414/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 414 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 414/2012
Legislator headnote
AI generated414/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 414 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 414/2012
Full text
Απόφαση 414 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 414/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ Α.Α.Ε.", που έχει την έδρα της στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Σ. Τ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Χαρίλαου Αθανασόπουλου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. χήρας Κ. Γ., το γένος Κ. Α., κατοίκου ..., 2. Γ. συζ. Μ. Μ., το γένος Κ. Γ., 3. Μ. Μ. του Ι., 4. Μ. Μ. του Μ., κατοίκων ..., 5. Μ. Μ. του Μ. και 6 Ι. Μ. του Μ., κατοίκων ..., όλοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Μανώλη Φουρφουλάκη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 2259/ΜΕΙ/207/2005/25-10-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 159/2259/ΜΕΙ/207/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 239/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-10-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 26-1-2011 έκθεσή της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία, Αρεοπαγίτου Ιωάννας Λούκα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας εσωτερικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση στάθμιση και αιτιολόγηση του συναγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα παρακάτω κρίσιμα για την υπόθεση πραγματικά περιστατικά ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των εμπλακέντων στο ατύχημα αυτοκινήτων: Στις 23-3-2003 και ώρα 13.501 ο Κ. Γ., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, πατέρας της δευτέρας ενάγουσας, πενθερός του τρίτου των εναγόντων και παππούς των τετάρτης, πέμπτης και έκτης των εναγόντων, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, έβαινε επί της παλαιάς Εθνικής Οδού Ρεθύμνου-Ηρακλείου με κατεύθυνση προς τα Χανιά. Ο πρώτος εναγόμενος, και ήδη δεύτερος εκ των εκκαλούντων της πρώτης από τις προρρηθείσες εφέσεις, κατά τον ίδιο χρόνο εκινείτο προς την αντίθετη κατεύθυνση (προς το Ρέθυμνο), οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧ ελκυστήρα, ο οποίος έφερε συρόμενο το με αριθμό Ρ 14030 επικαθήμενο και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη στην ετέρα των εναγομένων, και ήδη πρώτη των εκκαλούντων της αμέσως προηγουμένης εφέσεως, ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ Α.Α.Ε". Όταν τα μνησθέντα οχήματα έφθασαν στο 5,100° χιλιόμετρο της ως άνω οδού όπου υπήρχαν ως προς την πορεία και των δύο οχημάτων διαδοχικές στροφές, ο οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΦίΧ αυτοκινήτου, (Κ. Γ.) εξήλθε από δεξιά κλειστή στροφή με μειωμένη ορατότητα και ακολουθώντας την νοητή δεξιά οριογραμμή του οδοστρώματος, που είχε τότε διαμορφωθεί από αδρανή υλικά λόγω της κίνησης των οχημάτων, συνέχισε την κίνηση του τοποθετώντας το όχημα του στο μέσο του νοητού ρεύματος κυκλοφορίας για να εισέλθει στην επόμενη αριστερή στροφή. Την ίδια ώρα ο εκ των διαδίκων Σ. Τ., οδηγώντας, όπως ειπώθηκε, το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧ ελκυστήρα με το επικαθήμενό του, εισερχόμενος σε δεξιά κλειστή ως προς την πορεία του στροφή, εκινείτο αρχικά κανονικά στο ρεύμα πορείας του επιτρέποντας τη διέλευση του αντιθέτως κινουμένου οχήματος δίπλα από το ρυμουλκό και το πρώτο ήμισυ του επικαθημένου, στη συνέχεια όμως εισήλθε με το πίσω τμήμα του επικαθημένου στο ρεύμα πορείας του αντιθέτως κινούμενου οχήματος που οδηγούσε ο Κ. Γ., και συγκρούστηκε με το πίσω αριστερό τμήμα του επικαθημένου με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του τελευταίου. Η εν λόγω σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εκ των διαδίκων Σ. Τ., ο οποίος, κατά παράβαση βασικών διατάξεων του ΚΟΚ, δεν κατέβαλε την δέουσα επιμέλεια και προσοχή που ο μετρίως συνετός και ευσυνείδητος οδηγός θα κατέβαλε κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, κατά τους κανόνες της οδήγησης, της κοινής πείρας και λογικής. Συγκεκριμένα οδηγούσε το όχημα του χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ως όφειλε από τις περιστάσεις (διαδοχικές στροφές, μειωμένη ορατότητα, υγρό οδόστρωμα εξαιτίας προηγούμενης βροχής με κάθετο χαντάκι ως προς την πορεία του από προηγηθείσες εργασίες επί της οδού μήκους 2,50 μέτρων, βάθους 0,10 μέτρων και πλάτους 0,20 μέτρων, μήκος οχήματος 14,95 μ.), και χωρίς να ασκήσει τον προσήκοντα έλεγχο από το καθρέπτη του στο πίσω μέρος του επικαθημένου, ώστε να πραγματοποιήσει τις απαιτούμενες διορθωτικές κινήσεις, δεδομένου ότι το πλάτος του οχήματος του ήταν 2,50 μέτρα, το πλάτος του οδοστρώματος 6 μέτρα, ενώ το πλάτος του αντιθέτως κινουμένου οχήματος 1,60 μέτρα, και να ρυθμίσει ανάλογα την ταχύτητα του για να βρίσκεται όλο το όχημα του στο ρεύμα πορείας του, με αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματος του και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προκαλώντας το προαναφερθέν ατύχημα. Αντιθέτως ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον οδηγό του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΦΙΧ αυτοκινήτου, ο οποίος εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του, γ' αυτό και όσα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες της πρώτης από τις πιο πάνω εφέσεις με τον αντίθετο σχετικό πρώτο λόγο της εφέσεώς του, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα περί την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος του οδηγού του υπ' αρ. ... ΔΧ ελκυστήρα με επικαθήμενο και απέρριψε το λόγο έφεσης αυτού περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας του θανατηφόρα τραυματισθέντος στενού συγγενούς των αναιρεσιβλήτων και οδηγού του ... ΙΧ φορτηγού αυτοκινήτου. Ειδικότερα στην απόφαση: 1) καθορίζονται σαφώς τα χαρακτηριστικά της οδού στο σημείο του ατυχήματος καθώς και οι επικρατούσες συνθήκες (διαδοχικές στροφές, μειωμένη ορατότητα, υγρό οδόστρωμα εξ αιτίας προηγηθείσης βροχής με κάθετο χαντάκι ως προς την πορεία του) 2) Διευκρινίζεται ότι η κίνηση του ... ΙΧ φορτηγού αυτοκινήτου ήταν κανονική στο ρεύμα της πορείας του υπό την σαφή έννοια της μη αντιθέσεώς της ως προς τους καθορίζοντες την κυκλοφορία των οχημάτων στην εν λόγω οδό κανόνες του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ). 3) Αναφέρεται σαφώς η αμελής συμπεριφορά του οδηγού του υπ' αρ ... ΔΧ ελκυστήρα με το επικαθήμενο ο οποίος, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του πίσω μέρους του επικαθήμενου ώστε να είναι σε θέση να πραγματοποιήσει τις απαιτούμενες διορθωτικές κινήσεις με αποτέλεσμα, να εισέλθει με το πίσω τμήμα του επικαθήμενου στο ρεύμα πορείας του αντιθέτως κινούμενου υπ' αρ ... ΙΧ φορτηγού. Ο πρώτος κατά συνέπεια λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα του δευτέρου των αναιρεσειόντων περί την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, οδηγού του υπ' αρ. ... ΔΧ ελκυστήρα με επικαθήμενο διότι δεν προσδιορίζει α)πόσα μέτρα το οπίσθιο τμήμα του επικαθήμενου εισήλθε στο ρεύμα πορείας όπου εκινείτο το ... ΙΧ φορτηγό αυτοκίνητο με οδηγό το θανατηφόρα τραυματισθέντα β) από πόση απόσταση ο τελευταίος αντιλήφθηκε να εισέρχεται στο ρεύμα πορείας του το οπίσθιο τμήμα του οχήματος που οδηγούσε ο δεύτερος των αναιρεσειόντων αν είχε τη δυνατότητα διενέργειας αποφευκτικού ελιγμού και γ) την ταχύτητα των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με τα γενόμενα παραπάνω δεκτά ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που οι προβαλλόμενες αιτιάσεις διότι αφορούν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα την ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος το οποίο εκτίθεται στην απόφαση σαφώς, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται χωριστή αξιολόγηση του καθενός. Η παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος όμως αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως ή προκειμένου περί εγγράφων, όταν έλαβε υπόψη τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία ή αξιολόγηση καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά τη διαβεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες της καταλείπονταν αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε και μόνον είναι κατ' ουσίαν βάσιμος ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, και την υπαιτιότητα ή μη των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οδηγών, δεν έλαβε υπόψη τα ως κατωτέρω με επίκληση προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα α) την από 23.3.2003 προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Ζ. Χ. β) τα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στα οποία περιέχεται η κατάθεση του ίδιου μάρτυρα β) η προανακριτική από 15.5.2003 κατάθεση της μάρτυρα Β. Λ. δ) την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος και ε) έξι φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι αναφορικά με την κατάθεση του μάρτυρα Ζ. Χ. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το Εφετείο, ειδικώς μνημονεύει στην απόφασή του κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσια συνεδρίασης, ενώ από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση γενική διαβεβαίωση ότι για τη διαμόρφωση της ουσιαστικής κρίσεώς του έλαβε υπόψη και όλα γενικώς τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, σε συνδυασμό και προς τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεκτίμησε με τα άλλα έγγραφα και αποδεικτικά μέσα και τα ως άνω. Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η από 20.10.2009 και με αρ. κατ. 61/2009 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αρ. 293/2009 απόφασης του Εφετείου Κρήτης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.10.2009 και με αρ. κατ. 61/2009 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ'. αρ. 293/2009 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ