414/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/2/2015 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 162/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 76/2017 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11/9/2017 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated414/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Και τούτο διότι μόνον από την υποβολή της δηλώσεως αυτής συνάγεται σαφώς και χωρίς να καταλείπονται αμφιβολίες, τόσο για τον καθ'ού όσο και για τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση, η βούληση του πρώτου, ο οποίος δικαιούται να ζητήσει και τη βεβαίωση περί της αυτοδικαίας άρσης της, για τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως, ώστε να αίρεται, για λόγους ασφαλείας του δικαίου, κάθε αμφιβολία ως προς την νομική κατάσταση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 414 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 414/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Θωμά Γκατζογιάννη και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ" που εδρεύει στην Μυτιλήνη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κόντη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Τζαβέλλα που ανακάλεσε την από 15/2/2019 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/2/2015 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 162/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 76/2017 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11/9/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του Συντάγματος, η αποζημίωση που ορίστηκε λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως.
Η διάταξη αυτή, όπως και οι όμοιες διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ν.δ. 797/1971 περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων και 11 παρ. 3 του ισχύοντος Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ν.2882/2001), ως ίσχυαν κατά το χρόνο που εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατ'έφεση της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, τέθηκαν προς εξυπηρέτηση του συμφέροντος του καθ'ού η απαλλοτρίωση, έτσι ώστε αυτή να μη μένει για μεγάλο χρονικό διάστημα εκκρεμής προς βλάβη του λόγω της δέσμευσης που συνεπάγεται για την ιδιοκτησία του.
Έτσι, αποβλέποντας στο συμφέρον του καθ'ού η απαλλοτρίωση, ο οποίος ενδέχεται να επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης, ο κοινός νομοθέτης θέσπισε διατάξεις που οδηγούν στην αναβίωση της απαλλοτρίωσης που ήρθη αυτοδικαίως. Ειδικότερα, με την παρ. 3 του άρθρου 11 του ν.δ. 797/1971, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 3 του ν. 212/1975, ορίστηκε ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση (άρση) της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης θεωρείται ως μη γενόμενη, αν εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από την εκπνοή της προθεσμίας του ενάμισι έτους για την καταβολή της προσωρινά ή οριστικά καθορισμένης αποζημίωσης, ο καθ' ού η απαλλοτρίωση υποβάλλει στη Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Οικονομικών έγγραφη δήλωση ότι επιθυμεί την περαιτέρω διατήρηση της απαλλοτρίωσης.
Αντίστοιχη διάταξη δεν διέλαβε αρχικά ο ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.). Με βάση αυτό το νομοθετικό πλαίσιο, διαμορφώθηκε νομολογιακά η θέση ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, αλλά πρέπει να προταθεί και προς τούτο νομιμοποιείται αποκλειστικά ο καθ'ού η απαλλοτρίωση, με το σκεπτικό ότι οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν στο δικό του μόνον συμφέρον να μη παραμείνει η εις βάρος του αναγκαστική απαλλοτρίωση επί μακρόν μετέωρη και εκκρεμής (ΑΠ 1132/2003).
Επίσης, με την 26/2010 απόφαση του ΑΕΔ, που επέλυσε τη διαφωνία μεταξύ των ολομελειών του Αρείου Πάγου (αριθ. 7/2007) και του Συμβουλίου Επικρατείας (αριθ. 3689/2009), έγινε δεκτό ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση θεωρείται ότι δεν έγινε, στην περίπτωση κατά την οποία ο καθ'ού η απαλλοτρίωση υποβάλλει προς το Υπουργείο έγγραφη δήλωση ότι επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης εντός προθεσμίας ενός έτους από την πάροδο της τασσόμενης για την συντέλεση της απαλλοτριώσεως προθεσμίας του ενάμιση έτους ερμηνεύοντας στενώς, λόγω της απόλυτης διατυπώσεως της διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 4 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι σε περίπτωση μη καταβολής της αποζημιώσεως εντός της προβλεπομένης σε αυτήν προθεσμίας του ενάμισι έτους, "η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως", την, κατ' εξαίρεση της συνταγματικής διάταξης της παρ. 4 του άρθρου 17, θεσπιζομένη με την διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του ν.δ/τος 797/1971 ρύθμιση - η οποία, άλλωστε, δεν επαναλήφθηκε με τον κυρωθέντα με το άρθρο πρώτο του ν. 2882/2001 Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΦΕΚ Α' 17), υπό την έννοια ότι η αυτοδικαίως επερχομένη άρση της απαλλοτριώσεως, λόγω μη συντελέσεώς της εντός ενάμισι έτους από την δημοσίευση της αποφάσεως περί προσωρινού καθορισμού της αποζημιώσεως ή, σε περίπτωση απ' ευθείας αιτήσεως για οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, από την δημοσίευση της σχετικής δικαστικής αποφάσεως, θεωρείται μη γενομένη μόνον στην περίπτωση που ο καθ'ου η απαλλοτρίωση υποβάλει έγγραφη δήλωση στο Υπουργείο Οικονομικών ότι επιθυμεί την διατήρηση της απαλλοτριώσεως εντός έτους από την πάροδο της ανωτέρω τασσομένης για την συντέλεσή της προθεσμίας του ενάμισι έτους.
Και τούτο διότι μόνον από την υποβολή της δηλώσεως αυτής συνάγεται σαφώς και χωρίς να καταλείπονται αμφιβολίες, τόσο για τον καθ'ού όσο και για τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση, η βούληση του πρώτου, ο οποίος δικαιούται να ζητήσει και τη βεβαίωση περί της αυτοδικαίας άρσης της, για τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως, ώστε να αίρεται, για λόγους ασφαλείας του δικαίου, κάθε αμφιβολία ως προς την νομική κατάσταση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου.
Στη συνέχεια ακολούθησε νομοθετική μεταβολή και με το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011 προστέθηκε νέα διάταξη στην παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), που ορίζει: "Η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης.
Η αρμόδια για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης αρχή υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου βεβαιωτική πράξη για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση. Η πράξη αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης που άρθηκε αυτοδίκαια λόγω παρέλευσης της ως άνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, μπορούν να υποβάλλουν αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρχή που εξέδωσε την απαλλοτριωτική απόφαση, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την παρέλευση της προθεσμίας, περί διατήρησης της απαλλοτρίωσης και καταβολής της δικαστικά καθορισμένης προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης.
Αν το αίτημα γίνει δεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση και υποχρεούται στην καταβολή της αποζημίωσης, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης ή η αναζήτηση τόκων υπερημερίας". Περαιτέρω, στο άρθρο 39 παρ. 3α εδάφ. στ' και ζ' του ν. 4024/2011 ορίστηκε ότι η ρύθμιση αυτή έχει αναδρομική ισχύ εφαρμοζόμενη και επί απαλλοτριώσεων που είχαν αυτοδικαίως αρθεί λόγω παρέλευσης της παραπάνω προθεσμίας του ενάμισι έτους κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4024/2011 (27.10.2011), υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι θα υπέβαλαν την ανωτέρω αίτηση και υπεύθυνη δήλωση για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης μέχρι τις 31.12.2012.
Επομένως, υπό την ισχύ της νέας ως άνω ρύθμισης καθίσταται σαφές ότι: α) η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης, β) η αρμόδια διοικητική αρχή (αν το ζητήσει ο θιγόμενος ιδιοκτήτης) υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου πράξη με βεβαιωτικό χαρακτήρα για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, γ) εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης (που κατά τα ανωτέρω ήρθη αυτοδικαίως), έχουν το δικαίωμα μέσα σε ένα έτος από την παρέλευση της προθεσμίας αυτής να υποβάλουν (τυπική) αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρμόδια διοικητική αρχή, ζητώντας τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και την καταβολή της προσδιορισμένης αποζημίωσης, δ)το αίτημά τους δεν γίνεται πλέον άνευ άλλου δεκτό, αλλά υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της διοικητικής αρχής, η οποία σταθμίζοντας, ως υπόχρεη για την καταβολή της αποζημίωσης, τη σκοπιμότητα του έργου και γενικότερα το δημόσιο συμφέρον για τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως, αποφασίζει επ' αυτού κυριαρχικά.
Τούτο, άλλωστε, συνάγεται και από τη συστηματική κατάταξη της διάταξης αυτής, η οποία αποτελεί μερικότερη ρύθμιση του ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012- 2015" και έχει ενταχθεί στις διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015, που ψηφίστηκε με το ν. 3985/2011 και εξειδικεύθηκε με τις διατάξεις των ν. 3986/2011 και ν. 4002/2011.
Η ένταξη της νέας ρυθμίσεως στο ανωτέρω θεσμικό πλαίσιο του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής συναρτάται αναγκαίως με τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας και την προώθηση των στόχων του μεσοπρόθεσμου πλαισίου για ώθηση στην ελληνική οικονομία και πάντως για μη περαιτέρω μεγέθυνση των ελλειμμάτων της.
Γι' αυτό και η απόφαση της διοίκησης για διατήρηση της απαλλοτρίωσης, κατ' εφαρμογή της νέας διατάξεως, δεν συνιστά δέσμια αρμοδιότητα αλλά ρητά αφέθηκε στη διακριτική της ευχέρεια με βάση το δημόσιο συμφέρον και τη σκοπιμότητα του έργου στα πλαίσια πάντοτε της επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων του μεσοπρόθεσμου πλαισίου.
Επομένως, σε αντίθεση με το προ του άρθρου 39 παρ. 3α ν.4024/2011 καθεστώς, υπό τις νέες ρυθμίσεις δεν αρκεί μόνη η υποβολή από το θιγόμενο ιδιοκτήτη δήλωσης για τη διατήρηση της αυτοδικαίως αρθείσας απαλλοτρίωσης, αλλά πρέπει επιπροσθέτως το σχετικό αίτημά του, να γίνει αποδεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση, και ε) αν το αίτημα του καθού η απαλλοτρίωση γίνει δεκτό από την αρχή αυτή, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης (αφού ισχύει η ήδη καθορισμένη) ούτε η αναζήτηση (από τον δικαιούχο της αποζημίωσης) τόκων υπερημερίας.
Η υποβολή της ως άνω δήλωσης απαιτείται για την ενημέρωση του Υπουργείου προς έκδοση της σχετικής πράξης για ανάκληση της απαλλοτρίωσης, η οποία έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα (ΟΛ. ΑΠ. 7/2007). Η αυτοδίκαιη ως άνω ανάκληση της απαλλοτρίωσης, αποβλέπουσα αποκλειστικώς στο συμφέρον του καθ'ού η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη, για να μην παραμένει σε βάρoς του η κηρυχθείσα σε βάρος του απαλλοτρίωση, επί μακρό χρονικό διάστημα εκκρεμής, και μετέωρη, προς βλάβη των συμφερόντων του, λόγω της δέσμευσης της ιδιοκτησίας του μπορεί από αυτόν και μόνον να προταθεί, όχι δε και από τον υπέρ ού η απαλλοτρίωση.
Κατά συνέπειαν η προθεσμία αυτή ούτε αποκλείει την κατά τη διάρκειά της υποχρέωση καταβολής της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε οριστικώς ούτε, στην περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της επιφέρει απόσβεση της αξίωσης αποζημίωσης από την ανωτέρω αιτία για το δικαιούχο, που όχι μόνον δεν την επικαλείται αλλά, αντίθετα, ασκεί αγωγή επιδίκασης της εν λόγω αποζημίωσης ή εκδίδει διαταγή πληρωμής ως τίτλο για την είσπραξη της καθορισθείσης αποζημίωσης.
Περαιτέρω, με την παρ. 2 του άρθρου 11 του Ν. 2882/2001 ορίζονται τα εξής: "Η αναγκαστική απαλλοτρίωση ανακαλείται υποχρεωτικά με πράξη της αρχής η οποία την έχει κηρύξει, ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερομένου που πιθανολογεί εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριωμένο ακίνητο, εάν μέσα σε τέσσερα έτη από την κήρυξή της δεν ασκηθεί αίτηση για το δικαστικό καθορισμό της αποζημίωσης ή δεν καθορισθεί αυτή εξωδίκως.
Η αίτηση είναι απαράδεκτη εάν ασκηθεί μετά την πάροδο έτους από την παρέλευση της τετραετίας αυτής, σε κάθε δε περίπτωση μετά τη δημοσίευση της απόφασης καθορισμού της αποζημίωσης. Η πράξη ανάκλησης της απαλλοτρίωσης εκδίδεται μέσα σε τέσσερις μήνες από την υποβολή της σχετικής αίτησης και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως".
Εξ' άλλου, η παρ. 4 του ίδιου άρθρου 11 του Ν. 2882/2001 ορίζει τα εξής: "Εάν περάσουν άπρακτες οι κατά τις προηγούμενες παραγράφους 2 και 3 προθεσμίες ή εκδοθεί πράξη αρνητική, κάθε ενδιαφερόμενος δύναται να ζητήσει από το τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το απαλλοτριωμένο ακίνητο, την έκδοση δικαστικής απόφασης, με την οποία να ακυρώνεται η προσβληθείσα πράξη ή παράλειψη και να βεβαιώνεται η αυτοδίκαιη ή υποχρεωτικώς επελθούσα άρση της απαλλοτρίωσης.
Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία που ορίζεται από τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν. 2717/1990), πλην του άρθρου 66 αυτού. Στη δίκη καλείται ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση και το Δημόσιο. Η εκδιδόμενη απόφαση είναι ανέκκλητη." Οι διατάξεις αυτές θεσπίστηκαν προς το συμφέρον του καθ' ου η απαλλοτρίωση, για να μην παραμένει για πολύ χρόνο εκκρεμής η απαλλοτρίωση και να μην υφίσταται βλάβη από την μακρόχρονη δέσμευση της περιουσίας του.
Άρα, η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης με την παρέλευση του δεκαοκταμήνου για την καταβολή της καθορισθείσας αποζημίωσης και η άκαρπη παρέλευση της τετραετίας για τον καθορισμό της αποζημίωσης, δεν λαμβάνονται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να προβάλλονται από τον καθ' ου η απαλλοτρίωση (Ολ.
ΑΠ 7/2007), ενώ ο υπέρ του και ο υπόχρεος για τη δαπάνη της απαλλοτρίωσης δεν μπορούν να προβάλλουν την ανωτέρω αυτοδίκαιη ανάκλησή της. Από τον συσχετισμό και την αντιπαραβολή των προαναφερθεισών διατάξεων προκύπτουν και τα ακόλουθα:
α)Αυτοδίκαιη ανάκληση, όπως ορίζεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις, θεωρείται αυτή που επέρχεται αυτοδικαίως, δηλαδή άμεσα από το νόμο (ipso jure) με την πλήρωση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων. Η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αλλά πρέπει να προβληθεί από τον καθ' ου η απαλλοτρίωση, διότι μόνο προς το συμφέρον αυτού έχει θεσπιστεί από το Σύνταγμα. Ο υπόχρεως καταβολής της αποζημίωσης δεν δύναται να ανατρέπει την υποχρέωσή του με την άρνησή του να καταβάλει την δικαστικώς ορισμένη αποζημίωση, επικαλούμενος ατελέσφορα αδυναμία εξεύρεσης απαραίτητων πιστώσεων, όταν μάλιστα το δημόσιο, ως υπόχρεο, έχει καταλάβει τα ακίνητα και έχει αρχίσει την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, πολύ δε περισσότερο όταν έχει εκτελέσει το έργο.
β)Υπό την ισχύ της νέας ρύθμισης του άρθρου 39 παρ. 3α' του Ν. 4024/2011 εξυπηρετούνται τα συμφέροντα τόσο των καθ' ων η απαλλοτρίωση ιδιοκτητών, γιατί παύει να είναι μετέωρη και εκκρεμής η απαλλοτριωθείσα και δεσμευθείσα ιδιοκτησία τους, όσο και του υπέρ ου η απαλλοτρίωση δημοσίου ή άλλου φορέα δημοσίου, γιατί αποφεύγεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης και η καταβολή τόκων υπερημερίας, αλλά και το πρόσθετο οικονομικό κόστος εξαιτίας της επανακήρυξης της απαλλοτρίωσης και του καθορισμού αυξημένων κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, λόγω του μεταγενέστερου χρόνου υπολογισμού, νέων τιμών μονάδος.
γ) Υπό την αποκρουόμενη εκδοχή ότι: Α) Αν παρέλθει άπρακτη η προαναφερθείσα προθεσμία του ενός έτους ή απορριφθεί η αίτηση του δικαιούχου της αποζημίωσης, οριστικοποιείται η άρση της απαλλοτρίωσης και δεν γεννώνται πλέον δικαιώματα και υποχρεώσεις από αυτήν και Β) Ότι την άρση της απαλλοτρίωσης δεν μπορεί να επικαλεστεί μόνο ο καθ' ου η απαλλοτρίωση, εφόσον το απαλλοτριωθέν ακίνητο έχει καταληφθεί και κατέχεται από το φορέα εκτέλεσης του έργου, ο κύριος του ακινήτου νομιμοποιείται πλέον αναγκαίως να στραφεί κατά του ίδιου φορέα δικαστικά και να ζητήσει αποζημίωση τόσο για την αξία του ακινήτου όσο και για τις συνακόλουθες ζημιογόνες συνέπειες από την στέρηση απόλαυσης του (ακινήτου) κατά τον ενδιάμεσο χρόνο από την κατάληψή του, τελικά δεν επιτυγχάνεται οποιοσδήποτε επωφελής δημοσιονομικός στόχος υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
δ)Με την ως άνω διάταξη του άρθρου 39 παρ. 3α' του Ν. 4024/2011 παρέχεται η δυνατότητα αναδρομικής ισχύος της ρύθμισης σε περιπτώσεις που έχουν αρθεί αυτοδίκαια και έχουν κηρυχθεί με τις διατάξεις του Ν. 2882/2001, μέχρι την έναρξη της ισχύος του (27-10-2011), προκειμένου να αντιμετωπιστούν αρκετές περιπτώσεις αυτοδίκαιης άρσης που έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια λόγω αδυναμίας εξεύρεσης των απαραίτητων πιστώσεων και ενώ το δημόσιο έχει καταλάβει τα ακίνητα και έχει αρχίσει η εκτέλεση των έργων.
Στην περίπτωση αυτή οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλλουν αίτηση για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης μέχρι την 31-12-2012. ε)Με το άρθρο 131 του Ν. 4070/2012 προστέθηκε η παράγραφος 10 του άρθρου 20 του Ν. 2882/2001, σύμφωνα με την οποία, εφόσον η απαλλοτρίωση έχει αρθεί αυτοδικαίως κατ' εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 11 ή ανακλήθηκε νομίμως κατ' εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 11, δεν υφίσταται δικαίωμα του καθ' ού η απαλλοτρίωση για την έγερση καταψηφιστικής αγωγής με αντικείμενο την καταβολή της οριστικής αποζημίωσης.
Σύμφωνα, όμως, με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 146 του ίδιου νόμου 4070/2012, προσδιορίζεται ποιές από τις νέες διατάξεις εφαρμόζονται αποκλειστικά στις απαλλοτριώσεις που κηρύσσονται από την έναρξη της ισχύος του και εφεξής (10-4-2012) (παρ. 1) και ποιες εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών απαλλοτριώσεων (παρ.2).
Στις τελευταίες δε αυτές διατάξεις δεν αναφέρεται ρητά το τροποποιηθέν άρθρο 20 ν.2882/2001 και επομένως με βάση τη γενικευμένη παραδοχή ότι η αυτοδίκαιη άρση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης εξυπηρετεί μόνο το συμφέρον του καθού, γίνεται τελικά δεκτό ότι μόνο από αυτόν μπορεί να προταθεί η αυτοδίκαιη άρση της, όχι δε και από τον υπέρ ου ή τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης (ΟλΑΠ 12/2018).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 623 και 624 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με την συνδρομή των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι, αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.
Αν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατά το άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, στην περίπτωση δε που, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται υστέρα από ανακοπή του οφειλέτου κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ.
Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον λόγο αυτόν απαγγέλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη δυνατότητας να αποδειχθεί η απαίτηση από άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1378/2009).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009) ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1518/2008, ΑΠ 558/2008). Μέσω του παραπάνω, από το αρθρ. 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγου ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης, των ανακοπών (αρθρ.583 επ. 632, 933,979 Κ.Πολ.Δ. και των πρόσθετων λόγων αυτών, της προβολής αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 1014/2010) καθώς και το παραδεκτό της έκδοσης διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο που, κατά παράβαση του άρθρου 623 Κ.Πολ.Δ., δεν αποδεικνύει την απαίτηση και το ποσό αυτής (Ολ. ΑΠ 10/97, Ολ. ΑΠ 43/2005, ΑΠ 412/99).
Με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ η, κατ' ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αιτίαση, με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο (άρθρα 623, 624 Κ.Πολ.Δ.), απέρριψε, τους περί μη συνδρομής της κατά τις παραπάνω διατάξεις [των αρθ. 623 και 624 ΚΠολΔ] απαιτουμένης για την έκδοση της ανακοπτομένης [με αριθμό 1/2015] διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτ.
Χίου προϋποθέσεως της υπάρξεως χρηματικής σε βάρος του (αναιρεσείοντος) απαιτήσεως από την κηρυχθείσα αρμοδίως υπέρ αυτού απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης [για την οποία καθορίστηκε, νομίμως η αναφερομένη σ' αυτήν οριστική τιμή αποζημιώσεως, συνολικού ποσού 97.399,20 Ευρώ και με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής], πρώτο και δεύτερο λόγους της ασκηθείσας κατά της τελευταίας από το ίδιο (αναιρεσείον) ενδίκου ανακοπής, θεμελιουμένους στο ότι κατά τον χρόνο έκδοσής της, (διαταγής πληρωμής) είχε ήδη επέλθει η αυτοδίκαιη άρση αυτής (απαλλοτριώσεως) εξαιτίας απράκτου παρόδου της από το άρθρο 11 παρ. 3 ν.2882/2001 τασσομένης για τη συντέλεσή της προθεσμίας (μη καταβολή της ορισθείσας αποζημίωσης εντός 18 μηνών από τον προσωρινό καθορισμό αυτής) και, συνεπώς, είχε αποσβεσθεί η προς είσπραξη της παραπάνω αποζημιώσεως αξίωση της αναιρεσίβλητης, καθόσον δέχθηκε [εσφαλμένως κατά την προβαλλομένη αιτίαση], ότι είναι απαράδεκτη η από το αναιρεσείον - υπέρ ου η απαλλοτρίωση προβολή του περί αυτοδικαίας άρσεως της κηρυχθείσας απαλλοτριώσεως ισχυρισμού, παραλείποντας, παρά το νόμο, να ακυρώσει την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, κάνοντας δεκτή την προς θεμελίωση του προβληθέντος ως άνω λόγου επικληθείσα απ' αυτό (αναιρεσείον) αιτίαση.
Ο λόγος αυτός, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η, προβλέπουσα την αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτριώσεως, διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του ν. 2882/2001, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθ. 39 παρ. 3α ν.4024/2011, στην οποία το αναιρεσείον επιχειρεί να θεμελιώσει την προβαλλόμενη ως άνω αιτίαση, θεσπισθείσα προς το συμφέρον του καθού η απαλλοτρίωση, δεν παρέχει δικαίωμα επικλήσεως αυτής στο υπέρ ου και υπόχρεο προς καταβολή της καθορισθείσας σχετικής αποζημίωσης αναιρεσείον -ανακόπτον, με αποτέλεσμα να καθίσταται απαράδεκτος ο, προς αντίκρουση της σχετικής αξίωσης της δικαιούχου της αποζημιώσεως αναιρεσίβλητης-καθής η ανακοπή προβαλλόμενος κατά της σχετικώς εκδοθείσας διαταγής πληρωμής λόγος της ανακοπής.
Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 131 ν.4070/2012 παρασχέθηκε και στον υπέρ ου η απαλλοτρίωση το δικαίωμα προτάσεως της αυτοδικαίως επελθούσης, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 3 του ν.2882/2001, άρσεως της απαλλοτριώσεως κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού η επικαλουμένη από το αναιρεσείον ως άνω διάταξη του άρθρου 131 ν.4070/2012 εφαρμόζεται μόνο στις απαλλοτριωθείσες που κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος αυτού (10-4-2012) και όχι επί των εκκρεμών, όπως η ένδικη, απαλλοτριώσεων (ΟλΑΠ 12/2018).
Από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. (ΑΠ 1470/2017, ΑΠ 1552/2018). Περαιτέρω, στο άρθρο 281 AK ορίζεται ότι "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος".
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ολ.
ΑΠ 17/1995). Καταχρηστική υπό την ανωτέρω έννοια, μπορεί να είναι η άσκηση μόνο υπαρκτού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 17/1997), δεν είναι δε νόμιμος ο εκ του εν λόγω άρθρου 281 ΑΚ ισχυρισμός όταν με αυτόν προτείνεται απλώς το νόμω αβάσιμο του αγωγικού δικαιώματος και αποκρούεται η εφαρμογή του ως μη αναγνωριζομένου από το νόμο ή αποκρούεται η άρνηση της ασκουμένης αξιώσεως (ΑΠ 1414/2015).
Με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από το αναιρεσείον η, από το άρθρο 559 αρ. 1ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως νομικά αβάσιμο τον περί καταχρηστικά ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσιβλήτου, πέμπτο λόγο της ένδικης ανακοπής του δεχθείσα την μη κατάφαση συνδρομής των από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ απαιτουμένων για τη θεμελίωσή της πραγματικών περιστατικών παρόλον που τα εκτιθέμενα στην ανακοπή απέκλειαν την κρίση αυτή επιβάλλοντα την περί νομικής βασιμότητος παραδοχή.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα τ' ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, το ανακόπτον, με τον πέμπτο λόγο της ανακοπής του, ισχυρίζεται ότι το δικαίωμα της καθ' ης ασκείται καταχρηστικά, διότι η υπέρ ης η απαλλοτρίωση τέως Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, όπως και η ίδια ως διάδοχός της δεν κατέθεσαν κανένα ποσό στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και ως εκ τούτου δεν υπάρχει κανένα Φ.Ε.Κ.
που να δημοσιεύεται η παρακατάθεση τέτοιου ποσού αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση και δεν συντελέστηκε αυτή (απαλλοτρίωση), το ακίνητο της καθ' ης δεν καταλήφθηκε ποτέ από την ανάδοχο εταιρεία του έργου και έχει αυτοδίκαια αρθεί η απαλλοτρίωση λόγω παρόδου της 18μηνης προθεσμίας από τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, η καθ'ης προσπαθεί να αποσπάσει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό βασιζόμενη στις αποφάσεις προσδιορισμού προσωρινής και οριστικής τιμής μονάδος, οι οποίες έχουν εφαρμογή μόνον όταν η απαλλοτρίωση συντελείται και την στιγμή που δεν της οφείλεται κανένα ποσό, αφού η απαλλοτρίωση δεν συντελέστηκε, το ακίνητό της δεν καταλήφθηκε και έχει την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα του ακινήτου της και ότι δεν υφίσταται δικαίωμα αποζημίωσης λόγω της μη κατάθεσης της αποζημίωσης και της μη κατάληψης του ακινήτου.
Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Ειδικότερα κατά το σκέλος με τον οποίο προβάλλονται πραγματικά περιστατικά έλλειψης δικαιώματος αποζημίωσης της καθ'ης, είναι μη νόμιμος, διότι καταχρηστική μπορεί να είναι η άσκηση μόνο υπαρκτού δικαιώματος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αμέσως προαναφερόμενη μείζονα σκέψη, και ως προς τα λοιπά επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, ήτοι ότι η υπέρ ης η απαλλοτρίωση τέως Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, όπως και η ίδια ως διάδοχός της δεν κατέθεσαν κανένα ποσό στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και ως εκ τούτου δεν υπάρχει κανένα ΦΕΚ που να δημοσιεύεται η παρακατάθεση τέτοιου ποσού αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση και δεν συντελέστηκε αυτή, καθώς το έργο για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση δεν ολοκληρώθηκε, ότι το ακίνητο της καθ'ης δεν καταλήφθηκε ποτέ από την ανάδοχο εταιρεία του έργου και έχει αυτοδίκαια αρθεί η απαλλοτρίωση, ότι η καθ' ης προσπαθεί να αποσπάσει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό βασιζόμενη στις αποφάσεις προσδιορισμού προσωρινής και οριστικής τιμής μονάδος, ότι το ακίνητό της δεν καταλήφθηκε και έχει την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα του ακινήτου της, είναι μη νόμιμος, διότι τα πραγματικά αυτά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του ένδικου δικαιώματος της καθ' ης η ανακοπή".
Υπό τις ως άνω πλήρεις και σαφείς παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης απόφασης οι οποίες δικαιολογούν την ορθή υπαγωγή των εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό του (μη) εφαρμοσθέντος ως άνω κανόνος δικαίου (281 ΑΚ) και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες από το αρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ αιτιάσεις οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.
Από τη διάταξη του άρθρου 626 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 ν. 4335/2015, η οποία δεν περιλαμβάνει παραπομπή στο άρθρο 216 παρ.1 περ.α ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με την ανωτέρω αναφερθείσα διάταξη του άρθρου 623 του ίδιου κώδικα, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 ν. 4335/2015, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής, δεν απαιτείται, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαιτήσεως για την οποία ζητείται η έκδοσή της, να παρατίθεται το σύνολο των γενεσιουργών της απαιτήσεως περιστατικών αλλ' αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών που να εξατομικεύουν την απαίτηση από την άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γενέσεώς της και που να δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος (ΑΠ 1391/2011).
Περαιτέρω καθ'ου η αίτηση διαταγής πληρωμής είναι εκείνος που φέρεται ως υπόχρεος αποζημίωσης από τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης και κατά του οποίου έχει διεξαχθεί η δίκη του καθορισμού της αποζημίωσης. Στην σχετική αίτηση πρέπει να επισυνάπτονται α) η τελεσίδικη δικαστική απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης η διαφορετική δικαστική απόφαση και στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι η προσωρινή απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη ή έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό από το οποίο να προκύπτει το ύψος της αποζημίωσης συνολικά η κατά τιμή μονάδας, β) η δικαστική απόφαση αναγνώρισης δικαιούχου, γ) τα τεχνικά στοιχεία της απαλλοτρίωσης, δηλ.
κτηματολογικός πίνακας, διάγραμμα κλπ., από τα οποία προκύπτει το ύψος της οφειλόμενης αποζημίωσης, όταν αυτό δεν προκύπτει άμεσα από τις προηγούμενες αποφάσεις. Αν ο φερόμενος ως υπόχρεος της αποζημίωσης και καθ' ου η διαταγή πληρωμής αμφισβητεί την ιδιότητά του ως υποχρέου ή την ποσότητα της οφειλόμενης αποζημίωσης έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής κατά τα άρθρα 632 και 633 παρ. 1 ΚΠολΔ και να αποδείξει τους ισχυρισμούς του αυτούς.
Μόνη η δικαστική απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης, χωρίς να επισυνάπτεται στην αίτηση και η δικαστική απόφαση αναγνώρισης δικαιούχου δεν αρκεί και η σχετική αίτηση απορρίπτεται κατ' άρθρο 623 και 628 παρ. 1 στ. α ΚΠολΔ, η δε διαταγή πληρωμής ακυρώνεται κατ' άρθρο 623 και 628 παρ. 1α ΚΠολΔ. Με τον πρώτο, κατά το τρίτο σκέλος του, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από το αναιρεσείον η, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμο τον τέταρτο περί αοριστίας της αιτήσεως προς έκδοση της ενδίκου διαταγής πληρωμής λόγο της ανακοπής του, παραλείποντας να κηρύξει το σχετικό απαράδεκτο, δεχθείσα, εσφαλμένως [κατά την ως άνω αιτίαση] την αναφορά σ' αυτή (αίτηση προς έκδοση της διαταγής πληρωμής) των από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 623 και 626 ΚΠολΔ απαιτουμένων για τον προσδιορισμό, [από απόψεως αντικειμένου, είδους και τρόπου γενέσεως] της χρηματικής απαιτήσεως, για την οποία ζητήθηκε η έκδοσή της, εξατομικευτικών αυτής πραγματικών περιστατικών παρόλο που τα εκτιθέμενα στην ως άνω αίτηση απέκλειαν την κρίση αυτή επιβάλλοντα την περί της αοριστίας παραδοχή.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τ' ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής του, το ανακόπτον ισχυρίζεται ότι η αίτηση προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής είναι αόριστη, διότι σε αυτήν δεν αναφέρονται με ακρίβεια όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτέλεσαν την αιτία της απαίτησης της καθ'ης η ανακοπή και με ποια νομιμοποιητικά έγγραφα αποδεικνύεται η απαίτησή της, αλλά στηρίζεται μόνον στην υπ'αριθμ. 3/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου και την υπ'αριθμ. 171/2009 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, με τις οποίες καθορίσθηκε η προσωρινή και η οριστική τιμή μονάδος της απαλλοτρίωσης, αντίστοιχα, οι οποίες αναφέρονται μόνον στο βεβαρυμένο ακίνητο και τελείως αόριστα και όχι στην καθ'ης η ανακοπή, δεν γίνεται λεπτομερής και διεξοδική ανάλυση του αιτούμενου με την αίτηση ποσού, ώστε τα επιμέρους κονδύλια να βασίζονται σε κάποια συγκεκριμένη αιτία, δεν αναφέρεται εάν συντελέσθηκε το έργο, εάν το ποσό της αποζημίωσης όντως παρακατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και εάν όντως η τέως Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ή το ανακόπτον που είναι διάδοχός της, κατέλαβε το ακίνητο και ότι από τις εν λόγω παραλείψεις υφίσταται ανεπανόρθωτη βλάβη, που συνίσταται στο γεγονός ότι καλείται να καταβάλει το συνολικό ποσό των 97.399,20 ευρώ.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθώς, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αίτησης, σε αυτήν αναφέρεται ότι με υπ'αριθμ. 3/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, καθορίσθηκε η προσωρινή μονάδος της απαλλοτρίωσης για το απαλλοτριούμενο ακίνητο και επίσης αναγνωρίσθηκε η καθ'ης δικαιούχος της αποζημίωσης και ως εκ τούτου αναφέρθηκαν τα στοιχεία της ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ'ης για την υποβολή της εν λόγω αίτησης και αποδείχθηκαν με την προσκόμιση της απόφασης αυτής μαζί με την αίτηση προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής.
Η αναφορά των δικαστικών αυτών αποφάσεων αρκεί για την απόδειξη της απαίτησης και παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που εξατομικεύουν την απαίτηση υπό την άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γενέσεώς της και δικαιολογούν την ύπαρξη οφειλής της καθ' ης η αίτηση έναντι της αιτούσας, αφού εκτίθεται ότι με την υπ'αριθμ. 3/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, καθορίσθηκε η προσωρινή μονάδος της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο ακίνητο και αναγνωρίσθηκε αυτή (αιτούσα) δικαιούχος της αποζημίωσης, ότι με την υπ'αριθμ. 171/2009 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, προσδιορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδος της απαλλοτρίωσης για το απαλλοτριούμενο ακίνητο, ότι υπόχρεη σε αποζημίωση είναι η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Χίου υπέρ της οποίας κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση και ήδη η καθ' ης η αίτηση, που υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτής ως καθολική της διάδοχος, δυνάμει των άρθρων 3 και 283 ν. 3852/2010 και συνεπώς η τελευταία οφείλει να της καταβάλει το αιτούμενο ποσό των 97.399,20 ευρώ, το οποίο προκύπτει μετά την παράθεση στην αίτηση των ποσών της οριστικής τιμής μονάδος που καθορίσθηκε για την έκταση και για κάθε επικείμενο αυτής και της ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα της ιδιοκτησίας της. ...
ενώ στην αίτησή της δεν χρειαζόταν να αναφέρει η αιτούσα ότι συντελέσθηκε το έργο, ούτε ότι η υπέρ ης η απαλλοτρίωση τέως Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ή το ανακόπτον που είναι διάδοχός της κατέλαβαν το ακίνητο, ούτε ότι το ποσό της αποζημίωσης όντως παρακατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, δεδομένου ότι τα στοιχεία αυτά δεν ασκούν νομική επιρροή στο δικαίωμα της δικαιούχου της αποζημίωσης για καταβολή αυτής και στην αντίστοιχη υποχρέωση του υπέρ ου η απαλλοτρίωση για καταβολή της στον δικαιούχο, αφού δεν ορίζονται από τον νόμο ως προϋποθέσεις της γέννησης και του απαιτητού του δικαιώματός της προς καταβολή της προσδιορισθείσας αποζημίωσης. ".
'Ετσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη με τον παραπάνω (από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ) αναιρετικό λόγο πλημμέλεια καθόσον δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να απορρίψει τον τέταρτο λόγο της ενδίκου ανακοπής του αναιρεσείοντος με τον οποίο προβλήθηκε αοριστία της αιτήσεως προς έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής δεχθείσα την κατάφαση αναφορικά σ' αυτήν όλων των από τις διατάξεις των άρθρων 623 και 626 ΚΠολΔ απαιτουμένων για την πληρότητα του δικογράφου της [προς έκδοση διαταγής πληρωμής] αιτήσεως στοιχείων και ειδικότερα των εξατομικευτικών της χρηματικής απαιτήσεως για την οποία ζητείται αυτή (διαταγή πληρωμής) πραγματικών περιστατικών από απόψεως αντικειμένου, είδους και τρόπου γενέσεως της, αφού διαλαμβάνονται σ' αυτή 1) ο καθορισμός με τις 3/2008 και 171/2009 αποφάσεις του Μον.
Πρωτ. Χίου και Εφετείου Αιγαίου αντίστοιχα της προσωρινής και οριστικής τιμής μονάδος της ενδίκου απαλλοτριώσεως, 2) η αναγνώριση, με την πρώτη από τις παραπάνω αποφάσεις, της αναιρεσιβλήτου ως δικαιούχου της αποζημιώσεως, 3) το συνολικό ποσό της αποζημιώσεως, για το οποίο δεν υπάρχει ανάγκη αναφοράς της παρακαταθέσεώς του ή μη στο ΤΠΔ και 4) η υπόχρεη προς καταβολή της αποζημιώσεως του αναιρεσείοντος υπέρ ου έλαβε χώρα η κήρυξη της απαλλοτριώσεως, με αποτέλεσμα να κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος ο προβαλλόμενος ως άνω λόγος αναιρέσεως.
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ, τα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος του ένδικου μέσου της έφεσης δεν παρεμποδίζουν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στη περίπτωση που έγινε δεκτή αυτή και εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε ερευνηθεί και γίνει δεκτή η κύρια βάση της αγωγής, να εξετάσει την επικουρική βάση αυτής, η οποία, ενόψει της παραδοχής της κύριας βάσης, δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο έρευνας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Τα ίδια ισχύουν και επί ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, καθώς κάθε λόγος ανακοπής αποτελεί ιδιαίτερη βάση. Για το παραδεκτό της έρευνας αυτής δεν είναι αναγκαία η προβολή προς τούτο ειδικού λόγου έφεσης, για την οποία δεν είχαν άλλωστε και δυνατότητα οι διάδικοι και ειδικότερα, επί ανακοπής, τόσο ο ανακόπτων, λόγω έλλειψης έννομου αυτού συμφέροντος, εφόσον είχε γίνει δεκτός ένας λόγος της ανακοπής του, όσο και ο καθ'ου η ανακοπή, ενόψει του ότι δεν υπήρχε στην πρωτόδικη απόφαση σε βάρος του διάταξη σχετιζόμενη με μη ερευνηθέντα λόγο της ανακοπής, ώστε να είναι δυνατή η άσκηση από αυτόν την παραπάνω ένδικου μέσου.
Αντίθετα, ο λόγος ανακοπής που δεν ερευνήθηκε, επιβάλλεται στην παραπάνω περίπτωση να ερευνηθεί, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δικάζοντας κατ' ουσία την υπόθεση σύμφωνα με το άρθρο 535 παρ. 2 ΚΠολΔ, ερευνά τη βασιμότητα του λόγου της ανακοπής που έγινε δεκτός πρωτοδίκως και απορρίπτοντας αυτόν είναι υποχρεωμένο να ερευνήσει και τους λοιπούς λόγους της (ΑΠ 1286/2012).
Αντίθετα, εάν οι επικουρικές βάσεις της αγωγής ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν, το Εφετείο δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη εξέταση αυτών, αλλά απαιτείται υποβολή αυτοτελούς έφεσης του εναγομένου (ΑΠ 43/2008) και τα ίδια ισχύουν και επί ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής (άρθρο 632 παρ. 1 ΚΠολΔ), με την οποία ο ανακόπτων (προβάλλει περισσότερους λόγους ανακοπής, δηλ.
σωρεύει περισσότερες βάσεις σ' αυτή (ΑΠ 13/2010).
Κατ' ακολουθίαν αυτών ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από το αναιρεσείον η, κατ' ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, μετά την, κατά παραδοχή της εφέσεως της αναιρεσιβλήτου, απόρριψη των πρωτοδίκως γενομένων δεκτών πρώτου και δεύτερου λόγου της ανακοπής αυτού (αναιρεσείοντος) προέβη, καθ' υπέρβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, στην έρευνα των μη ερευνηθέντων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τρίτου και τετάρτου λόγων της ανακοπής, η έρευνα δεν είχε μεταβιβαστεί στο εφετείο με την ένδικη έφεση της αναιρεσιβλήτου, η οποία παραπονέθηκε μόνο για την παραδοχή από το πρωτοβάθμιο των πρώτου και δευτέρου λόγου αυτής, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 26 του ν. 2882/2001: α. Η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης γίνεται με δικαστική απόφαση, κατά την ειδική διαδικασία που ορίζεται με τις διατάξεις του παρόντος (παρ. 1). β. Αρμόδιο για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης είναι το μονομελές πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε ή το μεγαλύτερο τμήμα αυτού... (παρ. 2).
γ. Το δικαστήριο αναγνωρίζει τους δικαιούχους της αποζημίωσης με βάση κάθε στοιχείο που προσκομίζουν οι διάδικοι ή που το εξετάζει αυτεπαγγέλτως... (παρ. 6). δ. Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου για την αναγνώριση δικαιούχων δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Διάδικοι ή τρίτοι, που αξιώνουν δικαιώματα στο απαλλοτριωμένο ακίνητο, δύνανται να τα ασκήσουν κατά την τακτική διαδικασία, έστω και εάν δεν προβλήθηκαν κατά την ειδική διαδικασία αναγνώρισης δικαιούχων, προς είσπραξη της αποζημίωσης ή αναζήτηση αυτής από εκείνον που την εισέπραξε ή από εκείνον υπέρ του οποίου εκδόθηκε το ένταλμα πληρωμής... (παρ. 12).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης από απαλλοτρίωση, η οποία αποφαίνεται αμετάκλητα με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία που υπάρχουν στη διάθεση του δικαστηρίου, χωρίς να περιορίζεται στον κτηματολογικό πίνακα και στο αντίστοιχο κτηματολογικό διάγραμμα, αποτελεί δεδικασμένο, έναντι πάντων, για το ποιος είναι δικαιούχος για την είσπραξη της αποζημίωσης και όχι ο υπόχρεος για την καταβολή αυτής και, επιπροσθέτως, για το εμβαδόν των απαλλοτριωμένων ακινήτων και τον όγκο των επ'αυτών κτισμάτων (ολΑΠ 7/2013, ΑΠ 357/2017).
Κατ' ακολουθίαν αυτών ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από το αναιρεσείον η, από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι από τις 3/2008 και 171/2009 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου και του Εφετείου Αιγαίου αντίστοιχα, με τις οποίες καθορίστηκε η προσωρινή και οριστική τιμή αποζημιώσεως για την ένδικη απαλλοτρίωση και αναγνωρίστηκε (με την πρώτη) η αναιρεσίβλητη ως δικαιούχος της αποζημιώσεως, απορρέει δεδικασμένο για το ότι το αναιρεσείον τυγχάνει ο υπόχρεος προς καταβολή της ορισθείσης αποζημιώσεως για την οποία εκδόθηκε η ανακοπείσα διαταγή πληρωμής κρίνεται απορριπτέος ως στηριζόμενος στην επικαλουμένη από το αναιρεσείον (εσφαλμένη) ως άνω προϋπόθεση, η οποία όμως δεν συντρέχει αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και ιδίως από την παραδοχή ότι "η απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης από απαλλοτρίωση ...
αποτελεί δεδικασμένο έναντι πάντων για το ποιος είναι δικαιούχος για την είσπραξη της αποζημίωσης... Αν ο φερόμενος ως υπόχρεος της αποζημίωσης και καθ' ου η διαταγή πληρωμής αμφισβητεί την ιδιότητά του ως υποχρέου έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής ..." προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου αναφορικά με το δικαιούχο και όχι τον υπόχρεο προς αποζημίωση.
Με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της αναιρέσεως προβάλλονται από το αναιρεσείον οι, από το άρθρο 559 αρ. 19 και 11 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε (άλλους) ως αορίστους και (άλλους) ως μη νομίμους τους προβληθέντες με την ένδικη ανακοπή του λόγους κατά της προαναφερθείσας διαταγής πληρωμής αφενός μεν "με ανεπαρκείς, ασαφείς και πάσχουσες κενά αιτιολογίες" και αφετέρου χωρίς να λάβει υπόψη τα νομοτύπως απ' αυτό προσκομισθέντα και λεπτομερώς αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα.
Οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι αφού, οι προβαλλόμενοι ως άνω λόγοι προϋποθέτουν κρίση επί της ουσίας της υποθέσεως και δεν ιδρύονται στην περίπτωση που η αγωγή, ή οι λόγοι της ανακοπής απορρίφθηκαν ως αόριστοι ή μη νόμιμοι, όπως στην ένδικη περίπτωση (ΑΠ 651, 1546, 1665/2008, Ολ ΑΠ 3/1997). Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) μειωμένη κατά το μέτρο των άρθρων 99 ν.2503/1997 και 283 ν.3852/2010).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την [από 11-9-17 και με αριθμ. καταθ. 6/2017] αίτηση αναιρέσεως της 76/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου από τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ