414/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 414 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated414/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 414 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 414 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 414/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δημοσίας Επιχειρήσεως με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" και με διακριτικό τίτλο "ΟΣΕ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρίκλεια Τζέλλη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανωνύμου Εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμος Εταιρία Ελληνικών και Διεθνών Μεταφορών ΠΡΟΟΔΟΣ", που εδρεύει στην Καλλιθέα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Τζοβάρα, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1564/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4623/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14 Νοεμβρίου 2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 13 Ιανουαρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χρήστου Γεωργαντόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθεμία την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Στο λόγο αυτόν περιλαμβάνεται και η παραβίαση των διατάξεων των επικυρωμένων από την Ελλάδα Διεθνών Συμβάσεων (ΑΠ 1661/1995), ο δε κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 36/1988).
Επίσης, κατά τη διάταξη του ίδιου άρθρου 559 αρ. 8 του αυτού Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" αποτελούν οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικονομικού ή ουσιαστικού δικαιώματος που ασκήθηκε με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση.
Ωστόσο, αν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι ο σχετικός ισχυρισμός εξετάστηκε και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος (ΟλΑΠ 12/1991). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του ως άνω άρθρου 559 αρ. 17 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, δεν ιδρύεται όταν η αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες, εκτός αν αυτές επέχουν θέση διατακτικού.
Τέλος, από τη διάταξη του αυτού άρθρου 559 αρ. 19 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι, λογικώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης σημαίνει την αδυναμία αναιρετικού ελέγχου της ύπαρξης της ακολουθίας της δικανικής κρίσης ως προς την εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού νόμου, βάσει της διαπιστωμένης εμπειρικής πραγματικότητας, ιδίως λόγω έλλειψης ή ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών της απόφασης (ως τοιούτων νοουμένων μόνο των ουσιαστικών παραδοχών αυτής σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 35, 36 παρ.1 και 3, 37 παρ.2 και 55 παρ.3 του Β' Παραρτήματος της από 9.5.1980 Σύμβασης της Βέρνης για τις σιδηροδρομικές μεταφορές εμπορευμάτων (CΟΤΙF - CΙΜ), η οποία κυρώθηκε με το ν. 1593/1986, προκύπτει, ότι για την εκτέλεση της μεταφοράς θεσπίζεται συλλογική ευθύνη τόσο του σιδηροδρόμου, που αποδέχεται το εμπόρευμα προς μεταφορά μαζί με τη φορτωτική, όσο και καθενός από τους κατά σειρά επόμενους σιδηροδρόμους με μόνο το γεγονός της παραλαβής του εμπορεύματος μαζί με τη φορτωτική και της συμμετοχής του στη σύμβαση μεταφοράς, σύμφωνα με τους όρους του εγγράφου αυτού.
Η σχετική αγωγή μπορεί να ασκηθεί είτε κατά του σιδηροδρόμου αποστολής, είτε κατά του σιδηροδρόμου εκείνου στον οποίο προέκυψε το γενεσιουργό γεγονός της αγωγής, είτε κατά του σιδηροδρόμου προορισμού, ο οποίος μπορεί να εναχθεί ακόμα και αν δεν παρέλαβε ούτε το εμπόρευμα ούτε τη φορτωτική (άρθρο 55 παρ.3).
Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 11 παρ.1 και 4, 12 παρ.1, 18 και 20 του ίδιου Παραρτήματος, συνάγεται, ότι ναι μεν για κάθε αποστολή πρέπει να συντάσσεται μία φορτωτική και αυτή δεν μπορεί παρά να αφορά στο φορτίο ενός μόνο βαγονιού (άρθρο 12 παρ.1), όμως, η φορτωτική που εκδίδεται για σιδηροδρομική μεταφορά, σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης, δεν αποτελεί συστατικό έγγραφο της σύμβασης μεταφοράς, αλλά μόνο αποδεικτικό μέσο των σχέσεων μεταξύ των εμπλεκόμενων στη μεταφορά μερών, ώστε ατελής ή εν γένει πλημμελής εγγραφή ή παράλειψη εγγραφής στη φορτωτική σχετικών με τη μεταφορά γεγονότων δεν αποκλείει την απόδειξη αυτών των γεγονότων με άλλα αποδεικτικά μέσα.
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο (που απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος ΟΣΕ κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε δεχθεί την αγωγή της αναιρεσίβλητης εταιρείας για αποζημίωση της λόγω απώλειας εμπορευμάτων κατά τη σιδηροδρομική μεταφορά τους) δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:
Δυνάμει συμβάσεως παραγγελίας μεταφοράς, που καταρτίστηκε το Δεκέμβριο του έτους 1998 η εταιρεία με την επωνυμία "...." ανέθεσε στην ενάγουσα, εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη, παραγγελιοδόχο εταιρεία διεθνών μεταφορών, τη φροντίδα για τη μεταφορά σιδηροδρομικώς από την Γερμανία στην Ελλάδα (Αθήνα) των προϊόντων της (χάρτινες πάνες διάφορων τύπων), τα οποία πωλεί στη θυγατρική της εταιρεία με την επωνυμία "....".
Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής η εφεσίβλητη ανέθεσε, μέσω της ανταποκρίτριας αυτής στη Γερμανία εταιρείας με την επωνυμία GYSEV, στους Γερμανικούς σιδηροδρόμους τη μεταφορά, πλην άλλων, και δεκαεννέα (19) παρτίδων από τα ανωτέρω εμπορεύματα, συσκευασμένων σε 54.966 χαρτοκιβώτια, που φορτώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 22.12.98 έως 20.1.99 σε αντίστοιχο προς τις παρτίδες αριθμό (19) βαγονιών των Γερμανικών Σιδηροδρόμων στα εργοστάσια και στις αποθήκες της προαναφερόμενης πωλήτριας εταιρείας στις πόλεις Grailsheim και Euskirchen, που συνδέονται με ειδικές παρακαμπτήριες γραμμές με το Γερμανικό σιδηροδρομικό δίκτυο.
Μετά τη φόρτωση και αφού έγινε ακριβής καταμέτρηση των εμπορευμάτων από υπαλλήλους της πωλήτριας με τη χρήση ειδικού ηλεκτρονικού μηχανήματος, οι πόρτες όλων των βαγονιών σφραγίστηκαν με ισάριθμες ειδικές μολυβδοσφραγίδες του εργοστασίου της πωλήτριας (μία σφραγίδα για κάθε θύρα). Για καθεμία από τις παραπάνω 19 παρτίδες, που φορτώθηκαν κατά πλήρες φορτίο στα αντίστοιχα βαγόνια, εκδόθηκαν δύο σιδηροδρομικές φορτωτικές, μία που κάλυπτε τη διαδρομή από τη Γερμανία μέχρι τα Αυστροουγγρικά σύνορα (Wulkaprodersorf/ Sopron), στην οποία αναγράφηκε ως παραλήπτρια η εφεσίβλητη, εκπροσωπούμενη από την εταιρεία GYSEV στην περιοχή Sopron, και μία φορτωτική, που κάλυπτε τη διαδρομή από Wulkaprodersorf/ Sopron μέχρι την Αθήνα, η οποία εκδόθηκε από την, ως άνω, εκπρόσωπο της εφεσίβλητης εταιρείας GYSEV και σφραγίστηκε από το σιδηροδρομικό σταθμό Wulkaprodersorf, στην οποία ως αποστολέας και παραλήπτης αναγράφεται η εφεσίβλητη.
Στις εκδοθείσες σιδηροδρομικές φορτωτικές σημειώθηκαν, εκτός των άλλων, ο αριθμός του βαγονιού, ο αριθμός των χαρτοκιβωτίων που φορτώθηκαν, το βάρος αυτών σε χιλιόγραμμα και σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ.5 της ως άνω Συμβάσεως ο αριθμός των σφραγίδων που είχαν τεθεί σε κάθε βαγόνι και οι ενδείξεις (αριθμοί) αυτών.
Οι δύο φορτωτικές που εκδόθηκαν για κάθε παρτίδα, όπως από την αντιπαραβολή τους προκύπτει, αναφέρουν τον ίδιο αριθμό βαγονιού, τους ίδιους αριθμούς σφραγίδων, καθώς και τον ίδιο αριθμό χαρτοκιβωτίων, συνολικό βάρος και τιμολόγιο, μετά δε την έκδοση και της δεύτερης φορτωτικής, συνόδευαν και οι δύο, με το σχετικό τιμολόγιο και το δελτίο παραδόσεως τα εμπορεύματα κατά τη σιδηροδρομική μεταφορά τους μέχρι την Αθήνα.
Όλα δε αυτά τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και οι αρχικές φορτωτικές, ήσαν εις χείρας του εκκαλούντος ΟΣΕ. Εξάλλου, σε όλες τις φορτωτικές που εκδόθηκαν για τη διαδρομή από τη Γερμανία μέχρι τα Αυστροουγγρικά σύνορα, αναγράφεται ρητά ότι τα εμπορεύματα θα προωθηθούν περαιτέρω στην "ΠΡΟΟΔΟΣ ΑΕ" (εφεσίβλητη-παραλήπτρια), χωρίς μεταφόρτωση τους με τελικό προορισμό στην Αθήνα.
Από τις φορτωτικές, που εκδόθηκαν, σ' αυτές που αφορούν το τμήμα της διαδρομής από τη Γερμανία μέχρι τα Αυστροουγγρικά σύνορα, έχει καταχωρηθεί ως αποστολέας η πωλήτρια, ενώ σε εκείνες που εκδόθηκαν για τη διαδρομή από τα Αυστροουγγρικά σύνορα (τη Sopron) μέχρι την Αθήνα, ως αποστολέας αναφέρεται κατά τα ανωτέρω, η εφεσίβλητη, εκπροσωπούμενη από την παραπάνω αντιπρόσωπο της GYSEV.
Πραγματικός, όμως, αποστολέας ήταν η πωλήτρια, η οποία επιμελήθηκε για τη φόρτωση και τη σφράγιση όλων των βαγονιών, ενώ η εφεσίβλητη επιμελήθηκε μόνο για τις διατυπώσεις με το Γερμανικό σιδηρόδρομο, όπως έκανε στη συνέχεια και με την έκδοση (δια της αντιπροσώπου της) των νέων φορτωτικών που κάλυπταν το υπόλοιπο τμήμα της διαδρομής, δεδομένου ότι ολόκληρη η διαδρομή πραγματοποιήθηκε με τα ίδια βαγόνια 7 χωρίς να λάβει χώρα παραλαβή και μεταφόρτωση των εμπορευμάτων στα Αυστροουγγρικά σύμφωνα και με τη σχετική εγγραφή επί των δύο πρώτων φορτωτικών.
Οι Γερμανικοί σιδηρόδρομοι, που δεν αναμίχτηκαν στη φόρτωση, δεν επαλήθευσαν το αριθμό των χαρτοκιβωτίων που φορτώθηκαν, ώστε σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 11 της συμβάσεως της Βέρνης η σχετική εγγραφή στη φορτωτική του αριθμού των χαρτοκιβωτίων να αποτελεί απόδειξη σε βάρος του σιδηροδρόμου, πλην, όμως, η ακρίβεια των εγγραφών αυτών αποδεικνύεται, επιτρεπτώς, από άλλα αποδεικτικά μέσα (άρθρο 11 παρ.4 εδ.
β' της διεθνούς Σύμβασης), και συγκεκριμένα από την κατάθεση του μάρτυρα της εφεσίβλητης, ο οποίος βεβαιώνει την ακριβή καταμέτρηση των δεμάτων από τους υπεύθυνους ειδικούς, καθώς και από το τιμολόγιο που συνόδευε την κάθε παρτίδα, το οποίο συμπίπτει κατά τον αριθμό των χαρτοκιβωτίων με την αντίστοιχη σιδηροδρομική φορτωτική.
Η πιο πάνω σιδηροδρομική μεταφορά από τη Γερμανία στην Ελλάδα, πραγματοποιήθηκε από τους Γερμανικούς σιδηροδρόμους, σε συνεργασία με τα σιδηροδρομικά δίκτυα της Αυστρίας, Ουγγαρίας, Γιουγκοσλαβίας, Ρουμανίας Βουλγαρίας και εναγομένου ΟΣΕ, ο οποίος υπεισήλθε στην ένδικη μεταφορά με την παραλαβή των σχετικών φορτωτικών και ένδικων εμπορευμάτων στα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι κατά την άφιξη των δεκαεννέα (19) βαγονιών στην Αθήνα από τις 4.1.99 μέχρι τις 28.1.99 και πριν από την εκφόρτωση αυτών από την παραλήπτρια (εφεσίβλητη) εταιρεία και την παραλαβή των εμπορευμάτων από την τελευταία διαπιστώθηκε από τους αρμόδιους υπαλλήλους του εκκαλούντος, ότι σε όλα τα βαγόνια ορισμένες από τις μολυβδοσφραγίδες είχαν παραβιαστεί και είχαν αντικατασταθεί από άλλες σιδηροδρομικών δικτύων ενδιάμεσων χωρών διελεύσεως, (ιδίως Ουγγρικές, Γιουγκοσλαβικές), ενώ άλλες μολυβδοσφραγίδες είχαν μείνει άθικτες στις πόρτες των βαγονιών, γεγονός που βεβαιώνει και την αρχική τοποθέτηση τους.
Διαπιστώθηκε, επίσης, στη συνέχεια, κατά την εκφόρτωση των εμπορευμάτων στην Αθήνα που έγινε από την παραλήπτρια, παρουσία των ίδιων υπαλλήλων του εκκαλούντος, ότι σε κάθε βαγόνι υπήρχε έλλειμμα στον αριθμό των χαρτοκιβωτίων σε σχέση με εκείνα που είχαν φορτωθεί και συνολικά έλειπαν 780 χαρτοκιβώτια, από τα συνολικά 54.966 που φορτώθηκαν, η αξία των οποίων (δεδομένου ότι οι διάδικοι δεν επικαλούνται ότι υπήρχε χρηματιστηριακή ή τρέχουσα τιμή), υπολογιζόμενη με τη συνήθη τιμή εμπορευμάτων του αυτού είδους και ποιότητας στον τόπο και στους παραπάνω χρόνους που έγιναν δεκτά προς μεταφορά, σύμφωνα με τα σχετικά τιμολόγια που εκδόθηκαν από την πωλήτρια, στα οποία η αξία των εμπορευμάτων (τίμημα) αναφέρεται σε δραχμές, ανερχόταν σε 4.326.668 δρχ.
Τα εμπορεύματα αυτά, όπως σημειώθηκε παραπάνω, απωλέσθηκαν κατά τη διάρκεια της μεταφοράς από τις ενδιάμεσες χώρες διελεύσεως των συρμών και ειδικότερα από διάρρηξη των σφραγίδων στους ενδιάμεσους σταθμούς και ιδίως στους σταθμούς της Ουγγαρίας και της Γιουγκοσλαβίας και κλοπή από άγνωστους δράστες και συγκεκριμένα από κάθε βαγόνι είχε κλαπεί ο αριθμός των χαρτοκιβωτίων που αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, τα οποία περιείχαν εμπορεύματα (πάνες) της αντίστοιχης αναφερόμενης αξίας.
Για όλα τα παραπάνω ελλείμματα, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, συντάχθηκαν από τον εκκαλουντα, σύμφωνα με το άρθρο 52 παρ. I της Συμβάσεως, τα 19, αντίστοιχα προς τα βαγόνια, πρωτόκολλα βεβαιώσεως των ζημιών που αναφέρονται συγκεκριμένα κατ' αριθμό και ημερομηνία στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Σε όλα τα πρωτόκολλα έχει αναγραφεί η παρατήρηση, ότι τα φορτία δεν είχαν καταμετρηθεί από το σιδηρόδρομο αποστολής, η οποία, όμως, δεν ασκεί επιρροή, αφού ο αναγραφόμενος στις φορτωτικές ακριβής αριθμός των χαρτοκιβωτίων που φορτώθηκαν, στα οποία περιλαμβάνονται και τα παραπάνω που απωλέστηκαν, αποδείχθηκε κατά τα προαναφερόμενα από τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Επίσης, συνεχίζει το Εφετείο, σε όλα τα πρωτόκολλα αναφέρονται οι σφραγίδες που βρέθηκαν άθικτες κατά την άφιξη των βαγονιών, καθώς και εκείνες που είχαν αντικατασταθεί. Επομένως, από τα παραπάνω αποδεικνύεται, ότι η απώλεια των εμπορευμάτων οφείλεται σε κλοπή τους, από άγνωστους δράστες κατά το χρονικό διάστημα από την παραλαβή τους προς μεταφορά μέχρι την παράδοση τους, κατά τη στάθμευση των συρμών σε σταθμούς ενδιάμεσων χωρών διέλευσης (ιδίως Ουγγαρίας και Γιουγκοσλαβίας), οι οποίοι έθραυσαν τις μολυβδοσφραγίδες που είχε θέσει η πωλήτρια εταιρεία σε κάθε βαγόνι, ως ένδειξη του αλυμάντου τους, ότι το εντός του βαγονιού εμπόρευμα είναι άθικτο, και αφαίρεσαν αυτά και κατά συνέπεια δεν προήλθε από τους ειδικούς κινδύνους της φορτώσεως αυτών από τον αποστολέα αφ' ενός και της εκφορτώσεως από τον παραλήπτη αφετέρου.
Βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος 1) περί απαλλαγής του από την ευθύνη κατά το άρθρο 36 παρ.2 και 3, περ. γ' του Β' Παραρτήματος της ως άνω Διεθνούς Συμβάσεως, λόγω των παραπάνω προβληθέντων ειδικών κινδύνων, της διενέργειας της φορτώσεως από τον αποστολέα και εκφορτώσεως από την παραλήπτρια, ενόψει της αποδείξεως ανταποδεικτικά κατ' άρθρο 37 παρ. 2β της ως άνω Συμβάσεως από την εφεσίβλητη ότι η απώλεια των εμπορευμάτων οφείλεται σε κλοπή κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, δηλαδή σε περιστατικό που δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τους ειδικούς κινδύνους που θα μπορούσαν να ενυπάρχουν στο είδος αυτό της φορτώσεως και εκφορτώσεως, και, ανατροπής του κατά τα ανωτέρω μαχητού τεκμηρίου που τεκμηριώνει το άρθρο 36 παρ.3 της Σύμβασης και 2) ότι η εφεσίβλητη δεν απέδειξε ότι η ζημία της δεν οφείλεται στους κατά τα ανωτέρω ειδικούς κινδύνους.
Εξάλλου, συνεχίζει το Εφετείο, α) Ενόψει όσων αποδείχθηκαν ως προς τη διαπιστωθείσα και από τον εκκαλούντα διάρρηξη των μολυβδοσφραγίδων και απώλεια των εμπορευμάτων, αλλά και από το αποδειχθέν γεγονός ότι πραγματικός αποστολέας των εμπορευμάτων κατά τα προαναφερόμενα ήταν η πωλήτρια εταιρεία, η οποία αναγράφεται ως τέτοια στις πρώτες φορτωτικές που εκδόθηκαν για κάθε παρτίδα εμπορευμάτων για τη διαδρομή από τη Γερμανία μέχρι τα Αυστροουγγρικά σύνορα, αβάσιμα ο εκκαλών ισχυρίζεται, ότι δεν τον βαρύνει ευθύνη, γιατί οι μολυβδοσφραγίδες είχαν τεθεί από την πωλήτρια και όχι από την φερόμενη ως αποστολέα των εμπορευμάτων εφεσίβλητη, β) Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η ευθύνη του για την απώλεια των μεταφερόμενων πραγμάτων περιορίζεται μόνο στο τμήμα της διαδρομής από τα Αυστροουγγρικά σύνορα μέχρι την Αθήνα, δεδομένου ότι για την επίδικη μεταφορά εκδόθηκαν δυο φορτωτικές για κάθε παρτίδα, μια που κάλυπτε τη διαδρομή από τη Γερμανία μέχρι τα Αυστροουγγρικά σύνορα (Wulkaprodersorf/ Sopron) και μία φορτωτική που κάλυπτε τη διαδρομή από Wulkaprodersorf/ Sopron μέχρι την Αθήνα, με τις πρώτες των οποίων ουδεμία σχέση έχει, αφού αυτές παρέμειναν στην πόλη Sopron στα Αυστροουγγρικά σύνορα και αναγράφουν ως αποστολέα την πωλήτρια εταιρεία, και συνεπώς ενόψει του ότι δεν είναι βέβαιο ότι η επικαλούμενη από την εφεσίβλητη κλοπή των μεταφερομένων πραγμάτων έλαβε χώρα στο τμήμα αυτό της διαδρομής, δεν υπέχει ευθύνη προς αποζημίωση της εφεσίβλητης, είναι κατ' ουσία αβάσιμος, αφού αποδείχθηκε ειδικότερα, ότι αν και εκδόθηκαν δύο φορτωτικές για κάθε παρτίδα, στην ουσία πρόκειται για μια ενιαία σιδηροδρομική μεταφορά από τη Γερμανία στην Αθήνα, η έκδοση δε των δύο φορτωτικών έγινε για πρακτικούς κυρίως λόγους, διότι στην πόλη Sopron στα ως άνω σύνορα λειτουργεί διαμετακομιστικός εμπορευματικός σταθμός, όπου συγκεντρώνονται όλα τα βαγόνια με προορισμό τις Βαλκανικές χώρες και αναχωρούν την ίδια ημέρα χωρίς να γίνει μεταφόρτωση εμπορευμάτων, γ) Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος περί αποσβέσεως της αξιώσεως της εφεσίβλητης για τα παραπάνω ελλείμματα λόγω ανεπιφύλακτης παραλαβής των μεταφερθέντων εμπορευμάτων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 57 παρ.1 της Διεθνούς Συμβάσεως, είναι κατ' ουσία αβάσιμος, αφού, όπως αποδείχθηκε, η εφεσίβλητη διαπίστωσε το έλλειμμα πριν από την παραλαβή, κατά την εκφόρτωση που έγινε στους χώρους του εκκαλούντος και διαμαρτυρήθηκε πριν απ'αυτή (παραλαβή) στα αρμόδια όργανα του, τα οποία συνέταξαν και τα ως άνω πρωτόκολλα και ως εκ τούτου, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 57 της Συμβάσεως, δεν αποσβέστηκε η ένδικη αξίωση της.
δ) Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη για τα αναφερόμενα στην αγωγή ελλείμματα, αφού δεν έγινε καταμέτρηση των εμπορευμάτων ή επαλήθευση των αναγραφόμενων στις φορτωτικές σχετικών στοιχείων από το σταθμό αποστολής και συνεπώς οι εγγραφές στη φορτωτική περί του βάρους των εμπορευμάτων ή του αριθμού των χαρτοκιβωτίων, δεν παρέχουν απόδειξη κατά του σιδηροδρόμου, είναι ουσιαστικά αβάσιμος, εφόσον το γεγονός ότι το φορτίο δεν είχε καταμετρηθεί από το σιδηρόδρομο αποστολής, ούτε είχε γίνει απαλήθευση αυτού, δεν ασκεί επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού η ακρίβεια της εγγραφής του αριθμού των δεμάτων στις φορτωτικές, όπως προαναφέρθηκε, αποδεικνύεται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (κατάθεση μάρτυρα ενάγουσας, τιμολόγια που συμφωνούν κατά τον αριθμό των χαρτοκιβωτίων με τις αντίστοιχες φορτωτικές), λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ.3 και 4 της Διεθνούς Συμβάσεως, η φορτωτική δεν αποτελεί συστατικό έγγραφο της συμβάσεως μεταφοράς αλλά αποδεικτικό μέσο, καθόσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων στη μεταφορά προσώπων, και συνεπώς τυχόν ατελής ή εν γένει πλημμελής σ' αυτήν περιγραφή δεν αποκλείει τη με άλλα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, τιμολόγια κ.λ.π.), απόδειξη των σχετικών περιστατικών, όπως επίσης την απόδειξη της αλήθειας των εγγραφών της εκδοθείσας φορτωτικής με μάρτυρες.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται, ότι το Εφετείο, με το να μην απορρίψει την αγωγή της αναιρεσίβλητης ως παθητικά ανομιμοποίητη, ενόψει του ότι η επίμαχη μεταφορά έγινε με βάση δύο χωριστές συμβάσεις, η πρώτη από τις οποίες αφορά στη μεταφορά των εμπορευμάτων από τη Γερμανία στα Αυστριακά σύνορα και δεν γεννά ευθύνη του αναιρεσείοντος (ΟΣΕ) που δεν ήταν συμβαλλόμενος σε αυτήν, από την απώλεια των τελευταίων, κατά τις διατάξεις της παραπάνω Σύμβασης α) υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, διότι παραβίασε ευθέως, αλλιώς εκ πλαγίου, με αντιφατικές αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 35 και 55 παρ.3 του Β' Παραρτήματος της σύμβασης αυτής, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ και β) κατέστησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναιρετέα κατά το αυτό άρθρο 559 αρ.8 και 17 του ίδιου Κώδικα, διότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος στο σύνολο του, διότι με τις ανωτέρω ανέλεγκτες παραδοχές του το Εφετείο έκρινε, ότι πρόκειται για μία ενιαία μεταφορά, για την εκτέλεση της οποίας έχει ευθύνη ο αναιρεσείων Οργανισμός ως σιδηρόδρομος προορισμού, απορρίπτοντας έτσι εκ του πράγματος ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως αυτού, ενώ περαιτέρω από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι αυτή δεν περιέχει αντιφατικές διατάξεις για το ζήτημα αυτό.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, όλως επικουρικώς, αποδίδεται η από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.1 εδ. 2, 11 παρ.1, 3, 4 και 5 και 13 παρ.1 και 3 της παραπάνω Σύμβασης (COTIF-CIM), με το να δεχθεί ότι η έκδοση δύο φορτωτικών (μιας από τη Γερμανία στην Αυστρία και μιας από την Αυστρία στην Ελλάδα) αφορά μία και μόνη μεταφορά και ότι ο ΟΣΕ υπεισέρχεται και στην πρώτη μεταφορά διότι η έκδοση των δύο φορτωτικών έγινε για πρακτικούς λόγους, χωρίς να εξηγείται ποιοι είναι οι λόγοι αυτοί και από πού προκύπτει οποιαδήποτε έννομη συνέπεια της ύπαρξης αυτών.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον, υπό την επίκληση της από το ως άνω άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ πλημμέλειας, στην πραγματικότητα πλήττει την ουσιαστική εκτίμηση πραγμάτων, η οποία εκτίμηση, καθ' εαυτή, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/1995).
Κατά τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 36 παρ. 3 και 37 παρ. 2 του προαναφερόμενου Β' Παραρτήματος, ο σιδηρόδρομος απαλλάσσεται από την ευθύνη για ολική ή μερική απώλεια ή βλάβη του εμπορεύματος, που αυτό παθαίνει "κατά το χρονικό διάστημα από την παραλαβή προς μεταφορά μέχρι την παράδοση", όταν αυτή προκύπτει από ειδικό κίνδυνο, που υπάρχει σε ένα ή περισσότερα απαριθμούμενα στη σύμβαση περιοριστικούς περιστατικά, μεταξύ των οποίων είναι και η φόρτωση του εμπορεύματος από τον αποστολέα χωρίς ανάμειξη του σιδηροδρόμου (άρθρο 36 παρ.3).
Στην περίπτωση αυτή ο σιδηρόδρομος αρκεί απλώς να αποδείξει προς απαλλαγή του ότι, λαμβανομένων υπόψη των περιστατικών, η απώλεια μπορούσε να προκύψει από τον ανωτέρω ειδικό κίνδυνο, οπότε υπάρχει μαχητό τεκμήριο ότι προήλθε από αυτόν, ο δικαιούχος, όμως, της μεταφοράς έχει το δικαίωμα να πλήξει τη βάση του τεκμηρίου, ανταποδεικνύοντας ότι η ζημία δεν προήλθε από τον κίνδυνο αυτόν (άρθρο 37 παρ.2).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με σαφείς, επαρκείς και χωρίς να αντιφάσκουν μεταξύ τους αιτιολογίες που προπαρατέθηκαν, δέχθηκε ότι, παρά τη φόρτωση των εμπορευμάτων από την ουσιαστική αποστολέα αυτών πωλήτρια εταιρεία "...." στα εργοστάσια παραγωγής αυτών στη Γερμανία, ευθύνεται για την απώλεια του πιο πάνω μέρους αυτών ο αναιρεσείων (ΟΣΕ), ως υπόχρεος από τη συγκεκριμένη σύμβαση μεταφοράς, σιδηρόδρομος του τόπου προορισμού αυτών.
Άλλωστε, όπως έγινε ανέλεγκτα δεκτό, η απώλεια των εμπορευμάτων συνέβη μετά την παραλαβή των εμπορευμάτων από το Γερμανικό σιδηρόδρομο, αλλά και μετά την έναρξη της μεταφοράς και την έξοδο από τη Γερμανία, δηλαδή σε ενδιάμεσες χώρες διέλευσης των συρμών (Αυστρία, Ουγγαρία κλπ), και ειδικότερα από διάρρηξη των σφραγίδων και κλοπή από άγνωστους δράστες.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς η αντιφατικές αιτιολογίες, τις διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 και 3, 20 παρ. 2 και 36 παρ. 1 του πιο πάνω Παραρτήματος της Σύμβασης και, συνεπώς, οι αντίθετοι τρίτος, κατά το πρώτο τμήμα του, πέμπτος και έκτος λόγοι της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.
Εξάλλου, με το δεύτερο τμήμα του τρίτου λόγου, κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, ότι, δηλαδή, αυτό δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το πιο πάνω τμήμα του, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, καθόσον δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένα τα εν λόγω μέσα, ούτε αναφέρεται αν και με ποιο τρόπο έγινε επίκληση αυτών από τον αναιρεσείοντα (ΟΣΕ).
Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι η απώλεια των εμπορευμάτων οφείλεται σε κλοπή αυτών από τρίτους και, επομένως, ότι δεν προήλθε από τους ειδικούς κινδύνους της φόρτωσης αυτών από τον αποστολέα ή της εκφόρτωσης τους από τον παραλήπτη και ότι, συνεπώς, ήταν απορριπτέα η από το άρθρο 36 παρ. 3 περ.
γ' του Β' Παραρτήματος της Σύμβασης ένσταση του αναιρεσείοντος για απαλλαγή του από την επίμαχη ευθύνη, λόγω συνδρομής των κινδύνων αυτών, συνακόλουθα δε, ότι παρέμεινε αναπόδεικτη από τον ίδιο η βάση του από τη διάταξη του άρθρου 37 παρ. 2 του ίδιου Παραρτήματος τεκμηρίου, ότι δηλαδή η απώλεια μπορούσε να προέλθει από τους πιο πάνω κινδύνους.
Έτσι κρίνοντας, δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις ούτε προέβη σε εσφαλμένη κατανομή του βάρους απόδειξης. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, με βάση τη διάταξη του αριθμού 1, έμμεσα δε (κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου) και του αριθμού 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Από τις αναφερόμενες στην πρώτη σκέψη της παρούσας απόφασης παραδοχές του προκύπτει, ότι το Εφετείο με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε, ότι πραγματικός αποστολέας των εμπορευμάτων ήταν η πιο πάνω πωλήτρια αυτών, παρά την αναγραφή σε ορισμένες φορτωτικές, ως αποστολέα, της αναιρεσίβλητης, καθώς και ότι η επίθεση στα βαγόνια των σφραγίδων του αποστολέα αναγράφηκε στις δύο φορτωτικές που εκδόθηκαν.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ έβδομος λόγος της αναίρεσης, κατά το α' τμήμα του, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η σχετική αιτιολογία είναι ασαφής και ανεπαρκής, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος (έβδομος), από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, κατά το β' τμήμα του, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη το περιεχόμενο των πρωτοκόλλων βεβαίωσης του Οργανισμού (39/1999, 41/99, 22/99) είναι αόριστος.
Τούτο δε, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο αναιρεσείων Οργανισμός επικαλέστηκε τα πρωτόκολλα αυτά (και με ποιο τρόπο) στο Εφετείο, ούτε καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίστηκαν, ούτε αν αυτός ασκούσε επίδραση και ποια στην έκβαση της δίκης. Τέλος, ο αυτός (έβδομος), κατά το τελευταίο τμήμα του, λόγος αναίρεσης από το ίδιο άρθρο 559 αρ. 8 του αυτού Κώδικα με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ότι τα πρωτόκολλα βεβαίωσης βεβαιώνουν τα ευρεθέντα εμπορεύματα μόνο για τη διαδρομή Wulkaprodersdorf - Αθήνα και όχι για την προηγούμενη μεταφορά από Γερμανία - Αυστρία, είναι απαράδεκτος.
Τούτο δε, διότι, υπό την επίκληση της από τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, πλήττει την εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφων, η οποία, καθ' εαυτή, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/1995). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 559 αρ. 14 περ. γ' και 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι δημιουργείται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν κήρυξε το απαράδεκτο της αγωγής, εξαιτίας αοριστίας της, συνισταμένης στη μη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, το αγωγικό αίτημα, και ότι, για το παραδεκτό αυτού του λόγου, πρέπει ο ισχυρισμός για αοριστία, ενόψει του ότι δεν αφορά τη δημόσια τάξη ούτε γενικά υπάγεται στις εξαιρέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να έχει προταθεί νόμιμα στο πιο πάνω δικαστήριο.
Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον όγδοο, από το άρθρο 559 αρ. 14 γ' (και όχι αρ. 8 όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προβάλλεται, κατ' εκτίμηση αυτού, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της αγωγής, συνιστάμενο στο ότι δεν αναφέρεται στο δικόγραφο αυτής η αξία των υπό μεταφορά εμπορευμάτων σε Γερμανικά μάρκα, κατά την ημέρα κάθε φόρτωσης, και η μετατροπή της σε δραχμές, με βάση την επίσημη ισοτιμία.
Όπως, όμως, προκύπτει από το δωδέκατο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος και από τις προτάσεις αυτού στο Εφετείο, δεν προτάθηκε σ' αυτό, σε σχέση με την αοριστία της αγωγής, ο παραπάνω συγκεκριμένος ισχυρισμός, αλλά άλλος και, συγκεκριμένα, το ότι στο αγωγικό δικόγραφο δεν αναφέρεται η χρηματιστηριακή τιμή καθενός από τα εμπορεύματα που απωλέστηκαν, αλλιώς η τρέχουσα τιμή των εμπορευμάτων της ίδιας φύσεως και ποιότητας στον τόπο και στο χρόνο της παραλαβής αυτών προς μεταφορά.
Έτσι, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Με τον ένατο (τελευταίο), υπό στοιχ. α' τμήμα του, λόγο αναίρεσης προσάπτεται η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ως αποδεικτικό μέσο τα τιμολόγια πώλησης των εμπορευμάτων που εκδόθηκαν από την αναιρεσίβλητη και συνόδευαν τις δύο φορτωτικές μεταφοράς, τα οποία, όμως, αυτή ουδέποτε προσκόμισε.
Όμως, όπως προκύπτει από τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της αναιρεσίβλητης, αυτή ρητά επικαλέστηκε και προσκόμισε, εκτός από άλλα έγγραφα, και τα τιμολόγια αυτά. Επομένως, κατά το τμήμα του τούτο, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Εξάλλου, με τον ίδιο (ένατο), κατά το β' τμήμα του, λόγο αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία ουδέποτε προσκομίστηκαν ενώπιον του, εφόσον αναφέρει ότι αποδείχθηκε, ότι οι απώλειες των εμπορευμάτων οφείλονται σε κλοπές κατά τη διέλευση των συρμών από ενδιάμεσους σταθμούς και εκλαμβάνει ως απόδειξη της κλοπής, την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης, υπαλλήλου της, ο οποίος δεν ήταν παρών κατά τη φόρτωση και κατά στιγμή της κλοπής, ούτε και ακολούθησε τη διαδρομή των βαγονιών ή τις στάσεις αυτών στους σταθμούς.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το εν λόγω β' τμήμα του, είναι απαράδεκτος, αφού υπό την επίκληση της από το άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ πλημμέλειας, πλήττει αποκλειστικά την αξιοπιστία του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης και την εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, η οποία (εκτίμηση), καθ' εαυτή, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/1995).
Ενόψει όλων αυτών, πρέπει, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-11-2003 αίτηση του "Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ)" για αναίρεση της 4623/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 26 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ