414/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated414/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 414 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 414/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: Κ. Φ. του Α., κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γιαννάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ν. Π., κατοίκου ... , 2. Γ. Π. του Ν., 3. Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ... , 4. Σ. Σ. του Γ., κατοίκου ... και 5. Ι. Μ., κατοίκου ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Χριστοδούλου, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6167/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 3751/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-1-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 18-8-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 19/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: " Ο ενάγων, ο οποίος είναι ιατρός ..., με το νόμιμα μεταγεγραμμένο ... συμβόλαιο ... κατέστη κύριος, με αγορά από τον Ι. Κ., ενός οικοπέδου ... έκτασης 571,64 τμ, το οποίο βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού του δημοτικού διαμερίσματος ... , Δήμου Ακράτας ...
Στη συνέχεια ... απέκτησε ... την κυριότητα και άλλου οικοπέδου ... και έτσι η συνολική έκταση του ακινήτου του, διαμορφώθηκε σε 721,80 τμ.. Μετά την απόκτηση του πρώτου οικοπέδου ... έλαβε ... οικοδομική άδεια για την ανέγερση διώροφης οικοδομής σ' αυτό ..., η οποία και αποπερατώθηκε κατά τα έτη 1997-1998. Πριν από τη μεταβίβαση του άνω πρώτου ακινήτου στον ενάγοντα, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, ο δικαιοπάροχός του Ι.
Κ., αλλά και ο ενάγων.. .προέβησαν σε χωματουργικές εργασίες διαμόρφωσης της γύρω από το ακίνητο περιοχής, με αποτέλεσμα να επέλθει σοβαρή μεταβολή της ευρύτερης περιοχής κυρίως ως προς τη θέση ενός μονοπατιού, που αποτελούσε φυσικό όριο μεταξύ των ιδιοκτησιών ... Κ. και του δεύτερου εναγομένου. Οι εργασίες αυτές υπήρξαν αφετηρία δικαστικών διενέξεων, μεταξύ του ενάγοντος και των δύο πρώτων εναγομένων, οι οποίοι είναι ιδιοκτήτες ομόρου ακινήτου ...
Μεταξύ των άνω ιδιοκτησιών του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου, παρεμβαλλόταν ως φυσικό όριο, κοινόχρηστο μονοπάτι ... και αρδευτική αύλακα. Κατά το στάδιο εκτέλεσης των εργασιών ... της οικοδομής του ενάγοντος ..., ο πρώτος εναγόμενος ... άσκησε κατά του ενάγοντος και του άνω δικαιοπαρόχου του, Ι. Κ., ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ακράτας, ...
αγωγή του, με την οποία ισχυρίστηκε ότι ..., ο ενάγων και ο άνω δικαιοπάροχος του, ενεργώντας παράνομα και αυθαίρετα, κατά την εκτέλεση χωματουργικών εργασιών, κατέλαβαν τμήμα του ακινήτου του, έκτασης 280 τμ, αφού κατέστρεψαν προϋπάρχον κοινόχρηστο μονοπάτι και επιπλέον ότι ο ενάγων κατά την κατασκευή της διώροφης οικοδομής του, επεξέτεινε αυτή στο άνω καταληφθέν τμήμα, καταλαμβάνοντας τμήμα του, εμβαδού 40 τμ ...
ζήτησε να αναγνωριστεί κύριος του όλου ακινήτου του και ιδίως, του επιδίκου τμήματος ... Επί της αγωγής εκδόθηκε αρχικά η ... 23/1998 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, με την οποία ... . διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ..., διορίστηκε δε ... πραγματογνώμονας, ο τέταρτος εναγόμενος, αρχιτέκτονας -μηχανικός ...
Ο τελευταίος, στα πλαίσια των καθηκόντων που του ανατέθηκαν, συνέταξε την από 19-10-1998 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που συνοδεύεται από σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου και την από 19-10-1998 τεχνική έκθεση, που συντάχθηκε από τον πέμπτο εναγόμενο, τοπογράφο μηχανικό, τον οποίο και προσέλαβε ο ίδιος (τέταρτος εναγόμενος), ως τεχνικό σύμβουλο, βοηθό του, επειδή διέθετε ειδικές γνώσεις σε θέματα τοπογραφίας.
Στην έκθεση αυτή και στο συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα, ο άνω πραγματογνώμονας αναφέρει για την ύπαρξη μονοπατιού, ως φυσικό όριο μεταξύ των ιδιοκτησιών του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου και προσδιορίζει την καταληφθείσα από τον ενάγοντα εδαφική έκταση σε 266,52 τμ, αποτελούμενη από δύο τμήματα, με στοιχεία Α και Β, επιφάνειας 88,52 τμ το πρώτο, για το οποίο αναφέρει ότι έχει προσαρτηθεί ήδη στην ιδιοκτησία του δεύτερου εναγομένου και επιφάνειας 178 τμ, το δεύτερο, το οποίο παρέμενε καταληφθέν, ενώ στη συνημμένη τεχνική έκθεση που υπογράφεται και από τον πέμπτο εναγόμενο οι τελευταίοι αναφέρουν ότι, "το κτίριο ιδιοκτησίας Κ.
Φ. (ενάγοντος) έχει κτιστεί σε θέση όπου είναι η φυσική συνέχεια υπαρχόντων μονοπατιών - δρομίσκων και όπου περνούσαν τα προϋπάρχοντα του έτους 1987 μονοπάτια" ... Κατά τη διαμόρφωση της άποψης του, ο άνω πραγματογνώμονας ... έλαβε υπόψη ... Στη συνέχεια, το Ειρηνοδικείο Ακράτας, εξέδωσε τη με αριθμό 27/1999 οριστική απόφαση του, με την οποία, ...
δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και αναγνώρισε τον πρώτο εναγόμενο κύριο, επί εδαφικού τμήματος 266,52 τμ ..., κρίνοντας ότι ο ενάγων κατά την ανοικοδόμηση της οικίας του κατέστρεψε το μονοπάτι που αποτελούσε το όριο των ιδιοκτησιών του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου. Η άνω απόφαση κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της ασκηθείσας έφεσης κατ' αυτής, με τη με αριθμό 68/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων και ήδη αμετάκλητη.
Με την τελευταία απόφαση ... κρίθηκε, ότι ο ενάγων κατά την ανέγερση της οικίας του, τα έτη 1995 και 1996 κατέστρεψε το προϋφιστάμενο μονοπάτι, το οποίο αποτελούσε φυσικό όριο των ιδιοκτησιών των διαδίκων (ενάγοντος και πρώτου εναγομένου), καταπατώντας τμήμα της ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου, έχοντας οικοδομήσει επί του μονοπατιού.
Κατά το σχηματισμό δε της κρίσης του, όσον αφορά το άνω μονοπάτι, το ίδιο Δικαστήριο, έλαβε υπόψη πέραν της άνω πραγματογνωμοσύνης του τέταρτου εναγομένου, το με αριθμό 6350/2 φύλλο χάρτου της περιοχής της ΓΥΣ, το από μηνός Νοεμβρίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Κ. Κ. (τρίτου εναγομένου ... Στη συνέχεια, ο πρώτος εναγόμενος άσκησε ... .την από 8-11-2001 ...
διεκδικητική αγωγή ..., με την οποία ισχυρίστηκε, ότι παρά το γεγονός ότι ... αναγνωρίστηκε κύριος εδαφικού τμήματος 266,52 τμ, το οποίο είχε καταληφθεί από τον ενάγοντα και τον ... δικαιοπάροχο του, οι τελευταίοι απέδωσαν σ' αυτόν τμήμα 88,52 τμ από το ... καταληφθέν τμήμα, ενώ εξακολουθούν την παράνομη κατοχή του υπόλοιπου, έκτασης 178 τμ και επιπλέον ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων έχει επεκτείνει την οικοδομή του, επί έκτασης 28,44 τμ του τμήματος αυτού, ενώ το υπόλοιπο, ο τελευταίος και ο προηγούμενος δικαιοπάροχός του, έχουν διαμορφώσει σε δρόμο και αύλειο χώρο της οικοδομής του ενάγοντος, αφού προηγουμένως μετατόπισαν το κοινόχρηστο μονοπάτι, που αποτελούσε φυσικό διαχωριστικό όριο των δύο ιδιοκτησιών, σε βάρος της ιδιοκτησίας του ...
Παράλληλα, ο ενάγων άσκησε κατά του πρώτου εναγομένου ... την από 8-6-2002 ... αγωγή ..., με την οποία, αφού ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος επεξέτεινε καλόπιστα την οικοδομή του επί του άνω τμήματος των 28,44 τμ, της ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου, χωρίς διαμαρτυρία από αυτόν, ζήτησε να του επιδικαστεί, έναντι καταβολής της ανάλογης αποζημίωσης, η κυριότητα εδαφικής λωρίδας 105,70 τμ, για το λόγο ότι επ' αυτής έχει πράγματι επεκταθεί μέρος του κτίσματος και της βεράντας (θεμέλια και εξώστες) της διώροφης οικοδομής του, καθώς επίσης και διότι η εν λόγω εδαφική έκταση είναι αναγκαία για την τακτοποίηση της αρτιότητας του ακινήτου του και για τη νομιμοποίηση της οικοδομής του.
Επί των άνω αγωγών, εκδόθηκε η ... 22/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ακράτας, με την οποία ... απορρίφθηκε η ... αγωγή του ενάγοντος και έγινε δεκτή στο σύνολο της η διεκδικητική αγωγή του πρώτου εναγομένου ως προς τον ενάγοντα ... Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση από τον ενάγοντα, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 9/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, που κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση της ... 1476/2008 απόφασης του Αρείου Πάγου ...
Η ... απόφαση του Ειρηνοδικείου Ακράτας, εκτελέστηκε με την 1.../15-7-2004 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης ... Περαιτέρω, ... δεν αποδείχθηκε ότι ο τέταρτος εναγόμενος, στο από Οκτωβρίου 1998 τοπογραφικό διάγραμμα, με τη συνδρομή του πέμπτου εναγομένου, διαφοροποίησαν τη θέση των ορίων του οικοπέδου του ενάγοντος και αυτών του οικοπέδου του πρώτου εναγομένου, σε σχέση με το τοπογραφικό διάγραμμα του τρίτου εναγομένου, Κ.
Κ., που επισυνάπτεται στον τίτλο του πρώτου εναγομένου, ούτε ότι ο ίδιος (τέταρτος εναγόμενος) μετατόπισε προς ανατολάς την ιδιοκτησία του πρώτου εναγομένου σε βάρος της ιδιοκτησίας του ενάγοντος. Οι άνω, πραγματογνώμονας και τεχνικός σύμβουλος, μετά από τη διαπίστωση ότι το προαναφερθέν μονοπάτι αποτελεί το φυσικό όριο των δύο ιδιοκτησιών του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου, έκριναν ότι έπρεπε να προσδιοριστεί η θέση του.
Έτσι, αποτύπωσαν την υπάρχουσα κατάσταση των ακινήτων ..., τα έργα ..., τα οποία φαίνονταν στους χάρτες της ΓΥΣ ... Στη συνέχεια ... μετέφεραν όλα τα παραπάνω στοιχεία στους χάρτες της ΓΥΣ ..., αφού έλαβαν υπόψη και αεροφωτογραφίες της περιοχής των ετών 1967 και 1987 ... . Μετά δε το πέρας των προαναφερόμενων εργασιών, κατάρτισαν την προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης, με τα συνημμένα σ' αυτή, τοπογραφικό διάγραμμα και τεχνική έκθεση, όπου προσδιορίζεται με μεγαλύτερη ακρίβεια η θέση των άνω ακινήτων σε σχέση με το τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του Κ.
Κ., το οποία και έλαβαν υπόψη, όπως άλλωστε ρητά αναφέρεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ενώ στην άνω τεχνική έκθεση ανέφεραν ότι "το κτίριο, ιδιοκτησίας Φ. έχει κτιστεί σε θέση που είναι η φυσική συνέχεια των υπαρχόντων μονοπατιών - δρομίσκων που περνούσαν τα προϋπάρχοντα του έτους 1987 μονοπάτια". Τα παραπάνω δέχθηκε και το με αριθμό 8/2004 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καλαβρύτων ...
το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος των πρώτου, δεύτερου, τέταρτου και πέμπτου των εναγομένων, για τη αποδιδόμενη σ' αυτούς αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση πλαστού κατ' εξακολούθηση, συνιστάμενη στη νόθευση του τοπογραφικού διαγράμματος του μηχανικού Κ. Κ., που είχε επισυναφθεί στον τίτλο κτήσης του πρώτου εναγομένου.
Η αποτυπούμενη δε στο συνημμένο στην έκθεση του πραγματογνώμονα σχεδιάγραμμα, ως η πράγματι υφιστάμενη κατάσταση, δεν διαφοροποιείται από τις όμοιες γνωματεύσεις και τα αντίστοιχα τοπογραφικά διαγράμματα του μηχανικού Κ. Κ. του έτους 1995 ... Το αντίθετο, δεν συνάγεται από τις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα εκθέσεις των τοπογράφων -μηχανικών ...
Εξάλλου, ο ίδιος ο ενάγων, μετά την απόδοση του πρώτου από τα άνω καταληφθέντα τμήματα, έκτασης 88,52 τμ, στον πρώτο εναγόμενο, με την από 8-6-2002 ... αγωγή του, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος επεξέτεινε καλόπιστα την οικοδομή του επί τμήματος 28,44 τμ, της ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου ... και ζήτησε την επιδίκαση της κυριότητας εδαφικής λωρίδας 105,70 τμ, αποδεχόμενος έτσι, την επέκταση της οικοδομής του, επί της ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου.
Περαιτέρω, ο ενάγων υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Καλαβρύτων, την από 23-9-1999 έγκληση του, σε βάρος του τέταρτου εναγόμενου για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας πραγματογνώμονα, ισχυριζόμενος ότι ο τελευταίος συνέταξε "εντελώς μονόπλευρα την από 19-10-1998 έκθεση του ... Είναι αναληθής, διότι βεβαιώνει εν γνώσει ότι συνετάγη κατόπιν προσκλήσεως των ενδιαφερομένων, χωρίς να μνημονεύει το αποδεικτικό κλητεύσεώς μου και εντελώς μονόπλευρα, υπό τις οδηγίες πατρός και υιού Π. (δύο πρώτων εναγομένων) και την προσκομιδή κατά το δοκούν εγγράφων που αλλοιώνουν την αλήθεια της επιδίκου διαφοράς ...".
Η άνω έγκληση απορρίφθηκε με τη με αριθμό 3/2000 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημ/κών Καλαβρύτων, ως μη στηριζόμενη στο νόμο ... Κατά της Διάταξης αυτής ασκήθηκε από τον εγκαλούντα -ενάγοντα, ... προσφυγή, ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, η οποία ... απορρίφθηκε κατ' ουσία με την 20/2000 Διάταξη του άνω Εισαγγελέα Εφετών.
Με την τελευταία Διάταξη κρίθηκε ότι η έγκληση κατά το πρώτο σκέλος της, που αφορά την ψευδή βεβαίωση από τον πραγματογνώμονα "περί της πρόσκλησης των ενδιαφερομένων", δεν στηρίζεται στο νόμο, ενώ όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της, είναι προφανώς ψευδής στην ουσία της. Επίσης, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών την από 14-2-2003 μήνυση του, κατά των πρώτου, δεύτερου, τέταρτου και πέμπτου των εναγομένων, με την οποία ισχυρίστηκε ότι οι παραπάνω μηνυόμενοι, τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση με σκοπό το όφελος των δύο πρώτων από αυτούς, κατ' εξακολούθηση ...
Κατόπιν της μήνυσης αυτής, εκδόθηκε το με αριθμό 8/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Καλαβρύτων, το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος των άνω μηνυομένων ... . Μετά δε την έκδοση του άνω βουλεύματος, ο ενάγων με ... αίτησή του προς τον Εισαγγελέα Εφετών, ζήτησε την άσκηση έφεσης ...
αίτημα το οποίο απορρίφθηκε και ήδη το άνω βούλευμα έχει καταστεί αμετάκλητο. Ακόμη, ο ενάγων άσκησε σε βάρος των δύο πρώτων εναγομένων μήνυση για απάτη στο Δικαστήριο ... οι δύο πρώτοι εναγόμενοι παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημ/κείου Καλαβρύτων για να δικαστούν για την πράξη αυτή και συγκεκριμένα ότι ...
παρέστησαν ψευδώς στο Δικαστή του Δικαστηρίου αυτού ... Ωστόσο, για την ως άνω αξιόποινη πράξη αθωώθηκαν οι πρώτος και δεύτερος των εναγομένων, με τη με αριθμό 614/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Καλαβρύτων. Με βάση όσα προαναφέρθηκαν, δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά, ούτε και υποκειμενικά η αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας πραγματογνώμονα (αρθρ. 226 παρ. 1 ΠΚ), που αποδίδεται στον τέταρτο εναγόμενο, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτός ...
εξέθεσε εν γνώσει ψευδή περιστατικά ή ότι απέκρυψε αληθή γεγονότα ή ότι διατύπωσε κρίσεις που δεν ήταν σύμφωνες με την πεποίθηση του. Αντίθετα, η παρουσίαση της πραγματικής κατάστασης των ένδικων ακινήτων και η κρίση που με βάση την κατάσταση αυτή αποτύπωσε στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε είναι αληθής και ανταποκρίνεται στην επιστημονική πεποίθησή του.
Η αποτύπωση δε της άνω άποψης του, στη σχετική έκθεση που συνέταξε, δεν έγινε από αυτόν υστερόβουλα και με μεροληπτική υπέρ των δύο πρώτων εναγομένων διάθεση, με τους οποίους, άλλωστε, δεν αποδείχθηκε ότι τον συνδέει κάποια ιδιαίτερη σχέση. Κατά επέκταση, δεν στοιχειοθετούνται και οι αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας και της άμεσης συνέργειας στην ψευδορκία πραγματογνώμονα, που αποδίδονται στους δύο πρώτους εναγόμενους, η πρώτη και στον πέμπτο εναγόμενο, η δεύτερη.
Επιπλέον, δεν στοιχειοθετείται και η αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης ή της απλής δυσφήμησης ή της εξύβρισης του ενάγοντος, που αποδίδεται στους άνω, τέταρτο και πέμπτο των εναγομένων, κατά την εκπόνηση των άνω εκθέσεων, σύμφωνα με τις οποίες ο ενάγων έχει επεκτείνει την οικοδομή του σε βάρος της ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου και έχει οικοδομήσει επί του μονοπατιού, καθόσον, όπως ήδη εκτέθηκε, οι τελευταίοι αποτύπωσαν στις εκθέσεις αυτές αληθινά περιστατικά, στα πλαίσια των καθηκόντων που τους ανατέθηκαν, χωρίς από τη συμπεριφορά τους να προκύπτει ειδικός από μέρους του σκοπός προσβολής της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος.
Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι οι πρώτος και δεύτερος των εναγομένων, παραπλάνησαν το Δικαστήριο, παραλείποντας στις προαναφερόμενες, από 19-2-1997 και 8-11-2001 αγωγές τους, να περιγράψουν και να προσδιορίσουν συγκεκριμένα και λεπτομερώς τα όρια του οικοπέδου τους, με παραπομπή στο τοπογραφικό διάγραμμα του τρίτου εναγομένου ...
και να επισυνάψουν το τοπογραφικό διάγραμμα αυτό στις άνω αγωγές, αλλά και με την προσκόμιση αναληθών στοιχείων, και συγκεκριμένα των άνω, έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και τεχνικής έκθεσής των τέταρτου και πέμπτου των εναγομένων, κατά τη συζήτηση των άνω αγωγών τους και των εφέσεων επί των αποφάσεων που εκδόθηκαν επί των αγωγών, με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου και την έκδοση απόφασης δυσμενούς για τα συμφέροντα του αντιδίκου τους, ενάγοντα ...
Ενόψει αυτών και δεδομένου ότι ... η απάτη επί δικαστηρίου προϋποθέτει πολιτική δίκη, στην οποία ο διάδικος προβάλλει ψευδή πραγματικό ισχυρισμό, προσάγοντας ταυτόχρονα προς υποστήριξη του και απατηλά αποδεικτικά μέσα, με τα οποία παραπλανά το δικαστήριο και εκδίδει δυσμενή για την περιουσία του αντιδίκου του δικαστική απόφαση, δεν στοιχειοθετείται τόσο αντικειμενικά, όσο και υποκειμενικά η αξιόποινη πράξη της απάτης στο δικαστήριο, που αποδίδεται στους δύο πρώτους εναγόμενους.
Τούτο δε διότι ... δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος πέτυχε την όποια δικαίωση του από τα άνω Δικαστήρια, που έκριναν τη διαφορά του με τον ενάγοντα, με παραπλάνηση των δικαστών ..., προβάλλοντας ψευδείς ισχυρισμούς με σύγχρονη επίκληση και προσαγωγή προς απόδειξη τους ψευδών εν γνώσει τους αποδεικτικών στοιχείων ...
Επίσης, ... δεν αποδείχθηκε και η τέλεση εκ μέρους των δύο πρώτων εναγομένων και της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης ή της απλής δυσφήμησης ή της εξύβρισης, κατά του ενάγοντος, που φέρεται ότι τελέστηκε από αυτούς με την άνω απάτη στο Δικαστήριο, με την οποία, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, εμφάνισαν τον ενάγοντα ως καταπατητή, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι οι τελευταίοι ανέφεραν αναληθή περιστατικά στις άνω αγωγές τους, αντίθετα ...
ανέφεραν αληθινά περιστατικά, αφού ο ενάγων πράγματι κατέλαβε τμήμα του ακινήτου τους, επιπλέον δε ... άσκησαν αυτές, από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την προστασία της ιδιοκτησίας τους και στο πλαίσιο άσκησης των νομίμων δικαιωμάτων τους, χωρίς από τη συμπεριφορά τους να προκύπτει ειδικός από μέρους του σκοπός προσβολής της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος.
Τέτοιος σκοπός δεν αποδείχθηκε ..., αντίθετα προέκυψε ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι δεν υπερέβησαν στη προκείμενη περίπτωση, το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο, ούτε η έκθεση των σχετικών περιστατικών συνοδεύεται από απρεπείς εκφράσεις του, ώστε να μπορεί να συναχθεί ευχερώς, σκοπός εξύβρισης του ενάγοντος.
Περαιτέρω, στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την άνω από 8-11-2001 αγωγή, κατέθεσε ενόρκως ως μάρτυρας του πρώτου εναγομένου ... ο τρίτος εναγόμενος, συνταχθείσας προς τούτο της με αριθμό 2743/18-5-2004 ένορκης βεβαίωσης ... κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Γνωρίζω ότι τμήμα της οικοδομής του κ. Φ. (ενάγοντος) έχει κτιστεί και πάνω στο παλαιό κοινοτικό μονοπάτι, που ήταν και είναι το φυσικό όριο της ιδιοκτησίας Π. (πρώτου εναγομένου)".
Η κατάθεση του, όμως αυτή, είναι αληθινή, καθόσον όπως ήδη έχει εκτεθεί ο ενάγων έχει πράγματι καταλάβει με την οικοδομή του τμήμα του παλαιού μονοπατιού. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται η αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα ... Κατ' επέκταση δε, δεν μπορεί να γίνει λόγος και για ηθική αυτουργία των δύο πρώτων εναγομένων στην πράξη αυτή.
Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι, παράλληλα με την εξέλιξη της αντιδικίας των άνω ομόρων ιδιοκτητών, έλαβε χώρα ανάκληση της .../1995 οικοδομικής άδειας, που είχε χορηγηθεί στον ενάγοντα για την οικοδομή του ... ενώ ... η οικοδομή του χαρακτηρίστηκε αυθαίρετη και επιβλήθηκε σε βάρος του πρόστιμο ανέγερσης αυθαιρέτου ...
Λόγω της ανάκλησης της οικοδομικής άδειας και του χαρακτηρισμού της οικοδομής ως αυθαίρετης ... η ΔΕΗ Αιγίου ... ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι επρόκειτο να προβεί στη διακοπή της ηλεκτροδότησης. Οι παραπάνω, όμως, συνέπειες, ήτοι η ανάκληση της οικοδομικής άδειας, ο χαρακτηρισμός της οικοδομής ως αυθαίρετης και η διακοπή της ηλεκτροδότησης της και η από αυτές ζημία του ενάγοντος, δεν οφείλονται σε παράνομη ή υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, αλλά αποκλειστικά στη συμπεριφορά του ίδιου του ενάγοντος, όπως αναφέρθηκε παραπάνω.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος υπέβαλε ενώπιον του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, του οποίου ο ενάγων είναι μέλος, την από 12-6-2000 καταγγελία του, με την οποία ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγων είναι "καταπατητής". Με τον τρόπο αυτό ο δεύτερος εναγόμενος διέδωσε ενώπιον τρίτων γεγονός αληθινό, καθόσον, όπως ήδη εκτέθηκε ο ενάγων είχε πράγματι επεκτείνει την οικοδομή του σε οικόπεδο των δύο πρώτων εναγομένων και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται η αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, αλλά ούτε αυτή της απλής δυσφήμησης ή της εξύβρισης σε βάρος του ενάγοντος, καθόσον ο δεύτερος εναγόμενος, αναφέροντας το παραπάνω αληθινό περιστατικό, ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την προστασία της ιδιοκτησίας του, ενώ δεν προέκυψε ειδικός από μέρους του, σκοπός προσβολής της τιμής και της υπόληψης του τελευταίου.
Κατ' ακολουθία, εφόσον δεν αποδείχθηκε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, σε βάρος του ενάγοντος, δεν δικαιολογείται η επιδίκαση υπέρ αυτού της αιτούμενης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης του, γι' αυτό και η αγωγή του είναι απορριπτέα ...".
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, ενδοιαστικές κρίσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, σχετικά με την αβασιμότητα των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος περί αδικοπρακτικής ευθύνης των αναιρεσιβλήτων έναντι αυτού που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προδιαληφθεισών διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 932 του Α,Κ, και 361, 362 και 363,224 παρ.2, 226 παρ.1 και 386 παρ.1 του Π.Κ.
ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών. Τούτο δε διότι οι ως άνω αιτιολογίες καλύπτουν με πληρότητα και σαφήνεια το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ελλείψεως αδικοπρακτικής ευθύνης των αναιρεσιβλήτων για τις αποδιδόμενες με την αγωγή σε καθένα εξ αυτών πράξεις, οι οποίες σύμφωνα με τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της αποφάσεως δεν ετελέσθησαν και εντεύθεν δεν προεκλήθη η επ' αυτών ερειδομένη προσβολή της προσωπικότητος του αναιρεσείοντος.
Επομένως οι περί του αντιθέτου λόγοι του αναιρετηρίου, υπό στοιχεία Β, Δ και Η (κατά το δεύτερο σκέλος τους) Ε, ΣΤ, Ζ και Θ, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετικές αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες στην έλλειψη αιτιολογιών επί των αναφερομένων σ' αυτούς ζητημάτων, τυγχάνουν αβάσιμοι.
Περαιτέρω δε οι αυτοί ως άνω λόγοι κατά το μέρος τους με το οποίο υπό την, κατ' επίφαση, επίκληση αναιρετικών πλημμελειών εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττουν, την μη επιδεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 β' του Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή νομικώς αβάσιμοι ισχυρισμοί ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν, ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989, 11/1996, 3/1997, 12/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους υπό στοιχεία Β, Δ και Η, κατά το πρώτο σκέλος τους, λόγους, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική αιτίαση, συνισταμένη ειδικότερα στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη νομίμως προταθέντες αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και δη:
α) την διαφοροποίηση (αύξηση) της εκτάσεως του μείζονος ακινήτου του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων στους τίτλους κτήσεως αυτού και μεταβιβάσεως τμήματός του στον πρώτο αναιρεσίβλητο, που είναι ενδεικτική της μη καταπατήσεως εκ μέρους του, του επιδίκου εδαφικού τμήματος, β) ότι για την παραπλάνηση του δικαστηρίου οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι στις ασκηθείσες αγωγές τους, αναγνωριστικής και κυριότητας, που αφορούσαν το όμορο προς το δικό του, ακίνητο, το οποίο ο πρώτος μεταβίβασε στον δεύτερο λόγω γονικής παροχής, προκειμένου να δημιουργήσουν σύγχυση και ασάφεια, απέφυγαν να αναφέρουν το προσαρτημένο στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα του τρίτου αναιρεσιβλήτου, αλλά αντίθετα προσκόμισαν διαφορετικά και άσχετα τοπογραφικά διαγράμματα προς υποστήριξη των απατηλών ισχυρισμών τους και γ) ότι η συνταχθείσα από τον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων έκθεση πραγματογνωμοσύνης είναι εσφαλμένη, καθόσον απεφάνθη επί εδαφικής εκτάσεως που δεν αποτελούσε αντικείμενο της δίκης για την οποία διετάχθη η πραγματογνωμοσύνη και επί πλέον ανεγνώρισε ανύπαρκτο κοινοτικό μονοπάτι εντός της ιδιοκτησίας του, το οποίο επίσης δεν αποτελούσε αντικείμενο διαγνώσεως στη σχετική δίκη.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι προεχόντως, απαράδεκτοι, αφού οι φερόμενοι ως αγνοηθέντες από το Εφετείο ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, δεν συνιστούν πράγματα κατά την προδιαληφθείσα του όρου τούτου έννοια, αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα αυτού από την εκτίμηση των αποδείξεων. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ.
γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν" . Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη υπόψη προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ.
Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα.
Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση με τους υπό στοιχεία Α κατά το πρώτο σκέλος του και Γ λόγους της αιτήσεως προβάλλεται αιτίαση από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' του Κ.Πολ.Δ., υπό την έννοια ότι το Εφετείο, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη προσκομισθέντα με επίκληση από τον αναιρεσείοντα έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η βασιμότητα της ενδίκου αγωγής, και ειδικότερα τα εξής: 1) Το από 11-6-2003 απολογητικό υπόμνημα του τετάρτου αναιρεσιβλήτου, επί της υποβληθείσης κατ' αυτού μηνύσεως του αναιρεσείοντος, 2) την από 19-3-1996 αίτηση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ακράτας κατά του Ιερού Ναού Αγίας Τριάδος, 3) την υπ' αριθμ. 21/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, η οποία απέρριψε την ως άνω αίτηση, 4) το προσαρτώμενο στο υπ' αριθμ. .../1996 συμβόλαιο γονικής παροχής τοπογραφικό διάγραμμα, 5) τα συνοδεύοντα τις υπ' αριθμ. .../1996 και .../1996 άδειες οικοδομής των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων τοπογραφικά διαγράμματα και 6) την καταχωρημένη στα υπ' αριθμ. 41/2009 πρακτικά συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Ακράτας κατάθεση του μάρτυρος Ι.
Λ. επί αγωγής κατοίκων της Κοινότητος ... κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου. Οι λόγοι είναι αβάσιμοι, διότι από την ρητή σχετική βεβαίωση στην προσβαλλομένη απόφαση ότι λήφθησαν υπόψη οι χωρίς όρκο καταθέσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου του αναιρεσείοντος και του πρώτου αναιρεσιβλήτου και όλα γενικώς τα έγγραφα που επικαλέσθησαν και προσκόμισαν οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή τεκμηρίων, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της που αφορούν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, για την απόδειξη των οποίων επικαλείται τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα προαναφερθέντα έγγραφα.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδει επικουρικώς στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του φερομένου με τον ίδιο αναιρετικό λόγο ως μη ληφθέντος υπόψη από 11-6-2003 απολογητικού υπομνήματος του τετάρτου αναιρεσιβλήτου, στο οποίο περιέχεται ομολογία τούτου περί του ότι η επίδικη έκταση δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσεως του ακινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, αφ' ενός μεν δεν στηρίχθηκε αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο φερόμενο ως παραμορφωθέν, ως άνω, έγγραφο, για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, αλλά συνεκτίμησε αυτό μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αφ' ετέρου δε δεν παραμόρφωσε, το συγκεκριμένο έγγραφο, αλλά απέδωσε σ' αυτό νόημα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί ορθό αναφορικά με το αποδεικτέο θέμα, ο αναιρεσείων, ο οποίος έτσι πλήττει απαραδέκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., την κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως για εκτιμητικό και όχι διαγνωστικό σφάλμα σε σχέση με το επίμαχο έγγραφο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Ιανουαρίου 2014 αίτηση του Κ. Φ. του Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3751/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 11η Νοεμβρίου 2014. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 2α Απριλίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ