Legislator Case Law & Legislation
414/2022 AI generated

Supreme Court allows seizure interest claim against company for late tax declaration and future credit payments.

Case Number 414/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal against a final lower court decision. The State successfully argued that the company's tax declaration was late, triggering interest obligations on future credit payments. Consequently, the court ordered the company to pay interest starting from February 1, 2014, and awarded the State the litigation costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 30 para. 3 of the Law on the Administration of the State Budget; Article 241 of the Civil Code: When a tax declaration is late, interest accrues on future credit payments to the State from the day following the deadline for such payments.

Keywords

AI generated
seizure interest claim late tax declaration future credit payments state budget administration litigation costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 30 para. 3 of the Law on the Administration of the State Budget
Article 241 of the Civil Code
Article 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 52 no. 18 of the Code of Civil Procedure
Article 5 para. 12 of Law 1738/1987
Common Decision of the Ministers of Finance and Justice 134423/1992

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 414 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 414/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και ειδικότερα εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Λιβαδιάς, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον Ιωάννη Μπακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/2/2014 ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9/2017 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/6/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου δεν εμφανίστηκε η αναιρεσίβλητη, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Από την με αριθμό 10675/15-01-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Εφετείου Αθηνών Μ. Ν., που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, καθώς και κλήση για συζήτηση της αίτησης για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, αφού η τελευταία δεν παραστάθηκε, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει, παρά την απουσία της.

ΙΙ. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 9/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η από 3-8-2015 και με αριθμό κατάθεσης 46/2015 έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της με αριθμό 14/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, η οποία είχε απορρίψει την από 14-2-2014 και με αριθμό 9/2014 ανακοπή κατά δήλωσης τρίτου (άρθρα 34 Κ.Ε.Δ.Ε και 986 Κ.Πολ.Δ), που άσκησε το αναιρεσείον κατά της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δίκασε την ανακοπή, την δέχθηκε κατά ένα μέρος ως βάσιμη και στην ουσία της, ακύρωσε εν μέρει, ως ανακριβή, την με αριθμό 9/7-1-2014 ανακοπτομένη δήλωση της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και υποχρέωσε αυτή να καταβάλει στο ανακόπτον τα ποσά που τυχόν θα κατατεθούν στο μέλλον υπέρ των αναφερόμενων στο σκεπτικό της οφειλετών στους εκτιθέμενους τραπεζικούς λογαριασμούς, κατά το αναλογούν σε αυτούς (ως συνδικαιούχους) μέρος επί του εκάστοτε πιστωτικού καταλοίπου των κοινών λογαριασμών και μέχρι του ποσού που έκαστος εξ αυτών οφείλει στο ανακόπτον, όπως το ποσό αυτό αναφέρεται στο σκεπτικό.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 30, 30Α, 31, 32, 33 και 34 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) και 24 του ν.2915/2001, προκύπτει, ότι το Δημόσιο, προς ικανοποίηση απαίτησής του κατά οφειλέτη του, μπορεί να επιβάλλει κατάσχεση στα χέρια οποιουδήποτε πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου, οποιασδήποτε κατάθεσης του οφειλέτη του, η οποία διενεργείται από το Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου με κατασχετήριο έγγραφο, το οποίο επιδίδεται στο κεντρικό κατάστημα του πιστωτικού ιδρύματος ή σε οποιοδήποτε υποκατάστημα αυτού.

Η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στο πιστωτικό ίδρυμα έχει τα αποτελέσματα της αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικής εκχώρησης (άρθρο 30 παρ.3 ΚΕΔΕ). Το πιστωτικό ίδρυμα, στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, μέσα σε προθεσμία 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στο διενεργήσαντα την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα και σε καταφατική περίπτωση να τα αποδώσει στην υπηρεσία που υπέβαλε την κατάσχεση υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσής του (άρθρο 30Α ΚΕΔΕ), διαφορετικά αν ο τρίτος ουδέν οφείλει ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο του Δημοσίου χρήματα ή δεν υποχρεούται στην άμεση απόδοση αυτών, πρέπει να προβεί σε αρνητική δήλωση εντός οκτώ ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου (άρθρο 32 ΚΕΔΕ).

Σε περίπτωση επιβολής κατάσχεσης απαιτήσεων από τραπεζικούς λογαριασμούς στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος, η δέσμευση των λογαριασμών του οφειλέτη καταλαμβάνει μόνο το υφιστάμενο υπόλοιπο, εκτός αν κατάσχονται και μελλοντικές απαιτήσεις από τους λογαριασμούς, οπότε η δέσμευση καταλαμβάνει κάθε ποσό που κατατίθεται στους λογαριασμούς του οφειλέτη του κατασχόντος και μετά την επίδοση του κατασχετηρίου.

Έτσι, απαιτήσεις, που εμφανίζονται μετά την κοινοποίηση του κατασχετηρίου και μέχρι την υποβολή της δήλωσης πρέπει να περιλαμβάνονται στην τελευταία, εφ' όσον η έννομη σχέση ήταν γεννημένη κατά το χρόνο κοινοποίησης του κατασχετηρίου (ΑΠ 972/2019, ΑΠ 825/2018). Την ειλικρίνεια της δήλωσης του τρίτου (πιστωτικού ιδρύματος) μπορεί να αμφισβητήσει το κατασχόν Δημόσιο με ανακοπή, η οποία ασκείται από τον Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός, από την κοινοποίηση της δήλωσης ή από την περιέλευση σ' αυτόν της δήλωσης ενώπιον του Ειρηνοδικείου, εισάγεται δε και εκδικάζεται κατά το άρθρο 986 Κ.Πολ.Δ (άρθρο 34 ΚΕΔΕ).

Η ως άνω ανακοπή αποτελεί ένδικο βοήθημα, με το οποίο το κατασχόν Δημόσιο επιδιώκει την αναγνώριση της εν όλω ή εν μέρει ανακρίβειας της δήλωσης του τρίτου και την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού (ΑΠ 95/2016). Η ανακοπή αυτή κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου, εφ' όσον στην ανακοπή αυτή σωρεύθηκε και αίτημα καταβολής νομιμοτόκως του ποσού της απαίτησης εξομοιώνεται με καταψηφιστική αγωγή (ΑΠ 972/2019, ΑΠ 256/2011).

Ειδικότερα, η προαναφερθείσα αναγκαστική εκχώρηση του άρθρου 30 παρ.3 του ΚΕΔΕ αφετηριάζεται μεν από το χρόνο της επιβολής της κατάσχεσης, που ταυτίζεται με την κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον τρίτο, τελεί όμως υπό την αίρεση της καταφατικής δήλωσης του τρίτου ή της δικαστικής αποδοχής της ανωτέρω αναφερόμενης ανακοπής κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου.

Δηλαδή, το Δημόσιο γίνεται οριστικά εκδοχέας της απαίτησης που κατασχέθηκε και ο τρίτος (πιστωτικό ίδρυμα) λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου, με τη θετική δήλωση του τρίτου ότι υπάρχει η απαίτηση στα χέρια του ή επί αρνητικής δήλωσης ή παράλειψης του τρίτου, αν το Δημόσιο αντιταχθεί επιτυχώς με την προαναφερόμενη ανακοπή του οπότε η απαίτηση λογίζεται ως εκχωρηθείσα από το χρόνο που ο τρίτος θα έπρεπε να έχει εξοφλήσει τον κατασχόντα, αν είχε προβεί σε καταφατική δήλωση του.

Τα ανωτέρω έχουν ως συνέπεια ότι ο τρίτος (πιστωτικό ίδρυμα) οφείλει τόκους, όχι από την επιβολή της κατάσχεσης, αλλά μόλις περάσει η προθεσμία των δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσής του, από τότε δηλαδή που το τελευταίο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει την απαίτηση στο κατασχόν Δημόσιο (άρθρα 30Α του ΚΕΔΕ, 345 ΑΚ), σε κάθε περίπτωση δε από την επίδοση της ανακοπής, κατά τα άρθρα 346 ΑΚ, 221 παρ.1 περ.

γ Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 972/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα του αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), προκύπτουν τα εξής: Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε κατά της αναιρεσίβλητης τράπεζας την από 14-2-2014 ανακοπή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, με την οποία ισχυρίστηκε ότι, διατηρώντας απαιτήσεις κατά των μη διαδίκων, αναφερομένων σαράντα ένα (41) οφειλετών, συνολικού ύψους 4.499.143,45 ευρώ, από ταμειακά βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα χρέη, με βάση το με αριθ.

πρωτ. 26625/αρ.ειδ.βιβλ. 263/2013 κατασχετήριο έγγραφο του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Λιβαδειάς, που επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη τράπεζα στις 30-12-2013, επέβαλε στα χέρια της ως τρίτης, κατ' άρθρ. 30Α ΚΕΔΕ, αναγκαστική κατάσχεση, σε όσα αυτή οφείλει, ή μέλλει να οφείλει, στους αναφερόμενους οφειλέτες, μέχρι του ποσού των 4.499.143,45 ευρώ.

Ότι στις 21-1-2014 περιήλθε στη Δ.Ο.Υ Λιβαδειάς η με αριθμό 9/2014 δήλωση της αναιρεσίβλητης, με το περιεχόμενο που εκτίθεται στην ανακοπή, η οποία, όμως, για τους μνημονευόμενους ένδεκα (11) οφειλέτες είναι ανακριβής. Ζήτησε δε το ανακόπτον και ήδη αναιρεσείον, να ακυρωθεί μερικά η προσβαλλόμενη με αριθμό 9/7-1-2014 δήλωση, ως ανακριβής, να αναγνωριστεί ότι η καθ' ης και ήδη αναιρεσίβλητη είναι οφειλέτρια του Ελληνικού Δημοσίου, για το ποσό που επιβλήθηκε κατάσχεση, σχετικά με τους ως άνω (11) οφειλέτες και να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό που οφείλει ή μέλει να οφείλει σε αυτούς και μέχρι του ποσού συνολικά των 441.272,87 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επιβολή της κατάσχεσης (30-12-2013), άλλως από την επίδοση της ανακοπής.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς με την υπ' αριθμ. 14/2015 απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμη την ανακοπή ως προς όλα τα αιτήματά της. Κατά της απόφασης αυτής το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε από 3.8.2015 έφεσή του, παραπονούμενο για την κατ' ουσίαναπόρριψη της ανακοπής του. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθ. 522 ΚΠολΔ), αφού έκρινε ότι το αίτημα περί καταβολής τόκων ήταν μη νόμιμο και όχι αβάσιμο εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και απέρριψε το αίτημα ως μη νόμιμο.

Στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ανακοπή, δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή στην ουσία της και ακύρωσε, ως μερικώς ανακριβή την προσβαλλόμενη με αριθμό 9/2014 δήλωση της αναιρεσίβλητης, κατά το μέρος που αφορά τους κατονομαζόμενους επτά (7) οφειλέτες του Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίοι τηρούσαν στην αναιρεσίβλητη τράπεζα τους αναφερόμενους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς.

Υποχρέωσε δε την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στο ανακόπτον - αναιρεσείον τα ποσά που τυχόν θα κατατεθούν στο μέλλον στους ως άνω λογαριασμούς, κατά το αναλογούν στους συνδικαιούχους οφειλέτες μέρος επί του εκάστοτε πιστωτικού υπολοίπου των κοινών λογαριασμών και μέχρι του ποσού που έκαστος οφείλει στο ανακόπτον, όπως το ποσό αυτό αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης.

Το Εφετείο απέρριψε το παρεπόμενο αίτημα καταβολής νομίμων τόκων, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του τη νομική παραδοχή ότι "Με την ανακοπή του άρθρου 986 Κ.Πολ.Δ δε μπορεί να ζητηθεί η καταδίκη του τρίτου σε καταβολή τόκων επί της απαίτησης, είτε από την επιβολή της κατάσχεσης είτε από την άσκηση της ανακοπής κατά της δήλωσης του τρίτου, διότι ο καθού η ανακοπή τρίτος από την επίδοση σ' αυτόν του κατασχετηρίου ως την έκδοση της απόφασης που διατάσσει την καταβολή στον κατασχόντα είναι μεσεγγυούχος του κατασχεθέντος".

Το αναιρεσείον με το μοναδικό λόγο της αίτησης, με τον οποίο προσβάλλει την απόφαση του Εφετείου μόνο ως προς το παρεπόμενο κεφάλαιο των τόκων, αποδίδει στην απόφαση αυτή πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, κατ' ορθήν εκτίμηση (και όχι από το άρθρο 560 παρ.1), αιτιώμενο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με την κρίση της να απορρίψει ως μη νόμιμο το αίτημα της ανακοπής για καταβολή και των νόμιμων τόκων, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 30 παρ.3, 34 του Κ.Ε.Δ.Ε.

και 986, 990 Κ.Πολ.Δ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 341, 345 και 346 ΑΚ. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι βάσιμος, διότι, όπως προεκτέθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, η ανακοπή κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου, εφόσον στην ανακοπή αυτή σωρεύθηκε και αίτημα καταβολής νομιμοτόκως του ποσού της απαίτησης εξομοιώνεται με καταψηφιστική αγωγή.

Έτσι το Εφετείο, που απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα καταβολής τόκων επί της απαίτησης παραβίασε, δια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του, τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε και του Κ.Πολ.Δ, που είναι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 972/2019), δεδομένου ότι οι διατάξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης με τις οποίες ασκείται ουσιαστικό δικαίωμα είναι ουσιαστικής φύσης (ΑΠ 1893/2008), καθώς και τις ως άνω διατάξεις του ΑΚ.

Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, μόνο κατά το μέρος που έκρινε ως μη νόμιμο το προαναφερόμενο αίτημα περί καταβολής τόκων. Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί από το Δικαστήριο τούτο η ανακοπή, η οποία είχε δικασθεί από το Εφετείο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το Εφετείο (άρθρο 580 παρ.4 του ίδιου Κώδικα), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης (ΑΠ 972/2019, ΑΠ 154/2018, ΑΠ 403/2017).

Συνεπώς πρέπει η από 14-2-2014 και με αριθ. κατάθεσης 9/2014 ένδικη ανακοπή να γίνει δεκτή και κατά το παρεπόμενο περί τοκοδοσίας αίτημά της. Δεδομένου δε ότι κατά το διατακτικό της παραπάνω απόφασης του Εφετείου υποχρεώθηκε η καθής να καταβάλει στο ανακόπτον τα ποσά που θα κατατεθούν στο μέλλον, υπέρ των κατονομαζομένων οφειλετών στους αναφερόμενους στο σκεπτικό της απόφασης τραπεζικούς λογαριασμούς, στους οποίους τυγχάνουν συνδικαιούχοι με άλλους, αφετηρία τοκοδοσίας είναι η παρέλευση δέκα (10) ημερών από την 21-1-2014, οπότε περιήλθε στη Δ.Ο.Υ Λιβαδειάς η με αριθμό 9/2014 δήλωση της καθ' ης και έτσι αυτή κατέστη υπερήμερη (άρθρο 30 παρ.3 του Κ.Ε.Δ.Ε), δηλαδή η 1-2-2014, για τα ποσά που τυχόν είχαν πιστωθεί στους λογαριασμούς των οφειλετών έως την 31-1-2014 και από την επομένη ημέρα (άρθρο 241 ΑΚ) της πίστωσης κάθε τυχόν μελλοντικού ποσού στους τραπεζικούς λογαριασμούς των οφειλετών, μέχρι την εξόφληση, αίτημα το οποίο περιλαμβάνεται, ως έλασσον, στο αίτημα της ανακοπής περί καταβολής τόκων από την επιβολή της κατάσχεσης πρωτίστως (30-12-2013), άλλως από την επίδοση της ανακοπής.

Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατάθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα, πρέπει να επιβληθούν μειωμένα σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, 22 του Ν.3693/1957, 52 αρ.18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ, 5 παρ.12 του Ν.1738/1987 και άρθρ.2 της Κοινής Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 9/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, μόνο κατά το μέρος που απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της από 14-2-2014 και με αριθμό κατάθεσης 9/2014 ανακοπής του αναιρεσείοντος, περί καταβολής τόκων επί των αιτουμένων ποσών.

Κρατεί την υπόθεση κατά το ως άνω κεφάλαιο.

Δικάζει επί της πιο πάνω, από 14-2-2014 ανακοπής, ως προς το παρεπόμενο περί τοκοδοσίας αίτημά της.

Δέχεται την ανακοπή, ως προς το αίτημα αυτό.

Υποχρεώνει την καθ' ης η ανακοπή, αναιρεσίβλητη, να καταβάλει στο ανακόπτον, αναιρεσείον, νόμιμους τόκους, επί των ποσών που, ως κατασχεθείσες μελλοντικές απαιτήσεις, υποχρεώθηκε να του καταβάλει, κατά το διατακτικό της παραπάνω, με αριθμό 9/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, με αφετηρία τοκοδοσίας την 1-2-2014 για τα ποσά που τυχόν είχαν πιστωθεί στους λογαριασμούς των οφειλετών έως την 31-1-2014 και από την επόμενη ημέρα της πίστωσης κάθε τυχόν μελλοντικού ποσού στους λογαριασμούς των οφειλετών.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ