρες ισχυρίζονται ότι τα κλειδιά της πόρτας των επιδίκων τα κατείχε ο αρχικώς εναγόμενος, ο αδελφός των διαδίκων, Δ. Σ. στην κατάθεσή του, που δόθηκε τον Ιανουάριο του 1996 στα πλαίσια της προναφερόμενης με αριθμ.
κατ.5.011/1991 αγωγής και κατόπιν της 3436/1991 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έτασσε αποδείξεις και, η οποία (κατάθεση) περιλαμβάνεται στην προσκομιζόμενη 812/1992 Εισηγητική Έκθεση κατέθεσε τα εξής: "Τα κλειδιά του κτήματος τα κρατάω εγώ μέχρι σήμερα και μου τα έχει δώσει ο Α. Σ. (ενάγων)". Ούτε συνάγεται αντίθετη κρίση από τον σχετικό από 24-12-1990 λογαριασμό τηλεπικοινωνιακών τελών του OTE που προσκομίζουν οι συνεχίζοντες τη δίκη για λογαριασμό του αρχικώς εναγομένου και αφορά την τηλεφωνική σύνδεση με αριθμό 22676, δεδομένου ότι στο ανωτέρω έγγραφο ως διεύθυνση κατοικίας αναφέρεται γενικότερα η παραλία…, στην οποία διέθετε άλλα ακίνητα ο αρχικώς εναγόμενος και όχι συγκεκριμένα η περιοχή Α.
Κ. όπου βρίσκονται τα επίδικα. Εξάλλου στην 311/512/31-3-1982 ανακοίνωση του Προϊσταμένου του Τηλεπικοινωνιακού Κέντρου Μύρινας αναφέρεται ότι η μεταφορά του ανωτέρω αριθμού στην περιοχή του Α. Κ. δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, ενώ επίσης στο 311/165/3-2-1997 έγγραφο του ως άνω Προϊσταμένου του Τηλεπικοινωνιακού Κέντρου Μύρινας βεβαιώνεται ρητά ότι στη λυόμενη οικία δε λειτούργησε άλλη τηλεφωνική σύνδεση, πλην της προαναφερόμενης με αριθμό … στο όνομα του ενάγοντος.
Μόνη δε η υποβολή από τον αρχικώς εναγόμενο της με αριθμ. πρωτ/ 917/15-6-1999 αναφοράς-αίτησής του προς την Πολεοδομία ...υ και η αποστολή προς τον Δήμαρχο Μυριναίων ...υ της από 20-7-2001 επιστολής του, δεν αρκούν- από μόνες τους, να οδηγήσουν στην κτήση κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξ αιτίας των πράξεων αυτών απέκτησε την κυριότητα των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία.
Αντιθέτως, ο αρχικώς εναγόμενος, μεταγενέστερα και αφού ήδη είχε συμπληρωθεί ο απαιτούμενος χρόνος για την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία δηλαδή εικοσαετής νομή από τον ενάγοντα, προέβη σε πράξεις νομής στα επίδικα ακίνητα και συγκεκριμένα: α) προέβη τον μήνα Ιούλιο του 2008 σε περίφραξη του πρώτου από τα ανωτέρω αγροτεμάχια με μπετόβεργες και πλέγμα μπετόν, β) υπέβαλε την με αριθμ.κατ, 1310/28-8-2008 αίτησή του, ενώπιον του Υποθηκοφυλακείου Μύρινας, αιτούμενος τη μεταγραφή της 9571/2000 απόφασης του Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία όπως προαναφέρθηκε αναγνωρίστηκε η φαινομενικότητα ως προς το πρόσωπο του αγοραστή των επίδικων συμβολαίων, γ) άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου ...υ την με αριθμ, κατ.11/7-11- 2008 αγωγή του κατά του μισθωτή των επιδίκων ακινήτων Γ.
Κ., αιτούμενος την απόδοση των μίσθιων ακινήτων και την καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων δ) υπέβαλε την με αριθμ, πρωτ.629/2009 δήλωση φόρου μεταβίβασης των επίδικων ακινήτων και στη συνέχεια εξόφλησε τον αναλογούντα φόρο, όπως προκύπτει από το με αα 6396/20-11-2009 διπλότυπο είσπραξης τύπου Α, ε) ανέθεσε σε πολιτικό μηχανικό την εμβαδομέτρηση των επιδίκων, όπως προκύπτει από τα Οκτώβριο του 2009 τοπογραφικά διαγράμματα του πολιτικού μηχανικού Στασινού Σάμπαλου.
Ωστόσο, οι ανωτέρω πράξεις νομής δεν είναι ικανές να προσπορίσουν στον αρχικώς εναγόμενο κυριότητα στα επίδικα ακίνητα με έκτακτη χρησικτησία, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβασίμου του σχετικού του ισχυρισμού καθώς, όπως προεκτέθηκε κατά τον χρόνο που προέβη ο ανωτέρω στις παραπάνω πράξεις, είχε ήδη συμπληρωθεί στο πρόσωπο του ενάγοντος 20ετή χρησικτησία......." Σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε:
Ότι ο αρχικώς εναγόμενος Ι. Σ. του Ο., με το 1933/10-4-1970 πληρεξούσιο του, κατέστησε τα αδέλφια του, Α. Σ. (ενάγοντα) και τον Δ. Σ., διαχειριστές της περιουσίας του. Ειδικότερα, με το παραπάνω πληρεξούσιο, τους έδωσε την πληρεξουσιότητα, μεταξύ των άλλων, να προβαίνουν σε αναλήψεις των καταθέσεών του από την τράπεζα και το ταμιευτήριο, να διαχειρίζονται αντ' αυτού όλη την περιουσία του κινητή και ακίνητη και να υπογράφουν συμβόλαια αγοραπωλησίας κινητών, αυτοκινήτων και ακινήτων.
Ότι τη διαχείριση αυτή άσκησε μόνο ο ενάγων. Ότι κατά το έτος 1973, ο τελευταίος, με χρήματα αποκλειστικά του αρχικώς εναγόμενου, αγόρασε τέσσερα αγροτεμάχια ευρισκόμενα στη νήσο ..., δυνάμει των αναφερόμενων και νομίμως μεταγραφέντων συμβολαίων αντί των αναφερόμενων τιμημάτων. Ότι οι δηλώσεις των συμβαλλόμενων μερών στα πιο πάνω συμβόλαια αγοραπωλησίας ακινήτων δεν έγιναν στα σοβαρά, ως προς το πρόσωπο του αγοραστή αλλά φαινομενικά, αφού αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη γνώριζαν ότι στις ανωτέρω πωλήσεις κατά τα φαινόμενα μόνο αναφέρονταν ως αγοραστής ο ενάγων, ενώ πραγματικός αγοραστής ήταν ο αρχικώς εναγόμενος Ι..
Σ., για τον οποίον ήθελαν να ισχύουν οι συμβάσεις αυτές αγοραπωλησίας. Ότι οι πωλητές, κύριοι και νομείς των επίδικων αγροτεμαχίων, παρέδωσαν τη νομή και κατοχή των πωληθέντων ακινήτων στον αρχικό εναγόμενο, μέσω του ενάγοντος, που ενεργούσε ως αντιπρόσωπός του. Ότι έκτοτε όσες πράξεις νομής ενήργησε ο ενάγων στα επίδικα ακίνητα, τις ενήργησε ως αντιπρόσωπος του αρχικώς εναγόμενου, αδελφού του.
Ότι το μήνα Ιούλιο του 1974 ο αρχικώς εναγόμενος επέστρεψε στην Ελλάδα από το εξωτερικό. Ότι οι διάδικοι, έχοντας σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης, αποφάσισαν να εκμεταλλευτούν τα ανωτέρω επίδικα ακίνητα με τη δημιουργία ξενοδοχειακής μονάδος με τον τίτλο "B. S. B." και δεν προέβησαν σε συμβάσεις μεταβίβασης αυτών στον αρχικώς εναγόμενο, προκειμένου να αποφύγουν τα έξοδα μεταβίβασης.
Ότι, κατά τα επόμενα έτη (1976-1986), με σκοπό την δημιουργία της πιο πάνω ξενοδοχειακής μονάδας, οι αρχικοί διάδικοι από κοινού αλλά και μόνος του ο καθένας προέβησαν και σε άλλες αγορές ακινήτων στην ίδια περιοχή. Ότι, στη συνέχεια, ο ενάγων προφανώς και λόγω οικονομικών διαφορών με τον αρχικώς εναγόμενο, άρχισε να υπαναχωρεί από την εκτέλεση των σχεδιασμών με τον αδελφό του, κωλυσιεργώντας με διάφορες προφάσεις την πραγματοποίηση της επένδυσης, αρχίζοντας να προβάλει διεκδικήσεις επί των επίδικων ακινήτων.
Ότι για τον λόγο αυτό το έτος 1987 και ενώ έως τότε ο ενάγων αναγνώριζε τον αρχικώς εναγόμενο ως κύριο των επιδίκων, δεν δεχόταν πλέον ότι είχε αγοράσει τα επίδικα φαινομενικά μόνο στο όνομά του και ότι πραγματικός αγοραστής ήταν ο εναγόμενος αδελφός του, αμφισβητώντας για πρώτη φορά φανερά την κυριότητα του τελευταίου επ' αυτών, αντιποιούμενος έκτοτε τη νομή του αρχικώς εναγόμενου, αρνούμενος να την αποδώσει.
Ότι ο αρχικώς εναγόμενος έλαβε γνώση της αντιποίησης της νομής του κατά το παραπάνω χρόνο (τέλη του έτους 1987) και για τον λόγο αυτό, με την υπ' αριθμ. …δήλωσή του στη Συμβολαιογράφο Αθηνών Γ. Μαροφόρου, ανακάλεσε το προαναφερόμενο 1.933/10-4-1970 πληρεξούσιο, ενώ στη συνέχεια επέδωσε στον ενάγοντα την από 21-12-1987 εξώδικη πρόσκληση-δήλωση- διαμαρτυρία, με την οποία τον καλούσε να προσέλθει ενώπιον του αναφερόμενου Συμβολαιογράφου, προκειμένου να του αποδώσει διαχειριστικό έλεγχο και να του μεταβιβάσει τα επίδικα και αυτός δεν εμφανίστηκε.
Ότι με την 9571/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με την 8442/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη με την 1659/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναγνωρίστηκε (αμετάκλητα) η εικονικότητα των ως άνω πωλήσεων των επίδικων ακινήτων και ότι πραγματικός αγοραστής ήταν ο αρχικώς εναγόμενος, γενομένης δεκτής της 5011/1991 αγωγής του τελευταίου κατά του ενάγοντα στον οποίο είχε επιδοθεί στις 15-5-1991.
Ότι, ο ενάγων από το τέλος του έτους 1987 ασκούσε στα επίδικα ακίνητα συνεχώς και αδιαλείπτως εμφανείς υλικές πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό των επιδίκων ακινήτων, εκδηλώνοντας σαφώς τη βούλησή του να τα εξουσιάζει αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, αντιποιούμενος πλέον φανερά τη νομή του αρχικώς εναγόμενου αδελφού του, ο οποίος απώλεσε τη νομή αυτών και κατέστη κύριος ο ενάγων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας τέλος του 2007, που συμπλήρωσε τον απαιτούμενο χρόνο για την κτήση της κυριότητας των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία.
Ότι η αρξαμένη το έτος 1987 εικοσαετής χρησικτησία του ενάγοντος επί των επιδίκων, δεν διακόπηκε με την άσκηση της παραπάνω αγωγής, ενόψει του ενοχικού χαρακτήρα αυτής, σύμφωνα με την 147/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ότι μόνη η υποβολή από τον αρχικώς εναγόμενο της με αριθμ. πρωτ. …αναφοράς-αίτησής του προς την Πολεοδομία ...υ και η αποστολή προς τον Δήμαρχο Μυριναίων ...υ της από 20-7-2001 επιστολής του, στις οποίες ανέφερε ότι αυτός είναι ο πραγματικός αγοραστής των επιδίκων ακινήτων, δεν αρκούσαν από μόνες τους, να οδηγήσουν στην κτήση κυριότητας αυτού επί των επιδίκων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία και δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι εξ αιτίας των πράξεων αυτών απέκτησε την κυριότητα των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία.
Ότι ο αρχικώς εναγόμενος δεν αντέδρασε και δεν εναντιώθηκε στην εκμίσθωση από τον ενάγοντα από το έτος 2003 και εντεύθεν των επιδίκων στον γεωκτηνοτρόφο Κ.. Ότι η διενέργεια των αναφερόμενων πράξεων νομής από τον αρχικώς εναγόμενο στα επίδικα ακίνητα μετά τον Ιούλιο του 2008, δηλαδή αφού ήδη είχε συμπληρωθεί ο απαιτούμενος χρόνος για την απόκτηση της κυριότητας των επίδικων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, δεν ήταν ικανές να του προσπορίσουν κυριότητα στα επίδικα ακίνητα με έκτακτη χρησικτησία.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 980,981, 982 και 1045 Α.Κ. τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, ως προς το ζήτημα της γνώσης του αρχικώς εναγόμενου (Ι.. Σ.) της αντιποίησης της νομής του επί των επίδικων ακινήτων του από τον ενάγοντα και της αντίδρασης και εναντίωσής του (αρχικού εναγόμενου), αφότου έλαβε γνώση της αντιποίησης της νομής του και της επιρροής που ασκούν τα ζητήματα αυτά στην έκβαση της δίκης, ως προς τον χρόνο έναρξης της χρησικτησίας που στηρίζεται η ένδικη αγωγή.
Και, τούτο, διότι, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο ενάγων από το τέλος του έτους 1987 ασκούσε στα επίδικα ακίνητα συνεχώς και αδιαλείπτως εμφανείς υλικές πράξεις νομής και κατοχής, εκδηλώνοντας σαφώς τη βούλησή του να τα εξουσιάζει αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, αντιποιούμενος πλέον φανερά τη νομή του αρχικώς εναγόμενου αδελφού του, ο οποίος απώλεσε τη νομή αυτών και κατέστη κύριος ο ενάγων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας τέλος του 2007, που συμπλήρωσε τον απαιτούμενο χρόνο για την κτήση της κυριότητας των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία, ενώ επίσης σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δέχθηκε ότι ο αρχικός εναγόμενος αφού έλαβε γνώση της αντιποίησης της νομής του από τον ενάγοντα, προέβη στις 21/12/1987 στην ανάκληση του 1.933/10-4-1970 πληρεξουσίου του, με το οποίο καθιστούσε τον ενάγοντα πληρεξούσιό του, στην επίδοση στο τελευταίο, της από 21-12-1987 εξώδικης πρόσκλησης, με την οποία τον καλούσε να προσέλθει στις 15-2-1988, ενώπιον του αναφερόμενου Συμβολαιογράφου, προκειμένου να του αποδώσει διαχειριστικό έλεγχο και να του μεταβιβάσει τα επίδικα ακίνητα του, στην άσκηση κατά του ενάγοντα της 5011/1991 αγωγής που του επιδόθηκε στις 15-5-1991, με την οποία ζητούσε ν' αναγνωριστεί η εικονικότητα πωλήσεων των επιδίκων ακινήτων και ότι πραγματικός αγοραστής ήταν ο αρχικώς εναγόμενος, η οποία έγινε δεκτή με την 9571/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με την 8442/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και κατέστη αμετάκλητη με την 1659/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, ενέργειες που αποτελούσαν αποτελεσματική αντίδραση, στην μεταστροφή της βούλησης του ενάγοντα να νέμεται τα επίδικα για λογαριασμό του, λόγω και του αμετακλήτου της αποφάσεως αυτής, που ασκούν επιρροή ως προς τον χρόνο έναρξης της χρησικτησίας.
Συνεπώς, το πιο πάνω δικαστήριο υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 1α Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής και των πρόσθετων λόγων, καθ` όσον, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους, η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (ΑΠ1509/2022, ΑΠ 309/2019, ΑΠ 204/2017).
Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1,2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε ...", κατά δε το άρθρο 570 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.: "Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την εφαρμογή της πρώτης τούτων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) πρέπει πρώτα να γίνεται η συζήτηση και να εκδίδεται απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως και εφόσον αυτή γίνει δεκτή, να ακολουθεί δεύτερη συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατά την οποία θα συζητείται η υπόθεση κατ' ουσίαν και θα εκδίδεται η αντίστοιχη απόφαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 12/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου εκδόθηκε μετά την υπ' αριθ. 147/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε στο σύνολό της (για τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο) η υπ' αριθ. 111/2013 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση.
Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος με κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, προς περαιτέρω συζήτηση, θα δικάσει αυτός την ουσία της υποθέσεως, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν πρόσθετους λόγους και προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 12/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Διακρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιον του, σε δικάσιμο που θα οριστεί με κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο. Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων εις βάρος της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ