Legislator Case Law & Legislation
413/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of will invalidity claim due to lack of authenticity.

Case Number 413/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Athenian Court of Appeal's decision rejecting her claim to invalidate a holographic will. The appellant argued the will lacked authenticity because it was not handwritten, dated, and signed by the testator, while the appellee contended the lower court properly assessed the evidence. The court ruled that the appellate court correctly evaluated the notary's expert opinion and rejected the appellant's arguments regarding procedural violations and evidentiary assessment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1718, 1721 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a judgment rejecting a claim for invalidity of a holographic will based on lack of authenticity is inadmissible if the lower court properly evaluated the notary's expert opinion and the appellant's arguments regarding procedural violations are unfounded.

Keywords

AI generated
holographic will lack of authenticity notary expert opinion invalidity claim appeal dismissal procedural violation evidentiary assessment

Cited Legislation

AI generated
Article 1718 of the Civil Code
Article 1721 of the Civil Code
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 413 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 413/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Τσάπελη, που ανακάλεσε την από 14-3-2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ι. Ξ. του Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Σμπώκο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-5-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2904/2015 μη οριστική, 2639/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3449/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Τακτική Διαδικασία - 8° Τμήμα Εμπράγματο). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-10-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 19/10/2020 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 3449/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της 2639/2019 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, περί ακυρώσεως της από …ιδιόγραφης διαθήκης, λόγω έλλειψης γνησιότητάς της, επειδή δεν γράφηκε, υπογράφηκε και χρονολογήθηκε από την διαθέτιδα και είχε ανασταλεί η εκδίκαση της αντικειμενικά σωρευόμενης με αυτήν περί κλήρου αγωγής με αίτημα την αναγνώριση του κληρονομικού της δικαιώματος, με βάση προηγούμενη από 17.11.2004 ιδιόγραφη διαθήκη της ίδιας διαθέτιδας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά το άρθρο 1721 του ΑΚ η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται εξ ολοκλήρου με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται κατά τρόπο που να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος και υπογράφεται από αυτόν. Αν λείπει κάποιο από τα παραπάνω στοιχεία η ιδιόγραφη διαθήκη είναι άκυρη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1718 του ΑΚ.

Επομένως, αυτός που ζητεί τη δικαστική αναγνώριση της ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης αρκεί να επικαλεσθεί την έλλειψη κάποιου από τα παραπάνω ουσιώδη στοιχεία του κύρους της, οπότε ο εναγόμενος, ο οποίος έχει τιμηθεί με τη διαθήκη, ως μαχόμενος υπέρ του κύρους της, οφείλει να αποδείξει ότι η διαθήκη έχει εξ ολοκλήρου γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί με το ίδιο το χέρι του διαθέτη, εκτός αν συντρέχει η ειδική περίπτωση του άρθρου 1777 του ΑΚ, δηλαδή, αν η ιδιόγραφη διαθήκη δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία και πέρασαν πέντε χρόνια από τη δημοσίευσή της, χωρίς να αμφισβητηθεί η γνησιότητά της σε δίκη ανάμεσα σε κάποιον από αυτούς που αντλούν δικαιώματα από αυτήν και κάποιον από αυτούς που βλάπτονται από την ύπαρξή της, οπότε αυτή τεκμαίρεται γνήσια και το βάρος απόδειξης της έλλειψης ενός από τα παραπάνω ουσιώδη στοιχεία του κύρους της μετατίθεται στον ενάγοντα.

Προσβολή συγχρόνως της διαθήκης ως πλαστής δεν είναι αναγκαία, αφού αυτή είναι εξίσου άκυρη και όταν δεν είναι πλαστή, όπως συμβαίνει, όταν έχει γραφεί από τρίτο πρόσωπο καθ' υπαγόρευση του διαθέτη, οπότε, χωρίς να είναι πλαστή, είναι άκυρη. Δεν αποκλείεται όμως προβολή και τέτοιου αυτοτελούς περί πλαστότητας της ιδιόγραφης διαθήκης αγωγικού ισχυρισμού πέραν της απλής αμφισβήτησης της γνησιότητας της.

Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποίαν ο ενάγων δεν περιορίζεται στην απλή αμφισβήτηση της ιδιόχειρης εκ μέρους του διαθέτη γραφής, χρονολόγησης και υπογραφής της διαθήκης αλλά την προσβάλλει και ως πλαστή, αυτός μεν φέρει το βάρος της απόδειξης του περί πλαστότητας ισχυρισμού του (ΑΠ 463/2019, ΑΠ 988/2017.ΑΠ781/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρο 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.

Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρο 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.

Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους.

Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 715/2010), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 432/2016).

Επίσης, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1 103/2011).

Η ως άνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος από αυτήν, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε το πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 214/2021, ΑΠ 549/2020, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 948/2019, ΑΠ 268/2018).

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013).

Ο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναιρέσεως αυτός, θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. (ΑΠ 1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), προκύπτει ότι, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 3η-9-2010 απεβίωσε η Α.

Λ. του Ε. και της Ο., εκπαιδευτικός, γεννηθείσα το έτος 1922, κάτοικος εν ζωή Αθηνών, όπου και απεβίωσε. Κατά τον χρόνο του θανάτου της κατέλιπε μοναδική πλησιέστερη συγγενή της τη θυγατέρα της, εναγομένη - εκκαλούσα, η οποία μετά τον θάνατο της μητέρας της, προέβη σε δήλωση αποδοχής κληρονομίας, κατά τους κανόνες της εξ αδιαθέτου διαδοχής, και συνετάγη η υπ' αρ. 33.89725-11-2020 νομίμως μεταγεγραμμένη πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Στείρου.

Μεταξύ της κληρονομιαίας περιουσίας περιλαμβανόταν και ένα ακίνητο (ισόγειο διαμέρισμα πολυκατοικίας) επί της ... αρ. 4 ..., εμβαδού 57,95 τ.μ. Το διαμέρισμα αυτό η εναγομένη - εκκαλούσα το μεταβίβασε, δυνάμει του υπ' αρ. 9.095/31-3-2011 νομίμως μεταγραμμένου, αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Καλλιθέας Σταματίνας Κούτιβα, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, στον Γ.

Κ. του Α., μισθωτή έως τότε του διαμερίσματος και θεράποντος ιατρού της ανωτέρω θανούσης. Ωστόσο, δυνάμει των υπ' αρ. 3.102/27-5-2011 πρακτικών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατόπιν αίτησης της ενάγουσας - εφεσίβλητης, δημοσιεύθηκε η από 17-11-2004 ιδιόγραφη διαθήκη της ανωτέρω αποβιωσάσης, με την οποία η ανωτέρω διαθέτις εγκαθιστούσε την εναγομένη, κόρη της, κληρονόμο σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, εκτός από το προαναφερόμενο διαμέρισμα, το οποίο το κατέλιπε στην ενάγουσα, σε εκδήλωση ευγνωμοσύνης για τη στοργή που της έδειξε.

Παράλληλα, η διαθήκη αυτή κηρύχθηκε κυρία, δυνάμει των υπ' αρ. 1.140/27-5-2011 πρακτικών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αίτηση της ενάγουσας. Ακολούθως, κατόπιν αίτησης της εναγομένης, δημοσιεύθηκε δυνάμει των υπ' αρ. 1.344/22-3-2013 πρακτικών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η από 2-6-2005 ιδιόγραφη διαθήκη της ίδιας ως άνω διαθέτιδος και καταχωρίστηκε στο γενικό βιβλίο διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών...

Δυνάμει της τελευταίας ως άνω διαθήκης η αποβιώσασα Α. Λ. φερόταν ότι εγκατέστησε την εναγομένη κληρονόμο της σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, κάνοντας μάλιστα ρητή αναφορά ότι κάθε προηγούμενή της δήλωση/διαθήκη είναι άκυρη. Η ένδικη, όμως, δεύτερη κατά χρονολογική σειρά, διαθήκη της ανωτέρω αποβιωσάσης δεν είναι γνήσια.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ιδίως από την υπ' αρ. κατ. 47/20-2-2017 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Β. Α., ότι η ένδικη διαθήκη δεν έχει γραφεί, ούτε χρονολογηθεί, αλλά και ούτε υπογραφεί από την ανωτέρω διαθέτιδα, όπως απαιτείται για τη γνησιότητά της, κατά τις διατάξεις του αρ. 1721 παρ. 1 Α.Κ., αλλά από άλλο άτομο, το οποίο επιχείρησε να απομιμηθεί ελεύθερα τη γραφή και υπογραφή της διαθέτιδος.

Συγκεκριμένα, η ανωτέρω πραγματογνώμονας αξιολογώντας όλα τα έγγραφα που τέθηκαν στη διάθεσή της, για τα οποία γίνεται ειδικότερα λόγος κατωτέρω και εξετάζοντας μακροσκοπικά και μικροσκοπικά την επίμαχη διαθήκη, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η γραφή και η υπογραφή της ένδικης διαθήκης δεν συνδέεται γραφολογικά με το δειγματικό υλικό γραφής και υπογραφής της διαθέτιδος, ενώ εντόπισε σημαντικές διαφορές ως προς τη γενική εμφάνιση, τη μορφή και τον τρόπο απόδοσης του εναρκτήριου σχηματισμού που, όσον αφορά τις συγκεκριμένες δειγματικές υπογραφές, συνίσταται σταθερά στο σύμπλεγμα των γραμματικών χαρακτήρων "Κλ" , σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην ένδικη διαθήκη, όπου υπάρχει σαφής διαφοροποίηση ως προς τη δομή του σχηματισμού αυτού, και διαπίστωσε ότι η ευχέρεια χάραξης παρουσιάζει επί μέρους δυσκαμψίες.

Επίσης, η ανωτέρω πραγματογνώμονας προέβη στη διαπίστωση ότι η υπογραφική πορεία της καταληκτικής κίνησης στην ένδικη διαθήκη δεν απαντάται και αναλογία σε καμία από τις εξετασθείσες δειγματικές υπογραφές και παρά τη φυσική ποικιλία που παρουσιάζει ο εν λόγω σχηματισμός στις δειγματικές υπογραφές, δε δύναται γραφολογικά να ενταχθεί στο πλαίσιο αυτό.

Στο ίδιο συμπέρασμα περί μη γνησιότητας της ένδικης διαθήκης κατέληξε και ο προαναφερόμενος τεχνικός σύμβουλος της ενάγουσας Π.. Κ.. Αντίθετα, το συμπέρασμα αυτό δεν ανατρέπεται από το περιεχόμενο των συνταχθεισών κατ' εντολή της εναγομένης γνωμοδοτήσεων, οι οποίες περιορίζονται σε γενικό σχολιασμό της προαναφερόμενης δικαστική πραγματογνωμοσύνης, χωρίς να περιέχουν σαφείς και ανεπιφύλακτες εκτιμήσεις που να δικαιολογούν αντίθετο συμπέρασμα από αυτό, στο οποίο κατέληξε η ανωτέρω πραγματογνώμονας.

Συγκεκριμένα, στην προαναφερόμενη ιδιωτική γνωμοδότηση του Κ.. Κ. αναφέρεται ότι, λόγω της χρονικής απόστασης μεταξύ των δειγματικών στοιχείων και της ένδικης διαθήκης, το συγκριτικό υλικό ήταν ακατάλληλο ποιοτικά. Η κρίση όμως αυτή δεν ευσταθεί, διότι στην εν λόγω πραγματογνωμοσύνη μνημονεύονται όλα τα έγγραφα αναμφισβήτητης γνησιότητας, που αποτέλεσαν το συγκριτικό υλικό και τα οποία αναφέρονται σε διάφορα χρονικά διαστήματα, γεγονός που επιτρέπει να διαμορφωθεί ικανοποιητική εικόνα ως προς τον γραφικό χαρακτήρα της διαθέτιδος και τις φυσικές παραλλαγές που παρουσιάζουν οι επί μέρους χαρακτήρες, λόγω του μεγάλου εύρους (ποσοτικά και χρονικά) του συγκριτικού υλικού.

Το υλικό δε αυτό . χρονολογείται από το έτος 1973 έως τουλάχιστον την 7η-2-2005, όπως προκύπτει από την τηλεφωνική ατζέντα της διαθέτιδος, και την οποία προκύπτει ότι είχε σε χρήση μέχρι τα τελευταία έτη της ζωής της. Μεταξύ δε, των εγγράφων που αποτέλεσαν το συγκριτικό υλικό για την εν λόγω πραγματογνωμοσύνη, περιλαμβάνεται και το πλησίον του χρόνου σύνταξης της ένδικης διαθήκης, χρονολογημένο από 9-10-2002 έγγραφο (με στοιχ.

Δ12) που φέρει πρωτότυπη δειγματική γραφή της θανούσας. Εξάλλου, από τους επιστολικούς φακέλους που στην κύρια όψη τους διαλαμβάνονται πρωτότυπα, δειγματικά χειρόγραφα στοιχεία της διαθέτιδος και βρέθηκαν στην οικία της, τα οποία αν και δεν προσδιορίζονται χρονικά, το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι, λόγω του είδους τους, ήτοι προοριζόμενα προς αποστολή, αλλά μη αποσταλέντα εισέτι από την θανούσα γράμματα, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ανάγονται τουλάχιστον κοντά στον χρόνο σύνταξης της ένδικης διαθήκης (2-6-2005), αν όχι και κοντά στον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, συνεπώς, η ανωτέρω πραγματογνώμονας που διορίστηκε από το Δικαστήριο, είχε στη διάθεσή της 30 περίπου έγγραφα με γραφή της διαθέτιδος σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, γεγονός που καθιστά την πραγματογνωμοσύνη της αξιόπιστη και εμπεριστατωμένη.

Επιπλέον, η κατά τα ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου περί της ακυρότητας, ελλείψει γνησιότητας, της ένδικης διαθήκης ενισχύεται και από τη συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία, παρότι, όπως ισχυρίσθηκε, με τις προτάσεις της επί της κρινόμενης έφεσης, γνώριζε την ύπαρξη της δεύτερης (από 2-6-2005) διαθήκης της μητέρας της, δεν την εμφάνισε προς δημοσίευση μετά τον θάνατο της τελευταίας, αλλά αποδέχθηκε την κληρονομία της ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της και μόνον όταν δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία από την ενάγουσα η από 17-11-2004 διαθήκη της μητέρας της, τότε εμφάνισε και δημοσίευσε τη δεύτερη, από 2-6-2005 διαθήκη.

Αν όμως, η εναγομένη γνώριζε πράγματι πριν από τον θάνατο της μητέρας της την ύπαρξη τοιαύτης γνήσιας διαθήκης, θα γνώριζε, αν δεν την είχε ήδη στην κατοχή της, και που να την αναζητήσει και να την βρει, προκειμένου να πληροφορηθεί το περιεχόμενό της και στη συνέχεια να προβεί στην αποδοχή της όποιας κληρονομιάς περιερχόταν σ' αυτήν, καθώς και σε πωλήσεις κληρονομιαίων στοιχείων.

Οι περαιτέρω, εξάλλου όψιμοι ισχυρισμοί της εναγομένης, οι οποίοι επιχειρείται να επιβεβαιωθούν με την προσκομιζόμενη από 2-2-2016 ιδιωτική επιστολή της δικηγόρου Άρτεμης Γιανναρά που απευθύνεται προς στον τότε δικηγόρο της εναγομένης - εκκαλούσας Γεώργιο Στεφανάκη ότι δηλαδή η από 2-6-2005 διαθήκη είχε παραδοθεί από τη διαθέτιδα στην ως άνω δικηγόρο μέσω τρίτου μη κατονομαζόμενου προσώπου, ότι η εν λόγω δικηγόρος την φύλαξε στο γραφείο της και την ξέχασε, ότι μετά τον θάνατο της διαθέτιδας είχε ενημερώσει (η δικηγόρος) λανθασμένα την εναγομένη ότι δεν υπάρχει τέτοια διαθήκη, αλλά ότι μετά την βρήκε κλπ., δεν κρίνονται πειστικοί και ανταποκρινόμενοι στην αλήθεια.

Κατά συνέπεια, κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος ο έκτος σχετικός λόγος έφεσης που ισχυρίστηκε ότι είχε πλήρη άγνοια σε σχέση με την ύπαρξη της διαθήκης. Επίσης αποδείχθηκε...., , ότι η ανωτέρω αποβιώσασα διατηρούσε στενές φιλικές σχέσεις με την ενάγουσα, η οποία την επισκεπτόταν στην οικία της, όπου ζούσε μόνη της, σταθερά επί δύο με τρεις φορές την εβδομάδα και της κρατούσε συντροφιά, γι' αυτό και σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς το πρόσωπό της, όπως ρητά ανέγραψε στην από 17-11-2004 ιδιόγραφη διαθήκη της, αποφάσισε να την τιμήσει με αυτήν, ενώ ουδείς λόγος προέκυψε που να δικαιολογεί τη σύνταξη της δεύτερης, ένδικης διαθήκης με διαφορετικό περιεχόμενο έξι μήνες περίπου μετά τη σύνταξη της προγενέστερης διαθήκης.

Ακόμη και η μάρτυρας που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με επιμέλεια της ενάγουσας, κατέθεσε ότι γνώριζε τη διαθέτιδα και ότι η ίδια της είχε πει ότι το επίδικο διαμέρισμα θα το άφηνε στην ενάγουσα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η προγενέστερη, από 17-11-2004, ιδιόγραφη διαθήκη, στην οποία η ενάγουσα στηρίζει το κληρονομικό της δικαίωμα και άρα το έννομο συμφέρον της για την άσκηση της υπό κρίση αγωγής έχει γραφεί, υπογραφεί και χρονολογηθεί από την ίδια την ως άνω διαθέτιδα.

Στο συμπέρασμα αυτό τα χειρόγραφα στοιχεία (ενδείξεις γραφής -υπογραφής) που διαλαμβάνονται στην τελευταία ως άνω διαθήκη, έχουν αναμφίβολα χαραχθεί με το χέρι της ως άνω διαθέτιδος, καταλήγει, αφού προηγουμένως έχει αντιπαραβάλει το συγκριτικό υλικό με την εν λόγω διαθήκη, τόσο ο ειδικός δικαστικός γραφολόγος Π..

Κ., στην προαναφερόμενη από 11-9-2017 ιδιωτική γνωμοδότησή του, η οποία συντάχθηκε κατ' εντολή της ενάγουσας, όσο και η διορισθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμονας στην προαναφερόμενη πραγματογνωμοσύνη της. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από την προαναφερόμενη από 19-6-2017 ιδιωτική γνωμοδότηση της γραφολόγου Γ.

Α., η οποία έκρινε ότι η γραφή και η υπογραφή της διαθέτιδος στην από 17-11-2004 ιδιόγραφη διαθήκη δεν είναι αυθόρμητης χάραξης, χωρίς να αναφέρει αναλυτικά πως οδηγήθηκε στην ανωτέρω κρίση της. Ακολούθως απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος κρίνεται ο τρίτος λόγος έφεσης, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε στη εκτίμησή του περί της ορθότητας της επίμαχης δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία επεκτάθηκε πέραν του αντικειμένου της και απεφάνθη περί της γνησιότητας και της προγενέστερης διαθήκης, μολονότι με την 2.904/2015 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είχε οριστεί ως αντικείμενο της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης μόνο το αν η ένδικη (από 2-6-2005) διαθήκη είχε γραφεί και υπογραφεί από την ανωτέρω διαθέτιδα.

Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι η πραγματογνώμονας απεφάνθη και επί άλλου αντικειμένου πέραν του ορισθέντος με την ανωτέρω δικαστική απόφαση, δεν συνιστά λόγο ακυρότητας της πραγματογνωμοσύνης, αφού, όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 387 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων.

Εξάλλου, σε συνδυασμό και με τις λοιπές περί πραγματογνωμοσύνης διατάξεις του Κ.Πολ.Δ., η πραγματογνωμοσύνη δεν είναι άκυρη ακόμα και όταν έχει ατέλειες, σφάλματα, ανακρίβειες ή εσφαλμένες κρίσεις, ακόμα και αν υπάρχει βλάβη του διαδίκου, αφού εναπόκειται στο δικαστήριο, το οποίο δικαιούται αλλά και υποχρεούται να αποφαίνεται κατά συνείδηση ως προς την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών , όταν κρίνει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα (άρθρο 340 Κ.Πολ,Δ., να της προσδώσει την προσήκουσα αποδεικτική βαρύτητα ή να διατάξει επανάληψη ή συμπλήρωσή της ή νέα πραγματογνωμοσύνη....

Επίσης, απορριπτέος ως απαράδεκτος κρίνεται και ο πρώτος λόγος έφεσης περί εσφαλμένης απόρριψης από την εκκαλουμένη 2.904/2015 μη οριστική απόφαση της ένστασης για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας να ασκήσει την αγωγή περί κλήρου, διότι αυτή είναι κληροδόχος και όχι κληρονόμος με εγκατάσταση σε δήλο πράγμα.

Ειδικότερα, η τελευταία ως άνω απόφαση είναι μη εκκλητή σχετικά με το σκέλος που απέρριψε την παραπάνω ένσταση, διότι η συζήτηση της αγωγής ως προς το σκέλος της περί κλήρου αγωγής έχει ανασταλεί με την εκκαλουμένη οριστική απόφαση, μέχρις ότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της σωρευομένης ένδικης αγωγής περί αναγνώρισης της ακυρότητας της από 2-6-2005 ιδιόγραφης διαθήκης.

Δηλαδή δεν έγινε οριστική διάγνωση της διαφοράς επί του σκέλους της αγωγής περί κλήρου, αλλά εξακολουθεί η αγωγή ως προς το σκέλος αυτό να είναι εκκρεμής στο πρωτόδικο Δικαστήριο ...Εξάλλου δεν προσβάλλεται με λόγο έφεσης (άρθρα 106, 520 παρ. 1, 522, 523 Κ.Πολ.Δ.) περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου (άρ. 249 Κ.Πολ,Δ.) η κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή της συζήτησης της αγωγής περί κλήρου.

Ομοίως απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος κρίνεται και ο δεύτερος λόγος έφεσης ότι οι εκκαλούμενες αποφάσεις (οριστική και μη οριστική) δεν έκριναν επί της ένστασης ακυρότητας, ελλείψει γνησιότητας, της προγενέστερης από 17-11-2004 ιδιόγραφης διαθήκης, την οποία (ένσταση) είχε νόμιμα υποβάλλει η εναγομένη με τις πρωτόδικες προτάσεις της.

Όπως όμως, ρητά προκύπτει από το σκεπτικό της εκκαλουμένης απόφασης, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τη γνησιότητα της προγενέστερης ως άνω διαθήκης, μη δεχόμενο τον ισχυρισμό της εναγομένης περί του αντιθέτου, ενώ την απόφασή του αυτή τη στήριξε και στην προαναφερόμενη πραγματογνωμοσύνη, η οποία διέλαβε, όπως προελέχθη, διατάξεις και περί της γνησιότητας της διαθήκης αυτής....".

Με βάση τα παραπάνω, το Εφετείο, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε, ότι η προσβαλλόμενη από 02.06.2005 ιδιόγραφη διαθήκη, που δημοσιεύθηκε με το 1.344/22.3.2013 πρακτικό, δεν έχει συνταχθεί ιδιοχείρως, χρονολογηθεί και υπογραφεί από την διαθέτη Α. Λ., αλλά από άλλο άγνωστο άτομο και αναγνώρισε την ακυρότητά της.

Ειδικότερα το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του: α) ότι η από 2.6.2005 ιδιόγραφη διαθήκη της σποβιώσασας Α. Λ. που δημοσιεύθηκε με το 1.344/22-3-2013 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η ως άνω διαθέτης φερόταν ότι εγκατέστησε την εναγομένη κληρονόμο της σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, κάνοντας μάλιστα ρητή αναφορά ότι κάθε προηγούμενή της δήλωση/διαθήκη είναι άκυρη, καθόσον δεν έχει γραφεί, ούτε χρονολογηθεί, αλλά και ούτε υπογραφεί από την ανωτέρω διαθέτη, όπως απαιτείται για τη γνησιότητά της, κατά τις διατάξεις του άρ. 1721 παρ. 1 Α.Κ., αλλά από άλλο άτομο, το οποίο επιχείρησε να απομιμηθεί ελεύθερα τη γραφή και υπογραφή της.

β) ότι, αντιθέτως, η από 17.11.2004 προγενέστερη ιδιόγραφη διαθήκη, που δημοσιεύθηκε με τα 3.102/27.5.2011 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η ανωτέρω διαθέτης εγκατέστησε την αναιρεσείουσα θυγατέρα της κληρονόμο σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, εκτός από ένα ισόγειο διαμέρισμα πολυκατοικίας επί της ...

αρ. 4 ..., εμβαδού 57,95 τ.μ., το οποίο κατέλιπε στην αναιρεσίβλητη, είναι γνήσια, έχοντας[ΒΓ1] γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από την ίδια. Κατέληξε δε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, διαλαμβάνοντας στις παραδοχές του, όλες τις αναφορές, επισημάνσεις και τα συμπεράσματα της πραγματογνώμονα δικαστικής γραφολόγου, Β.

Α., η οποία είχε διοριστεί με την 2.904/2015 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως επίσης και όλες τις αναφορές, επισημάνσεις και τα συμπεράσματα των γραφολογικών εκθέσεων που συντάχθηκαν από ειδικούς δικαστικούς γραφολόγους με εντολή των διαδίκων, ήτοι των Π. Κ., του Κ. Κ. και της Γ. Α.., τις οποίες αξιολόγησε και σύγκρινε μεταξύ τους, με ειδική μνεία περί της αξιοπιστίας της κάθε μίας από αυτές, σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ με μέρος του πέμπτου λόγου και με τον όγδοο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, κατά την εκτίμησή του, η αναιρεσείουσα αιτιάται, ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, παραβίασε ευθέως τους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους εφάρμοσε διαπιστώνοντας την ύπαρξη κενών και αμφίβολων σημείων στην περιεχόμενη στην από 17.11.2004 ιδιόγραφη διαθήκη της Α.

Λ., που δημοσιεύθηκε με τα 3.102/27-5-2011 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αλλά και στη μεταγενέστερη από 2.6.2005 ιδιόγραφη διαθήκη της ίδιας διαθέτιδας, που δημοσιεύθηκε με τα 1.344/22.3.2013 πρακτικά του ως άνω δικαστηρίου. Στον ως άνω λόγο η αναιρεσείουσα, αφού παραθέτει τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής σύμφωνα με τις οποίες αποδείχθηκε ότι η αποβιώσασα διατηρούσε φιλικές σχέσεις με την ήδη αναιρεσίβλητη, την επισκεπτόταν στην οικία της, όπου ζούσε μόνη της, σταθερά επί δύο με τρεις φορές την εβδομάδα και της κρατούσε συντροφιά, γι' αυτό και σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς το πρόσωπό της, όπως ρητά ανέγραψε στην από 17.11.2004 ιδιόγραφο διαθήκη της, αποφάσισε να την τιμήσει με αυτήν, ενώ ουδείς λόγος προέκυψε που να δικαιολογεί τη σύνταξη της δεύτερης ένδικης διαθήκης με διαφορετικό περιεχόμενο έξι μήνες περίπου μετά τη σύνταξη της προγενέστερης διαθήκης, αιτιάται ότι με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, προέβη σε ερμηνεία της αληθούς βούλησης της διαθέτιδας για τη σύνταξη αμφοτέρων των ως άνω ιδιόγραφων διαθηκών, την οποία αναζήτησε με τη λήψη υπόψη περιστατικών και στοιχείων εκτός αυτών, όπως είναι τα προαναφερόμενα, χωρίς να αναφέρει ποια είναι εκείνα τα κενά και αμφίβολα σημεία που το οδήγησαν να ερμηνεύσει τη βούληση.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο, αντιμετώπισε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση βουλήσεως της ως άνω διαθέτη, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία της, πράγμα που δεν συνέβη, εφόσον επίδικο ζήτημα στην παρούσα υπόθεση δεν αποτέλεσε η ερμηνεία των ως άνω διαθηκών, ώστε να διαπιστωθεί η αληθής βούληση της διαθέτιδας και να χρειασθεί ή μη η ερμηνεία αυτής με το συσχετισμό που περιεχομένου των διαθηκών με τη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός από αυτές ή την άντληση επιχειρημάτων από το σκοπό τους, αλλά αφορά αποκλειστικά στην διαπίστωση ή μη της γνησιότητάς τους, με βάσει τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος προς τούτο.

Η παράθεση στην προσβαλλόμενη απόφαση των προαναφερομένων παραδοχών, περί σταθερών και για μακρό χρόνο φιλικών σχέσεων μεταξύ της διαθέτιδας και της αναιρεσίβλητης, περί λόγων ευγνωμοσύνης της διαθέτιδας προς την τελευταία, εξαιτίας των οποίων την τίμησε με την πρώτη διαθήκη, αναφορά που άλλωστε υφίσταται και στην ίδια τη διαθήκη, και περί του ότι ουδείς λόγος προέκυψε, ο οποίος να δικαιολογεί τη σύνταξη της δεύτερης διαθήκης, με διαφορετικό περιεχόμενο, έξι μήνες περίπου μετά τη σύνταξη της πρώτης, αποτελούν επιχειρήματα του δικαστηρίου της ουσίας, που προέκυψαν από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και όχι στοιχεία το οποία λήφθηκαν υπόψη προκειμένου να ερμηνευθεί η βούληση της διαθέτη, ζήτημα το οποίο ουδόλως τέθηκε στην κρίση αυτού.

Επίσης, ο όγδοος λόγος αναίρεσης και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τα εκτιθέμενα στην οικεία νομική σκέψη είναι, πρωτίστως, απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας τους, καθόσον στους λόγους αυτούς δεν αναφέρεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβίασε πλαγίως η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ συγχρόνως γίνεται αποσπασματική και κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας αναφορά περικοπών των παραδοχών αυτής και όχι όλων, ως έδει, προκειμένου να ελεγχθεί αν το δικαστήριο της ουσίας οδηγήθηκε στο ως άνω συμπέρασμά του με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές.

Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι οι ίδιοι λόγοι (δεύτερος και μέρος του πέμπτου) είναι αβάσιμοι, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί ακυρότητας ή μη αμφοτέρων των ως άνω ιδιόγραφων διαθηκών , κατέληξε σε σαφές και ασφαλές πόρισμα.

Κατά τα λοιπά, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, που αναφέρονται σε αποσπάσματα πορισμάτων της πραγματογνώμονα γραφολόγου και των δικαστικών γραφολόγων που διορίσθηκαν με εντολή των διαδίκων, τα οποία, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας παρουσιάζουν ελλείψεις που οδηγούν σε διαφορετική αξιολόγησή τους, από εκείνη που υιοθέτησε η προσβαλλόμενη απόφαση , είναι απαράδεκτοι, επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Επιπροσθέτως, αναιρετικοί λόγοι ιδρύονται: α) από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (περ. γ ). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια αποδεικτικά μέσα έμμεση απόδειξη αρκεί να καθίσταται αναμφιβόλως (ΟλΑΠ /2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 14/2005) βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 64/2019).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.(ΑΠ 104/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1784/2017).

β) από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441,445).

Για τα αποδεικτικά μέσα που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ή δεν του απέδωσε αυξημένη δύναμη παρότι την είχε κατά νόμο (ΑΠ 348/2021, ΑΠ 155/2021, ΑΠ 477/2019, ΑΠ 174/2019).

Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στα δημόσια έγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 309/2020). Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο της ουσίας απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα, αφού τούτο ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του. (ΟλΑΠ 11/2005, ΑΠ 1021/2021, ΑΠ 1091/2019, ΑΠ 1294/2018).

Σύμφωνα δε με το άρθρο 445 Κ Πολ Δ. "έγγραφα ιδιωτικά συντεταγμένα σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρίστηκε ή αποδείχτηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχειαι από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το ιδιωτικό έγγραφο του οποίου η γνησιότητα αναγνωρίστηκε ή, αμφισβητηθείσα αποδείχτηκε, αποτελεί πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχεται σε αυτό προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρεπομένης ανταπόδειξης και επομένως στα ιδιωτικά αυτά έγγραφα ο νόμος δεν προσδίδει αυξημένη έναντι των λοιπών αποδεικτική δύναμη, αλλά συνεκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. (ΑΠ 1147/2023, ΑΠ 652/2020, ΑΠ Ι537//2012).

Συνεπώς ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα ιδιωτικά έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 ,440 και 441 ΚΠολΔ. (ΑΠ 563/2020, ΑΠ 1409/2019, ΑΠ 1207/2019). Επίσης, ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 22008, ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 196/2019).

Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού δηλ. φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 του ίδιου Κώδικα ως αποδεικτικά μέσα και μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Επομένως δεν αποτελούν έγγραφα με την έννοια των πιο πάνω άρθρων εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως η έκθεση πραγματογνωμοσύνης και το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, τα πρακτικά που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων καθώς και τα τοπογραφικά διαγράμματα που συντάσσονται με αίτηση των διαδίκων, τα οποία φέρουν τον χαρακτήρα γνωμοδότησης του άρθρου 390 ΚΠολΔ. (ΑΠ 376/2022, ΑΠ 110/2021, 1224//2018, ΑΠ 924/2018).

Επίσης, δεν θεωρούνται έγγραφα, υπό την ως άνω έννοια, τα διαδικαστικά έγγραφα της ενεστώσας δίκης, όπως είναι και τα δικόγραφα των προτάσεων, της εφέσεως κλπ. (ΑΠ 640/2021, ΑΠ 791/2020, ΑΠ 625/2018). Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού (ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 188/2018, ΑΠ 2032/2009, ΑΠ 1278/2006).

Για την ίδρυση του λόγου αυτού δεν αρκεί η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔικ. εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1093/2020,ΑΠ 42/2020, ΑΠ 196/2019).

Τέλος αντιφατικοί προς αλλήλους λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και: Α) όταν προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας αφενός δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αφετέρου παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ίδιου εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του ίδιου άρθρου. (ΑΠ 422/2022, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 631/2020, ΑΠ 4362020, ΑΠ 580/2019, ΑΠ 206/2018).

Β) προβάλλεται ότι το Εφετείο αφενός δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφαση κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και αφετέρου προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, επειδή προσέδωσε, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων στο ίδιο έγγραφο μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του ίδιου άρθρου, αφού δεν νοείται το Εφετείο να μην έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά έγγραφα και παράλληλα να προσέδωσε σε αυτά μικρότερη αποδεικτική δύναμη. (ΑΠ 11472023, ΑΠ 112/2020, ΑΠ 9102019, ΑΠ 1251/2020).

Στην περίπτωση κατά την οποία οι λόγοι αναίρεσης είναι αντιφατικοί ο δεύτερος από αυτούς απορρίπτεται ως απαράδεκτος, ενώ ο προτασσόμενος αυτού ερευνάται (ΑΠ 1147/2023, ΑΠ 619/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, καθώς και με μέρος του ως άνω πέμπτου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 11 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιωμένη ότι το Εφετείο, που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα τα οποία προσκόμισε η ίδια μετ' επικλήσεως ενώπιόν του και παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη αποδεικτικών μέσων.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα 1) με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αιτιάται, ότι ενώ προσκόμισε μετ' επικλήσεως ενώπιον του Εφετείου δύο (2) γραφολογικές γνωμοδοτήσεις περί της γνησιότητας ή μη της ένδικης διαθήκης και συγκεκριμένα την από 4.9.2017 γραφολογική γνωμοδότηση του ειδικού γραφολόγου Κ. Κ. και την από 19.6.2017 έκθεση γραφολογικών παρατηρήσεων της ειδικής γραφολόγου Γ.

Α., αμφοτέρων εγγεγραμμένων στους καταλόγους πραγματογνωμόνων των δικαστηρίων Αθηνών και Πειραιά, με τις οποίες αυτοί καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από τη διαθέτη και είναι γνήσια καθώς και ότι η από 20.2.2017 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονα Β.

Α., είναι ελλιπής μεροληπτική και έχει υποπέσει σε εσφαλμένο πόρισμα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν τις έλαβε υπόψη, αγνοώντας τα συμπεράσματά τους, ενώ υιοθέτησε την γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της ως άνω πραγματογνώμονα παρά την επισήμανση από τους ως άνω γραφολόγους των σοβαρών επιστημονικών και μεθοδολογικών λαθών της, προσδίδοντάς της με τον τρόπο αυτή αυξημένη αποδεικτική δύναμη παρά το νόμο. 2) με μέρος του πέμπτου λόγου αναίρεσης αιτιάται, ότι προς επίρρωση του ισχυρισμού της ότι η από 2.6.2005 ιδιόγραφη διαθήκη της μητέρας της, με την οποία η αναιρεσείουσα εγκαθίσταται μοναδική κληρονόμος της, ανακαλύφθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο όταν αυτή έμαθε για την ύπαρξη της προηγούμενης διαθήκης της διαθέτη, προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου την από 2.2.2016 γραπτή απάντηση προς αυτήν της δικηγόρου Αρ.

Γιανναρά, όπου η ίδια παραδέχεται ότι στα αρχεία της βρέθηκε αεροπορικός φάκελος με χειρόγραφο κείμενο συντεταγμένο και υπογεγραμμένο από την διαθέτη, με τον τίτλο "ΔΗΛΩΣΗ" και ημερομηνία 2.6.2005, την ύπαρξη του οποίου η εν λόγω δικηγόρος είχε λησμονήσει, πλην όμως η προσβαλλόμενη απόφαση αφενός δεν έλαβε υπόψη της το ως άνω αποδεικτικό μέσο, αφετέρου δε δεν του προσέδωσε την αποδεικτική δύναμη που είχε.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση σε αυτήν βεβαιώνεται ότι το Εφετείο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση από: α) τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την απόφασή του πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως, β) την 47/20.2.2017 έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Β.

Α., γ) την από 11.9.2017 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του τεχνικού συμβούλου, ειδικού δικαστικού γραφολόγου Π. Κ., δ) την από 4.9.2017 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του ειδικού γραφολόγου Κ. Κ., ε) την από 19.6.2017 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της τεχνικής συμβούλου, δικαστικής γραφολόγου Γ. Α. και στ) όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Επί πλέον εκτός από την εκτεθείσα διαβεβαίωση, από τις αιτιολογίες και τις παραδοχές της εν λόγω απόφασης, καθίσταται αναμφιβόλως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, κατά τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις τους εξαίροντας μερικά από αυτά, όπως έχει δικαίωμα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους (ΑΠ 155/2020).

Ειδικότερα, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, μνημονεύει ειδικά και αξιολογεί εκτενώς το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η από 2.6.2005 ιδιόγραφη διαθήκη της διαθέτιδας Α. Λ., που δημοσιεύθηκε με τα 1.344/22.3.2013 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν είναι γνήσια, καθόσον δεν έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από αυτήν και συνεπώς είναι άκυρη, ενώ αναφέρεται και στις ως άνω γραφολογικές γνωμοδοτήσεις των δικαστικών γραφολόγων, που συντάχθηκαν κατ' εντολή της αναιρεσείουσας, το περιεχόμενο και συμπέρασμα των οποίων εκτιμά και συγκρίνει με το περιεχόμενο και συμπέρασμα της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης την διενέργεια της οποίας διέταξε με την 2.904/11.9.2017 μη οριστική του απόφαση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Επίσης αναφέρεται διεξοδικά και στο προεκτιθέμενο περιεχόμενο της ως άνω επιστολής της δικηγόρου Α. Γιανναρά προς τον δικηγόρο της αναιρεσείουσας. Κατά συνέπεια είναι αβάσιμοι, ο ως άνω πρώτος λόγος αναιρέσεως και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ .

Τούτο ισχύει ανεξαρτήτως του ότι οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι, εφόσον οι αναφερόμενες σε αυτούς αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, με τις οποίες η ίδια, παραθέτοντας το περιεχόμενο των ως άνω γραφολογικών γνωμοδοτήσεων που συντάχθηκαν κατ' εντολή της, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην σύνταξη της ως άνω επιστολής από τη δικηγόρο Α.

Γιανναρά και στην ύπαρξη της δεύτερης από 2.6.2005 ιδιόγραφης διαθήκης, εκφράζει τις δικές της απόψεις περί του ότι η εκτίμησή τους, σε συνδυασμό με τα δικά της συμπεράσματα από την αξιολόγησή τους, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, ήτοι στο ότι η προαναφερόμενη από 2.6.2005 ιδιόγραφη διαθήκη είναι γνήσια και ότι η προγενέστερη από 17.11.2004 ιδιόγραφη διαθήκη είναι άκυρη, οδηγούν σε ανεπίτρεπτο έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Επί πλέον είναι αβάσιμος ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης όσον αφορά στην αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονα που διορίστηκε από το δικαστήριο απέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν είχε από το νόμο, καθόσον το Εφετείο, κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα εκτιμώντας ελεύθερα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, όλα τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και την εν λόγω έκθεση πραγματογνωμοσύνης και συνεπώς δεν της προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν έχει κατά νόμο, εξαίροντας τα συμπεράσματά της , όπως είχε δικαίωμα.

Ο δε πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο μέμφεται σωρευτικά την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 12 του άρθρου 559, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν απέδωσε στην ως άνω από 2.2.2016 επιστολή της δικηγόρου Α. Γιανναρά, την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που είχε ως ιδιωτικό έγγραφο του οποίου δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα, μη δεχόμενο ότι το έγγραφο αυτό αποτελούσε πλήρη απόδειξη και ως προς το περιεχόμενό του, ήτοι τα όσα δήλωνε με αυτό η συντάκτης του, είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, ως αντιφατικός, έναντι της επίσης αποδιδόμενης στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον ίδιο λόγο αναίρεσης προτασσόμενης παραβίασης του αριθμού 11 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο του ως άνω εγγράφου, εφόσον, όπως εκτέθηκε στην οικεία ως άνω νομική σκέψη, δεν νοείται το Εφετείο αφενός να μην έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά έγγραφα και ταυτόχρονα, να προσέδωσε σε αυτά μικρότερη αποδεικτική δύναμη, από εκείνη που έχουν κατά νόμο.

Ο ίδιος λόγος (πέμπτος) όσον αφορά την ως άνω παραβίαση του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από την αντιφατικότητά του με την εκτιθέμενη στον ίδιο λόγο παραβίαση του αριθμού 11 του ίδιου άρθρου, είναι και αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το παραπάνω ιδιωτικό έγγραφο (επιστολή της δικηγόρου Α Γιανναρά) αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς το περιεχόμενό του, ενώ αυτό, του οποίου η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε, παρέχει, κατά τα προεκτιθέμενα, πλήρη απόδειξη μόνο ως προς το ότι η δήλωση που περιέχεται σε αυτό προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, αλλά ως προς το περιεχόμενό του δεν έχει ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη έναντι των λοιπών αποδεικτικών μέσων και εκτιμάται ελεύθερα ως ισοδύναμο με αυτά για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη.

Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αιτιώμενη ότι το Εφετείο που την εξέδωσε παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 4.9.2017 γραφολογικής γνωμοδότησης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Κ. Κ., και της από 19.6.2017 έκθεση γραφολογικών παρατηρήσεων της ειδικής γραφολόγου Γ.

Α.. Ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ, προβαλλόμενος σωρευτικά, χωρίς επικουρικότητα, είναι πρωτίστως απαράδεκτος ως αντιφατικός έναντι του ως άνω πρώτου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο, προσβάλλεται, όπως ήδη προαναφέρθηκε η από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του των ίδιων ως άνω εγγράφων, καθόσον δεν νοείται το δικαστήριο της ουσίας αφενός να μην τα έλαβε υπόψη για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και παράλληλα να τα παραμόρφωσε.

Απαράδεκτος είναι και ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση επίσης για παραβίαση του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι με τις παραδοχές της παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεών της που κατατέθηκαν ενώπιόν του, καθόσον, όπως ήδη εκτέθηκε στην οικεία νομική σκέψη, δεν θεωρούνται έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, τα διαδικαστικά έγγραφα της ενεστώσας δίκης, όπως είναι και τα δικόγραφα των προτάσεων.

Εξάλλου, ιδρύεται αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, και όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.

ΑΠ 3/1997). Δεν συνιστούν όμως "πράγματα οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, (ΑΠ 172/2023, ΑΠ 1662/2022, ΑΠ 1187/2021), αλλά ούτε οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1286/2022, ΑΠ 733/2020, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 892/2019), όπως επίσης και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό ή λόγο έφεσης αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός.(ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 122/2019) γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό. (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1758/2023, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 841/2017).

Δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔικ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων είναι και η πραγματογνωμοσύνης, οι ένορκες βεβαιώσεις, τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια ή λήψη ή μη λήψη των οποίων δεν ιδρύει τον ερευνώμενο εκ της διατάξεως του αριθμό 8 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγο (ΑΠ 1286/2022, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 827/2020).

Επίσης κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη, όχι όμως οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που ενάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (Ολ.ΑΠ 25/2003).

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής, τριτανακοπής, κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα.(ΑΠ 615/2019, ΑΠ 54/2017) και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον, εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 λόγο αναιρέσεως. (ΑΠ 820/2023, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 54/2017).

Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 19/2021, ΑΠ 54/2017). Επί πλέον λόγο αναίρεσης ιδρύει και η παραβίαση του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία υφίσταται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα.

Η έννοια του όρου "πράγματα" είναι η ίδια, όπως και στο λόγο από τον αριθμό 8 της ίδιας διάταξης, και αναφέρεται στην απόδειξή τους. Δηλαδή, ο λόγος αυτός ιδρύεται, αν το δικαστήριο δέχεται ότι αποδείχθηκε το ουσία βάσιμο ή αβάσιμο αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς απόδειξη (ΑΠ 1119/2018) ήτοι χωρίς να προσαχθεί αποδεικτικό μέσο, ή χωρίς το δικαστήριο της ουσίας να δέχεται, έστω και γενικώς, ότι την περί αποδείξεως πεποίθησή του την σχημάτισε από κάποια αναφερόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 103/2021, ΑΠ 903/2019).

Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει στην απόφασή του χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογεί το καθένα ξεχωριστά. (ΑΠ 1091/2019, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 333/2017, ΑΠ 217/2016).

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση συλλήβδην των αριθμών 8,9 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε, άφησε αδίκαστους τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της εφέσεώς της, με τους οποίους ζητούσε την εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, επικαλούμενη εσφαλμένη και πλημμελή εκτίμηση της από 4.9.2017 έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Κ.

Κ. και της από 19.3.2017 έκθεσης γραφολογικών παρατηρήσεων της τεχνικής συμβούλου της, γραφολόγου Γ. Α., καθόσον ενώ στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται μνεία της απόρριψης ως αβασίμων κατά σειρά του έκτου, τρίτου, πρώτου και δεύτερου λόγων της εφέσεώς της, ουδεμία γίνεται αναφορά στους ως άνω τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης.

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αιτιάται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αυτοτελή και ουσιώδη ισχυρισμό της για την έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη του την ένστασή της, που προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε νομίμως ενώπιόν του με τον δεύτερο λόγο της εφέσεώς της, περί ακυρότητας ως πλαστής της ως άνω από 17.11.2004 ιδιόγραφης διαθήκης της αποβιώσασας μητέρας της, με την οποία αυτή φέρεται να εγκαθιστά κληρονόμο την αναιρεσίβλητη επί του συγκεκριμένου ισογείου διαμερίσματος και δεν έταξε αποδείξεις ούτε διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για το ζήτημα αυτό, αλλά κατέληξε χωρίς αποδείξεις στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω ιδιόγραφη διαθήκη είναι έγκυρη, ήτοι έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από τη διαθέτη, αφήνοντας αδίκαστη την ως άνω ένστασή της.

Σχετικά με τους αναιρετικούς αυτούς λόγους, όπως ήδη εκτέθηκε στα πλαίσια της επισκόπησης του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν έγινε δεκτό ότι η ένδικη από 02.06.2005 διαθήκη της διαθέτη Α. Λ. είναι άκυρη, αλλά και ότι η προγενέστερη από 17.11.2004 ιδιόγραφη διαθήκη, στην οποία η ήδη αναιρεσίβλητη στηρίζει το κληρονομικό της δικαίωμα, έχει γραφεί, υπογραφεί και χρονολογηθεί από την διαθέτη.

Στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται αναλυτική μνεία ότι στο συμπέρασμα αυτό, περί του ότι τα χειρόγραφα στοιχεία (ενδείξεις γραφής - υπογραφής) που διαλαμβάνονται στην τελευταία ως άνω διαθήκη, έχουν αναμφίβολα χαραχθεί με το χέρι της ως άνω διαθέτη, καταλήγει, αφού προηγουμένως έχει αντιπαραβάλει το συγκριτικό υλικό με την εν λόγω διαθήκη, τόσο ο ειδικός δικαστικός γραφολόγος Π..

Κ., στην προαναφερόμενη από 11-9-2017 ιδιωτική γνωμοδότησή του, η οποία συντάχθηκε κατ' εντολή της ενάγουσας, όσο και η διορισθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμονας στην προαναφερόμενη πραγματογνωμοσύνη της, καθώς και ότι αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από την προαναφερόμενη από 19-6-2017 ιδιωτική γνωμοδότηση της γραφολόγου Γ.

Α., η οποία έκρινε ότι η γραφή και η υπογραφή της διαθέτη στην από 17-11-2004 ιδιόγραφη διαθήκη δεν είναι αυθόρμητης χάραξης, χωρίς να αναφέρει αναλυτικά πως οδηγήθηκε στην ανωτέρω κρίση της. Ακολούθως δε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως νόμω αβάσιμο τον τρίτο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας, περί του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε στη εκτίμησή του περί της ορθότητας της επίμαχης δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία επεκτάθηκε πέραν του αντικειμένου της και απεφάνθη περί της γνησιότητας και της προγενέστερης διαθήκης, μολονότι με την 2.904/2015 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είχε οριστεί ως αντικείμενο της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης μόνο το αν η ένδικη (από 2-6-2005) διαθήκη είχε γραφεί και υπογραφεί από την ανωτέρω διαθέτη, δεχόμενο ότι το γεγονός ότι η πραγματογνώμονας απεφάνθη και επί άλλου αντικειμένου πέραν του ορισθέντος με την ανωτέρω δικαστική απόφαση, δεν συνιστά λόγο ακυρότητάς της αφού, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων.

Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο και τον δεύτερο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας με τον οποίο αυτή είχε υποστηρίξει ότι οι εκκαλούμενες αποφάσεις (οριστική και μη οριστική) δεν έκριναν επί της ως άνω ενστάσεώς της, αποφαινόμενο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει τον ισχυρισμό (ένσταση) αυτής, δεχόμενο τη γνησιότητα της προγενέστερης της επίδικης διαθήκης.

Με βάση τα παραπάνω, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον, όπως ήδη εκτέθηκε στην οικεία νομική σκέψη, οι επί μέρους λόγοι της εφέσεως, οι οποίοι κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας παρέμειναν αδίκαστοι από το Εφετείο, δεν περιλαμβάνονται στις αιτήσεις εκείνες που αν αφεθούν αδίκαστες δημιουργούν τον λόγο αυτό αναίρεσης, ανεξαρτήτως του ότι όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε κατ' ουσίαν όλους τους επί μέρους λόγους εφέσεως, οδηγούμενο, κατά λογική ακολουθία στην απόρριψη αυτής στο σύνολό της.

Αβάσιμος είναι και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης όσον αφορά: α) την επικαλούμενη πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την ως άνω ένσταση της αναιρεσείουσας περί μη γνησιότητας της προγενέστερης της επίδικης από 17.11.2004 διαθήκης της διαθέτη Α. Λ., την οποία δεν άφησε αδίκαστη αλλά την απέρριψε κατ' ουσίαν, β) την παραβίαση του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον, όπως σαφώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και προκύπτει από τις αιτιολογίες της, το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα επί της ενστάσεως αυτής της αναιρεσείουσας από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει αναλυτικά στην απόφασή του, μεταξύ των οποίων και από την εκτιμώμενη ελευθέρως πραγματογνωμοσύνη, με την πρόσθετη επισήμανση ότι οι περιεχόμενες στον λόγο αυτό αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, μέμφονται στην πραγματικότητα την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και ιδιαίτερα του πορίσματος της πραγματογνωμοσύνης.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η από 19.10.2020 αίτηση αναίρεσης της Κ. Κ. κατά της 3.449/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και να καταδικαστεί ο αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.10.2020 αίτηση της Κ. Κ. για αναίρεση της 3.449/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ