Legislator Case Law & Legislation
413/2021 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal, ordered interest payment and split costs between heirs and contractor.

Case Number 413/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Third Instance Court of Athens, ordering the defendant to pay interest on the awarded sum. The heirs argued for full reversal of the lower court's decision regarding interest, while the contractor contended otherwise. The court ruled that since the appeal only partially overturned the lower judgment, the case must be retried on the specific issue of interest, and the defendant must pay the calculated interest plus a portion of the appeal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 246, 573, 569, 580, 178, 183 of the Code of Civil Procedure; When an appeal partially overturns a judgment, the case is remanded for retrial on the specific issues not covered by the appeal, and costs are allocated based on the partial victory and defeat of the parties.

Keywords

AI generated
partial appeal allowance interest on awarded sum remand for retrial allocation of court costs heirs and successors Third Instance Court Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 413 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 413/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Καλλιόπη Πανά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Oκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Κ. Κ. του Γ. και 2) Δ. Α. του Η., ως νομίμων κληρονόμων του Η. Α., κατοίκων ..., οι οποίες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Μέτο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "CCC -Consolidated Contractors International Company S.A.L.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δούναβη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-04-2008 αγωγή του αρχικού διαδίκου Η. Α. , που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2942/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 2115/2012 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 132/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 2275/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 08-08-2018 αίτησή τους και τους από 22-04-2019 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[1] Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπάγγελτα ή με αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, στη δικάσιμο του Δικαστηρίου τούτου που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, συζητήθηκαν η από 08-02-2018 αίτηση αναίρεσης και το από 22-04-2019 δικόγραφο προσθέτων αυτής λόγων, που στρέφονται κατά της 2275/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 569 ΚΠολΔ, σχετ. η .../23-4-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθήνας Σωτηρίου Ρουμελιώτη για την επίδοσή τους στην αναιρεσίβλητη). Η αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι πρέπει να συνεκδικασθούν, αφού είναι συναφείς, αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά, μαζί με την αίτηση (ΑΠ 894/2018).

[2] Με την ένδικη αγωγή του, ο (κληρονομηθείς από τις ήδη αναιρεσείουσες, ως μόνες εξ αδιαθέτου κληρονόμους του) Η. Α., την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία “Consolidated Contractors International Company S.A” (και του μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη Τ.

Χ., νομίμου εκπροσώπου της) εξέθετε ότι την 01-12-1991 προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη εταιρία, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα των κατασκευών δημόσιων και ιδιωτικών τεχνικών έργων υψηλών προδιαγραφών, προκειμένου να εργαστεί ως ηλεκτρολόγος -τεχνικός συντήρησης κτιρίων. Ότι από της προσλήψεώς του μέχρι το τέλος του έτους 1996, εργάστηκε στο κτίριο των γραφείων της πρώτης εναγομένης, ενώ στη συνέχεια του ανατέθηκε η επίβλεψη της κατασκευής, αλλά και η συντήρηση των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων των κατοικιών των μετόχων αυτής, έχοντας υπό τις εντολές του δύο εργατοτεχνίτες.

Ότι μέχρι την 28-01-2007 άσκησε καθήκοντα προϊστάμενου - υπεύθυνου επίβλεψης και συντήρησης των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων του ως άνω συγκροτήματος κατοικιών, οπότε, εξαιτίας της αντιπαλότητας και της έχθρας που επέδειξε στο πρόσωπό του ο τεχνικός διευθυντής συντήρησης κτιρίων και μηχανικών μέσων της πρώτης εναγομένης, μετατέθηκε εκ νέου στο κτίριο των γραφείων της τελευταίας, με συνέπεια να υποστεί βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, καθώς στη νέα θέση δεν του ανατέθηκαν καθήκοντα, ενώ έπαψε να εκτελεί υπερωριακή εργασία, με συνέπεια τη σημαντική περικοπή των μηνιαίων αποδοχών του.

Ότι στη συνέχεια, αφού και πάλι δεν του ανατέθηκαν συγκεκριμένα καθήκοντα, παρά τις διαμαρτυρίες του, η πρώτη εναγομένη την 01-02-2008 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του. Ότι καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής του, η πρώτη εναγομένη του κατέβαλε αποδοχές οι οποίες υπολείπονταν των νομίμων αποδοχών, όπως αυτές καθορίζονταν με τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις.

Ζήτησε δε ο αρχικώς ενάγων:

Α) Να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ένδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, καθόσον αυτή έλαβε χώρα εξαιτίας της μη αποδοχής εκ μέρους του της βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του, άλλως λόγω της μη προσήκουσας, ως προς το ύψος του ποσού, καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης, εκ μέρους της πρώτης εναγομένης εταιρίας.

Β) Να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη εταιρία, με την απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος της και προσωπικής κράτησης σε βάρος του δεύτερου εναγόμενου-νομίμου εκπροσώπου της πρώτης, να τον επαναπροσλάβει και να τον απασχολεί πραγματικά ως προϊστάμενο-υπεύθυνο ηλεκτρολόγο - συντηρητή του συγκροτήματος κατοικιών, στην ίδια θέση και με τους ίδιους όρους με τους οποίους εργάζονταν μέχρι την 28-01-2007.

Γ) Να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να του καταβάλει:

α) Κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2003 μέχρι και 31-12-2007 για διαφορές αποδοχών, αποδοχών αδείας, επιδομάτων αδείας και εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, αμοιβής υπερεργασίας και ιδιόρρυθμης υπερωρίας, αποζημίωσης υπερωριακής απασχόλησης, εργασίας τις ημέρες του Σαββάτου και Κυριακής, εργασίας τις νυκτερινές ώρες, αποζημίωσης λόγω μη χορήγησης ημέρας ανάπαυσης και αμοιβής ετοιμότητας, το συνολικό ποσό των 198.852,34 ευρώ κατά τις ειδικότερες στην αγωγή διακρίσεις,

β) Για διαφυγόντα κέρδη κατά το έτος 2007, λόγω της βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του, το συνολικό ποσό των 33.326,12 ευρώ, όπως ειδικότερα αναλύεται στην αγωγή,

γ) Για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του και της προσβολής της προσωπικότητάς του, το ποσό των 150.000 ευρώ.

δ) Για μισθούς υπερημερίας κατά το χρονικό διάστημα από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του μέχρι και την 31-12-2008, το ποσό των 43.624,80 και συνολικά το ποσό των 425.803,26 ευρώ νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, επικουρικά δε και για την περίπτωση που η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του κριθεί ως έγκυρη, ο αρχικώς ενάγων ζήτησε το συνολικό ποσό των 388.427,70 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ποσού των 6.249,24 ευρώ, που του οφείλει η πρώτη εναγομένη ως συμπλήρωση της αποζημίωσης καταγγελίας, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2942/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου άνω δικαστηρίου, με την οποία, αφού απορρίφθηκαν ως απαράδεκτα λόγω της αοριστίας τους, τα αιτούμενα κονδύλια για την επιδίκαση αμοιβής για υπερεργασία και ιδιόρρυθμη υπερωρία και αποζημίωσης για υπερωριακή απασχόληση, κατά τα λοιπά, η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, όσον αφορά στην πρώτη εναγομένη και λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, όσον αφορά στον δεύτερο εναγόμενο. Ακολούθως, ο αρχικώς ενάγων άσκησε την από 27-4-2010 (αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3696/2010) έφεσή του.

Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η 2115/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίστηκε η πρωτοβάθμια απόφαση, όσον αφορά στα αιτούμενα κονδύλια για την επιδίκαση οφειλόμενων αμοιβών λόγω της εργασίας του αρχικώς ενάγοντα την ημέρα της Κυριακής, αλλά και κατά τις νυκτερινές ώρες, και απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τις απαιτήσεις αυτές ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας τους, ενώ κατά τα λοιπά απέρριψε την έφεση ως προς όλους τους λοιπούς λόγους της ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Μετά τα ανωτέρω και ενώ στο μεταξύ ο αρχικώς ενάγων απεβίωσε στις 13-02-2013, οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι η σύζυγος του Κ. Κ. και η ανήλικη θυγατέρα του Δ. Α., που εκπροσωπείται από την μητέρα της Κ. Κ., με την από 24-04-2015 αίτησή τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ζήτησαν την αναίρεση της άνω απόφασης του Εφετείου.

Το Δικαστήριο τούτο με την 132/2016 απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτή την αναίρεση και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο προς νέα εκδίκαση. Ειδικότερα κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου της αίτησης αυτής, έκρινε ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε η αγωγή ως αόριστη από το Εφετείο ως προς τα κονδύλια της για εργασία την ημέρα της Κυριακής και για νυκτερινή εργασία, καθώς επίσης και κατά παραδοχή του τρίτου λόγου της αίτησης(ως προς το πρώτο και τρίτο μέρος του) έκρινε αφενός μεν ότι στην ένδικη σύμβαση εργασίας εφαρμόζονται οι εκάστοτε ισχύουσες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και Διαιτητικές Αποφάσεις που αφορούν στους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών και όχι η εκάστοτε ισχύουσα Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, αφετέρου δε, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 01-07-2006 έγγραφης σύμβασης εργασίας που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, κατά το μέρος που δέχτηκε ότι: "συμφωνήθηκε οι όροι αμοιβής και εργασίας του ενάγοντος να διέπονται από την εκάστοτε Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ", παραλείποντας όμως τους κρίσιμους όρους με αριθμούς 5 και 9 της σύμβασης, με τους οποίους καθορίζεται η εφαρμογή των οικείων συλλογικών συμβάσεων εργασίας και των διαιτητικών αποφάσεων.

Ακολούθως, οι καθολικοί διάδοχοι του αρχικώς ενάγοντα, με την από 21-04-2017 κλήση τους νόμιμα επανέφεραν προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιον του Εφετείου την πιο πάνω έφεση, που ασκήθηκε από τον αρχικώς ενάγοντα Η. Α., κατά της προσβαλλόμενης 2942/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επ'αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη 2275/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Κατ'αυτής άσκησαν την υπό κρίση αίτηση οι αναιρεσείουσες.

[3] Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως εκείνη της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ένδικου μέσου, της ανακοπής και της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη απόφανσης σε κάθε άλλου είδους "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Επίσης, ως αίτηση, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρείται και κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης (ΑΠ 615/2013).

[4] Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης, προσάπτουν οι αναιρεσείουσες στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 περ. γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημά της αγωγής περί επιδικάσεως νομίμων τόκων υπερημερίας από της κοινοποιήσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση επί των επιδικασθέντων ποσών. Από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. ΚΠολΔ) της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι υπήρχε αίτημα περί επιδικάσεως νομίμων τόκων υπερημερίας επί των αιτουμένων κονδυλίων της ένδικης αγωγής από την κοινοποίησή της μέχρι την εξόφληση. Από την επισκόπηση δε του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, ενώ υποχρέωσε την εναγομένη εταιρεία να καταβάλει στις καθολικές διαδόχους του αρχικώς ενάγοντα, το ποσό των 14.772,14 ευρώ κατά τον λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, παρέλειψε να περιλάβει στην απόφασή του διάταξη περί επιδικάσεως τόκων του άνω επιδικασθέντος ποσού από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, αίτημα που άφησε αδίκαστο, χωρίς εξάλλου να περιέχει απορριπτική περί του αιτήματος τούτου διάταξη στο σκεπτικό της και χωρίς από τις παραδοχές της να προκύπτει κρίση της περί σιωπηρής απόρριψης του σχετικού αιτήματος της αγωγής. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης είναι βάσιμος.

[5] Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο μόνο της ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946 "περί καταβολής ηυξημένου ημερομισθίου εις εργαζομένους κατά τας μη εργασίμους ημέρας" μισθωτός, ο οποίος απασχολείται κατά τις Κυριακές και τις εκ του νόμου καθιερούμενες ως μη εργασίμους ημέρες του έτους, δικαιούται το ημερομίσθιο αυτού, προσαυξημένο κατά 75%, ενώ η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν.3755/1957 "Περί αυξήσεως αναδρομικώς των αποδοχών των μισθωτών, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Ν. 3239/1955 και άλλων διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας κλπ", (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 1 Ν.435/1976) ορίζει, ως προς την προσαύξηση του 75% για παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, ότι αυτή οφείλεται ανεξαρτήτως του κύρους της συμφωνίας απασχολήσεως τους, δηλαδή ακόμη και αν η απασχόληση είναι παράνομη.

Περαιτέρω από τις διατάξεις επίσης της Α.Υ. Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946, όπως ερμηνεύτηκε με την 25825/1951 απόφαση των ίδιων Υπουργών, του άρθρου 2 παρ. Ι του ν.δ 3755/1957, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 435/1976, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του β.δ. 748/1966, προκύπτει ότι αν ο εργαζόμενος απασχοληθεί, νόμιμα ή παράνομα, κατά την Κυριακή, δικαιούται να λάβει, για τις ώρες που απασχολήθηκε προσαύξηση 75% επί του νόμιμου ωρομισθίου, και εφόσον η απασχόλησή του υπερβαίνει τις 5 ώρες, αναπληρωματική ανάπαυση διάρκειας 24 συνεχόμενων ωρών σε άλλη ημέρα της εβδομάδας που ακολουθεί.

Επίσης, οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό, αν μεν τύχουν αναπληρωματικής ανάπαυσης κατά τα ανωτέρω, δεν δικαιούνται, εκτός από την ανωτέρω προσαύξηση επί του ημερομισθίου τους, άλλης αμοιβής για την απασχόλησή τους την Κυριακή (ΑΠ 1317/2015, ΑΠ 196/2008). Αν όμως ο εργοδότης δεν παράσχει στον εργαζόμενο συνεχή 24ωρη ανάπαυση σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας και τον απασχολήσει όλες τις εργάσιμες ημέρες που ακολουθούν την Κυριακή, τότε η απασχόληση κατά μία ημέρα των εργάσιμων αυτών ημερών (πέντε η έξι ανάλογα) είναι παράνομη ως αντικείμενη σε δημόσιας τάξης διάταξη, και ο εργοδότης έχει υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να αποδώσει στον εργαζόμενο την ωφέλεια που αποκόμισε από την παράνομη αυτή απασχόληση, ανερχόμενη στο 1/25 του νόμιμου μισθού του (ΑΠ 506/2017, ΑΠ 1317/2015, ΑΠ 1420/2015, ΑΠ 930/2013, ΑΠ 32/2013, ΑΠ 332/2008, ΑΠ 1221/2005, ΑΠ 393/2005).

[6] Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως εκείνη της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ένδικου μέσου, της ανακοπής και της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη απόφανσης σε κάθε άλλου είδους "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Επίσης, ως αίτηση, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρείται και κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης (ΑΠ 615/2013).

[7] Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τον δεύτερο λόγο της αίτησης προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 9 και 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση 132/2016 και άφησε αδίκαστο το αίτημα της αγωγής του αρχικώς ενάγοντα δικαιοπαρόχου τους, να του καταβληθεί αποζημίωση για μη χορήγηση αναπληρωματικής ημέρας εβδομαδιαίας αναπαύσεως (ρεπό), για τον συγκεκριμένο αριθμό Κυριακών που κατά μήνα εργάστηκε αυτός, καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα, κεφάλαιο όμως που ήταν συνεχόμενο με το κεφάλαιο της αγωγής περί επιδικάσεως αμοιβής για την εργασία του κατά τις Κυριακές. Από την επιτρεπτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι υπήρχε, εκτός των άλλων, και αίτημα του αρχικώς ενάγοντα, περί επιδικάσεως αμοιβής για εργασία του κατά τις Κυριακές(υπολογιζομένης της αμοιβής ανά μήνα εκάστου των επιδίκων ετών), η οποία, κατά τους υπολογισμούς του, συνίστατο στο 1/25 του νομίμου μισθού του, συν προσαύξηση 75% επί του ημερομισθίου αυτού, και κάτωθι της στήλης αυτής, υπήρχε έτερο κονδύλιο που αφορούσε την αποζημίωση, που κατά την κρίση του ενάγοντος, του οφειλόταν, λόγω μη χορηγηθέντος ρεπό σε εργάσιμη ημέρα εντός της εδβομάδος, για τις αντίστοιχες Κυριακές που εργάστηκε τον κάθε επί μέρους μήνα. Επί του αιτήματος αυτού το Εφετείο δέχθηκε τα εξής:

«| Περαιτέρω, από την ένορκη κατάθεση ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου του μάρτυρα απόδειξης Χ. Κ., την υπ' αριθμ. .../18-1-2008 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Γ. Μ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Δέδε, αλλά τα φωτοτυπικά αντίγραφα των αποδείξεων πληρωμής του αρχικώς ενάγοντα κατά τα έτη 2003 - 2006, αποδείχτηκε ότι ο τελευταίος εργάστηκε, κατά το έτος 2003, τέσσερεις Κυριακές κάθε μήνα, κατά το έτος 2004, τέσσερεις Κυριακές κάθε μήνα, πλην του μηνός Σεπτεμβρίου που εργάστηκε δύο Κυριακές, κατά το έτος 2005, τέσσερεις Κυριακές κάθε μήνα, πλην των μηνών Ιανουαρίου και Απριλίου που εργάστηκε δύο Κυριακές κάθε μήνα και των μηνών Ιουλίου, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου, που εργάστηκε τρεις Κυριακές κάθε μήνα και κατά το έτος 2006, τέσσερεις Κυριακές κάθε μήνα, πλην των μηνών Μαρτίου και Απριλίου που εργάστηκε τρεις Κυριακές κάθε μήνα και του μηνός Σεπτεμβρίου, που εργάστηκε δύο Κυριακές. Όλες τις πιο πάνω ημέρες, ο αρχικώς ενάγων εργάστηκε επί 8 ώρες, χωρίς να του χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης και δικαιούται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 7 και 10 παρ.1 του β. δ. 748/1966 "περί κωδικοποιήσεως κλπ. της κείμενης νομοθεσίας περί εβδομαδιαίας και Κυριακής αναπαύσεως των ημερών αργίας", 2 παρ.1 του ν. 435/1976 και 8900/1946 και 25825/1951 αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, τα εξής ποσά:

Α) Για το έτος 2003 το ποσό των 5.018,88 ευρώ [59,75 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο (1.493,72 ευρώ μηνιαίος μισθός : 25) +44,81 ευρώ προσαύξηση (59,75 Χ 75%) = 104,56 ευρώ Χ 48 Κυριακές =5.018,88].

Β) Για το χρονικό διάστημα από 1/1 μέχρι 30/6/2004, το ποσό των 2.609,76 ευρώ [62,14 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο (1.553,46 ευρώ μηνιαίος μισθός : 25) + 46,60 ευρώ προσαύξηση (62,14 Χ 75%) = 108,74 ευρώ Χ 24 Κυριακές = 2.609,76].

Γ) Για το χρονικό διάστημα από 1/7 μέχρι 31/12/2004, το ποσό των 2.452,12 ευρώ [63,69 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο (1.592,32 ευρώ μηνιαίος μισθός : 25) + 47,77 ευρώ προσαύξηση (63,69 Χ 75%) = 111,46 ευρώ Χ 22 Κυριακές = 2.452,12].

Δ) Για το χρονικό διάστημα από 1/1 μέχρι 30/6/2005, το ποσό των 2.333,40 ευρώ [66,67 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο (1.666,87 ευρώ μηνιαίος μισθός : 25) + 50 ευρώ προσαύξηση (66,67 Χ 75%) = 116,67 ευρώ Χ 20 Κυριακές = 2.333,40].

Ε) Για το χρονικό διάστημα από 1/7 μέχρι 31/12/2005, το ποσό των 2.410,40 ευρώ [68,87 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο (1.721,86 ευρώ μηνιαίος μισθός : 25) + 51,65 ευρώ προσαύξηση (68,87 Χ 75%) = 120,52 ευρώ Χ 20 Κυριακές = 2.410,40].

Στ) Για το χρονικό διάστημα από 1/1/ μέχρι 30/6/2006, το ποσό των 2.836,24 ευρώ [73,67 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο (1.841,89 ευρώ μηνιαίος μισθός : 25) +55,25 ευρώ προσαύξηση (73,67 Χ 75%) = 128,92 ευρώ Χ 22 Κυριακές =2.836,24].

Ζ) Για το χρονικό διάστημα από 30/6 μέχρι 31/12/2006, το ποσό των 2.935,90 ευρώ [76,26 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο (1.906,46 ευρώ μηνιαίος μισθός : 25) + 57,19 ευρώ προσαύξηση (76,26 Χ 75%) = 133,45 ευρώ Χ 22 Κυριακές = 2.935,90].

Επομένως, ο αρχικώς ενάγων δικαιούται αμοιβής για την εργασία του κατά τις παραπάνω Κυριακές, το συνολικό ποσό των 20.596,70 ευρώ (5.018,88 + 2.609,76 + 2.452,12 + 2.333.40 + 2.410,40 +2.836,24 + 2.935,90). Όμως, όπως συνομολογεί ο αρχικώς ενάγων με το δικόγραφο της αγωγής του, αλλά και αποδεικνύεται τα φωτοτυπικά αντίγραφα των αποδείξεων πληρωμής αυτού κατά τα έτη 2003 - 2006, που ο ίδιος επικαλείται και προσκομίζει, η εναγομένη του κατέβαλε ως αμοιβή για την παραπάνω αιτία, το έτος 2003, το ποσό των 4.088,43 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από 01-01 μέχρι 30-06-2004, το ποσό των 2.198,94 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από 01-07 μέχρι 31-12-2004, το ποσό των 1.568,22 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από 01-01 μέχρι 30-06-2005, το ποσό των 1.740,28 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από 01-07 μέχρι 31-12-2005, το ποσό των 1.638,10 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από 01-01 μέχρι 30-06-2006, το ποσό των 1.654,05 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από 01-07 μέχρι 31-12-2006, το ποσό των 1.780,66 ευρώ και συνολικά το ποσό των 14.668,68 ευρώ. Επομένως, ο αρχικώς ενάγων δικαιούται να λάβει διαφορά της αμοιβής για την εργασία του τις Κυριακές, το ποσό των 5.928,02 ευρώ (20.596,70-14.668,68)|».

Με την κρίση του το Εφετείο ότι για κάθε μία από τις Κυριακές των επιδίκων ετών, που εργάστηκε επί 8 ώρες, χωρίς να του χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, δικαιούται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1,2,7 και 10 του β.δ 748/1966 ,2 παρ. 1 του ν. 435/1976 και 8900/1946 και 25825/1951 αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας τα άνω ποσά, (χωρίς επιπλέον να επιδικάσει και έτερη αποζημίωση λόγω μη χορηγηθέντων αναπληρωματικών ρεπό), ορθά τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 5 μείζονα σκέψη εφάρμοσε.

Ειδικότερα διότι εφόσον δέχθηκε το Εφετείο, ότι ο ενάγων που είναι αμειβόμενος με μηνιαίο μισθό και απασχολήθηκε κατά τις Κυριακές για οκτάωρο, (ήτοι που υπερβαίνουν τις 5 ώρες) δικαιούται να λάβει προσαύξηση 75% επί του νομίμου ημερομισθίου και επιπλέον εφόσον επίσης δέχθηκε ότι για την εργασία του αυτή των Κυριακών των επιδίκων ετών δεν του χορηγήθηκε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης και ότι δικαιούται για τον λόγο αυτό 1/25 του νομίμου μισθού του για κάθε Κυριακή που εργάστηκε, σαφώς προκύπτει ότι του επιδίκασε την αποζημίωση για την μη χορηγηθείσα αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, εφόσον ο αμειβόμενος με μηνιαίο μισθό, όπως στην προκειμένη περίπτωση είναι ο ενάγων, αν μεν τύχει αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης κατά τα ανωτέρω, δεν δικαιούται, εκτός από την ανωτέρω προσαύξηση 75%, άλλης αμοιβής για την απασχόλησή του την Κυριακή, ενώ αν δεν του χορηγηθεί, τότε εκτός από την άνω 75% προσαύξηση μόνο επί του ημερομισθίου του(και όχι και το ημερομίσθιο της Κυριακής εφόσον είναι αμειβόμενος με μισθό), δικαιούται και αποζημίωση ανερχόμενη στο 1/25 του νομίμου μισθού του.

Συνεπώς το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστο το αίτημα περί χορηγήσεως αποζημίωσής του αρχικώς ενάγοντος, λόγω μη χορηγηθέντων σ'αυτόν αναπληρωματικών ημερών ανάπαυσης(ρεπό) και συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση και ο δεύτερος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

[8] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α’ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 319/2017 ΑΠ 1184/2015).

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.

[9] Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο με το να δεχθεί την ένσταση συμψηφισμού, που προέβαλε η εναγομένη-αναιρεσίβλητη ποσού 6.249,24 ευρώ, που είχε καταβληθεί στον ενάγοντα ως συμπληρωματική αποζημίωση λόγω επικουρικής καταγγελίας υπό την αίρεση της αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας, με το σκεπτικό ότι "τελικά το σχετικό αίτημα(αναγνωρίσεως της ακυρότητας) απορρίφθηκε αμετάκλητα με δύναμη δεδικασμένου", χωρίς όμως να αναφέρει ποιο ήταν το ποσόν της αποζημίωσης απολύσεως, που αρχικά του είχε καταβληθεί και κυρίως ποιο ήταν το ποσό που νομίμως του οφείλετο για την αιτία αυτή, κατόπιν του μετ'αναίρεση υπολογισμού των νομίμων αποδοχών επί τη βάσει των οποίων έπρεπε να υπολογισθεί και η αποζημίωση, παραβίασε τις διατάξεις του ν. 2112/1920 και στερείται αιτιολογίας σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, διότι σε αυτόν δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, (δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσία αποδοχή της ένστασης συμψηφισμού ποσού 6.249,24 ευρώ της εναγομένης-αναιρεσίβλητης), υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση του ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου(ανεξάρτητα που δεν εξειδικεύει ποιο ακριβώς άρθρο του εν λόγω νόμου παραβίασε), ούτε εκθέτει σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες) οι κατά τον αναιρεσείοντα υπάρχουσες ανεπάρκειες των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του άρθρου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.

Ειδικότερα οι αναιρεσείουσες περιορίζονται στο να διαλάβουν στο αναιρετήριο μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπως αυτό αναγράφεται στην αρχή της παρούσας σκέψης, χωρίς να αναφερθεί, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, στις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο ανωτέρω συμπέρασμα.

Υπό δε την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττουν ουσιαστικά με τον τρίτο λόγο αναίρεσης την επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενα και επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

[10] Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο με το να μην συνυπολογίσει τις αμοιβές του αρχικώς ενάγοντος από υπερεργασία, ιδιόρρυθμες υπερωρίες κλπ., που έφεραν τον χαρακτήρα τακτικών αποδοχών, για την εξεύρεση των οφειλομένων ποσών επιδομάτων εορτών, αποδοχών και επιδομάτων αδείας, αφενός παραβίασε τις διατάξεις του ν. 435/1976 και αφετέρου δεν έλαβε υπόψη πράγμα που προβλήθηκε από τον ενάγοντα και ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης επί του θέματος αυτού δέχθηκε τα εξής:

«|Δεν θα υπολογισθούν επίσης στις αποδοχές του αρχικού ενάγοντα, οι αιτούμενες από αυτόν αμοιβές για υπερεργασία και νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς με την ίδια πιο πάνω απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, τα σχετικά αιτούμενα κονδύλια απορρίφθηκαν ως απαράδεκτα λόγω αοριστίας τους. Μετά δε την απόρριψη με την υπ'αριθ. 132/2016 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, του σχετικού λόγου της αναίρεσης που άσκησαν οι καθολικοί διάδοχοι του αρχικώς ενάγοντα, η ανωτέρω υπ'αριθ. 2115/2012 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου κατέστη αμετάκλητη και παράγει δεδικασμένο ως προς το ζήτημα αυτό|».

Με την παραδοχή του αυτή το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις του ν. 435/1976, και ορθά δεν συνυπολόγισε τις αιτούμενες από τον αρχικώς ενάγοντα αμοιβές του για υπερεργασία και νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, που κατ'αυτόν έφεραν τον χαρακτήρα τακτικών αποδοχών, για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών και των επιδομάτων και αποδοχών αδείας του, καθόσον για τα κονδύλια αυτά, δεν εκδόθηκε απόφαση επί της ουσιαστικής ή μη βασιμότητάς τους, αφού απορρίφθηκαν αμετάκλητα κατά τα άνω ως αόριστα και επομένως δεν κατέστη αντικείμενο της δίκης το ύψος τους, το οποίο προστιθέμενο στις τακτικές αποδοχές του αρχικώς ενάγοντα θα εξευρίσκοντο τα άνω επιδόματα. Εξάλλου ο ισχυρισμός του αυτός, εφόσον απορρίφθηκε αμετάκλητα ως αόριστος, δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν στοιχειοθετεί τον από τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο.

Συνεπώς ο τέταρτος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

[11] Με τον δεύτερο λόγο των προσθέτων λόγων της αίτησης, προσάπτουν οι αναιρεσείουσες στην προσβαλλομένη τις από τους αριθμούς 1, 8, 11 και 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες και ειδικότερα αυτολεξεί ότι "ασχέτως του ότι αμετακλήτως απορρίφθηκε το αίτημα του δικαιοπαρόχου μας για την καταβολή διαφορών αμοιβών ή και επιπλέον ποσών για την πραγματοποίηση υπερεργασίας ιδιορρύθμων και παρανόμων υπερωριών ως αόριστο, τούτο ουδεμία επιρροή ασκεί και δεν αναιρεί το μη αμφισβητηθέν εξάλλου από την αντίδικο γεγονός ότι για την ανωτέρω αιτία πράγματι του κατεβάλλοντο συγκεκριμένα κατά μήνα ποσά, τα οποία ενδεικτικώς για το έτος 2006 ανήρχοντο κατά μέσο όρο σε 450-500 ευρώ" και ότι "η προσβαλλομένη απόφαση με το να μην συνυπολογίσει την συγκεκριμένη πράγματι καταβαλλομένη τακτική αποδοχή στα οφειλόμενα ποσά δώρων, επιδομάτων και αποδοχών αδείας και αποζημιώσεως απολύσεως εσφαλμένα εφάρμοσε τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη του νομίμως προσαχθέντα μετ'επικλήσεως αποδεικτικά μέσα, ήτοι έγγραφα και συγκεκριμένα τις μισθοδοτικές καταστάσεις όλων των ετών που εξέδιδε η αντίδικος και επιπροσθέτως δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη ισχυρισμό προταθέντα δια της αγωγής, άφησε αδίκαστο αίτημα και εν τέλει δεν συμμορφώθηκε με την προηγουμένως εκδοθείσα 132/2016 αναιρετική απόφαση του Δικαστηρίου Σας, με την οποία μεταβιβάστηκαν στο Εφετείο τα προαναφερόμενα κεφάλαια, κανένα δεδικασμένο δεν προκύπτει ως προς αυτά και εννοείται, η απόρριψη ως αορίστου του αιτήματος επιδικάσεως επιπλέον ποσών για την ως άνω αιτία ουδόλως επηρεάζει ή αναιρεί το πραγματικό γεγονός της καταβολής για την ίδια αιτία συγκεκριμένων και ορισμένων ποσών που φέρουν τον χαρακτήρα νομίμων αποδοχών συνυπολογιστέων κατά τα άνω".

Ο πρόσθετος αυτός λόγος όσον αφορά την αιτίασή του από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν άνω στον με αριθμό τέταρτο λόγο της αίτησης και τούτο ανεξαρτήτως της αοριστίας του όσον αφορά την επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν αναφέρει την διάταξη που παραβιάστηκε και δεν περιλαμβάνει τις παραδοχές του Εφετείου.

Εξάλλου όσον αφορά την μερικότερη αιτίαση του προσθέτου αυτού λόγου ότι εσφαλμένα δεν συνυπολογίστηκαν τα ποσά των παράνομων υπερωριών, του αρχικώς ενάγοντα, για τον υπολογισμό των τακτικών αποδοχών του, προκειμένου να υπολογισθούν τα δώρα εορτών και επιδομάτων, είναι νομικά αβάσιμη και απορριπτέα, καθόσον σύμφωνα με τα άρθρα 3 της υπ` αριθ. 19040/ 1931 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 3 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του ν.4504/ 1966, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας υπολογίζονται με βάση τις τακτικές ή συνήθεις αποδοχές του εργαζομένου, στις οποίες περιλαμβάνονται ο νόμιμος μισθός και τα επιδόματα.

Περιλαμβάνονται όμως ακόμη πρόσθετες παροχές ή προσαυξήσεις στο μισθό, μεταξύ των οποίων και η κατά 75% προσαύξηση του ημερομισθίου ή του 1/25 του μηνιαίου μισθού, με βάση τις υπ` αριθ. 8900/1946 και 25825/1951 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας για εργασία κατά τις Κυριακές και από το νόμο καθιερωμένες ως μη εργάσιμες εορτές του έτους, εφόσον η εργασία αυτή παρέχεται σταθερά και μόνιμα.

Δεν περιλαμβάνονται όμως: α) Η κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 435/1975 και το άρθρο 4 παρ. 4 και 5 του ν. 2874/2000 αμοιβή για μη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, δηλαδή τόσο η κατά τις εν λόγω διατάξεις βασική αμοιβή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού του εργοδότη όσο και η κατά τις ίδιες διατάξεις προσαύξηση 100% και 250%, αντίστοιχα, επί της εν λόγω βασικής αμοιβής.

Και αυτό γιατί η όλη αυτή αμοιβή για μη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, από την οποία εκείνη της αμέσως πιο πάνω βασικής αμοιβής οφείλεται κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρα 904 και επ., ΑΚ), ακόμη και όταν η υπερωριακή αυτή εργασία παρέχεται σταθερώς και μονίμως, δεν αποτελεί τακτικό μισθό, ακριβώς διότι δεν φέρει το χαρακτήρα νόμιμου ή συμβατικού ανταλλάγματος για την εργασία του μισθωτού, αφού τούτο προϋποθέτει έγκυρη σύμβαση εργασίας (πρβλ.

ΟλΑΠ 39-40/200) και β) Η αμοιβή για την εργασία κατά τις Κυριακές ή τα Σάββατα. Περαιτέρω και η αιτίαση του προσθέτου αυτού λόγου από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του περί του ύψους των εν λόγω αμοιβών υπερεργασίας και παράνομων υπερωριών που πραγματοποίησε, δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο τις μετ'επικλήσεως προσκομισθείσες μισθοδοτικές καταστάσεις όλων των ετών που εξέδιδε η αντίδικος, είναι επίσης αβάσιμη και απορριπτέα, καθόσον εφόσον ο ισχυρισμός αυτός του ενάγοντα περί πραγματοποιήσεως εκ μέρους του υπερεργασιών και παρανόμων υπερωριών, απορρίφθηκε ως αόριστος, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος, αφού το Εφετείο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη αποδεικτικών μέσων, ήτοι των μισθοδοτικών του καταστάσεων όλων των ενδίκων ετών τις οποίες εξέδιδε η εναγομένη-αναιρεσίβλητη, σχετικά με τις υπερεργασίες και παράνομες υπερωρίες.

Κατά τα λοιπά ο πρόσθετος αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, κατ'άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι υπό την επίκληση των άνω λόγων αναίρεσης πλήττει στην πραγματικότητα την ουσία της υπόθεσης ως προς το ύψος των τακτικών αποδοχών του, οι οποίες λήφθησαν υπόψη από το Εφετείο για τον υπολογισμό των δώρων εορτών και κλπ.

επιδομάτων του.

[12] Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "αίτηση" νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, με οποιανδήποτε νόμιμη μορφή της, που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία.

Τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, ανταγωγής, κύριας και πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής, τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (ΑΠ 1209/2007). Ο λόγος όμως αυτός δεν ιδρύεται, εάν το φερόμενο ως αδίκαστο αίτημα ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή αλυσιτελές ή μη νόμιμο, καθώς και όταν δεν είχε μεταβιβασθεί στο εφετείο (ΑΠ 1344/2020, ΑΠ 514/2020, ΑΠ 670/2016).

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης δεν μεταβιβάζεται στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ολόκληρη η υπόθεση, αλλά μόνον στην έκταση που καθορίζεται από το αιτητικό της έφεσης και από τους λόγους, που περιέχονται στο δικόγραφό της, καθώς και στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων.

Η ρύθμιση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, που αποτελεί ειδική εκδήλωση των αρχών της συζήτησης και διάθεσης, που καθιερώνονται από το άρθρο 106 ΚΠολΔ, σημαίνει ότι το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εξαφανίσει την προσβαλλόμενη απόφαση παρά μόνο ως προς εκείνες τις διατάξεις, των οποίων την εξαφάνιση ζήτησε ο εκκαλών και, κατ` αρχήν, μόνο για τους λόγους στους οποίους στηρίχθηκε το αίτημα του εκκαλούντος και ότι αν γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη και εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, η επανεξέταση της ουσίας της υπόθεσης θα γίνει επίσης με γνώμονα τα αιτήματα του εκκαλούντος, με βάση, δηλαδή, τα εκκληθέντα κεφάλαια.

Εξάλλου, "κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης, στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης.

[13] Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσής τους προσάπτουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τους αριθμούς 9 και 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι με τη από 24-04-2008 αγωγή τους υποβλήθηκε μεταξύ άλλων το επικουρικό αίτημα συμπλήρωσης της αποζημιώσεως απολύσεως του δικαιοπαρόχου τους, ότι με την 132/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου αναιρέθηκε η απορριπτική απόφαση του Εφετείου (2115/2012) λόγω μη εφαρμογής των ΣΣΕ και ΔΑ ηλεκτροτεχνιτών για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα για τον υπολογισμό των νομίμων αποδοχών του ενάγοντος και ότι κατόπιν τούτου η υπόθεση μεταβιβάστηκε κατά παραπομπή στο Εφετείο ως προς τον υπολογισμό όλων των νομίμων αποδοχών εργασίας, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και ο υπολογισμός του ποσού της νόμιμης αποζημίωσης απολύσεως του ν. 2112/1920, πλην όμως αυτό αν και επανυπολόγισε τις λοιπές αποδοχές του επί τη βάσει των προαναφερομένων ΣΣΕ, άφησε αδίκαστο το επικουρικό αίτημα περί συμπληρώσεως της αποζημίωσης απόλυσης, άμεσα συνεχόμενο με αυτές και για το οποίο δεν υπήρχε δεδικασμένο, δεχθέν εμμέσως και σιωπηρώς ότι η αρχικώς καταβληθείσα αποζημίωση ήταν η κατά νόμο οφειλομένη και δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα εκτός άλλων που δεν ενδιαφέρουν τον παρόντα άνω λόγο:

Ότι με την ένδικη αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο αρχικώς ενάγων και δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών, επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία του καταγγέλθηκε την 1η-02-2008 από την εναγομένη, κατά κατάχρηση δικαιώματος εκ μέρους της τελευταίας (ΑΚ 281), ζήτησε:

Α) Να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ένδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, καθόσον αυτή έλαβε χώρα εκ λόγων εμπάθειας εξαιτίας της μη αποδοχής εκ μέρους του της βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του, άλλως λόγω της μη προσήκουσας, ως προς το ύψος του ποσού, καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης, εκ μέρους της πρώτης εναγομένης εταιρίας.

Β) … Γ)… . Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2942/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου άνω δικαστηρίου, με την οποία, αφού απορρίφθηκαν ως απαράδεκτα λόγω της αοριστίας τους, τα αιτούμενα κονδύλια για την επιδίκαση αμοιβής για υπερεργασία και ιδιόρρυθμη υπερωρία και αποζημίωσης για υπερωριακή απασχόληση, κατά τα λοιπά, η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, όσον αφορά στην πρώτη εναγομένη και λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, όσον αφορά στον δεύτερο εναγόμενο.

Ειδικότερα ως προς το κεφάλαιο της αγωγής περί άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αρχικώς ενάγοντα εκ μέρους της εναγομένης κατ' άρθρο 281 ΑΚ, λόγω εμπάθειας της τελευταίας προς το πρόσωπό του, επειδή διαμαρτυρήθηκε για την βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του και του επικουρικού κεφαλαίου αυτής περί ακυρότητάς της λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, από την επισκόπηση της άνω πρωτοβάθμιας απόφασης προκύπτει, ότι και τα δύο κεφάλαια αυτά, ξεχωριστά κεφάλαια της αγωγής, απορρίφθηκαν από ουσιαστική άποψη, το μεν πρώτο διότι το δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν υπήρξε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας και ούτε εχώρησε η καταγγελία εκ λόγων εμπαθείας προς το πρόσωπο του αρχικώς ενάγοντος, το δε επικουρικό κεφάλαιο της αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, διότι δέχθηκε ότι του καταβλήθηκε κατά την απόλυση η νόμιμη αποζημίωση των 3915,33 ευρώ.

Ακολούθως, ο αρχικώς ενάγων άσκησε την από 27-04-2010 (αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3696/2010) έφεσή του. Με τον τρίτο λόγο της έφεσης αυτής υπό τον τίτλο "Μονομερής βλαπτική μεταβολή-Ακυρότητα της καταγγελίας-Υπερημερία εφεσίβλητης", προσέβαλε με λόγο έφεσης το απορριφθέν κεφάλαιο της αγωγής του, που αφορούσε την καταχρηστικότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, που στηριζόταν στο άρθρο 281 ΑΚ και όχι και το κεφάλαιο της αγωγής που επίσης απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμο, ότι είναι άκυρη η απόλυσή του λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης.

Επομένως σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα 12 μείζονα σκέψη, εφόσον κατά του απορριφθέντος αυτοτελούς κεφαλαίου της αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, δεν παραπονέθηκε με σχετικό λόγο έφεσης ο αρχικώς ενάγων, δεν μεταβιβάστηκε το κεφάλαιο αυτό της αγωγής του, σύμφωνα με το άρθρο 522 ΚΠολΔ, στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού με την άσκηση της έφεσής του, η υπόθεση μεταβιβάσθηκε μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεσή του, και όχι ολόκληρη, και το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν είχε την εξουσία να εξαφανίσει την προσβαλλομένη απόφαση παρά μόνο ως προς εκείνες τις διατάξεις, των οποίων την εξαφάνιση ζήτησε ο εκκαλών.

Ούτε άλλωστε το κεφάλαιο της αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, συνέχεται με το κεφάλαιο της αγωγής, που αφορά στον επανυπολογισμό των οφειλομένων διαφορών αποδοχών, επιδομάτων εορτών κλπ., όπως αβάσιμα ισχυρίζονται με τον σχετικό λόγο της αίτησης οι αναιρεσείουσες, αφού καθένα από τα άνω κεφάλαια της αγωγής αποτελούν αυτοτελείς αιτήσεις δικαστικής προστασίας, που δημιουργούν χωριστό αντικείμενο δίκης, στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς και εκκρεμοδικίας και για τις οποίες (αιτήσεις) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης και δημιουργούν αντίστοιχη εκκρεμοδικία.

Επομένως ορθά το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με το κεφάλαιο αυτό της αγωγής, δεν το άφησε αδίκαστο και κατ'ακολουθίαν ούτε και υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη συμμορφώσεώς του προς την 132/2016 αναιρετική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και ο πρώτος πρόσθετος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

[14] Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης και πρόσθετος λόγος αυτής, πρέπει κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ «Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση». Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι «οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν» συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς, έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 1620/2014). Τέτοιο δικονομικό έδαφος, για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο στην ουσία, δεν υπάρχει και στη κρινόμενη περίπτωση.

Κατ` ακολουθίαν, μετά την αναίρεση εν μέρει της προσβαλλόμενης απόφασης και εξαφάνισή της, μόνο κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιό της(μόνο δηλαδή ως προς την παράλειψη ύπαρξης διάταξης ως προς το κεφάλαιο της αγωγής περί τόκων του επιδικασθέντος ποσού), πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση, να δικασθεί η από 24-04-2008 αγωγή κατά το κεφάλαιό της αυτό και κατά παραδοχή της ως προς αυτό, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στις καθολικές διαδόχους του αρχικώς ενάγοντα κατά τον λόγο της κληρονομικής μερίδας εκάστης, τους νόμιμους τόκους του επιδικασθέντος ποσού των 14.772,14 ευρώ, από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών της αναιρετικής δίκης (άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ), λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών, συμψηφιζομένων κατά το υπόλοιπο μέρος τους και κατανεμομένων μεταξύ αυτών ανάλογα με την έκταση της νίκης και της ήττας του καθενός, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 2275/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και την εξαφανίζει κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.

Κρατεί την υπόθεση και Δικάζει επί της από 24-04-2008 (αριθ. κατάθ. 88613/2197/2008) αγωγής κατά το ίδιο μέρος.

Δέχεται αυτή. Υποχρεώνει την εναγομένη εταιρεία, να καταβάλει στις καθολικές διαδόχους του αρχικώς ενάγοντος, κατά τον λόγο της κληρονομικής τους διαδοχής, νόμιμους τόκους επί του επιδικασθέντος με την 2275/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ποσού των 14.772,14 ευρώ, από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών για την ανοιγείσα αναιρετική δίκη, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ