Legislator Case Law & Legislation
413/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on torts, upholding lower court's finding of fraud and misrepresentation in joint account withdrawal.

Case Number 413/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court of Evia's final judgment. The appellant argued that withdrawing funds from a joint bank account did not constitute a tort, claiming ownership rights over the shared funds. The court rejected this, ruling that the appellant fraudulently opened the account by concealing the mental incapacity of the other co-owner and subsequently withdrew all funds, thereby committing the tort of fraud.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914 of the Civil Code; Article 561 of the Code of Civil Procedure: The court established that withdrawing funds from a joint account by concealing the mental incapacity of a co-owner and misrepresenting their capacity to bank staff constitutes the tort of fraud, regardless of the account's shared nature.

Keywords

AI generated
tort of fraud mental incapacity joint bank account misrepresentation concealment of facts civil liability appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Civil Code
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 413 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 413/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. συζύγου Δ. Ρ., το γένος Ι. Π., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Τσουνάκα και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Κ. του Δ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λουκά Γλάρο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20/4/2011 και 4/5/2011 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 168/2013 μη οριστική και 65/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 142/2019 του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/7/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 142/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή συνεκδικάστηκαν α) η από 22-6-2017 και με αριθμό κατάθεσης 152/226/2017 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και β) η από 22-6-2017 και με αριθμό κατάθεσης 151/225/2017 έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου, κατά της με αριθμό 65/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.

Η εκκαλούμενη αυτή απόφαση, αφού συνεκδίκασε 1) την από 20-4-2011 και με αριθμό κατάθεσης 151/2011 αγωγή του αναιρεσίβλητου, με την οποία ζητούσε την αναγνώριση της ακυρότητας δικαιοπραξίας δωρεάς, της ψιλής κυριότητας ακινήτου προς την αναιρεσείουσα και 2) την από 4-5-2011 και με αριθμό κατάθεσης 170/2011 αγωγής, επίσης του αναιρεσίβλητου, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να του καταβάλει, υπό την ιδιότητά του ως προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη της Κ.

χήρας Α. Π., το ποσό των 113.557,15 ευρώ, νομιμοτόκως, με βάση την αδικοπραξία και επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, δέχθηκε στην ουσία της την πρώτη αγωγή, ενώ απέρριψε τη δεύτερη αγωγή αποζημίωσης και ως προς τις δυο βάσεις της, ως αόριστη. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε στην ουσία της την από 22-6-2017 έφεση της αναιρεσείουσας και έκανε δεκτή την από 15-6-2017 έφεση του αναιρεσίβλητου.

Εξαφάνισε δε την εκκαλούμενη απόφαση, ως προς το κεφάλαιο κατά το οποίο απέρριψε την δεύτερη παραπάνω, από 4-5-2011 αγωγή του, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την οποία έκανε δεκτή στην ουσία της και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα, ο οποίος ήδη είχε καταστεί γενικός κληρονόμος, εξ διαθήκης, της παραπάνω συμπαραστατούμενης, το ποσό των 113.557,15 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 αριθ.4 και 216 παρ.1α Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για την νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή η ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλομένης προδικασίας, η οποία εξετάζεται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.

Η αοριστία της αγωγής συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με τη νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή, αν αντιθέτως, αρκέστησε σε λιγότερα (νομική αοριστία).

Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ.8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 5/2019, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 143/2018).

Η αοριστία της αγωγής δεν αφορά τη δημόσια τάξη, ώστε η αναιρετική πλημμέλεια να εμπίπτει στην εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 562 παρ.2 περ.γ' Κ.Πολ.Δ (Ολ. ΑΠ 1/1987, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 150/2013). Έτσι, η ποσοτική αοριστία της αγωγής πρέπει να προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφερθεί στο δευτεροβάθμιο νόμιμα, να αναφέρεται δε αυτό στο αναιρετήριο και να καθορίζεται συγχρόνως ο νόμιμος τρόπος προβολής του σχετικού ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, με αναφορά των πραγματικών περιστατικών που ελλείπουν, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί και συνεπεία των οποίων η αγωγή είναι αόριστη (Ολ.

ΑΠ 16/2000, ΑΠ 46/2013, ΑΠ 1631/2009). Εξάλλου τα αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, είναι συνάρτηση του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου. Έτσι, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 εδαφ.β' ΑΚ σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι, για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την, παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του ενάγοντος, ήτοι της περιγραφής των ζημιών κατά το είδος, την έκταση, την αιτία και το ύψος της δαπάνης η οποία απαιτείται για την αποκατάσταση κάθε επιμέρους ζημίας, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημίωσης στο δε ζημιώσαντα εναγόμενο την άσκηση ανταπόδειξης, και, τέλος, η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (ΑΠ 866/2017, ΑΠ 93/2016, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 847/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησής της αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αιτιώμενη ότι η από 4-5-2011 αγωγή του αναιρεσίβλητου έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι στο δικόγραφο της αγωγής ο ενάγων εξέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι η εναγομένη στις 27-5-2009 οδήγησε την Κ.

Π. - Κ. στο υποκατάστημα … της Τράπεζας Κύπρου, όπου εκμεταλλευόμενη τα ψυχοσωματικά προβλήματα άνοιας και ψυχοπαθολογικής συμπεριφοράς και διαταραχής της, που περιόριζαν αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης και της έλλογης κρίσης, την έπεισε να κλείσει τον εκεί τηρούμενο έως τότε με αριθμό … λογαριασμό της ταμιευτηρίου, ύψους 111.205,32 ευρώ και να ανοίξει με τα χρήματα αυτά που ανέλαβε τον με αριθμό ...

νέο λογαριασμό ταμιευτηρίου, με μοναδικό συνδικαιούχο την εναγομένη, η οποία, εν αγνοία της Κ. Π. ανέλαβε στις 19-11-2009 το ποσό των 11.000 ευρώ και στις 30-4-2010 το υπόλοιπο ποσό των 102.557,75 ευρώ, κλείνοντα οριστικά το λογαριασμό και ιδιοποιούμενη τα ως άνω χρηματικά ποσά. Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, αν και δεν αναφερόταν στην αγωγή, μεταξύ άλλων και τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά "....

την 27-5 του έτους 2009, η εναγομένη Ε. Ρ. οδήγησε αυτήν στο υποκατάστημα Χαλκίδας της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." εκμεταλλευόμενη τη ψυχοσωματική κατάσταση και την έλλειψη έλλογης κρίσης της και την έπεισε να προβεί αφενός μεν στο άνοιγμα ενός κοινού λογαριασμού ταμιευτηρίου με αριθμό ..., στον οποίο την κατέστησε συνδικαιούχο ....

στον οποίο ακολούθως την έπεισε να εμβάσει το χρηματικό ποσό των εκατόν έντεκα χιλιάδων διακοσίων πέντε και τριάντα δυο λεπτών (111.205,32) ευρώ κατόπιν μεταφοράς του συγκεκριμένου χρηματικού ποσού από τον υπ' αριθμόν 14738477 λογαριασμό ταμιευτηρίου... Το χρηματικό αυτό ποσό η εναγομένη ανέλαβε στη συνέχεια, διαδοχικά και συγκεκριμένα, την 19-11-2009 προέβη σε ανάληψη από τον ως άνω λογαριασμό του χρηματικού ποσού των 11.000 ευρώ και την 30-4-2011 του χρηματικού ποσού των 102.557,15 ευρώ προβαίνοντας σε κλείσιμο του λογαριασμού ....

μπόρεσε να ιδιοποιηθεί τα αναληφθέντα από αυτήν χρηματικά ποσά, που ενθηλάκωσε στη δική της ατομική περιουσία με απατηλά μέσα, καθώς απέκρυψε από τους υπαλλήλους του Υποκαταστήματος της συγκεκριμένης Τράπεζας την αδυναμία της Κ. Π. - … να δικαιοπρακτήσει, κατά την έννοια, που η κείμενη έννομη τάξη επιφυλάσσει σε ένα πνευματικό και ψυχικά υγιές άτομο.

Συνεπώς, η εναγόμενη Ε. Ρ. επωφελήθηκε παράνομα και αθέμιτα το χρηματικό ποσό των εκατόν δεκατριών χιλιάδων πεντακοσίων πενήντα επτά ευρώ (Ε) και δεκαπέντε λεπτών (113.557,15) Ευρώ (Ε) ..... Επιπλέον, η ενέργεια της εναγόμενης Ε. Ρ. να οδηγήσει την Κ. Π. στο υποκατάστημα της Τράπεζας …. στη …, προκειμένου να συμβληθεί και να προβεί στο άνοιγμα κοινού λογαριασμού με την εναγόμενη και ακολούθως στη μεταφορά του χρηματικού ποσού των εκατόν δεκατριών χιλιάδων πεντακοσίων πενήντα επτά Ευρώ (Ε) και δεκαπέντε λεπτών (113.557,15) Ευρώ (Ε), κατά τα προεκτεθέντα, έτσι ώστε ουσιαστικά να παρασχεθεί η δυνατότητα στην εναγόμενη να αναλάβει στη συνέχεια το χρηματικό αυτό ποσό, κάτω από τις συνθήκες, στις οποίες η Κ.

Π., βρισκόταν με κύριο χαρακτηριστικό την έλλειψη της έλλογης κρίσης, ήτοι την αδυναμία της να αντιληφθεί τις έννομες συνέπειες, που είχε γι' αυτήν ο ορισμός της εναγόμενης ως συνδικαιούχος με την καθίδρυση δυνατότητας ανάληψης του χρηματικού ποσού αποτελεί ενέργεια, παράνομη και υπαίτια και είχε ως άμεση συνέπεια την πρόκληση ζημίας στην Κ.

Π., κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ.". Ότι, έτσι, το Εφετείο έλαβε υπόψη του, για το σχηματισμό της κρίσης του, γεγονότα που συνιστούν άδικη πράξη, τα οποία ποτέ δεν προτάθηκαν από τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο τόσο με την αγωγή του όσο και με τις προτάσεις του, στον πρώτο και στο δεύτερο βαθμό και έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας.

Ότι η αοριστία αυτή προτάθηκε νομότυπα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και έγινε δεκτός ο ισχυρισμός της, επαναφέρθηκε δε νόμιμα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού επανέλαβε τον ισχυρισμό περί αοριστίας στις έγγραφες προτάσεις του, αντικρούοντας την έφεση του αναιρεσίβλητου, τούτο δε το αναφέρει με σαφήνεια στο παρόν αναιρετήριο.

Ο λόγος αυτός της αίτησης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι, ανεξαρτήτως του ότι η αναιρεσείουσα δεν αποδίδει την επικαλούμενη ποσοτική αοριστία της από 4-5-2011 αγωγής αποκλειστικά στα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το ιστορικό του δικογράφου της, αλλά συνδυαστικά και με τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στις οποίες στηρίζει το αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ η αναιρεσείουσα αναφέρει επιγραμματικά στο δικόγραφο της αναίρεσης ότι είχε προτείνει τον ισχυρισμό περί αοριστίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ότι τον επανέφερε στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις της και ότι τούτο αναφέρει με σαφήνεια στο αναιρετήριο, σε κανένα σημείο του δικογράφου της ένδικης αίτησης αναίρεσης παραθέτει τον ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, όπως ακριβώς προτάθηκε στα δικαστήρια της ουσίας ( ΑΠ 20/2005, ΑΠ 882/2013, ΑΠ 1827/2013, ΑΠ 2086/2013, ΑΠ 601/2011, ΑΠ 514/2008).

ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται: α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δίκαιου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) επέλευση ζημίας άλλου προσώπου (παθόντος) και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υπόχρεου και της ζημίας του παθόντος.

Για την κατάφαση της "παρανομίας", δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και, εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς, απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 10/2021, ΑΠ 263/2021, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 346/2017, ΑΠ 1029/2015).

Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, η ανθρώπινη συμπεριφορά ως αντικειμενικό βασικό στοιχείο θεμελίωσης αδικοπρακτικής ευθύνης, μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, Η παράλειψη, όμως, για να οδηγήσει σε υποχρέωση αποζημίωσης, πρέπει να είναι παράνομη. Τούτο συμβαίνει, όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε ορισμένη θετική ενέργεια έναντι συγκεκριμένου προσώπου ή της ολότητας, στην οποία έχει υποχρέωση να προβεί από το νόμο, από δικαιοπραξία ή από τη συναλλακτική καλή πίστη, κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, καθώς και όταν, από προηγούμενη συμπεριφορά του ιδίου, αυτός δημιούργησε πραγματική κατάσταση επικίνδυνη για τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα τρίτων ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου (ΑΠ 10/2021, ΑΠ 664/2017, ΑΠ 821/2014, ΑΠ 139/2014).

Περαιτέρω, αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή, δηλαδή, που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη, στον κύκλο της αρμοδιότητας του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις (ΑΠ 10/2021, ΑΠ 263/2021, ΑΠ 96/2018, ΑΠ 1653/2010, ΑΠ 1500/2002).

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ), ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε, πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 10/2021, ΑΠ 263/2021, ΑΠ 895/2019, ΑΠ 810/2017).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 2 εδ.α' και β' του Ν.5638/1932 "περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό", όπως ισχύει, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ.1 του ΝΔ 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 117 ΕισΝΑΚ και 19 παρ.4 του Ν.1969/1991, συνδυασμένες με εκείνες των άρθρων 489, 491, 822 και 830 ΑΚ, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα και σε κοινό λογαριασμό είναι εκείνη που γίνεται στο όνομα δύο ή περισσότερων και περιέχει τον όρο ότι του λογαριασμού αυτού μπορεί να κάνει χρήση ολικώς ή μερικώς, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί, είτε όλοι μαζί οι δικαιούχοι (ΑΠ 1128/2017).

Για την εγκυρότητα της καταθέσεως δεν απαιτείται να γίνει αυτή από κοινού από όλους τους δικαιούχους, αλλά μπορεί να καταρτισθεί από μερικούς ή και από έναν δικαιούχο, ακόμη και από τρίτο πρόσωπο μη δικαιούχο. Παράλληλα, η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό αποτελεί και μια ιδιόμορφη σύμβαση υπέρ τρίτου και μάλιστα γνήσια.

Από την πιο πάνω σύμβαση τρίτος, μη συμβαλλόμενος, αποκτά ευθεία ενοχική αξίωση κατά του δότη της υπόσχεσης (άρθρο 411 ΑΚ), αλλά ταυτόχρονα και ο συμβαλλόμενος καταθέτης έχει δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από το δότη της υπόσχεσης - τράπεζα για τον εαυτό του. Δημιουργείται δηλαδή ένας συνδυασμός ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής και γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, μία sui generis συμβατική ενοχή, επιτρεπτή σύμφωνα με την ελευθερία των συναλλαγών και την αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης.

Παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της καταθέσεως νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή, υπό την έννοια των άρθρων 489 έως 493 του ΑΚ, συνάγεται δε σαφώς από τη διάταξη του άρθρου 493 του ΑΚ, κατά το οποίο, μεταξύ τους οι περισσότεροι δανειστές έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση , συνδυαζόμενο με το άρθρο 491 παρ.1 εδ.α' του ίδιου Κώδικα, ότι σε περίπτωση αναλήψεως ολόκληρου του ποσού της χρηματικής καταθέσεως από τον ένα μόνο δικαιούχο, αποσβέννυται μεν έναντι του δέκτη της καταθέσεως η απαίτηση και ως προς τον άλλο, μη αναλαβόντα δανειστή, αποκτά όμως ο δανειστής αυτός απαίτηση εκ του νόμου, έναντι του αναλαβόντος, για καταβολή σε αυτόν ποσού ίσου προς το μισό του αναληφθέντος ισόποσου της καταθέσεως, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα στο σύνολο του ποσού της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, εξαίρεση ωστόσο, της οποίας το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως έχει ο διάδικος, ο οποίος προβάλλει περιστατικά που θεμελιώνουν το ως άνω εξαιρετικό δικαίωμα (ΑΠ 877/2008).

Εξάλλου, εκείνος από τους δικαιούχους που απέσυρε τα χρήματα μιας τέτοιας καταθέσεως καθίσταται κύριος αυτών και δεν διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος των λοιπών, και κατ' επέκταση αδικοπραξία, γιατί τα χρήματα δεν είναι ξένα προς αυτόν που τα απέσυρε. Είναι δε αδιάφορο αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους ή σε μερικούς μόνο από τους δικαιούχους (ΑΠ 656/2019, ΑΠ 902/2019, ΑΠ 529/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Στην κρινόμενη περίπτωση, το Εφετείο διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό της προσβαλλόμενης απόφασής του τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: "Η Κ. χήρα Α. Π., το γένος Θ. Κ. και Μ., που γεννήθηκε στα …, την 18η Μαΐου του έτους 1930, και απεβίωσε την 23η Φεβρουαρίου του έτους 2012, όσο ζούσε ήταν κάτοικος ..., ήταν άτεκνη, ο δε σύζυγός της είχε προαποβιώσει αυτής το έτος 2006, με αποτέλεσμα να ζει μόνη της, έχουσα ως πλησιέστερους συγγενείς της τα ανίψια της (εξ αίματος και εξ αγχιστείας).

Περαιτέρω προέκυψε ότι μετά το θάνατο του συζύγου της, η Κ. χήρα Α. Π. - Κ. εμφάνισε συμπτώματα κατήφειας και κατάθλιψης, τα οποία εξελίχθηκαν, κατά το τέλος του έτους 2007 σε ψυχωσική μελαγχολία με στοιχεία άνοιας. Ειδικότερα, περί τις αρχές του καλοκαιριού του έτους 2008, αυτή δεν ήταν σε θέση να εφαρμόσει σωστά τις ιατρικές οδηγίες για τη λήψη φαρμάκων της ή τα παρέλειπε τελείως, δεν είχε τη δυνατότητα να παρασκευάσει το φαγητό της ούτε να ενδυθεί σωστά.

Είχε την ανάγκη βοήθειας από τρίτο πρόσωπο και εμφάνιζε απώλεια της βούλησης και κρίσης, γεγονός, που επέτρεπε τη δημιουργία σχέσης απόλυτης εξάρτησης από τρίτα πρόσωπα, τα οποία θα προσέφεραν σε αυτήν βοήθεια και ως εκ τούτου θα είχαν τη δυνατότητα να ασκούν καταλυτική επιρροή σε αυτήν με την έννοια ότι είχαν τη δυνατότητα να επενεργούν αποφασιστικά στη δικαιοπρακτική της βούληση σε τέτοιο βαθμό, ώστε ουσιαστικά να επηρεάζουν το περιεχόμενο αυτής, καθώς η ίδια δεν ήταν σε θέση να δικαιοπρακτήσει ούτε να αντιλαμβάνεται τις έννομες συνέπειες των πράξεων της.

Κάτω από τις προπεριγραφόμενες συνθήκες, η εναγόμενη Ε. σύζυγος Δ. Ρ., που ήταν ανιψιά της εξ αγχιστείας και συγκεκριμένα ανιψιά του αποβιώσαντος συζύγου της, ανέλαβε εν τοις πράγμασιν την επιμέλεια και φροντίδα της Κ. Π. – Κ., ευρισκόμενη η τελευταία κάτω από τη συνεχή επίβλεψη της, κατά το χρονικό διάστημα από τους θερινούς μήνες του έτους 2008, και συγκεκριμένα από το μήνα Αύγουστο του έτους 2008 έως το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2010, ασκώντας αποφασιστική επιρροή σε αυτήν.

Αλλά και σε χρόνο προγενέστερο και συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1999 μέχρι το έτος 2005, η Κ. Π.- Κ. επισκεπτόταν το ιατρείο του Χ. Ι. Κ., Νευρολόγου-Ψυχίατρου, μόνη της, ήτοι, χωρίς τη συνοδεία τρίτου προσώπου. Οι βασικές ενοχλήσεις της ήταν η έντονη ζάλη, αυχεναλγία και κεφαλαλγία αλλά κατά κύριο λόγο η καταθλιπτική διαταραχή, από την οποία έπασχε.

Η αντιμετώπιση αρχικά γινόταν με διάφορα αναλγητικά και αργότερα με ήπια ηρεμιστικά και αντικαταθλιπτικά φάρμακα. Όμως, δεν υπήρξε συνεπής με τη χορηγηθείσα σε αυτήν φαρμακευτική αγωγή, καθώς συχνά διέκοπτε αυτήν, με αποτέλεσμα να υποτροπιάζει συνεχώς η καταθλιπτική διαταραχή της. Κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2007, επισκέφθηκε και πάλι τον ως άνω Ιατρό, ο οποίος διαπίστωσε ότι η κλινική της εικόνα είχε σαφώς επιδεινωθεί.

Παραπονείτο για επίμονες αϋπνίες, λάμβανε τελείως ανεξέλεγκτα διάφορα υπνωτικά φάρμακα, τα οποία κατά καιρούς της είχαν χορηγηθεί, ενώ είχε αρχίσει να εμφανίζει προοδευτικά και βαθύτερες συναισθηματικές διαταραχές, αδυναμία συγκέντρωσης, έλλειψη διάθεσης για οποιαδήποτε κοινωνική δραστηριότητα, δυσκολία ακόμη και να επιτελέσει και τις αναγκαίες λειτουργίες της οικίας της, όπως παρασκευή του φαγητού, εργασίες καθαριότητας της οικίας της κ.λ.π.

Κατά τις επισκέψεις της στον ως άνω Ιατρό, η κατάσταση της υγείας της προοδευτικά επιδεινωνόταν, ενώ πολλές φορές δεν τελούσε σε γνώση των φαρμάκων, τα οποία έπρεπε να λαμβάνει, ούτε της δοσολογίας αλλά ούτε και το χρονικό διάστημα, εμφανίζοντας σημεία παροδικής σύγχυσης. Στις επισκέψεις της στον παραπάνω Ιατρό αντιμετώπιζε δυσχέρεια ακόμη και να αναφέρει τον τόπο της κατοικίας της.

Επίσης, άρχισε να εμφανίζει σαφείς διαταραχές της σκέψης ψυχωτικού τύπου, όπως πτώχεια και λίμναση ιδεών καθώς και διαταραχές μνήμης με "φωτεινά διαλείμματα" κατά καιρούς. Από το έτος 2007 μέχρι και το έτος 2010, εκτός από τα αντικαταθλιπτικά και αντινοικά φάρμακα, ο ως άνω Ιατρός της χορηγούσε και αντιψυχωτικά φάρμακα, όπως Solian, Zyprexa, Risperdal και άλλα χωρίς να παρατηρηθεί σημαντική βελτίωση στην κατάστασή της.

Κατά την επίσκεψη του ως άνω Ιατρού, που είχε διοριστεί Πραγματογνώμονας, με βάση την υπ' αριθμόν 8/2011 (μη οριστική) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 739 και επ. Κ.Πολ.Δ. (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας) και ο οποίος επισκέφθηκε αυτήν στην οικία της εκκαλούσας, διέγνωσε ανάμεσα στα άλλα ότι εμφάνιζε μεγάλη υποβουλησία αλλά και αδυναμία συγκέντρωσης, καθώς δεν ήταν σε θέση να αρθρώσει δύο (2) συνεχόμενες μικρές προτάσεις.

Ήταν τελείως αδιάφορη και υποβόλιμη, δηλαδή, δεχόταν ό,τι και της πρότεινε κάποιος, με συνέπεια να καθίστατο επιρρεπής. Εμφάνιζε έντονες διαταραχές μνήμης, καθώς δεν θυμόταν το όνομα του εν λόγω Ιατρού, μολονότι την παρακολουθούσε για χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών, δεν θυμόταν βασικές λειτουργίες της, όπως τον τόπο, όπου κοιμόταν το προηγούμενο βράδυ, ενώ έκανε και αρκετά λάθη στην αναγνώριση των προσώπων αλλά και στην απαρίθμηση των πλησιέστερων συγγενών της, υποβληθείσα μάλιστα σε ερωτηματολόγιο, που είναι ενδεδειγμένο για την αξιολόγηση των γνωστικών διαταραχών και που η βαθμολόγηση του αντιστοιχούσε σε άτομα με βαρεία γνωστική διαταραχή.

Δηλαδή, πρόκειται για άτομο με προϊούσα συναισθηματική διαταραχή, που είχε εμφανιστεί αρχικά με σωματομετατρεπτικά ενοχλήματα, αϋπνίες και ευσυγκινησία, επιδεινώθηκε στη συνέχεια, προσλαμβάνοντας ψυχωσικού χαρακτήρα συμπτωματολογία, όπως υποβουλησία, λίμναση και πτώχεια ιδεών κ.λ.π., περιπίπτοντας πλέον σε ψυχωσική μελαγχολία, σύμφωνα με την έκθεση πράγματογνωμοσύνης, την οποία συνέταξε ο διορισθείς Νευρολόγος - Ψυχίατρος.

Τα τέσσερα (4) τελευταία έτη, η κατάσταση της υγείας της επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο με την εμφάνιση και ανοϊκής συμπτωματολογίας, όπως διαταραχές μνήμης, αδιαφορία και πιθανώς ανησυχία, που δεν ήταν εμφανής λόγω των αντιψυχωσικών φαρμάκων. Δηλαδή, έπασχε από ψυχωσική μελαγχολία, στην οποία τα τέσσερα τελευταία έτη προστέθηκε και ανοϊκή διαταραχή (νόσος Alzheimer), καθένα από τα οποία είναι δυνατόν να επηρεάσουν σοβαρά τη χρήση του λογικού, ειδικότερα στη σωρευτική συνδρομή και των δύο νόσων, με συνέπεια να βρισκόταν σε πλήρη αδυναμία επιμέλειας του εαυτού της και της προάσπισης των οικονομικών και άλλων συμφερόντων της, ως αποτέλεσμα της εξελικτικής διαδικασίας έκπτωσης των ανωτέρω λειτουργιών από το έτος 2006.

Εξαιτίας της κατάστασης της υγείας της, η εναγόμενη Ε. Ρ. υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Χαλκίδας την από 8 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση της, με την οποία ζητούσε την επίσπευση από την πλευρά του της διαδικασίας θέσης της Κ. Π. – Κ. σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, επικαλούμενη προς τούτο την από 2-9-2009 βεβαίωση του Π.

Π., Ιατρού του Γ.Ν. Χαλκίδας, Νευρολόγου - Διευθυντή Ε.Σ.Υ., με βάση την οποία διαγνώστηκε ότι ο βαθμός κατάστασης της πνευματικής της υγείας (της Κ. Π.) ήταν μειωμένος, ενώ αυτή παρουσίαζε έκπτωση των σωματικών και νοητικών λειτουργιών της, περιελθούσα σε κατάσταση αδυναμίας επιμέλειας του εαυτού της και διαχείρισης των υποθέσεων, που την αφορούσαν.

Τελικά, με βάση την υπ' αριθμόν 537/2009 (οριστική) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, η εναγόμενη Ε. Ρ. διορίστηκε προσωρινή δικαστική συμπαραστάτης της Κ. Π. – Κ., ενώ ακολούθως με την υπ' αριθμόν 123/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας ανακλήθηκε αντικαταστάθηκε δε από τον ενάγοντα Θ.

Κ., καθώς διαπιστώθηκε ότι αυτή παραμελούσε την επιμέλεια και φροντίδα της συμπαραστατέας, η οποία περιφερόταν ρακένδυτη και ατημέλητη. Μετά τη σύνταξη της υπ' αριθμόν 15205/12-11-2008 δημόσιας διαθήκης, η οποία σημειωτέον ακυρώθηκε, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, και ενόσω έβαινε επιδεινούμενη η κατάσταση της υγείας της: (Α) την 27η Μαΐου του έτους 2009, η εναγόμενη Ε.

Ρ. οδήγησε αυτήν στο υποκατάστημα Χαλκίδας της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "...", εκμεταλλευόμενη τη ψυχοσωματική κατάσταση και την έλλειψη έλλογης κρίσης της, και την έπεισε να προβεί αφενός μεν στο άνοιγμα ενός κοινού λογαριασμού ταμιευτηρίου με αριθμό ..., στον οποίο την κατέστησε συνδικαιούχο, αποκτώντας κατ' αυτό τον τρόπο η εναγόμενη εξουσία διαχείρισης αυτού (ανάληψης και κατάθεσης χρημάτων σε αυτόν), στον οποίο ακολούθως την έπεισε να εμβάσει το χρηματικό ποσό των εκατόν έντεκα χιλιάδων διακοσίων πέντε και τριάντα δύο λεπτών (111.205,32) Ευρώ (Ε) κατόπιν μεταφοράς του συγκεκριμένου χρηματικού ποσού από τον υπ' αριθμόν 14738447 λογαριασμό ταμιευτηρίου, του οποίου συνδικαιούχοι ήταν η ίδια και η σύζυγος του ενάγοντος Α.

Κ.. Το χρηματικό αυτό ποσό η εναγόμενη ανέλαβε στη συνέχεια, διαδοχικά και συγκεκριμένα, την 19.11.2009, προέβη σε ανάληψη από τον ως άνω λογαριασμό του χρηματικού ποσού των 11.000,00 Ευρώ (Ε) και την 30.04.2011 του χρηματικού ποσού των 102.557,15 ευρώ (Ε), προβαίνοντας σε κλείσιμο του λογαριασμού. Η κατά τα παραπάνω προεκτεθείσα ψυχική και διανοητική διαταραχή της Κ.

χήρας Α. Π. επενέργησε στη δικαιοπρακτική βούλησή της με την έννοια ότι η εν λόγω νόσος περιόριζε σημαντικά και ουσιωδώς τη λειτουργία της δικαιοπρακτικής βούλησης της Κ. Π., καθώς η τελευταία δεν μπορούσε να αντιληφθεί πλήρως και κατά τους ορισμούς του Νόμου το περιεχόμενο της δηλώσεως βούλησής της συνδυαστικά με τις έννομες συνέπειες, που απέρρεαν από αυτήν, αναφορικά με τη σύμβαση ανοίγματος κοινού λογαριασμού, στον οποίο κατέστησε συνδικαιούχο την εναγόμενη Ε.

Ρ., με την έννοια ότι παρείχε τη δυνατότητα στην τελευταία συνδικαιούχο την εξουσία διαχείρισης ενός σημαντικού περιουσιακού της στοιχείου, που μετά την πάροδο μικρού χρονικού διαστήματος αποστερήθηκε, υφιστάμενη ισόποση περιουσιακή ζημία από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης Ε. Ρ., η οποία, αντιλαμβανόμενη την από πλευράς της Κ.

χήρας Α. Π. έλλειψη έλλογης κρίσης και εκμεταλλευόμενη την υποβολιμότητα, που εμφάνιζε αυτή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, μπόρεσε να ιδιοποιηθεί τα αναληφθέντα από αυτήν χρηματικά ποσά, που ενθυλάκωσε στη δική της ατομική περιουσία με απατηλά μέσα, καθώς απέκρυψε από τους υπαλλήλους του Υποκαταστήματος της συγκεκριμένης Τράπεζας την αδυναμία της Κ.

Π. – Κ. να δικαιοπρακτήσει, κατά την έννοια, που η κείμενη έννομη τάξη επιφυλάσσει σε ένα πνευματικά και ψυχικά υγιές άτομο.

Συνεπώς, η εναγόμενη Ε. Ρ. επωφελήθηκε παράνομα και αθέμιτα το χρηματικό ποσό των εκατόν δεκατριών χιλιάδων πεντακοσίων πενήντα επτά Ευρώ (Ε) και δεκαπέντε λεπτών (113.557,15) Ευρώ (Ε).... Δηλαδή, κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2008 μέχρι το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2009, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι επίδικοι χρόνοι για την κρίση σχετικά με έλλειψη έλλογης κρίσης της Κ. Π., η τελευταία δεν είχε συνείδηση των πράξεων - νομικών ενεργειών της, κατά την έννοια, που αναλύθηκε παραπάνω. Άλλωστε, με τις υπ' αριθμ. 537/2009 και 123/2010 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που εκδόθηκαν, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 739 και επ. Κ.Πολ.Δ. (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), με τις οποίες διορίστηκε αρχικά η Ε. Ρ. ως προσωρινή δικαστική συμπαραστάτης της Κ. χήρας Α. Π. -Κ. και ακολούθως αντικαταστάθηκε με τον ενάγοντα Θ. Κ., κατά τα προεκτεθέντα, κρίθηκε ως προδικαστικό ζήτημα η έκπτωση των πνευματικών λειτουργιών της και η αναγκαιότητα διορισμού δικαστικού συμπαραστάτη.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με το να προσδώσει στη διάταξη του άρθρου 131 παρ.1 του Αστικού Κώδικα το ανάλογο περιεχόμενο, ήτοι, να δεχθεί ψυχική διαταραχή της Κ. Π. και την εξ αυτής της νόσου έλλειψη έλλογης κρίσης της, ορθά ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 131 παρ.1 Α.Κ. και ακολούθως υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στο πραγματικό του συγκεκριμένου άρθρου με την επέλευση της έννομης συνέπειας, ήτοι, την απαγγελία της ακυρότητας του κατά τα παραπάνω δωρητηρίου συμβολαίου, ορθά και κατά τον προσήκοντα τρόπο, και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε σε πλημμέλεια, όπως αβάσιμα αιτιάται η εκκαλούσα.

Επιπλέον, η ενέργεια της εναγόμενης Ε. Ρ. να οδηγήσει την Κ. Π. στο υποκατάστημα της Τράπεζας … στη …, προκειμένου να συμβληθεί και να προβεί στο άνοιγμα κοινού λογαριασμού με την εναγόμενη και ακολούθως στη μεταφορά του χρηματικού ποσού των εκατόν δεκατριών χιλιάδων πεντακοσίων πενήντα επτά και δεκαπέντε λεπτών (113.557,15) Ευρώ (Ε), κατά τα προεκτεθέντα, έτσι ώστε ουσιαστικά να παρασχεθεί η δυνατότητα στην εναγόμενη να αναλάβει στη συνέχεια το χρηματικό αυτό ποσό, κάτω από τις συνθήκες, στις οποίες η Κ.

Π., βρισκόταν με κύριο χαρακτηριστικό την έλλειψη της έλλογης κρίσης, ήτοι, την αδυναμία της να αντιληφθεί τις έννομες συνέπειες, που είχε γι' αυτήν ο ορισμός της εναγόμενης ως συνδικαιούχος με την καθίδρυση δυνατότητας ανάληψης του χρηματικού ποσού, αποτελεί ενέργεια, παράνομη και υπαίτια, και είχε ως άμεση συνέπεια την πρόκληση ζημίας στην Κ.

Π., κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. Κατ' ακολουθία των παραπάνω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου για εξέταση, η υπό στοιχεία (Ι) έφεση της Ε. συζ. Δ. Ρ., αφού γίνει τυπικά δεκτή, στη συνέχεια πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ακολούθως, αφού γίνει δεκτή η από 04-05-2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 170/2011 αγωγή του Θ.

Κ. ως και κατ' ουσία βάσιμη, πρέπει να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των εκατόν δεκατριών χιλιάδων πεντακοσίων πενήντα επτά και δεκαπέντε λεπτών (113.557,15) Ευρώ (Ε) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και όχι από την από 30-04-2010, καθώς δεν αποδείχθηκε όχληση του ενάγοντος προς την εναγόμενη από το χρόνο αυτό...".

Με το δεύτερο και τελευταίο λόγο της αίτησης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, αιτιώμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, συνιστάμενη σε παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η ουσιαστική παραδοχή του Εφετείου περί ανάληψης από την αναιρεσείουσα του συνολικού ποσού των 113.557,15 ευρώ από τον με αριθμό ...

λογαριασμό ταμιευτηρίου, κοινό με την Κ. χήρα Α. Π., η οποία άνοιξε το λογαριασμό αυτό στο υποκατάστημα … της Τράπεζας … χωρίς να έχει συνείδηση των πραττομένων της, δεν συνιστά αδικοπραξία, όπως εσφαλμένα έκρινε το Εφετείο, καθόσον εκείνος από τους δικαιούχους που απέσυρε τα χρήματα κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό καθίσταται κύριος αυτών και δεν διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος των λοιπών συνδικαιούχων και κατ' επέκταση αδικοπραξία.

Με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, στον ελάσσονα συλλογισμό της, στα οποία στήριξε το αποδεικτικό της πόρισμα, δεν θεμελίωσε την αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας αυτοτελώς στην ανάληψη των χρημάτων από τον ως άνω κοινό λογαριασμό, που με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των συνδικαιούχων να ανήκαν στην Κ.

Π. και δεν δέχθηκε υπεξαίρεση των χρημάτων, εξ αυτού του λόγου, από την αναιρεσείουσα. Αντίθετα, το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα δέχθηκε ότι η αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας συνίσταται στα γεγονότα ότι την 27-5-2009 οδήγησε την ανίκανη προς δικαιοπραξία Κ. Π., της οποίας ετύγχανε προσωρινή δικαστική συμπαραστάτης, στο ως άνω τραπεζικό κατάστημα και προέβη στο άνοιγμα του κοινού λογαριασμού με απατηλά μέσα, καθόσον απέκρυψε από τους υπαλλήλους τους τραπεζικού υποκαταστήματος την ψυχική και διανοητική διαταραχή της Κ.

Π., την οποία παράνομα και υπαίτια ζημίωσε η αναιρεσείουσα, με το να προβεί, στη συνέχεια, στην ανάληψη του συνολικού ποσού των 113.557,15 ευρώ από τον κοινό λογαριασμό, υπό τις περιγραφόμενες συνθήκες. Οι παραδοχές αυτές του Εφετείου, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική του κρίση (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 914 ΑΚ, ως προς όλα τα στοιχεία της αδικοπραξίας που απαιτούνται, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις της παρούσας απόφασης, ουσιαστική διάταξη την οποία το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Επομένως, ο παρών αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-7-2019 αίτηση της Ε. Ρ., για αναίρεση της με αριθμό 142/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.

Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων, επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου