Legislator Case Law & Legislation
414/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal on tort liability grounds due to missing evidence regarding business management and rent payments.

Case Number 414/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appellant's appeal against a second-instance judgment regarding a tort claim for damages arising from business management disputes. The court found that the lower court failed to address critical evidence concerning the transfer of business operations, tax filings, and rent payments between the parties. Consequently, the appeal was allowed in part to remand the case for further examination of these missing facts to determine liability.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must accept an appeal when the lower court fails to examine essential evidence regarding the material facts of the case, necessitating a remand for further investigation.

Keywords

AI generated
tort liability business management missing evidence remand for retrial Code of Civil Procedure rent payments tax filings

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 414 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 414/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Π. του Μ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικήτα Τζούτζια με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Λ. Σ. - Ι. του Μ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ταλιαμπέ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 217/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 809/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-7-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 20-07-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 809/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων και δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 19.3.2018 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 217/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 24.11.2016 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως παραδεκτά επισκοπούνται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτουν τ' ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 24-11-2016 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής ζήτησε, με βάση την αδικοπρακτική ευθύνη, όπως το καταψηφιστικό αίτημά της μετατράπηκε σε εν μέρει αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί, ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 56.013,77 ευρώ και να υποχρεωθεί να της καταβάλει επιπλέον 30.300 ευρώ, νομιμοτόκως, ως αποζημίωση για την εκ δόλου πρόκληση σε βάρος της παράνομης ζημίας από την εναγομένη, επικουρικά και κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, και με προσωπική κράτηση της εναγομένης, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης.

Επί της αγωγής εκδόθηκε, ερήμην της εναγομένης, η υπ' αριθμ. 217/2017 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η επικουρική βάση της αγωγής ως νόμω αβάσιμη και έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν η κύρια βάση αυτής. Κατόπιν άσκησης έφεσης εκ μέρους της εναγομένης, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, διακρατήθηκε η υπόθεση και δικάστηκε η αγωγή, η οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 εδ β' και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης (ΑΠ 1347/2022, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 346/2017). Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147-149 του ίδιου Κώδικα και 386 του ΠΚ, προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 511/2016), χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο (ΑΠ 1498/2017, ΑΠ 1758/2014, ΑΠ 1876/2013, ΑΠ 481/2012).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017).

Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα εξής περιστατικά: "Αμφότερες οι διάδικοι κατάγονται από τη ….. και διατηρούσαν μεταξύ τους φιλικές σχέσεις. Δυνάμει του, από 01.12.2010, υπογραφέντος ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής μίσθωσης (που θεωρήθηκε από τη Δ.Ο.Υ.

Κασσάνδρας ν. Χαλκιδικής, λαμβάνοντας σχετικό αριθμό 2077/02.12.2010), η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) μίσθωσε, από τους Ν. Τ. του Ι. και Ε. σύζυγο Χ. Κ. το γένος Ι. Τ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από έκαστο, τμήμα, εμβαδού 100.-μ2, ενός καταστήματος, μείζονος εμβαδού 223,80.-μ2, κείμενου στο ισόγειο οικοδομής στο ... για πέντε έτη, αρχής γινομένης από την παράδοση του μισθίου στη μισθώτρια, υπολογιζόμενου έκαστου μισθωτικού έτους από 01ης Οκτωβρίου (πλην του πρώτου που άρχισε, τυπικώς, από της υπογραφής του μισθωτηρίου συμβολαίου).

Ρητώς συμφωνήθηκε ότι η παράδοση του μισθίου στη μισθώτρια θα γινόταν, το αργότερο, στις 15.01.2011. Το μίσθιο θα χρησιμοποιούνταν από αυτή ως κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος (ενδεικτικώς, εστιατόριο, καφέ-μπαρ) καθώς και για την εξυπηρέτηση κάθε, εν γένει, δραστηριότητάς της (5ος όρος). Ως μίσθωμα ορίστηκε, για τα τρία πρώτα μισθωτικά έτη, το ποσό των 30.000.-€ ετησίως, συμπεριλαμβανόμενου του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, ποσού 1.080.-€, πέραν δε της 30.09.2013 και μέχρι τη λήξη της μίσθωσης, συμφωνήθηκε αναπροσαρμογή του μισθώματος κατά ποσοστό ίσο με το 100% της μεταβολής του δείκτη τιμών καταναλωτή, όπως αυτός προσδιορίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδας, η δε προσαύξηση ορίστηκε καθοριζόμενη επί του εκάστοτε καταβαλλόμενου, το αμέσως προηγούμενο μισθωτικό έτος, μηνιαίου μισθώματος.

Επίσης, με την ως άνω σύμβαση μίσθωσης οι εκμισθωτές παραχώρησαν κάθε δικαίωμά τους επί του χώρου έμπροσθεν του μισθίου και κατά μήκος της πρόσοψης αυτού και δήλωσαν ρητώς, ότι αποξενώνονται από κάθε χρήση που αφορούσε το χώρο αυτόν, ακόμη και του τμήματος της παραλίας ή/και του αιγιαλού και ότι δεν θα προέβαιναν, για όσο διάστημα ίσχυε η μισθωτική σχέση, σε καμία πράξη ή ενέργεια ανταγωνιστική σε βάρος του μισθίου, μισθώνοντας χώρο από το Δήμο ή τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ενώ, με τον 11ο όρο της σύμβασης ορίστηκε ότι η μισθώτρια βαρύνεται με τους κάθε είδους δημόσιους και δημοτικούς φόρους και τέλη, παρόντες και μέλλοντες να επιβληθούν, οι οποίοι βαρύνουν τους μισθωτές ακινήτων, καθώς και με τα ποσά που αφορούν τις δαπάνες του μισθίου για τη χρήση του τηλεφώνου, κατανάλωση ύδατος και ηλεκτρικού ρεύματος, πλην του Τ.Α.Π., που βάρυνε τους εκμισθωτές.

Περαιτέρω, με τον 13ο όρο της σύμβασης συμφωνήθηκε ρητώς ότι επιτρέπεται στη μισθώτρια να υπεκμισθώσει ή να παραχωρήσει τη χρήση του μισθίου, εν όλω ή εν μέρει, με ή χωρίς αντάλλαγμα, στον Σ. Τ. του Τ. και στην εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη), ευθυνόμενων των τελευταίων με τη μισθώτρια, εις ολόκληρον, έναντι των εκμισθωτών.

Το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης τροποποιήθηκε με το, από 14.03.2011, ιδιωτικό συμφωνητικό των αρχικών συμβαλλομένων, με το οποίο προστέθηκε ως συμβατικός όρος η εκμίσθωση και του αναφερόμενου σε αυτό επαγγελματικού κινητού εξοπλισμού. Μετά ταύτα, εκδόθηκε η υπ' αρ. 8336/02.06.2011 άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας καφέ - εστιατορίου στο μίσθιο κατάστημα, στο όνομα της ενάγουσας.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, δυνάμει του προσκομιζόμενου μετ' επικλήσεως 9650/25.04.2012 πληρεξουσίου, της συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Αναστασίας Αθανασίου Τσακανίκα, η ενάγουσα (ελεύθερη επαγγελματίας, γεννηθείσα στην …, το έτος 1980 και κάτοχος ιταλικού διαβατηρίου) διόρισε ειδική πληρεξούσια, αντιπρόσωπο και αντίκλητό της την εναγομένη (ιδιωτική υπάλληλο, γεννηθείσα στο ...

το έτος 1961), προς την οποία χορήγησε την ειδική εντολή, πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα να ενεργεί όλες τις πράξεις της διαχείρισης και της εκπροσώπησης της επιχείρησης εστιατορίου, που διατηρούσε η ίδια (εντολέας) στο ... με την επωνυμία "….", να χορηγεί τις απαιτούμενες εξοφλήσεις και αποδείξεις και να υπογράφει τα σχετικά έγγραφα, αποφάσεις και άλλα δικαιόγραφα, να εκπροσωπεί την εντολέα σε όλες τις σχέσεις της και συναλλαγές σχετικά με την παραπάνω επιχείρηση εστιατορίου με οποιονδήποτε τρίτο και κάθε αρχή, δημόσια, δημοτική, φορολογική, σε κάθε τράπεζα, στο ΙΚΑ, στην Πολεοδομία, στη ΔΕΗ, στον ΟΤΕ, στην Ύδρευση, στην Αστυνομία και σε κάθε είδους δικαστήριο, κάθε βαθμού και δικαιοδοσίας, μέχρι και τον Άρειο Πάγο, το Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ελεγκτικό Συνέδριο, να αγοράζει εμπορεύματα, να κάνει παραγγελίες, να εισπράττει για την επιχείρηση κάθε χρηματικό ποσό που της οφείλεται, να κάνει οποιαδήποτε πληρωμή, να προσλαμβάνει και να απολύει προσωπικό, να πληρώνει αποζημιώσεις, μισθούς, δώρα, υπερωρίες και γενικά, να προβαίνει σε κάθε εργασία και πράξη η οποία περιλαμβάνεται στο σκοπό της επιχείρησης του εστιατορίου, να την εκπροσωπεί στον ασφαλιστικό της φορέα για οποιοδήποτε θέμα, να παρίσταται και να εκπροσωπεί την εντολέα ενώπιον της αρμόδιας Δ.Ο.Υ.

και, εν γένει, ενώπιον όλων των Δ.Ο.Υ. για οποιοδήποτε θέμα σχετικό με την άνω επιχείρηση, να υποβάλει, υπογράφει, παραλαμβάνει οποιοδήποτε έγγραφο είναι απαραίτητο για τη λειτουργία της επιχείρησης, ακόμη και για τη διακοπή της άνω ατομικής επιχείρησης της εντολέως, να προβεί στη μεταβίβαση της τελευταίας προς οποιονδήποτε, ακόμη και προς τον εαυτό της, κατ' άρθρο 235 ΑΚ και, προς τούτο, να υποβάλει οποιοδήποτε έγγραφο, αίτηση κλπ., στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., προκειμένου να επιτευχθεί η διακοπή της ατομικής επιχείρησης της εντολέως και η μεταβίβασή της, να υποβάλει δηλώσεις φόρου εισοδήματος, αρχικές, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές, να υποβάλει Ε1, Ε9 κλπ και να ζητά αντίγραφα αυτών, να ζητά, για λογαριασμό της εντολέως, φορολογική ενημερότητα στο όνομά της (εντολέως) και να την παραλαμβάνει, καθώς και ασφαλιστική ενημερότητα από το ΙΚΑ, να πληρώνει φόρους, Φ.Π.Α., έκτακτες εισφορές, τέλη, πρόστιμα κλπ και να μπορεί να εισπράττει, για λογαριασμό της εντολέως, τυχόν επιστροφή φόρων, Φ.Π.Α., τελών, κλπ, αφού υπογράψει τα σχετικά έγγραφα και αιτήσεις, να καταθέτει και να αναλαμβάνει χρήματα (οποιοδήποτε ποσό) από τον υπ' αρ. ...

τραπεζικό λογαριασμό της εντολέως στην Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias (ΙΒΑΝ ... Κωδικός Πελάτη ...), να υπογράφει τα σχετικά έγγραφα, να παραλάβει, για λογαριασμό της, το μηχάνημα ηλεκτρονικών συναλλαγών και, γενικώς, να πράττει οτιδήποτε, ακόμη και αν δεν αναφέρεται ρητά στο πληρεξούσιο, στο πλαίσιο των παραπάνω εντολών.

Η εντολέας δήλωσε, επίσης, ότι εγκρίνει και αναγνωρίζει έκτοτε όλες τις πράξεις της εντολοδόχου της, που ενήργησε ή θα ενεργήσει στο πλαίσιο των παρεχόμενων εντολών, ως νόμιμες, έγκυρες, ισχυρές και απρόσβλητες και σαν να έγιναν από την ίδια και ότι το πληρεξούσιό της ισχύει μέχρι να ανακληθεί και να γνωστοποιηθεί νόμιμα η ανάκλησή του.

Σημειώνεται ότι από κανένα στοιχείο του φακέλου της υπόθεσης δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα προέβη σε ανάκληση του ως άνω πληρεξουσίου της προς την εναγομένη, μετά τη διάρρηξη των σχέσεών τους και, τουλάχιστον, μέχρι την άσκηση της έφεσης της τελευταίας, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Ήδη, με την ένδικη αγωγή της, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι στόχος των προαναφερόμενων πράξεων ήταν η υπεκμίσθωση από αυτήν, εν τέλει, στην εναγομένη του ως άνω μισθίου καταστήματος, προκειμένου αυτή να λειτουργήσει εκεί την επιχείρηση καφέ-εστιατόριο, για την οποία εκδόθηκε η μνημονευθείσα ανωτέρω άδεια λειτουργίας καταστήματος.

Ειδικότερα, στην αγωγή της ισχυρίστηκε ότι η ίδια είχε τη δυνατότητα, ως κατέχουσα ιταλικό διαβατήριο, να ασκήσει εμπορική δραστηριότητα σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, χωρίς περιορισμούς, σε αντίθεση με την εναγομένη, η οποία είχε προβλήματα άσκησης τέτοιας δραστηριότητας, γι' αυτό και την παρακάλεσε να υπογράψει, στο όνομά της, το μισθωτήριο συμβόλαιο, πλην όμως, μετά την υπογραφή του, αυτή της υπεκμίσθωσε το μίσθιο, το οποίο και της παρέδωσε στις 15.01.2011.

Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός, δεν αποδεικνύεται βάσιμος, καθόσον, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε το είδος των (αορίστως) επικαλούμενων προβλημάτων της εναγομένης προς άσκηση εμπορικής δραστηριότητας στην Ελλάδα, πολύ περισσότερο δε, το γεγονός της σύναψης σύμβασης υπομίσθωσης μεταξύ των διαδίκων και παράδοσης στο πλαίσιο αυτής, του μισθίου στην εν λόγω διάδικο, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, προς άσκηση από αυτήν, αποκλειστικώς και προς όφελός της, της εμπορικής επιχείρησης καφέ - εστιατορίου, για την οποία εκδόθηκε η σχετική άδεια στο όνομα της μισθώτριας ενάγουσας, αφού, καταρχάς, πουθενά δεν αναφέρονται τα συμφωνηθέντα στοιχεία της υπομίσθωσης, ιδίως δε, η συμφωνία για την καταβολή μισθώματος, το οποίο αποτελεί ουσιώδες στοιχείο και της επαγγελματικής μίσθωσης.

Ειδικότερα... υπομίσθωση είναι η δυνάμενη, ... να συμφωνηθεί σύμβαση μεταξύ των μερών και στην εμπορική μίσθωση, με την οποία o μισθωτής ενεργώντας ως εκμισθωτής, παραχωρεί τη χρήση του μισθίου, την οποία απέκτησε, με την κύρια μίσθωση, σε τρίτο (υπομισθωτή), με ορισμένο αντάλλαγμα και για ορισμένο χρόνο (...), η δε ενοχική σχέση της υπομίσθωσης είναι παρεπόμενη αναφορικά προς την κύρια μίσθωση, από την οποία και εξαρτάται, με αποτέλεσμα αν αυτή η τελευταία είναι, για οποιονδήποτε λόγο, άκυρη, να μην μπορεί η υπομίσθωση, λόγω ακριβώς του παρεπομένου χαρακτήρα της, να προβληθεί έναντι του εκμισθωτή, ακόμα και αν η ίδια είναι μεταξύ υπεκμισθωτή και υπομισθωτή κατά πάντα έγκυρη (...).

Εξάλλου, το μίσθωμα είναι ουσιώδες στοιχείο και της επαγγελματικής μίσθωσης, γεγονός που σημαίνει ότι, χωρίς τη ρητή ή έστω σιωπηρή, ενόψει του άτυπου της σύμβασης μίσθωσης, συμφωνία των συμβαλλομένων ως προς το σημείο αυτό, η μίσθωση είναι ατελής, αρκεί όμως, για την κατάρτισή της, η συμφωνία για την καταβολή μισθώματος, χωρίς να αξιώνεται και o επακριβής καθορισμός του, δηλαδή, το μίσθωμα δεν είναι αναγκαίο να είναι πλήρως ορισμένο, αρκεί να είναι οριστό ...

Εν προκειμένω, η ενάγουσα ουδεμία συμφωνία περί καταβολής μισθώματος από την εναγομένη προς την ίδια επικαλείται για τη στοιχειοθέτηση της σύμβασης υπομίσθωσης που, ρητώς, διατείνεται ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων. Πέραν τούτου, αξιοσημείωτο τυγχάνει το γεγονός ότι, ενώ το ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης και η τροποποίηση τούτου υπογράφτηκαν την 01.12.2010 και στις 14.03.2011, αντιστοίχως, ήτοι, το δεύτερο, μετά την παράδοση του μισθίου, που έλαβε χώρα στις 15.01.2011, ενώ, η άδεια λειτουργίας του καταστήματος εκδόθηκε στις 02.06.2011, εν τούτοις, το υπ' αρ. 9650 πληρεξούσιο, βάσει του οποίου, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, η εναγομένη διαχειριζόταν, αποκλειστικώς η ίδια, τη λειτουργία της επιχείρησης, ωφελούμενη των εσόδων της και βαρυνόμενη με τις δαπάνες της, στο πλαίσιο της υπομίσθωσης, χωρίς οιαδήποτε ανάμειξη της ενάγουσας, δόθηκε από την τελευταία πολλούς μήνες αργότερα και δη, στις 25.04.2012, χωρίς, βεβαίως, να γίνεται πουθενά καμία απολύτως αναφορά για το πρόσωπο που λειτούργησε την επιχείρηση στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα.

Και ενώ η ενάγουσα επικαλείται στην αγωγή της την παροχή ανάλογων πληρεξουσιοτήτων και στη λογίστρια Ι. Μ. και στο δικηγόρο Ευθύμιο Αναγνώστου, για την ίδια, ως άνω, αιτία, παρ' όλα αυτά κανένα από τα δύο δεν προσκομίζει με επίκληση, προς απόδειξη των ισχυρισμών της. Ομοίως, δεν προσκομίζει με επίκληση ούτε και την αναφερόμενη στην αγωγή επιστολή της εναγομένης, με την οποία φέρεται αυτή να αναγνωρίζει ότι, λόγω της σύμβασης υπομίσθωσης, υπέχει υποχρέωση αποπληρωμής όλων των δαπανών και απαιτήσεων που βεβαιώθηκαν στο όνομα της ενάγουσας, των οποίων, βάσει συμφωνίας τους, ανέλαβε την ευθύνη της καταβολής.

Άλλωστε, εφόσον, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς είχε συναφθεί σύμβαση υπομίσθωσης μεταξύ των διαδίκων, δεν εξηγείται γιατί κατέστη αναγκαία η παρασχεθείσα εντολή από την ενάγουσα προς την εναγομένη, εκτός από τις καταθέσεις, να προβαίνει η τελευταία και σε αναλήψεις διαφόρων χρηματικών ποσών από τον αναφερόμενο στο άνω πληρεξούσιο τραπεζικό λογαριασμό της υπεκμισθώτριας (εντολέως).

Ισχυρίζεται, περαιτέρω, η ενάγουσα ότι, από τις 15.01.2011 και μέχρι και τον Αύγουστο του έτους 2016, οπότε και, κατά τους ισχυρισμούς της, η εναγομένη αποχώρησε από το μίσθιο, η ίδια δεν είχε καμία απολύτως ανάμειξη με την επιχείρηση, ενώ η αντίδικός της, εκμεταλλευόμενη την άγνοια και την ευπιστία της, τη διαβεβαίωνε προφορικά ότι εξοφλούσε όλες τις οφειλές της.

Ωστόσο, όμως, είναι προφανές ότι ο ισχυρισμός αυτός περί της άγνοιας της ενάγουσας για την πορεία της λειτουργίας της επιχείρησης καφέ - εστιατορίου δεν ευσταθεί κατ' ουσία, αφού καταρρίπτεται από τα αμέσως κατωτέρω αναφερόμενα και προσκομιζόμενα με επίκληση από αμφότερες τις διαδίκους έγγραφα, από τα οποία συνάγεται η γνώση της για τις οφειλές του καταστήματος, ήτοι:

α) από το, από 09.09.2013, κατασχετήριο εις χείρας τρίτης, το οποίο επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 23.09.2013, όπως αποδεικνύεται από τη σχετική σημείωση επί αυτού του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής Ε. Λ., δυνάμει του οποίου επιβλήθηκε εις χείρας της, ως τρίτης, κατάσχεση των οποιωνδήποτε χρηματικών απαιτήσεων των εργαζόμενων στην άνω επιχείρηση Α.

Κ. του Δ. και Δ. Μ. του Ζ., που είχαν αυτοί σε βάρος του οφειλέτη τους (εκμισθωτή) Ν. Τ., σε εκτέλεση της υπ' αρ. 5/2011 ήδη τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που εκδόθηκε σε βάρος του, κατόπιν αγωγής τους, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, β) από τη, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 963/221/27.06.2014, αγωγή καταβολής αποζημίωσης των Α.

Κ. του Δ. και Δ. Μ. του Ζ. κατά της ενάγουσας, που επιδόθηκε σε αυτήν στις 17.07.2014 (από το δικόγραφο της οποίας έγινε ακολούθως παραίτηση), με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν να τους καταβάλει η εκεί εναγομένη το συνολικό ποσό των 40.653,224 νομιμοτόκως, επικαλούμενοι την απορρέουσα από την υπ' αρ. 5/2011 ήδη τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, απαίτησή τους από εργατική διαφορά κατά του Ν.

Τ. (εκμισθωτή), γ) από την υπ' αρ. 10/2015, κατ' αντιμωλία, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της 902/24Μ/20.06.2014 ανακοπής κατ' άρθρο 986 ΚΠολΔ, των Α. Κ. του Δ. και Δ. Μ. του Ζ. κατά της νυν ενάγουσας, με αφορμή την προαναφερόμενη εργατική διαφορά, δ) από την υπ' αρ. 100/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), που εκδόθηκε επί ανακοπής κατά του υπ' αρ. 155/2012 πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης, της νυν ενάγουσας κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ε) από τα, από 30.05.2012 και 18.08.2015 κατηγορητήρια που συντάχθηκαν κατά της ενάγουσας για τις αναφερόμενες σε αυτά αξιόποινες πράξεις, τελεσθείσες από αυτήν στις 11.05.2012 και στις 13.08.2015, αντιστοίχως, σε σχέση με τη λειτουργία της προαναφερόμενης επιχείρησης στο μίσθιο και στ) από την 7552/2018 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Τμ.

Δ'), που εκδόθηκε επί προσφυγής της ενάγουσας κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με αριθμό κατάθεσης 3839/28.06.2013, για την ακύρωση της 19/12.04.2013 απόφασης του Λιμενάρχη του Υπολιμεναρχείου Νέων Μουδανιών, με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος της προσφεύγουσας πρόστιμο 2.700.-€ για αυθαίρετη κατασκευή εντός αιγιαλού. Από τα παραπάνω έπεται ότι αν και η ενάγουσα φέρεται πως είχε γνώση των οφειλών που δημιουργήθηκαν από τη λειτουργία ή επ' ευκαιρία της λειτουργίας της άνω επιχείρησης (και συνεπώς δεν τελούσε σε άγνοια) και παρόλο που διατείνεται ότι η εναγομένη, ενόψει της σύναψης της σύμβασης υπομίσθωσης, την είχε πείσει πως θα αναλάμβανε όλες τις δαπάνες της επιχείρησης, αφού θα είχε την αποκλειστική κάρπωση των εσόδων της, εν τούτοις, εφόσον ήθελε θεωρηθεί αληθής ο περί υπομίσθωσης ισχυρισμός, πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής δεν φαίνεται να προέβη σε κανένα εξώδικο προληπτικό μέτρο ή να άσκησε οποιοδήποτε παρεχόμενο από το νόμο ένδικο βοήθημα σε βάρος της φερόμενης ως υπομισθώτριας (καθιστώντας έτσι γνωστή και στα αρμόδια όργανα την επικαλούμενη σύμβαση υπομίσθωσης), για την προάσπιση των οικονομικών συμφερόντων της.

Βεβαίως, η προσκομιζόμενη με επίκληση από την εναγομένη, από 27.02.2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 425/56/01.03.2013, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, αγωγή απόδοσης μισθίου και καταβολής του ετήσιου μισθώματος, ποσού 30.000.-€, του χρονικού διαστήματος από 01.10.2012 έως 30.09.2013, ασκήθηκε από τους προαναφερόμενους εκμισθωτές κατ' αμφότερων των νυν διαδίκων, της μεν πρώτης (ενάγουσας), υπό την ιδιότητα της μισθώτριας, της δε δεύτερης (εναγομένης), υπό την ιδιότητα της υπομισθώτριας (σημειωτέον δε ότι, ως τέτοιος αναφέρεται και o Σ.

Τ. του Τ. για το πρώτο μισθωτικό έτος). Η εν λόγω αγωγή συνεκδικάστηκε με την αντίθετη αγωγή που άσκησε η νυν ενάγουσα κατά των παραπάνω εναγόντων, για μείωση του μισθώματος. Η συζήτηση των παραπάνω αγωγών, κατά τη δικάσιμο της 30.09.2015, διεξήχθη κατ' αντιμωλία όλων των διαδίκων. Πλην όμως, στη δεύτερη σελίδα (στοίχοι 5ος-6ος) των, από 30.09.2015, κοινών προτάσεων, που κατέθεσαν επί της έδρας, κατά τη δικάσιμο εκείνη, οι εκεί εναγόμενες διάδικοι (στις οποίες η μεν ενάγουσα φέρεται κάτοικος ...

η δε εναγομένη κάτοικος …….), ρητώς ανέγραψαν ότι στη μίσθωση προέβη η πρώτη από αυτές (ήτοι, η νυν ενάγουσα), ενώ, η δεύτερη τούτων δεν έχει καμία σχέση με αυτήν (επί λέξει αναγράφεται εντός παρένθεσης και υπογραμμισμένα από την ενάγουσα και εκεί πρώτη εναγομένη: "(στο εξής θα ομιλώ σε πρώτο ενικό πρόσωπο, αφού η δεύτερη ουδεμία σχέση έχει με την μίσθωση)".

Επί των ανωτέρω αγωγών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε από το παραπάνω δικαστήριο η 37/2016 οριστική απόφαση (κατά της οποίας δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο σύμφωνα με το προσκομιζόμενο με επίκληση 79/27.02.2019 πιστοποιητικό της γραμματέως του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής), με την οποία απορρίφθηκε η πρώτη αγωγή στο σύνολό της, ως προς αμφότερες τις διαδίκους (ως προς τη νυν ενάγουσα, κατά παραδοχή ως νόμω και ουσία βάσιμης ένστασής της από το άρθρο 281 ΑΚ), έγινε εν μέρει δεκτή η συνεκδικασθείσα αγωγή της νυν ενάγουσας και καθορίστηκε το ετήσιο μίσθωμα στο ποσό των 15.000.-€, για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής της και εφεξής, μέχρι τη λήξη της μισθωτικής σχέσης, χωρίς τη δυνατότητα αναπροσαρμογής για τα εναπομείναντα τρία μισθωτικά έτη.

Με την ανωτέρω απόφαση κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ως ουσία αβάσιμος o προβληθείς ισχυρισμός αναφορικά με την πρώτη αγωγή, ότι η (εκεί) πρώτη εναγομένη (νυν ενάγουσα), από το δεύτερο μισθωτικό έτος, υπεκμίσθωσε το μίσθιο κατάστημα στην (εκεί) δεύτερη εναγομένη (νυν εναγομένη), καθόσον, δεν αποδείχθηκε κάτι τέτοιο, εφόσον δεν προσκομίστηκε σχετικό μισθωτήριο, προσέτι δε αποδείχθηκε ότι η ίδια (νυν ενάγουσα) εκμεταλλευόταν την επιχείρηση στο όνομά της και για λογαριασμό της.

Και ναι μεν η ως άνω απόφαση δεν παράγει δεδικασμένο, όπως αβασίμως διατείνεται η εναγομένη, δεσμεύον το παρόν Δικαστήριο, ως εκδοθείσα μεταξύ διαφορετικών προσώπων και για διαφορετικό αντικείμενο (άρθρο 324 ΚΠολΔ), εν τούτοις όμως, αυτή συναξιολογείται από τούτο (Δικαστήριο), μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης του, λαμβανόμενη υπόψη, εν προκειμένω, ως δικαστικό τεκμήριο (βλ.

και άρθρο 340 ΚΠολΔ), δοθέντος ότι η αποδεικτική δύναμη του περιεχομένου της αναφορικά, μεταξύ άλλων, με τους προβεβλημένους ισχυρισμούς των διαδίκων σε αυτή και με τη γνώμη που εξέφερε το δικαστήριο, εφόσον δεν ανατράπηκε με το πρακτικό της συζήτησης ή με την προσβολή της απόφασης ως πλαστής (άρθρο 312 §§ 1-2 ΚΠολΔ) είναι καθ' όλα υπαρκτή (...).

Εξάλλου, η κρίση περί του αναπόδεικτου της επικαλούμενης σύμβασης υπομίσθωσης δεν δύναται να αναιρεθεί ούτε από την 3364/2017 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό, με κατηγορούμενη την ενάγουσα, παριστάμενη δια πληρεξουσίου δικηγόρου, για παράβαση του άρθρου 29 παρ. 1 του Ν. 2971/2001, τελεσθείσα από αυτήν, στις 17.07.2012, στο …., στο πλαίσιο της λειτουργίας της ως άνω επιχείρησης, στο σκεπτικό της οποίας αναφέρεται ότι δεν προέβη η ίδια η κατηγορουμένη στις αποδιδόμενες σε αυτήν πράξεις, διότι την επιχείρηση εκμεταλλευόταν η νυν εναγομένη, δοθέντος ότι από την ανωτέρω ποινική απόφαση δεν παράγεται δεδικασμένο έναντι των πολιτικών δικαστηρίων (άρθρο 321 ΚΠολΔ, ...), το δε δικαστικό τεκμήριο που παράγεται από την παραπάνω απόφαση δεν δύναται να αναιρέσει τα ως άνω αποδειχθέντα.

Το αυτό ισχύει και για το προσκομιζόμενο με επίκληση, με αριθμό 172/2018, βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκιδικής, δυνάμει του οποίου, κατόπιν υποβληθείσης μήνυσης της ενάγουσας, παραπέμπεται η εναγομένη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της απιστίας κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος (άρθρο 390 ΠΚ), που φέρεται να τέλεσε, κατά το χρονικό διάστημα από 15.01.2011 έως 30.08.2016, στο ...

ως έχουσα, κατά τα εκτιθέμενα στο διατακτικό του βουλεύματος, τη διαχείριση του άνω καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, κατά παραχώρηση της χρήσης του από την ενάγουσα (σημειώνεται ότι, από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης δεν προκύπτει η περαιτέρω πορεία της ποινικής υπόθεσης). Από το σύνολο των παραπάνω δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η εναγομένη, ως υπομισθώτρια, τέλεσε αδικοπραξία σε βάρος της, ζημιώνοντας την περιουσία της κατά το συνολικό ποσό των 84.313,77.-€, καθόσον, μετερχόμενη δόλο, την έπεισε να προβεί στη μίσθωση, στο όνομά της, του ως άνω μίσθιου καταστήματος, υπογράφοντας το σχετικό μισθωτήριο συμβόλαιο και αναλαμβάνοντας ευθύνη από αυτό, υποσχόμενη ψευδώς, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο όφελος από την περιουσία της, ότι θα αναλάμβανε και θα κατέβαλε όλα τα έξοδα και τις δαπάνες της επιχείρησης, που είναι ισόποσα της άνω ζημίας της, γεγονός όμως, που δεν έπραξε, προξενώντας της βλάβη στην περιουσία της, που κινδυνεύει με κατασχέσεις, αν και στο μεταξύ εισέπραττε τα κέρδη της επιχείρησης και αποκόμιζε όφελος από αυτή, αφού δεν αποδείχθηκε η σύναψη σύμβασης υπομίσθωσης μεταξύ των διαδίκων και η εντεύθεν αποκλειστική λειτουργία της άνω επιχείρησης από την εναγομένη...

Κατά συνέπεια, κατά παραδοχή ως ουσία βάσιμου του αντίθετου ισχυρισμού της εναγομένης (η οποία διατείνεται ότι ουδέποτε υπήρξε υπομισθώτρια της επιχείρησης, αλλά, στο πλαίσιο της παραχωρηθείσας πληρεξουσιότητας και εντός των ορίων της, ως εντολοδόχος, προέβη σε πράξεις διεκπεραίωσης, βοηθώντας την αντίδικό της στη λειτουργία του καταστήματός της), έπεται ότι ο συναφής ισχυρισμός της ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.

Να σημειωθεί δε ότι η επικαλούμενη στην αγωγή σύμβαση υπομίσθωσης δεν δύναται να θεωρηθεί ως νοούμενη παραχώρηση της χρήσης της ως άνω επικαλούμενης επαγγελματικής στέγης στην εναγομένη, καθόσον ελλείπουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 11 του ισχύοντος επί επαγγελματικής μίσθωσης Π.Δ. 34/1995, ως ισχύει.

Κατ' ακολουθία πάντων των ανωτέρω, δοθέντος ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη διέπραξε οποιαδήποτε αδικοπραξία σε βάρος της ενάγουσας, ήτοι, ότι ζημίωσε αυτήν παράνομα και υπαίτια, κατά τον επικαλούμενο από την τελευταία τρόπο, πρέπει η ένδικη αγωγή να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη". Έτσι όπως έκρινε, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες επί της ένδικης διαφοράς, στηριζομένης στη βάση από την αδικοπρακτική ευθύνη, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 298, 299, 330, 914, 932 του ΑΚ, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου και έτσι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, όπως βασίμως παραπονείται η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο οποίος επιτρεπτά προτάσσεται κατά την έρευνα, καθόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από τη σειρά των αναιρετικών λόγων που καθορίζουν οι διάδικοι.

Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογείται, για ποιο λόγο χορηγήθηκε από την αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη το υπ' αριθμ. 9650/25.04.2012 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Αναστασίας Αθανασίου Τσακανίκα, με το οποίο η πρώτη χορήγησε στη δεύτερη ευρύτατες εξουσίες σε σχέση με τη λειτουργία του εστιατορίου και δη την εντολή και πληρεξουσιότητα να ενεργεί όλες τις πράξεις διαχείρισης της επιχείρησης εστιατορίου, έχοντας το δικαίωμα (η αναιρεσίβλητη) να μεταβιβάσει σε οποιονδήποτε, ακόμη και στον εαυτό της (με αυτοσύμβαση) την επιχείρηση ή να προβεί σε διακοπή της λειτουργίας της, ώστε να επιτευχθεί η μεταβίβασή της, να υποβάλει δηλώσεις φόρου εισοδήματος, να υποβάλει Ε1 και Ε9, να ζητεί φορολογική ενημερότητα στο όνομα της αναιρεσείουσας, καθώς και ασφαλιστική ενημερότητα από το ΙΚΑ κλπ, καθώς και αν η αναιρεσίβλητη χρησιμοποίησε το πληρεξούσιο αυτό και για ποιες συγκεκριμένες πράξεις.

Επίσης δεν εκτίθεται, αν η αναιρεσίβλητη παρέλαβε και, σε καταφατική περίπτωση, από ποιόν και πότε, και αν έκανε χρήση του μισθίου ακινήτου, αν είχε υποσχεθεί στην αναιρεσείουσα την εκ μέρους της (της αναιρεσίβλητης) ανάληψη όλων των υποχρεώσεων του μισθίου, (μισθώματα, αμοιβές εργαζομένων, οφειλές προς την εφορία, το ΙΚΑ, τη ΔΕΗ και εν γένει όσα σχετίζονται με τις δραστηριότητες της επιχείρησης), ποια από τις διαδίκους κατέβαλε τα μισθώματα, καθώς και ποια από αυτές εισέπραττε για ίδιο λογαριασμό τα έσοδα από την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας στο μίσθιο.

Τα ανωτέρω ελλείποντα στοιχεία είναι ουσιώδη για τη διερεύνηση της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων της αδικοπραξίας, προκειμένου το δικαστήριο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, και επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης.

Συνεπώς, ο συναφής πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης, καθ' όσον η αναιρετική εμβέλεια του παραπάνω λόγου (που έγινε δεκτός) στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των άλλων λόγων, η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του προαναφερόμενου λόγου της, και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σε αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 809/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ