Legislator Case Law & Legislation
413/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on standing grounds, rejecting argument that lower court erred on joint tenancy status.

Case Number 413/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellant argued the lower court erred in finding the defendants had standing as joint tenants, but the court held the appellate court only reviewed the substantive claim without considering procedural documents. Consequently, the appeal was rejected as the lower court's finding on standing was not erroneous.

Legislator headnote

AI generated

Articles 614, 615 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's review of standing must consider the entire case file, not just the substantive claim, and a finding on standing is not erroneous if based on the totality of evidence presented.

Keywords

AI generated
standing of parties joint tenancy appellate review procedural documents civil procedure code property dispute joint tenants

Cited Legislation

AI generated
Articles 614, 615 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 1, paragraph 2 of Article 9 of Law 4335/2015
Articles 176, 182, 183, 189, paragraph 1, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 413 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 413/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "PARADISE HOTEL BUNGALOWS PARKING ΠΡΑΤΗΡΙΑ ΒΕΝΖΙΝΗΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Φαρμακίδη - Μάρκου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 22-8-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Κ., το γένος Γ. Π., …, 18) Β. θυγ. Σ. Λ., συζ. Α. Β., κατοίκου Φιλοθέης Αττικής και 19) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΚΤΗΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΔΑΜΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 6ος και η 19η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σελούλη, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία "TAKCORP PROPERTIES ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ι.Κ.Ε." και δ.τ. "TAKCORP PROPERTIES", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Λεωνίδα Κοτσαλή και Δημήτριο Σελούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 23-10-2017 ανταγωγή και αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 569/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5536/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-12-2020 αίτησή της, με τις δε από 22-8-2022 κατατεθείσες προτάσεις της ζητεί και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα, οι 6ος και 19η των αναιρεσιβλήτων και η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων και της προσθέτως παρεμβαίνουσας την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης και την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 02-12-2020 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9545/1075/15-12-2020) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5536/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 περ. 1, 615 επ. Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα, είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο, παρά την απουσία του ( ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).

Εξάλλου, στη δίκη επί αγωγής για απόδοση του μισθίου που ασκείται από περισσότερους συνεκμισθωτές, αυτοί συνδέονται μεταξύ τους, με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. α` του ΚΠολΔ, επειδή υπάρχει περίπτωση κοινής νομιμοποίησης και η διαφορά επιδέχεται ενιαία ρύθμιση (ΑΠ 364/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 5812/15-09-2021, 5813/15-09-2021, 5814/15-09-2021, 5818/15-09-2021, 5817/15-09-2021, 5808/14-09-2021, 5809/14-09-2021, 5810/14-09-2021, 5821/15-09-2021, 5807/14-09-2021, 5806/14-09-2021, 5815/15-09-2021, 5816/15-09-2021 και 5819/ 15-09-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Βασιλείου Αθαν.

Δήμου και από τις υπ' αριθμ. 10823/04-08-2021, 10824/04-08-2021 και 10825/04-08-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Πατρών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αιγίου, Θεοφάνη Χρ. Τσερεντζούλια, που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 02-12-2020 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9545/1075/15-12-2020) αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (16-09-2022) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, στους πρώτη, δεύτερη, τρίτο, τέταρτη, πέμπτη, έβδομη, όγδοο, ένατη, δέκατο, ενδέκατο, δωδέκατο, δέκατο τρίτο, δέκατη έβδομη, δέκατη όγδοη, δέκατο τέταρτο, δέκατο πέμπτο και δέκατο έκτο αντίστοιχα.

Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο (16-09-2022), κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι αυτοί ήταν απόντες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.

Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους.

Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι "αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν", προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση από κάποιο πρόσωπο μπορεί να ασκηθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι την άσκησή της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα ( ΑΠ 1102/2022, ΑΠ 17/2022, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1736/2017).

Επίσης, από την άνω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης, είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Υφίσταται δε έννομο συμφέρον προς παρέμβαση, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος, ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης.

Πρέπει όμως αυτά είτε να απειλούνται από το δεδικασμένο ή την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί ή να τίθενται σε διακινδύνευση από άλλες αντανακλαστικές συνέπειες αυτής (Ολ. ΑΠ 17/2015, 12/2013, 9/2012,14/2008, ΑΠ 817/2017). Ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 433/2020, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).

Ο προσθέτως παρεμβαίνων περιορίζεται στην αναιρετική διαδικασία σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται το δικαίωμα των κυρίων διαδίκων (ΑΠ 433/2020). Στην προκειμένη περίπτωση με το από 30/06/2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 25/01-07-2022 ιδιαίτερο αυτοτελές δικόγραφο, το οποίο επιδόθηκε μόνιμα και εμπρόθεσμα σε όλους τους διαδίκους, κατ' άρθρο 81 παρ. 1 ΚΠολΔ. [όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 4800/04-07-2022, 4799/04-07-2022, 4798/04-07-2022, 4797/04-07-2022, 4796/04-07-2022, 4795/04-07-2022, 4794/04-07-2022, 4793/04-07-2022, 4792/04-07-2022, 4791/04-07-2022, 4790/04-07-2022, 4789/04-07-2022, 4788/04-07-2022, 4787/04-07-2022, 4786/04-07-2022, 4785/04-07-2022, 4784/04-07-2022, 4783/04-07-2022, 4782/04-07-2022 και 4781/04-07-2022 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Κωνσταντίνας Γ.

Σαμαρά], η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία με την επωνυμία "TAKCORP PROPERTIES ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ι.Κ.Ε." άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσίβλητων και κατά της αναιρεσείουσας, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. .../28-07-2021 συμβολαίου αγοράς της συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμητρας Ι. Τρικούπη, απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή, κατά ποσοστό 90% εξ αδιαιρέτου, από τους πρώτη, δεύτερη, τρίτο, τέταρτη, πέμπτη, έκτο, έβδομη, όγδοο, ένατη, δέκατο, ενδέκατο, δωδέκατο, δέκατο τρίτο, δέκατο τέταρτο, δέκατο πέμπτο, δέκατο έκτο και δέκατη όγδοη των αναιρεσίβλητων (ήτοι πλην του ποσοστού της δέκατης έβδομης αναιρεσίβλητης), την υπό στοιχείο Α' οριζόντια ιδιοκτησία του επίδικου μισθίου ακινήτου, αποτελούμενη από το υπόγειο, ισόγειο και τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο ορόφους, καθώς και ότι δυνάμει του από 10-04-2021 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταβίβασης ονομαστικών μετοχών απέκτησε το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου της δέκατης ένατης αναιρεσίβλητης, η οποία έχει ως πάγιο περιουσιακό στοιχείο την υπό στοιχείο Β' οριζόντια ιδιοκτησία του επίδικου μισθίου ακινήτου, αποτελούμενη από τους τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο ορόφους της ίδιας πολυώροφης οικοδομής και έτσι με τις ιδιότητές της αυτές και δη ως αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος του ποσοστού 90% της υπό στοιχείο Α' επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας και ειδική διάδοχος των προαναφερόμενων αναιρεσίβλητων κατά το ποσοστό αυτό, καθώς και ως εμμέσως αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος του ποσοστού 100% της υπό στοιχείο Β' επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας, εκμίσθωσε τις επίδικες ιδιοκτησίες του υπογείου, ισογείου, πρώτου, δεύτερου, τρίτου ορόφου στην εταιρεία με την επωνυμία "Unitparck Management IKE", η δε δέκατη ένατη αναιρεσίβλητη εκμίσθωσε στην ίδια ανωτέρω μισθώτρια τους τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο ορόφους της εν λόγω πολυώροφης οικοδομής - ειδικού κτιρίου, που χρησιμοποιείται κατά τον προορισμό του ως σταθμός αυτοκινήτων, η τυχόν δε ανατροπή της προσβαλλόμενης απόφασης θα επηρεάσει δυσμενώς τα έννομα συμφέροντά της και θα δημιουργήσει σε βάρος της νομικές υποχρεώσεις, λόγω της ιδιότητάς της ως ειδικής διαδόχου των προαναφερομένων αναιρεσίβλητων και καταλαμβανόμενης από το δεδικασμένο και την εκτελεστότητα των αποφάσεων, καθόσον θα επιφέρει σ' αυτή (προσθέτως παρεμβαίνουσα), αδυναμία διάθεσης στην ανωτέρω μισθώτρια εταιρεία των επίδικων μίσθιων ιδιοκτησιών και θα δημιουργήσει υποχρέωσή της να αποζημιώσει την η εν λόγω μισθώτρια για κάθε θετική και αποθετική ζημία, την οποία θα υποστεί η τελευταία από την αδυναμία εκμετάλλευσης του μισθίου ακινήτου - σταθμού αυτοκινήτων.

Όλα τα ανωτέρω επικαλούμενα περιστατικά συγκροτούν την έννοια του εννόμου συμφέροντος προς άσκηση της κρινόμενης πρόσθετης παρέμβασης, όπως αυτή αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και εφόσον περαιτέρω η πρόσθετη αυτή παρέμβαση ασκήθηκε παραδεκτά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και είναι νόμιμη (άρθρα 80, 81 παρ. 1, 225 αριθμ. 2 ΚΠολΔ), πρέπει αυτή να συνεκδικαστεί με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 574 του ΑΚ "Με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 599 του ιδίου Κώδικα "Ο μισθωτής κατά τη λήξη της μίσθωσης έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε.

Σε περίπτωση υπεκμίσθωσης ή παραχώρησης της χρήσης του μισθίου σε τρίτον, ο εκμισθωτής μπορεί κατά τη λήξη της μίσθωσης να απαιτήσει το μίσθιο και από τον υπομισθωτή ή από εκείνον στον οποίο παραχωρήθηκε η χρήση". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρο 44 του Π.Δ. 34/1995), συνάγεται ότι κατά την καθ' οποιοδήποτε τρόπο λήξη της κύριας αστικής ή εμπορικής σύμβασης μίσθωσης, ο εκμισθωτής δικαιούται, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 599 Α.Κ., να απαιτήσει από το μισθωτή την απόδοση του μισθίου ακινήτου.

Ειδικότερα, η μισθωτική σύμβαση είναι ενοχική και όχι εμπράγματη και επομένως δεν ασκεί επιρροή στην ισχύ και τη λειτουργία της σύμβασης αυτής η κυριότητα ή οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του μισθίου ακινήτου. Η σχετικότητα της μισθωτικής σχέσης έχει ως αποτέλεσμα να ανήκουν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από αυτή μόνο στα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή στον εκμισθωτή και στο μισθωτή, οι οποίοι και νομιμοποιούνται αντιστοίχως στις σχετικές (μισθωτικές) δίκες.

Δηλαδή, σε περίπτωση σύμβασης μίσθωσης δικαιούχος και υπόχρεος είναι ο εκμισθωτής και ο μισθωτής αντίστοιχα, συνακόλουθα δε μόνο αυτοί νομιμοποιούνται ενεργητικά και παθητικά ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση αυτή. Από αυτά παρέπεται ότι για τη θεμελίωση και το ορισμένο της αγωγής με την οποία ο εκμισθωτής ζητεί από το μισθωτή την απόδοση του μισθίου ακινήτου, πρέπει να προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, εκτός των άλλων περιστατικών, και η ιδιότητα του ενάγοντος ως εκμισθωτή και του εναγόμενου ως μισθωτή και οι ιδιότητες αυτές να αποδεικνύονται ακολούθως κατ' ουσίαν.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574, 612 παρ.1, 619, 620, 632, 641 και 1710 ΑΚ προκύπτει, ότι η μισθωτική σχέση είναι κληρονομητή και κατά συνέπεια, σε περίπτωση θανάτου του εκμισθωτή, στη μισθωτική σχέση υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του (εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου), μόλις αποδεχθούν την κληρονομία (άρθρα 1846, 1847, 1850, 1857, 1940 ΑΚ), χωρίς να χρειάζεται και η προηγούμενη μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής, αφού πρόκειται για κτήση ενοχικής σχέσης και όχι κυριότητας (άρθρα 1846, 1192, 1198 ΑΚ) (ΑΠ 758/2021, ΑΠ 619/2019, ΑΠ 1819/2017, ΑΠ 1653/2012).

Εξάλλου, μετά την κατάργηση του άρθρου 7 παρ.1 του ν. 813/1978 με το άρθρο 3 του ν.1229/1982, αν εκποιηθεί το μίσθιο ακίνητο κατά τη διάρκεια της εμπορικής μίσθωσης, η μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης στο νέο κτήτορα χωρεί εκ του νόμου και μάλιστα χωρίς τις διατυπώσεις των άρθρων 614 και 615 του Α.Κ., έτσι ώστε ο νέος κτήτορας να υπεισέρχεται, από το νόμο, στη μισθωτική σχέση απεριόριστα και να αποκτά για λογαριασμό του τα σχετικά δικαιώματα στην έκταση που τα είχε και ο δικαιοπάροχός του εκμισθωτής (Ολ.

ΑΠ 6/2004, ΑΠ 306/2014). Η γνώση ή η άγνοια του μισθωτή για την εκποίηση του μισθίου δεν ασκεί επίδραση σχετικά με την επέλευση των αποτελεσμάτων της και δεν απαιτείται για το λόγο αυτό και γνωστοποίησή της στο μισθωτή (ΑΠ 306/2014). Περαιτέρω, στη μίσθωση πράγματος (άρθρο 574 Α.Κ.), αν το μίσθιο ανήκει κατά συγκυριότητα σε περισσότερα πρόσωπα, τότε μεταξύ των πολλών συνεκμισθωτών, σε σχέση προς τη ρύθμιση των εσωτερικών τους σχέσεων, η μίσθωση, διέπεται από τις διατάξεις περί κοινωνίας (άρθρα 785 επ.

ΑΚ), οπότε για την εκμίσθωση του κοινού πράγματος σε τρίτον απαιτείται απόφαση όλων, ή της πλειοψηφίας των κοινωνών, υπολογιζομένης με βάση το μέγεθος των μερίδων, ή απόφαση του δικαστηρίου, ή του διορισμένου διαχειριστή (άρθρα 788-790 Α.Κ.). Ειδικότερα, η παραχώρηση της χρήσης του κοινού πράγματος αποτελεί πράξη διοίκησης-διαχείρισης (άρθρο 785 Α.Κ.) και όχι πράξη διάθεσης (άρθρο 793 Α.Κ.) ( ΑΠ 605/2018).

Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 789 ΑΚ, με απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών μπορεί να καθορισθεί για το κοινό αντικείμενο ο προσήκων τρόπος τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης. Η πλειοψηφία λαμβάνεται κατά το μέγεθος των μερίδων. Στις εν λόγω πράξεις τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης περιλαμβάνεται και η σύμβαση μίσθωσης του κοινού αντικειμένου, καθώς και κάθε άλλη πράξη, η οποία τείνει στη διατήρηση η άρση των συνεπειών της μίσθωσης, όπως η παράταση, η ανανέωση - αναμίσθωση, ή η τροποποίηση της σύμβασης μίσθωσης, ή καταγγελία αυτής.

Για τους αυτούς λόγους, αν το μίσθιο ανήκει κατά κυριότητα σε περισσότερους συγκύριους, η άσκηση αγωγής απόδοσης μισθίου κατά τρίτου μη συγκυρίου, συγκαταλέγεται στις πράξεις διοίκησης και διαχείρισης και ασκείται από όλους τους κοινωνούς - συνεκμισθωτές, ή από εκείνους που διαθέτουν την πλειοψηφία των μερίδων ή από το διορισμένο διαχειριστή κ.λπ., κατά τις περί κοινωνίας διατάξεις (ΑΠ 605/2018, ΑΠ 1817/2006).

Η απόφαση της πλειοψηφίας που λήφθηκε μέσα στα πλαίσια του άρθρου 789 ΑΚ δεν αφορά μόνο τις εσωτερικές σχέσεις των κοινωνών, αλλά ενέχει και εξουσία αντιπροσώπευσης και συνακόλουθα είναι έγκυρη και δεσμεύει όλους τους κοινωνούς, δηλαδή και εκείνους που διαφώνησαν και μειοψήφησαν ( ΑΠ 95/2020, ΑΠ 635/2018, ΑΠ 302/2014, ΑΠ 665/2008, ΑΠ 1259/2007).

Εξάλλου, αν η μίσθωση περισσότερων μισθίων κριθεί ότι είναι ενιαία, όπως συμβαίνει όταν όλα τα μίσθια εκμισθώθηκαν αθρόα και ως σύνολο και καθένα από αυτά δεν μπορεί να αποχωριστεί από τα υπόλοιπα χωρίς να ζημιωθεί το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη, η χρήση όλων είναι αδιαίρετη και μεταξύ των περισσότερων εκμισθωτών ή μισθωτών υπάρχει κοινωνία δικαιώματος.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ με την οποία ορίζεται ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 παρ.1 στοιχ. α' του ιδίου Κώδικα, κατά την οποία το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, προκύπτει ότι η νομιμοποίηση των διαδίκων, δηλαδή η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση και δη τόσο η ενεργητική, όσο και η παθητική, καθορίζεται κατά κανόνα από το ουσιαστικό δίκαιο, τόσο ως προς το αντικείμενο αυτής, όσο και ως προς τους φορείς της (δικαιούχο και υπόχρεο).

Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης, το δικαστήριο οφείλει να αρκεστεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρέωσης, ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση (ΑΠ 152/2022, ΑΠ 1549/2021, ΑΠ 1408/2021).

Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγόμενου, η αγωγή είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΑΠ 1408/2021, ΑΠ 656/2019). Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο, αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως ουσιαστικά αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρέωσης (ΑΠ 1549/2021, ΑΠ 1187/2021).

Ενόψει της φύσης της νομιμοποίησης, ως διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης για κάθε αίτηση παροχής έννομης προστασίας, η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των επικαλούμενων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών συνιστά, όχι ένσταση έλλειψης νομιμοποίησης, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος φέρει προς τούτο το σχετικό βάρος απόδειξης (ΑΠ 865/2022, ΑΠ 1199/2021, ΑΠ 46/2020).

Ποια πρόσωπα είναι οι κατά κανόνα φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται, όπως προεκτέθηκε, από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 1187/2021, ΑΠ 1549/2021, ΑΠ 59/2019). Ο αναιρετικός έλεγχος της κατά κανόνα νομιμοποίησης των διαδίκων, γίνεται με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση.

Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης, αλλά και τους φορείς της, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 25/2008, Ολ. ΑΠ 18/2005, ΑΠ 1314/2022, ΑΠ 553/2020, ΑΠ 656/2019, ΑΠ 587/2015, ΑΠ 585/2014).

Αν όμως το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση των διαδίκων, σύμφωνα με το νόμο και η αγωγή είναι απορριπτέα εκ του λόγου τούτου ως απαράδεκτη, τότε ο λόγος αναίρεσης από την έλλειψη αυτή στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ ( ΑΠ 1408/2021, ΑΠ 1187/2021, ΑΠ 112/2008).

Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1034/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 192/2019, ΑΠ 19/2017). Με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο (άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη, ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.

Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (Ολ. ΑΠ 16/1998, ΑΠ 467/2020, ΑΠ 339/2020, ΑΠ 668/2020). Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής.

Στις περιπτώσεις της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, η απόφαση ελέγχεται με βάση τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 560/2022, ΑΠ 668/2020, ΑΠ 467/2020, ΑΠ 1155/2019, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 769/2017). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται, εκτός των άλλων, και σε απαράδεκτο που προέρχεται από παράβαση δικονομικής διάταξης.

Έτσι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη και ως εκ τούτου παραδεκτή, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, σε συνδυασμό όμως και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) (ΑΠ 811/2021, ΑΠ 661/2020, ΑΠ 339/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 18/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 27-07-2017 (αριθμ. εκθ. καταθ. 563845/1736/27-07-2017) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα - μισθώτρια να τους αποδώσει τη χρήση του περιγραφόμενου μισθίου ακινήτου, λόγω λήξης της μεταξύ τους σύμβασης μίσθωσης και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της να τους καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 56.000 ευρώ για την αποθετική ζημία που υπέστησαν από την παράνομη παρακράτηση του μισθίου ακινήτου, κατά το αναφερόμενο στην αγωγή, μετά τη λήξη της μίσθωσης, χρονικό διάστημα.

Η εναγόμενη, κατά τη συζήτηση της ανωτέρω ένδικης αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα υπ' αριθμ. 569/2018 πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προέβαλε τον ισχυρισμό, τον οποίο ανέπτυξε και με τις από 01-12-2017 έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, περί απαραδέκτου λόγω αοριστίας της αγωγής, ως προς το στοιχείο της ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων, καθόσον στην ένδικη αγωγή τους επικαλούνται την ιδιότητά τους ως εξ αδιαιρέτου συγκυρίων του μισθίου ακινήτου, όχι όμως, όπως απαιτείται, και την ιδιότητά τους ως συνεκμισθωτών, ή διαδόχων εκμισθωτών, ή ότι η μίσθωση καταρτίστηκε ως γνήσια σύμβαση υπέρ αυτών ως τρίτων, με αποτέλεσμα να μην εκτίθεται στην αγωγή από ποια αιτία νομιμοποιούνται για την άσκησή της.

Το άνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 569/2018 οριστική απόφασή του, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και απέρριψε, αν και χωρίς ειδικότερη αιτιολογία, τους ανωτέρω αντίθετους ισχυρισμούς της εναγομένης και, ακολούθως, δέχθηκε, κατά ένα μέρος την αγωγή αυτή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, υποχρέωσε την εναγομένη να αποδώσει στους ενάγοντες τη χρήση του μισθίου ακινήτου και αναγνώρισε την υποχρέωση αυτής να καταβάλει ως αποζημίωση στους ενάγοντες το συνολικό ποσό των 56.000 ευρώ, επιμεριζόμενο κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα ποσά στον καθένα.

Κατά της άνω πρωτόδικης απόφασης η εναγόμενη - αναιρεσείουσα άσκησε την από 26-04-2018 έφεσή της, με τους πρώτο και πέμπτο λόγους της οποίας επανέφερε ενώπιον Μονομελούς Εφετείου Αθηνών τον ανωτέρω ισχυρισμό της, περί απαραδέκτου της αγωγής λόγω μη επίκλησης στο δικόγραφο αυτής των στοιχείων της ενεργητικής νομιμοποίησης και ειδικότερα της ιδιότητας των εναγόντων ως εκμισθωτών, παραπονούμενη περαιτέρω ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την ένδικη αγωγή, χωρίς οι ενάγοντες να επικαλεστούν νομίμως και χωρίς να αποδείξουν την αμφισβητούμενη από αυτή (αναιρεσείουσα) ιδιότητά τους, ως εκμισθωτών του μισθίου ακινήτου.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5536/2020 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, όσον αφορά τον ανωτέρω ισχυρισμό της εναγόμενης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα: "Με την ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 27-7-2017 (αριθ.

κατ. 563845/1736/2017) αγωγή, όπως παραδεκτά συμπληρώνεται με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις τους και εκτιμάται από το δικαστήριο, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι είναι συγκύριοι, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά, του περιγραφομένου στην αγωγή πολυωρόφου κτιρίου-σταθμού αυτοκινήτων, που βρίσκεται στην Αθήνα, επί των οδών Σόλωνος αριθ. 82 και Ασκληπιού αριθ. 4, το οποίο δυνάμει του από 22-3-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού εκμίσθωσαν στην εναγομένη, αντί μηνιαίου μισθώματος, ανερχομένου, κατόπιν διαδοχικών μειώσεων, στο ποσό των 21.000 ευρώ.

Ότι, με το ίδιο συμφωνητικό συμφώνησαν ότι η διάρκεια της μίσθωσης θα είναι δεκαετής, ενώ με το από 17-10-2005 πρόσθετο ιδιωτικό συμφωνητικό όρισαν ότι η μίσθωση αρχίζει στις 1-11-2005. Ότι με το μεταγενέστερο από 26-11-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό όλοι οι συμβαλλόμενοι δήλωσαν και, με τον τρόπο επαναβεβαίωσαν, ότι η διάρκεια της μίσθωσης είναι δεκαετής, οπότε η μίσθωση έληξε στις 31-10-2015.

Ότι και μετά τη λήξη της μίσθωσης, η εναγόμενη παρακράτησε παρανόμως το μίσθιο για το χρονικό διάστημα από Ιούνιο 2016 έως Ιούλιο 2017, με αποτέλεσμα να υποστούν ζημία, ίση με το ποσό των 4.000 ευρώ μηνιαίως και συνολικά με το ποσό των 56.000 ευρώ (4.000 ευρώ Χ 14 μήνες), που θα αποκόμιζαν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εκμίσθωση του μισθίου ακινήτου σε άλλο μισθωτή, αντί του υψηλότερου μηνιαίου μισθώματος των 25.000 ευρώ.

Ζητούν δε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό: α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους αποδώσει τη χρήση του μισθίου ακινήτου λόγω λήξης της μίσθωσης στις 31-10-2015, άλλως στις 31-10-2017, με τη συμπλήρωση δωδεκαετίας, β) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να τους καταβάλει, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά συγκυριότητάς τους επί του μισθίου, το ποσό των 56.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 301η ημέρα κάθε μήνα, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και γ) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να τους καταβάλει για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 30.000 ευρώ[...].

Από το σύνολο των εκτιθεμένων στην από 27-7-2017 αγωγή πραγματικών ισχυρισμών, καθίσταται σαφές ότι οι ενάγοντες επικαλούνται την ιδιότητά τους, ως εκμισθωτών, στην επίδικη μίσθωση, καθώς και την ιδιότητα της εναγόμενης, ως μισθώτριας. Περιέχεται, επομένως, στην αγωγή ο απαιτούμενος για τη θεμελίωση της ενεργητικής νομιμοποίησης ισχυρισμός των εναγόντων ότι αυτοί και η εναγόμενη είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, δηλαδή ότι οι ίδιοι είναι φορείς του επιδίκου δικαιώματος και η εναγόμενη της αντίστοιχης υποχρέωσης, κατά το ουσιαστικό δίκαιο [...].

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ομοίως, χωρίς ειδικότερη αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ο πρώτος λόγος έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα υποστηρίζει το αντίθετο είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί [...].Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Δυνάμει του από 22-3-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού, οι πρώτη, δεύτερη, τρίτος, τέταρτη, πέμπτη, έκτος, έβδομη, δέκατος, δέκατος τρίτος, δέκατος τέταρτος, δέκατος πέμπτος, δέκατος έκτος, δέκατη έβδομη, δέκατη όγδοη και δέκατη ένατη των εναγόντων, καθώς και οι, μη διάδικοι στην παρούσα δίκη, Α. χήρα Α. Π., Φ. Π. και Σ.

Λ., εκμίσθωσαν στην εναγομένη ανώνυμη εταιρία ένα πολυώροφο σταθμό αυτοκινήτων, γνωστό με το διακριτικό τίτλο "ΓΚΑΡΑΖ ΓΕΠΑ", συνολικής επιφάνειας 8.084 τ.μ,, που βρίσκεται στην Αθήνα, επί των οδών Σόλωνος αριθ. 82 και Ασκληπιού αριθ. 4 και αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο ορόφους, προκειμένου να το χρησιμοποιεί σύμφωνα με την κατά τον προορισμό χρήση του, δηλαδή ως σταθμό αυτοκίνητων.

Επισημαίνεται ότι στην υπό κρίση αγωγή, κατά την περιγραφή του μισθίου ακινήτου, από προφανή παραδρομή, δεν αναφέρεται ο τρίτος όροφος, γεγονός όμως που δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού αναφέρεται με σαφήνεια ότι εκμισθώθηκε ολόκληρο το πολυώροφο κτίριο, συνολικής επιφάνειας, όπως προεκτέθηκε, 8.084 τ.μ., επομένως, κατά λογική αναγκαιότητα, και ο τρίτος όροφος αυτού.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι τέταρτος, πέμπτος και έκτος όροφοι ανήκαν στη δέκατη ένατη ενάγουσα, ανώνυμη εταιρία, οι δε λοιποί όροφοι ανήκαν στους λοιπούς εκμισθωτές, κατά τα κατωτέρω ποσοστά εξ αδιαιρέτου: στους πρώτη, δεύτερη, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομη, δέκατο, δέκατο τρίτο, δέκατο τέταρτο, δέκατο πέμπτο, δέκατο έκτο, δέκατη έβδομη και δέκατη όγδοη των εναγόντων κατά ποσοστό 15%, 2,5%, 2,5%, 15%, 2,5% και 2,5%, 5% κατά πλήρη κυριότητα και 2,5% κατά ψιλή κυριότητα, 5% κατά πλήρη κυριότητα και 2,5% κατά ψιλή κυριότητα, 4%, 4%, 1%, 1%, 8,125% και 8,125%, αντίστοιχα.

Εξάλλου, στην Α. χήρα Α. Π., στη Φ. Π. και στο Σ. Λ. ανήκαν οι εν λόγω όροφοι κατά ποσοστό 10% (5% κατά πλήρη κυριότητα και 5% κατ' επικαρπία), 10% και 3,75%, αντίστοιχα. Μετά το θάνατο της, εκ των εκμισθωτών Α. χήρας Α. Π., κατέστησαν συγκύριοι των εν λόγω ορόφων του μισθίου, λόγω κληρονομικής εκ διαθήκης διαδοχής, κατά ποσοστό 1,25% ο καθένας και υπεισήλθαν στη μισθωτική σχέση, οι όγδοος, ένατη, ενδέκατος και δωδέκατος των εναγόντων, ενώ οι έβδομη και δέκατος των εναγόντων αύξησαν το ποσοστό συγκυριότητάς τους επί του μισθίου ακινήτου κατά 2,5%, δηλαδή συνολικά σε 7,5% ο καθένας, καθόσον απέκτησαν και την ανήκουσα στην ανωτέρω αποβιώσασα, κατά το αντίστοιχο ποσοστό, επικαρπία.

Περαιτέρω, μετά το θάνατο της Φ. Π., οι ήδη εκμισθωτές δέκατος τρίτος, δέκατος τέταρτος, δέκατος πέμπτος και δέκατος έκτος των εναγόντων απέκτησαν, λόγω κληρονομικής εκ διαθήκης διαδοχής, ποσοστό εξ αδιαιρέτου 1%, 1%, 4% και 4%, αντίστοιχα και έτσι το ποσοστό καθενός από αυτούς αυξήθηκε σε 5%. Τέλος, μετά τη μεταβίβαση εκ μέρους του Σ.

Λ. του ποσοστού συγκυριότητάς του επί των εν λόγω ορόφων του μισθίου και συγκεκριμένα ποσοστού 3,75% στις ήδη εκμισθώτριες κόρες του, δέκατη έβδομη και δέκατη όγδοη των εναγόντων, το ποσοστό καθεμίας από αυτές αυξήθηκε σε 10%. Ενόψει όλων των ανωτέρω, κατά το χρόνο άσκησης και συζήτησης της αγωγής, συνεκμισθωτές του μισθίου, το οποίο εκμισθώθηκε ενιαίως, ως πολυώροφο κτίριο-σταθμός αυτοκινήτων, και φορείς του επιδίκου δικαιώματος είναι οι ενάγοντες κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά.

Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι η εναγομένη μισθώτρια, παρά το γεγονός ότι αρνείται την ενεργητική νομιμοποίηση των εναγόντων, με την, ως άνω, συνεκδικαζόμενη ανταγωγή - αγωγή της στρέφεται κατ' αυτών, ως συνεκμισθωτών του ενιαίου πολυωρόφου μισθίου ακινήτου και ζητεί να υποχρεωθεί να της καταβάλει ο καθένας αποζημίωση για την αποκατάσταση της άϋλης εμπορικής αξίας, καθώς και την, κατόπιν αναπροσαρμογής, διαφορά της καταβληθείσας εγγυοδοσίας, με βάση τα ανωτέρω, αναφερόμενα και στην από 27-7-2017 αγωγή ποσοστά.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ομοίως περί της ιδιότητας των εναγόντων ως συνεκμισθωτών του επιδίκου μισθίου ακινήτου, χωρίς ειδικότερη αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε. Επομένως ο πέμπτος λόγος έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα υποστηρίζει το αντίθετο είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί του ότι δεν περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής το αναγκαίο στοιχείο της ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων, ως εκμισθωτών του μισθίου ακινήτου και ακολούθως επί της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκε πως οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι είχαν την ιδιότητα των συνεκμισθωτών του μισθίου ακινήτου, το οποίο εκμισθώθηκε στην εναγομένη - αναιρεσείουσα ενιαίως ως πολυώροφο κτίριο, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά ο καθένας, που συνολικά πληρούσαν το ποσοστό του 100% της κοινωνίας των συνεκμισθωτών αυτών και, συνεπώς, ήταν φορείς του επίδικου, ασκούμενου με την ένδικη αγωγή, δικαιώματος.

Κατόπιν των παραδοχών αυτών, το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 569/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 23-10-2017 ανταγωγή - αγωγή της εναγομένης - αναιρεσείουσας [η οποία (ανταγωγή - αγωγή) δεν αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη], έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η ένδικη αγωγή των εναγόντων - αναιρεσίβλητων, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να αποδώσει στους αναιρεσίβλητους τη χρήση του μισθίου ακινήτου και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση αυτής να καταβάλει ως αποζημίωση στους αναιρεσίβλητους το συνολικό ποσό των 56.000 ευρώ, επιμεριζόμενο κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα ποσά στον καθένα.

Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση: 1) κατά το πρώτο σκέλος αυτού, την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 574 και 599 του ΑΚ , άλλως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 216, 224 και 236 του ΚΠολΔ, για το λόγο ότι, όπως ισχυρίζεται, η ένδικη αγωγή των αναιρεσίβλητων ήταν απορριπτέα, ως νομικά αβάσιμη, άλλως, ως απαράδεκτη, επειδή οι αναιρεσίβλητοι δεν επικαλέστηκαν στο δικόγραφό της την ιδιότητά τους ως εκμισθωτών, αλλά επικαλέστηκαν μόνο την ιδιότητά τους ως συγκυρίων του μισθίου ακινήτου, στοιχείο που δεν τους νομιμοποιεί ενεργητικά να ζητήσουν την απόδοση αυτού, κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών και την επιδίκαση υπέρ αυτών αποζημίωσης από την παρακράτησή του, τα αντίθετα δε δεχθέν το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ανωτέρω διατάξεις, αντίστοιχα και 2) κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 574 και 599 του ΑΚ, για το λόγο ότι, και υπό την εκδοχή ότι από τα ιστορούμενα στην αγωγή θα μπορούσε να συναχθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι επικαλούνται την ιδιότητα των εκμισθωτών και πάλι η ένδικη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι, αν και αμφισβητήθηκε από την αναιρεσείουσα η ιδιότητά τους αυτή, οι αναιρεσίβλητοι ούτε επικαλέστηκαν, ούτε απέδειξαν τέτοια ιδιότητα, ήτοι ως εκμισθωτών.

Ο λόγος αυτός, κατά το ανωτέρω πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον από το σύνολο των εκτιθέμενων περιστατικών στην ένδικη αγωγή, που παραδεκτά επισκοπείται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, συνάγεται, κατ' ορθή εκτίμηση, ότι διαλαμβάνεται σε αυτή σαφώς η ιδιότητα των αναιρεσίβλητων ως εκμισθωτών.

Ειδικότερα, από το εν γένει περιεχόμενο του δικογράφου της ένδικης αγωγής και ιδίως από τα αναφερόμενα σε αυτή ότι : "Το σύνολο του πολυώροφου κτιρίου συνολικής επιφανείας 8.084,00 τ.μ. (στο εξής καλούμενο ως το μίσθιο) εκμισθώθηκε στην εναγομένη δυνάμει του από 22/3/2004 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μισθώσεως..." (σελ. 3 παρ. 3), "Με το αρχικό συμφωνητικό μισθώσεως οι συμβαλλόμενοι συμφωνήσαμε ότι η διάρκεια θα είναι δεκαετής ..." (σελ. 3 παρ. 4), "...στο από 26/11/2012 ιδιωτικό συμφωνητικό μειώσεως του μισθώματος όπου στην σελίδα 3 δηλώνουμε άπαντες οι συμβαλλόμενοι..." (σελ. 4 παρ. 5), " η μεταξύ μας μίσθωση έχει ήδη λήξει από την 31/10/2015 και έπρεπε να μας παραδώσει το ακίνητό μας το αργότερο έως την 31/5/2016" (σελ. 6 παρ. 9), "από τις τροποποιήσεις της αρχικής συμβάσεως μισθώσεως και την αγωγή της εναγόμενης αποδεικνύεται η μεταξύ μας συμφωνία περί της χρονικής διάρκειας στα 10 έτη...

Συνεπώς πρέπει να αναγνωρισθεί από το Δικαστήριό σας ότι η επίδικη μίσθωση έληξε την 31/10/2015 και ότι πρέπει να μας αποδοθεί το μίσθιο" (σελ. 7 παρ. 11), "...το Δικαστήριό Σας οφείλει να αχθεί στην κρίση ότι η μεταξύ μας σύμβαση λήγει με την παρέλευση της δωδεκαετίας..." (σελ. 7 παρ. 12), σε συνδυασμό και με όλους τους λοιπούς περιεχόμενους πραγματικούς ισχυρισμούς στην ένδικη αγωγή, σαφώς συνάγεται η ιδιότητα της εναγόμενης - αναιρεσείουσας ως μισθώτριας και των εναγόντων - αναιρεσίβλητων ως εκμισθωτών του μισθίου ακινήτου, ήτοι διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αγωγής το αναγκαίο, κατά το ουσιαστικό δίκαιο (άρθρα 574, 599 ΑΚ), στοιχείο για τη θεμελίωση της ενεργητικής νομιμοποίησης των αναιρεσίβλητων και ειδικότερα η ιδιότητα αυτών ως εκμισθωτών του μισθίου και συνακόλουθα ως φορέων του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος απόδοσης αυτού, κατ' άρθρο 599 ΑΚ, καθώς και επιδίκασης αποζημίωσης για ζημία που επικαλέστηκαν ότι υπέστησαν από την παρακράτησή του μετά τη λήξη της μίσθωσης.

Δηλαδή, από το σύνολο των αναφερομένων, κατά τα άνω, στην αγωγή πραγματικών ισχυρισμών σαφώς συνάγεται το στοιχείο της ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων - αναιρεσίβλητων ως εκμισθωτών και ο σύνδεσμος αυτών, κατά το ουσιαστικό δίκαιο (άρθρα 574, 599 ΑΚ), με τα ανωτέρω ασκούμενα αγωγικά δικαιώματα και δικαιολογείται επαρκώς η άσκηση της ένδικης αγωγής από αυτούς, ως εκμισθωτές, κατά της αναιρεσείουσας, ως μισθώτριας, το εμπεριεχόμενο δε αυτό στην αγωγή, στοιχείο της ιδιότητας των εναγόντων ως εκμισθωτών αρκεί καταρχάς, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, για την ενεργητική νομιμοποίηση, κατ' άρθρο 68 ΚΠολΔ, των εναγόντων προς διεξαγωγή της συγκεκριμένης δίκης, ήτοι ως φορέων των επίδικων αγωγικών δικαιωμάτων, καθώς και για την, κατ' άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, πληρότητα του δικογράφου της αγωγής ως προς το αναγκαίο αυτό στοιχείο, δηλαδή της ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων.

Το Εφετείο, συνεπώς, που έκρινε, αναφορικά με το ανωτέρω στοιχείο της ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων, ότι η αγωγή είναι νομικά βάσιμη και ορισμένη, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 574 και 599 του ΑΚ, ούτε παρέλειψε, παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή, λόγω αοριστίας και, ως εκ τούτου, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 14 Κ.Πολ.Δ., όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.

Περαιτέρω, ο ερευνώμενος πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού: (α) κατά το μέρος κατά το οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν επικαλέστηκαν στην αγωγή την ιδιότητά τους ως εκμισθωτών του μισθίου ακινήτου, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον, όπως ήδη αναφέρθηκε στο προηγηθέν πρώτο σκέλος του ιδίου πρώτου αναιρετικού λόγου, οι ενάγοντες διέλαβαν στο δικόγραφο της αγωγής τους το αναγκαίο, κατά το ουσιαστικό δίκαιο (άρθρα 574, 599 ΑΚ), για τη θεμελίωση της ενεργητικής τους νομιμοποίησης, στοιχείο της ιδιότητας αυτών ως εκμισθωτών του μισθίου ακινήτου και, συνακόλουθα, ως φορέων των ασκούμενων με την αγωγή δικαιωμάτων, για τον έλεγχο δε της ενεργητικής τους νομιμοποίησης αρκούσε καταρχάς ο εμπεριεχόμενος αυτός ισχυρισμός τους στο εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής και (β) κατά το μέρος κατά το οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν απέδειξαν την ιδιότητά τους ως εκμισθωτών και, συνεπώς, η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός κατά το δεύτερο σκέλος του και υπό το ανωτέρω υπό στοιχείο (β) μέρος του είναι αβάσιμος, καθόσον, έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 574 και 599 του Α.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, κατά τα οποία οι ενάγοντες είχαν πράγματι την ιδιότητα των συνεκμισθωτών του μισθίου ακινήτου, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα ποσοστά ο καθένας, που πληρούσαν ποσοστό 100 % της κοινωνίας αυτών και έτσι νομιμοποιούνταν στην άσκηση των ένδικων αγωγικών δικαιωμάτων, δικαιολογούν την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος και την απόρριψη των αντίθετων ισχυρισμών της αναιρεσείουσας.

Ειδικότερα, το Εφετείο ανελέγκτως δέχθηκε ότι όλοι οι ενάγοντες, πλην των όγδοου, ένατης, ενδέκατου και δωδέκατου ήταν αρχικοί εκμισθωτές (ήτοι αρχικά συμβληθέντες στο συμφωνητικό μίσθωσης), κατά ποσοστό 15%, 2,5%, 2,5%, 15%, 2,5% και 2,5%, 5% κατά πλήρη κυριότητα και 2,5% κατά ψιλή κυριότητα, 5% κατά πλήρη κυριότητα και 2,5% κατά ψιλή κυριότητα, 4%, 4%, 1%, 1%, 8,125% και 8,125%, αντίστοιχα ο καθένας του υπογείου, ισογείου, πρώτου, δεύτερου και τρίτου ορόφου του μισθίου ακινήτου (ήτοι συγκέντρωναν ποσοστό άνω του 50% της πλειοψηφίας των κοινωνών - συνεκμισθωτών) και η δέκατη ένατη ενάγουσα ήταν εκμισθώτρια του τέταρτου, πέμπτου και έκτου ορόφου του εν λόγω μισθίου, το οποίο κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είχε εκμισθωθεί στην αναιρεσείουσα ενιαίως ως πολυώροφο κτίριο, ότι αρχικοί εκμισθωτές ήταν και οι μη διάδικοι Α.

χήρα Ά. Π., Φ. Π. και Σ. Λ., κατά ποσοστό 10% (ήτοι 5% κατά πλήρη κυριότητα και 5% κατά επικαρπία), 10% και 3,75% αντίστοιχα [και συνεπώς πληρούσαν όλοι οι ανωτέρω αρχικοί εκμισθωτές (διάδικοι και μη διάδικοι) το ποσοστό του 100% της κοινωνίας των συνεκμισθωτών αυτών], ότι οι όγδοος, ένατη (Μ. - Α. Μ.), ενδέκατος και δωδέκατος των εναγόντων (οι οποίοι δεν ήταν αρχικοί εκμισθωτές), υπεισήλθαν στη μισθωτική σχέση μετά το θάνατο της αρχικής εκμισθώτριας Α.

χήρας Ά. Π., λόγω κληρονομικής εκ διαθήκης διαδοχής, κατά ποσοστό 1,25% ο καθένας, ενώ οι ήδη αρχικοί εκμισθωτές έβδομη και δέκατος (Γ. Π.) των εναγόντων, αύξησαν το ποσοστό τους κατά 2,5% και έτσι ανήλθε σε 7,5% για τον καθένα, καθόσον απέκτησαν και την ανήκουσα στην άνω αποβιώσασα επικαρπία, ότι οι ήδη αρχικοί εκμισθωτές δέκατος τρίτος, δέκατος τέταρτος, δέκατος πέμπτος και δέκατος έκτος των εναγόντων, μετά το θάνατο της αρχικής εκμισθώτριας Φ.

Π., λόγω κληρονομικής εκ διαθήκης διαδοχής, αύξησαν το ποσοστό τους κατά 1%, 1%, 4% και 4% αντίστοιχα, καθώς και ότι οι δέκατη έβδομη και δέκατη όγδοη των εναγόντων (Ά. θυγ. Σ. Λ. και Β. θυγ. Σ. Λ., αντίστοιχα), που ήταν αρχικές εκμισθώτριες, κατά ποσοστό 8,125 % η καθεμία, λόγω μεταβίβασης του ποσοστού του αρχικού εκμισθωτή Σ.

Λ., αύξησαν το ποσοστό τους σε 10% η καθεμία και, επομένως, και μετά τις ανωτέρω διαδοχές, πληρούτο, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το ποσοστό 100% της κοινωνίας των εναγόντων - συνεκμισθωτών, ως προς τους οποίους συνεπώς προσδιορίζεται η ιδιότητά τους αυτή ως συνεκμισθωτών, ο τρόπος που απέκτησαν την εν λόγω ιδιότητα και τα ποσοστά της κοινωνίας καθενός, μη απαιτουμένης της αναφοράς της μεταγραφής των δηλώσεων αποδοχής της κληρονομιάς, αφού πρόκειται για κτήση ενοχικής σχέσης και όχι κυριότητας, αλλά και της εν ζωή μεταβίβασης του ποσοστού του Σ.

Λ. (3,75%) στις δέκατη έβδομη και δέκατη όγδοη των εναγόντων, αφού αυτές δεν είναι νέες κτήτορες, που υπεισήλθαν για πρώτη φορά λόγω της μεταβίβασης αυτής στη μισθωτική σχέση, αλλά ήταν ήδη αρχικές εκμισθώτριες κατά ποσοστό 8,125 % η καθεμία, που απλώς επαύξησαν το ποσοστό τους κατά 1,875 % η καθεμία, διατηρουμένου συνεπώς του ποσοστού 100% της κοινωνίας των εναγόντων -συνεκμισθωτών, ως προς τους οποίους έγινε ανελέγκτως δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ήταν πράγματι εκμισθωτές του μισθίου ακινήτου.

Συνεπώς, οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 574 και 599 ΑΚ και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, τα αντιθέτως δε υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα. Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 224 και 236 ΚΠολΔ, δέχθηκε ότι τα στοιχεία της ενεργητικής νομιμοποίησης των αναιρεσίβλητων συμπληρώθηκαν με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο δε κατά την εκτίμηση του Εφετείου φερόμενος, ως με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης, προβληθείς ισχυρισμός τους ότι αυτοί εκμίσθωσαν στην αναιρεσείουσα το μίσθιο ακίνητο, δεν συνιστά παραδεκτή συμπλήρωση της αγωγής, αλλά αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής αγωγικής αιτίας, που αναιρεί το βιοτικό συμβάν, που επιστηρίζει το αγωγικό αίτημα.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο, όσον αφορά τα στοιχεία της ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων - αναιρεσίβλητων ως εκμισθωτών του μισθίου ακινήτου, εκτίμησε το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, όπως αυτό συμπληρώθηκε με τις προτάσεις, πλην όμως όπως προκύπτει από τις προεκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, ειδικά όσον αφορά την κρίση του για τη θεμελίωση της ενεργητικής νομιμοποίησης των αναιρεσίβλητων ως φορέων των ασκούμενων με την ένδικη αγωγή δικαιωμάτων, δεν δέχεται συμπλήρωση του αγωγικού δικογράφου με τις προτάσεις, αλλά, όπως ρητά αναφέρεται στην πληττόμενη απόφαση (δεύτερη σελίδα του τέταρτου φύλλου), εκτίμησε μόνο "το σύνολο των εκτιθεμένων στην από 27-7-2017 αγωγή πραγματικών ισχυρισμών" και ακολούθως δέχθηκε ότι "περιέχεται, επομένως, στην αγωγή ο απαιτούμενος για τη θεμελίωση της ενεργητικής νομιμοποίησης ισχυρισμός των εναγόντων", χωρίς να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται δεκτό ότι ως προς το στοιχείο αυτό, δηλαδή της ενεργητικής νομιμοποίησης των αναιρεσίβλητων, συμπληρώθηκε η ένδικη αγωγή με τις προτάσεις τους, όπως αβάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα.

Η μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση (πρώτη σελίδα του τρίτου φύλλου) περί παραδεκτής συμπλήρωσης της αγωγής με τις, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, έγγραφες προτάσεις των εναγόντων, γίνεται κατά τη γενική αναφορά του ιστορικού της αγωγής και όχι κατά την ειδική αναφορά στα στοιχεία της ενεργητικής νομιμοποίησης των αναιρεσίβλητων ως υποκειμένων της επίδικης έννομης σχέσης και ως φορέων των επίδικων δικαιωμάτων, όπου αντιθέτως, όπως ρητά αναφέρεται στην πληττόμενη απόφαση, το Εφετείο, διαμόρφωσε την κρίση του ότι "καθίσταται σαφές ότι οι ενάγοντες επικαλούνται την ιδιότητά τους, ως εκμισθωτών", μόνο με βάση "το σύνολο των εκτιθεμένων στην από 27-7-2017 αγωγή πραγματικών ισχυρισμών" και όχι με συμπλήρωσή τους με τις πρωτόδικες προτάσεις των αναιρεσίβλητων.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.

ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017).

Συνεπώς ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.

Επομένως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.

ΑΠ 1/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 53/2021, ΑΠ 414/2019). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).

Για να είναι ορισμένος ο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών (ΑΠ 2/2022, ΑΠ 1314/2022, ΑΠ 182/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., προβλεπόμενη αναιρετική πλημμέλεια, επειδή: 1) το Πρωτοδικείο διέλαβε αντιφατική αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα του ποιοι εκμίσθωσαν το μίσθιο ακίνητο και συνεπώς νομιμοποιούνται να την εναγάγουν για την απόδοση του μισθίου, την αιτιολογία δε αυτή ενσωμάτωσε και το Εφετείο και η αντίφαση αυτή ανακύπτει, όπως αναφέρεται κατά λέξη στο αναιρετήριο "εκ της παραδοχής, ότι με το από 22.3.2004 συμφωνητικό μισθώσεως μας εκμίσθωσαν το ακίνητο και οι πρώτη, δεύτερη, τρίτος, τέταρτη, πέμπτη, έκτος, έβδομη, δέκατος, δέκατος τρίτος, δέκατος τέταρτος, δέκατος πέμπτος, δέκατος έκτος, δέκατη έβδομη, δέκατη όγδοη και δέκατη ένατη των εναγόντων, αλλά και οι μη κατονομαζόμενοι δικαιοπάροχοι αυτών (για τους οποίους αναφέρει ότι είναι δικαιοπάροχοι και των υπολοίπων εναγόντων), πράγμα το οποίο δεν είναι δυνατό να συμβαίνει" και 2) το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία με το να δεχθεί ότι " οι δέκα οκτώ πρώτοι των εναγόντων τυγχάνουν ιδιοκτήτες συγκύριοι εξ αδιαιρέτου και με αναλογίες 15%, 2,5%, 2,5%, 15%, 2,5%, 2,5%, 7,5%, 1,25%, 1,25%, 7,5%, 1,25%, 1,25%, 5%, 5%, 5%, 5%, 10% και 10% των υπογείου, ισογείου, πρώτου, δεύτερου και τρίτου ορόφων και η δέκατη ένατη ενάγουσα εταιρεία τυγχάνει ιδιοκτήτρια του υπολοίπου τμήματος του ως άνω ακινήτου..." και ότι "εν όψει των ανωτέρω, κατά τον χρόνο άσκησης και συζήτησης της αγωγής συνεκμισθωτές του μισθίου ...

είναι οι ενάγοντες κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά", η ανεπάρκεια δε συνίσταται στο ότι α) δεν βεβαιώνει ότι οι αναφερόμενοι ως συγκύριοι είχαν όχι μόνο κατά το χρόνο άσκησης (27.7.2017) και συζήτησης (1.12.2017) της αγωγής, αλλά και κατά το χρόνο της προηγηθείσας λήξης της μίσθωσης (31.10.2015) και ιδιότητα συνεκμισθωτών και β) δεν αναφέρει πως την απέκτησαν, με ποιο νόμιμο τίτλο διαδέχθηκαν τους συμβληθέντες στο από 22.4.2004 μισθωτήριο δικαιοπαρόχους τους, αλλά και πότε απέκτησαν ιδιότητα συνεκμισθωτών οι ενάγοντες αυτοί, διαρκούσης δηλαδή της μισθωτικής σχέσης ή μετά τη γενομένη δεκτή λήξη αυτής στις 31.10.2015, αφού αν συμβαίνει το δεύτερο δεν νομιμοποιούνται ενεργητικώς αυτοί, αλλά οι δικαιοπάροχοί τους.

Ο λόγος αυτός και κατά τα δύο ανωτέρω σκέλη του, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, προεχόντως λόγω της αοριστίας του, διότι δεν διαλαμβάνεται σε αυτόν, όπως απαιτείται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε. Σε κάθε περίπτωση, με το άνω πρώτο σκέλος (υπ' αριθμ. 1) του ερευνώμενου τρίτου αναιρετικού λόγου πλήττεται από την αναιρεσείουσα, ως αντιφατική, η προεκτιθέμενη αιτιολογία, την οποία διέλαβε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, (όπως άλλωστε αναφέρεται και στο αναιρετήριο), δηλαδή η ως άνω πληττόμενη αιτιολογία περιλαμβάνεται στην πρωτόδικη απόφαση και όχι στην αναιρεσιβαλόμενη απόφαση του Εφετείου, η οποία, σύμφωνα με τις προεκτιθέμενες παραδοχές της, δεν διαλαμβάνει την ως άνω φερόμενη, ως αντιφατική, αιτιολογία.

Συνεπώς, κατά το ανωτέρω σκέλος του, ο τρίτος αναιρετικός λόγος, είναι αλυσιτελής, αφού δεν υπάρχουν τέτοιες παραδοχές στην προσβαλλόμενη απόφαση και, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, το ίδιο ανωτέρω πρώτο σκέλος του κρινόμενου τρίτου αναιρετικού λόγου είναι απορριπτέο και ως αβάσιμο, καθόσον το Εφετείο, δεν ενσωμάτωσε την ανωτέρω φερόμενη ως αντιφατική αιτιολογία στην πληττόμενη απόφασή του, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αλλά δέχθηκε με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, περί του ποιοι εκμίσθωσαν το μίσθιο ακίνητο στην αναιρεσείουσα, ότι: "Δυνάμει του από 22-3-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού, οι πρώτη, δεύτερη, τρίτος, τέταρτη, πέμπτη, έκτος, έβδομη, δέκατος, δέκατος τρίτος, δέκατος τέταρτος, δέκατος πέμπτος, δέκατος έκτος, δέκατη έβδομη, δέκατη όγδοη και δέκατη ένατη των εναγόντων, καθώς και οι, μη διάδικοι στην παρούσα δίκη, Α.

χήρα Α. Π., Φ. Π. και Σ. Λ., εκμίσθωσαν στην εναγομένη ανώνυμη εταιρία ένα πολυώροφο σταθμό αυτοκινήτων..", ήτοι αναφέρονται οι όλοι οι αρχικοί εκμισθωτές και διάδικοι, ενώ κατονομάζονται και οι αρχικοί εκμισθωτές και μη διάδικοι Α. χήρα Α. Π., Φ. Π. και Σ. Λ. και προσδιορίζονται επακριβώς οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι των οποίων οι ανωτέρω αρχικοί εκμισθωτές και μη διάδικοι, είναι δικαιοπάροχοι, και δη ότι η Α.

χήρα Ά. Π. είναι δικαιοπάροχος των όγδοου, ένατης, ενδέκατου και δωδέκατου των εναγόντων, καθώς και, ως προς την επαύξηση του ποσοστού τους, της έβδομης και του δέκατου των εναγόντων (που ήταν και αρχικοί εκμισθωτές), η Φ. Π. είναι δικαιοπάροχος, ως προς την επαύξηση του ποσοστού τους, των δέκατου τρίτου, δέκατου τέταρτου, δέκατου πέμπτου και δέκατου έκτου των εναγόντων (που ήταν και αρχικοί εκμισθωτές), και ο Σ.

Λ. είναι δικαιοπάροχος, ως προς την επαύξηση του ποσοστού τους, των δέκατης έβδομής και δέκατης όγδοης των εναγουσών (που ήταν και αρχικές εκμισθώτριες), οι ως άνω δε παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι σαφείς, πλήρεις και δεν περιέχουν καθόλου αντιφάσεις και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Περαιτέρω, ο εξεταζόμενος τρίτος αναιρετικός λόγος κατά το δεύτερο (υπ' αριθμ. 2) σκέλος του κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στην αναφερόμενη στο αναιρετήριο παραδοχή ότι "οι δέκα οκτώ πρώτοι των εναγοντων τυγχάνουν ιδιοκτήτες συγκύριοι εξ αδιαιρέτου και με αναλογίες 15%, 2,5%, 2,5%, 15%, 2,5%, 2,5%, 7,5%, 1,25%, 1,25%, 7,5%, 1,25%, 1,25%, 5%, 5%, 5%, 5%, 10% και 10% των υπογείου, ισογείου, πρώτου, δεύτερου και τρίτου ορόφων και η δέκατη ένατη ενάγουσα εταιρεία τυγχάνει ιδιοκτήτρια του υπολοίπου τμήματος του ως άνω ακινήτου...", είναι απαράδεκτος, ως αλυσιτελής, καθόσον, όπως προκύπτει από τις προπαρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν διαλαμβάνεται τέτοια αιτιολογία στην απόφαση αυτή.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος, καθόσον το Εφετείο διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, ως προς το ανωτέρω ουσιώδες για έκβαση της δίκης ζήτημα, περί του ποιοι εκμίσθωσαν το μίσθιο ακίνητο και νομιμοποιούνται ως εκμισθωτές να ζητήσουν την απόδοση αυτού και την επιδίκαση αποζημίωσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, το Εφετείο, με επαρκή και σαφή αιτιολογία διαλαμβάνει τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και δη: 1) ότι οι πρώτη, δεύτερη, τρίτος, τέταρτη, πέμπτη, έκτος, έβδομη, δέκατος, δέκατος τρίτος, δέκατος τέταρτος, δέκατος πέμπτος, δέκατος έκτος, δέκατη έβδομη και δέκατη όγδοη των εναγόντων ήταν αρχικοί εκμισθωτές, ήτοι αρχικά συμβληθέντες στο συμφωνητικό μίσθωσης, κατά ποσοστό 15%, 2,5%, 2,5%, 15%, 2,5% και 2,5%, 5% κατά πλήρη κυριότητα και 2,5% κατά ψιλή κυριότητα, 5% κατά πλήρη κυριότητα και 2,5% κατά ψιλή κυριότητα, 4%, 4%, 1%, 1%, 8,125% και 8,125%, αντίστοιχα του υπογείου, ισογείου, πρώτου, δεύτερου και τρίτου ορόφου του μισθίου ακινήτου και η δέκατη ένατη ενάγουσα ήταν εκμισθώτρια του τέταρτου, πέμπτου και έκτου ορόφου του εν λόγω μισθίου, το οποίο κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είχε εκμισθωθεί στην αναιρεσείουσα ενιαίως ως πολυώροφο κτίριο - σταθμό αυτοκινήτων, 2) ότι αρχικοί εκμισθωτές ήταν και οι μη διάδικοι Α.

χήρα Ά. Π., Φ. Π. και Σ. Λ., κατά ποσοστό 10% (ήτοι 5% κατά πλήρη κυριότητα και 5% κατά επικαρπία), 10% και 3,75% αντίστοιχα, 3) ότι οι όγδοος, ένατη, ενδέκατος και δωδέκατος των εναγόντων (οι οποίοι δεν ήταν αρχικοί εκμισθωτές), υπεισήλθαν στη μισθωτική σχέση μετά το θάνατο της αρχικής εκμισθώτριας Α. χήρας Ά. Π., λόγω κληρονομικής εκ διαθήκης διαδοχής, κατά ποσοστό 1,25% ο καθένας, ενώ οι ήδη αρχικοί εκμισθωτές έβδομη και δέκατος των εναγόντων αύξησαν το ποσοστό τους, λόγω της κληρονομικής αυτής διαδοχής, κατά 2,5% ο καθένας και έτσι ανήλθε σε 7,5% για τον καθένα, καθόσον απέκτησαν και την ανήκουσα στην άνω αποβιώσασα επικαρπία, 4) ότι οι ήδη αρχικοί εκμισθωτές δέκατος τρίτος, δέκατος τέταρτος, δέκατος πέμπτος και δέκατος έκτος των εναγόντων, μετά το θάνατο της αρχικής εκμισθώτριας Φ.

Π., λόγω κληρονομικής εκ διαθήκης διαδοχής, αύξησαν το ποσοστό τους κατά 1%, 1%, 4% και 4%, αντίστοιχα και έτσι το ποσοστό τους ανήλθε σε 5% για τον καθένα και 5) ότι ο μη διάδικος και αρχικός εκμισθωτής Σ. Λ. μεταβίβασε το ποσοστό του (3,75%) επί των άνω ορόφων του μισθίου ακινήτου στις ήδη αρχικές εκμισθώτριες δέκατη έβδομη και δέκατη όγδοη των εναγόντων, των οποίων κατόπιν αυτού αυξήθηκε το ποσοστό σε 10% για την καθεμία.

Επίσης, από τις προεκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σαφώς συνάγεται ότι, η ανωτέρω αρχική εκμισθώτρια Α. χήρα Ά. Π., απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους (μη αρχικούς εκμισθωτές) όγδοο, ένατη, ενδέκατο και δωδέκατο των εναγόντων - αναιρεσίβλητων διαρκούσης της μισθωτικής σύμβασης και πριν τη λήξη της (η οποία κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης έλαβε χώρα στις 31.10.2015) και τούτο διότι, γίνεται ρητά δεκτό στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι εν λόγω ενάγοντες (8ος, 9η, 11ος και 12ος), "υπεισήλθαν στη μισθωτική σχέση", τούτο δε, κατά νομική αναγκαιότητα, σημαίνει ότι δεν είχε λήξει η μισθωτική σύμβαση κατά το χρόνο της άνω κληρονομικής διαδοχής, αφού δεν νοείται "υπεισέλευση" σε ήδη λήξασα και μη υφιστάμενη και ενεργή σύμβαση μίσθωσης και, συνακόλουθα, σύμφωνα με όλες τις ανωτέρω παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, νομιμοποιούνταν ενεργητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής οι εν λόγω υπεισελθόντες στη μισθωτική σχέση, ως εκ διαθήκης κληρονόμοι, όγδοος, ένατη, ενδέκατος και δωδέκατος των εναγόντων.

Επίσης, οι δέκατος τρίτος, δέκατος τέταρτος, δέκατος πέμπτος και δέκατος έκτος των εναγόντων [οι οποίοι μετά το θάνατο της αρχικής εκμισθώτριας Φ. Π., λόγω κληρονομικής εκ διαθήκης διαδοχής, αύξησαν το ποσοστό τους κατά 1%, 1%, 4% και 4% αντίστοιχα], καθώς και οι δέκατη έβδομη και δέκατη όγδοη των εναγόντων [οι οποίες λόγω μεταβίβασης του ποσοστού του αρχικού εκμισθωτή Σ.

Λ. αύξησαν το ποσοστό τους κατά 1,875% η καθεμία] και έτσι διαμορφώθηκαν τα ποσοστά τους σε 5%, 5%, 5%, 5%, 10% και 10%, αντίστοιχα, ήταν ήδη αρχικοί εκμισθωτές και ειδικότερα συμβληθέντες με την ιδιότητα αυτή (των εκμισθωτών) στο συμφωνητικό μίσθωσης, αλλά και εκμισθωτές κατά το χρόνο της γενομένης δεκτής λήξης της μισθωτικής σύμβασης, αφού ουδεμία υφίσταται παραδοχή ότι είχαν απωλέσει με οποιοδήποτε τρόπο την ιδιότητα αυτή και συνακόλουθα, ανεξαρτήτως των άνω αυξητικών μεταβολών στα ποσοστά τους, νομιμοποιούνταν εξ αρχής και αυτοδικαίως ενεργητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής.

Επομένως, το Εφετείο διέλαβε σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ανωτέρω ουσιώδες για έκβαση της δίκης ζήτημα, περί του ποιοι εκμίσθωσαν το μίσθιο ακίνητο και νομιμοποιούνται ως εκμισθωτές να ασκήσουν τα ένδικα αγωγικά δικαιώματα, προσδιοριζομένου επακριβώς και του τρόπου που απέκτησαν την εν λόγω ιδιότητα και τα ποσοστά της κοινωνίας καθενός και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τον εξεταζόμενο τρίτο λόγο, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα.

Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 68,118 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, δέχθηκε ως νόμιμη τη συμπλήρωση της αγωγής κατά τα στοιχεία της ενεργητικής νομιμοποίησης των αναιρεσίβλητων, με παραπομπή στη συνεκδικασθείσα ανταγωγή της και τούτο διότι δέχθηκε ότι: "Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι η εναγομένη μισθώτρια, παρά το γεγονός ότι αρνείται την ενεργητική νομιμοποίηση των εναγόντων, με την, ως άνω, συνεκδικαζόμενη ανταγωγή - αγωγή της στρέφεται κατ' αυτών, ως συνεκμισθωτών του ενιαίου πολυωρόφου μισθίου ακινήτου και ζητεί να υποχρεωθεί να της καταβάλει ο καθένας αποζημίωση για την αποκατάσταση της άϋλης εμπορικής αξίας, καθώς και την, κατόπιν αναπροσαρμογής, διαφορά της καταβληθείσας εγγυοδοσίας, με βάση τα ανωτέρω, αναφερόμενα και στην από 27-7-2017 αγωγή ποσοστά".

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται στην αναληθή προϋπόθεση ότι το Εφετείο, με την προεκτιθέμενη παραδοχή του, δέχεται συμπλήρωση των αναγκαίων στοιχείων για το ορισμένο της αγωγής, όσον αφορά την ενεργητική νομιμοποίηση των αναιρεσίβλητων, με παραπομπή στο δικόγραφο της συνεκδικασθείσας ανταγωγής της, πλην όμως, με την ως άνω παραδοχή του το Εφετείο σαφώς και αναμφιβόλως δεν παραπέμπει στο περιεχόμενο άλλου διαδικαστικού εγγράφου της δίκης και δη στο δικόγραφο της συνεκδικασθείσας ανταγωγής της αναιρεσείουσας, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η τελευταία, προς συμπλήρωση των αναγκαίων στοιχείων για το ορισμένο της αγωγής και την πληρότητα του δικογράφου της, αναφορικά με την ενεργητική νομιμοποίηση των εναγόντων - αναιρεσίβλητων, αλλά, όπως αναπτύχθηκε και ανωτέρω στο δεύτερο αναιρετικό λόγο, το Εφετείο, αναφορικά με το στοιχείο αυτό της ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων - αναιρεσίβλητων, εκτίμησε μόνο το σύνολο των εκτιθέμενων στην ένδικη αγωγή πραγματικών ισχυρισμών, χωρίς συνεκτίμηση άλλων διαδικαστικών εγγράφων, η δε αμέσως προεκτιθέμενη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης συνιστά επιχείρημα του Εφετείου προς ενίσχυση και υποστήριξη της επί της ουσίας κρίσης του ότι αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες είχαν πράγματι την ιδιότητα των συνεκμισθωτών του μισθίου ακινήτου, το οποίο εκμισθώθηκε ενιαίως ως πολυώροφο κτίριο, κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά καθενός, που συνολικά πληρούσαν το ποσοστό του 100% της κοινωνίας των συνεκμισθωτών αυτών και, συνεπώς, ήταν φορείς των επίδικων, ασκούμενων με την ένδικη αγωγή, δικαιωμάτων και ουδόλως συνιστά η ως άνω ουσιαστική κρίση του Εφετείου, παραδοχή περί παραδεκτής συμπλήρωσης των αναγκαίων στοιχείων για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, σχετικά με την ως άνω διαδικαστική προϋπόθεση της ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων - αναιρεσίβλητων, από τα αναφερόμενα στοιχεία στο δικόγραφο της συνεκδικασθείσας ανταγωγής της αναιρεσείουσας, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Κατόπιν της απόρριψης της αίτησης αναίρεσης, το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και επανεγκατάστασής της στο μίσθιο ακίνητο, που υποβάλλει με τις από 22-08-2022 προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η αναιρεσείουσα, καθίσταται άνευ αντικειμένου. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων έκτου και δέκατης ένατης των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους και κατέθεσαν προτάσεις, καθώς και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρου της και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 182, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ .

-Συνεκδικάζει την από 02-12-2020 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 5536/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την από 30/06/2022 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσίβλητων.

-

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.

-Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του έκτου και της δέκατης ένατης των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ και της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ