413/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη , Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated413/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 413 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 413/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη , Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΕ" εδρεύουσας στο …, που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Διονύσιο Αμπάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης : ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εκπροσωπείται νόμιμα, εδρεύουσας στην …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Πωβαρέτο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2675/2011 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 153/2014 του Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-7-2014 αίτησή της.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 27-11-2017 έκθεσή του με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1192 και 1198 ΑΚ προκύπτει ότι για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η δε συμφωνία αυτή γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή, άνευ της οποίας δεν επέρχεται η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1041 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο πράγμα ακίνητο για μια δεκαετία, γίνεται κύριος του πράγματος (τακτική χρησικτησία).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013).
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Τέλος στη περίπτωση που η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, εκάστη των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και με την αναίρεση δεν πλήττονται όλες οι αιτιολογίες ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία από αυτές, ο λόγος αναίρεσης που προσβάλλει τις λοιπές αιτιολογίες απορρίπτεται ως αλυσιτελής και συνακόλουθα απαράδεκτος, αφού το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης στηρίζεται επαρκώς στη μη πληττομένη με λόγο αναίρεσης αιτιολογία, και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 420/2017).
Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Το επίδικο είναι ένας αγρός, εκτάσεως 15 στρεμμάτων και κατά πιο πρόσφατη καταμέτρηση 15.060 τ.μ., ο οποίος βρίσκεται στην περιφέρεια του ..., στη θέση "...", επί της ...
με συμβατικούς αριθμούς ... και συνορεύει βορείως (επί πλευράς Δ-Γ, μήκους 59 μ.) με βραχώδη έκταση, ανατολικώς (επί πλευράς Β-Γ> μήκους 242 μ.) με βραχώδη έκταση, νοτίως (επί πλευράς Α-Β, μήκους 58μ) με βραχώδη έκταση και δυτικώς (επί προσώπου Α-Δ, μήκους 244 μ) με ..., όπως εμφαίνεται στο από Φεβρουάριου 1991 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Φ.
Κ.. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι απέκτησε κατά κυριότητα το ακίνητο αυτό δυνάμει του υπ’ αριθ. .../26-2-1991 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ν. Χ. Σ. που μεταγράφηκε νόμιμα, από τους πωλητές ... Όμως από όλα τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία και ιδιαίτερα την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Ν.
Γ. δεν αποδείχθηκε ότι το ακίνητο αυτό περιλαμβάνεται στους τίτλους της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων αυτής. Ειδικότερα σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παραπάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ο ορισθείς πραγματογνώμονας, λαμβάνοντας υπόψη του όλα τα αναγκαία έγγραφα και προβαίνοντας σε εφαρμογή του επιδίκου, όπως αυτό υπεδείχθη από αμφότερους τους διαδίκου κατά την επιτόπιο αυτοψία του, κατά την οποία δεν υπήρχε διαφωνία περί της θέσεως αυτού, κατέληξε αιτιολογημένα στο συμπέρασμα ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται ολόκληρο εντός μείζονος ιδιοκτησίας του εναγομένου και μάλιστα σε απόσταση 60,306 μέτρων από την νοτιοανατολική οριογραμμή της ως άνω ιδιοκτησίας, και όχι στον τίτλο της ενάγουσας εταιρίας, της οποίας η ιδιοκτησία βρίσκεται νοτιοανατολικά της οριογραμμής της ιδιοκτησίας του εναγομένου και βορειανατολικά του ρέματος ....
Το επίδικο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερο ενιαίου αρχικά κτήματος 18.945 στρεμμάτων, γνωστού με το όνομα "..." που απεικονίζεται στο συνταχθέν το έτος 1902 από τους μηχανικούς Τ. και Κ. τοπογραφικό διάγραμμα. Το κτήμα αυτό των 18.945 στρεμμάτων είχε περιέλθει στην Ιερά Μονή ... το 1783 με αγορά από τον Τούρκο Χ. Χ. δυνάμει σχετικού τίτλου ιδιοκτησίας (ταπίου).
Μετά την ίδρυση του Ελληνικού κράτους το εν λόγω κτήμα αναγνωρίστηκε ως έκταση ιδιωτική, ανήκουσα στην παραπάνω I. Μονή, με την .../13-12-1843 απόφαση της Γραμματείας των Οικονομικών, η οποία πιστοποιήθηκε στη συνέχεια από το Ελληνικό Δημόσιο με αφορμή τη δημιουργία νεκροταφείου σε τμήμα του υπόψη κτήματος από το Σύνδεσμο Δήμων Πειραιά και Δυτικής Αττικής (βλ.
το αριθ. πρωτ. .../2-11-1992 έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας, με το οποίο έγινε δεκτή η 628/1992 γνωμοδότηση των Ν.Σ.Κ.). Ακολούθως με το υπ’ αριθ. 18/24-5-1932 π.δ. η Ιερά Μονή ... υπήχθη στην ... και αποτέλεσε Μετόχιο αυτής. Έτσι το παραπάνω κτήμα "...", στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο περιήλθε κατά κυριότητα στην τελευταία αυτή I.
Μονή. Περαιτέρω, με την έκδοση του ν.4684/1930, όπως αυτός τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 14/22-9-1931, ιδρύθηκε ο Οργανισμός Διοικήσεως της Εκκλησιαστικής και Μοναστηριακής περιουσίας (Ο.Δ.Ε.Π), διαιρέθηκε η περιουσία των Ιερών Μονών σε διατηρητέα και εκποιητέα, η διαχείριση δε της πρώτης (διατηρητέας) παρέμεινε στις I.
Μονές, ενώ τη διοίκηση, διαχείριση και δικαστική προστασία της εκποιητέας ανέλαβε ο ΟΔΕΠ. Στη συνέχεια, σε εκτέλεση του άρθρου 8 ν. 4684/1930, εκδόθηκε στις 14-2-1933 Προεδρικό Διάταγμα Διαχωρισμού της Μοναστηριακής περιουσίας με βάση το οποίο (π.δ.) το ως άνω κτήμα υπήχθη στην εκποιητέα περιουσία της I. Μονής και έτσι τη διοίκηση και διαχείρισή του ανέλαβε ο ΟΔΕΠ.
Ακολούθως, μετά την κατάργηση του ΟΔΕΠ με το άρθρο 42 παρ. 4 του ν.δ. 126/1969, τη διοίκηση και διαχείριση του εν λόγω κτήματος ανέλαβε ως καθολικός του διάδοχος ο ΟΔΔΕΠ, ο οποίος μετονομάστηκε ξανά σε ΟΔΕΠ με το άρθρο 46 παρ. 5 του ν. 590/1977, ενώ, μετά την κατάργηση του τελευταίου με το ν. 1811/1988, ανέλαβε το εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εκκλησία της Ελλάδος", το οποίο ενεργεί, μέχρι σήμερα, μέσω της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών (Ε.Κ.Υ.Ο), όλες τις αναγκαίες πράξεις διοικήσεως και διαχειρίσεως.
Περαιτέρω, από το αποδεικτικό υλικό που προαναφέρθηκε, αποδείχθηκε ότι η Ιερά Μονή ..., από την περιέλευση της νομής, της ως άνω μείζονος έκτασης, το έτος 1783, στην ίδια, ασκούσε συνεχώς και αδιαταράκτως επ’ αυτής όλες της προσιδιάζουσες στη φύση και τον περιορισμό της διακατοχικές πράξεις, επιβλέποντας και προστατεύοντας αυτή από επεμβάσεις τρίτων με την πρόσληψη φυλάκων για τη φύλαξή της προβαίνοντας σε καταμέτρηση, σύνταξη σχεδίων και καταγραφή της στον κτηματολογικό της κώδικα, καθώς και σε μίσθωση τμημάτων της σε τρίτους για ρητινοκαλλιέργεια και συλλογή, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη τουλάχιστον έως το έτος 1915.
Έτσι η ενάγουσα δεν μπορεί να θεμελιώσει κυριότητα επί του επιδίκου ούτε κατά τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, χρησικτησία κατά ιδιοκτησίας Ιεράς Μονής δε νοείται μετά το έτος 1915, ενώ, θα μπορούσε να θεμελιωθεί μόνο με την απόδειξη πράξεων νομής καθόλο το διάστημα των ετών 1875 έως 1915, γεγονός, το οποίο όμως δεν επικαλείται η ενάγουσα στην αγωγή της, καθώς προσμετρά στο χρόνο νομής της αυτόν των δικαιοπαρόχων της αφετηριάζοντας τον τελευταίο από το έτος 1907, που, κατά τους ισχυρισμούς της, περιήλθε το επίδικο στον απώτερο δικαιοπάροχό της Η.
Ν. από πώληση δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ’ αριθ. .../1907 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Π. Κ.. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε κυριότητα της ενάγουσας επί του επιδίκου, με παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την [αναγνωριστική κυριότητας] αγωγή της, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις".
Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Με τους πρώτο κατά σειρά προβολής, έκτο και όγδοο κατά το σχετικό σκέλος του αναιρετικούς λόγους προβάλλεται η από τον αριθμό 1 (όχι και 11, ως προς τον όγδοο λόγο, κατ’ ορθήν εκτίμηση του αναιρετηρίου) του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι "κατά παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων 1041 και επόμενα" και "κατά παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων 1033, 1192 και 1198" το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή, χωρίς ν’ αποδείξει η αναιρεσίβλητη πράξεις νομής της επί του επιδίκου καθώς και ότι κατά παράβαση του ν. 1700/1987 και του άρθρου 1 του ν. 1811/1988, δεν δέχθηκε ότι τη διαχείριση της μείζονος έκτασης, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, ανέλαβε η αναιρεσίβλητη, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι η έκταση αυτή περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο.
Πέραν της αοριστίας των πρώτου και έκτου των λόγων, καθόσον τα διαλαμβανόμενα σ’ εκείνους άρθρα δεν αναφέρονται σε συγκεκριμένο νομοθέτημα, επί πλέον, αν ήθελε υποτεθεί ότι αναφέρονται στον ΑΚ, αυτοί, όπως και ο όγδοος, προβάλλονται αλυσιτελώς διότι αντικείμενο απόδειξης δεν ήταν προεχόντως η κτήσης κυριότητας του επιδίκου από την εναγομένη-αναιρεσίβλητη, αλλά από την ενάγουσα-αναιρεσείουσα, η αγωγή της οποίας απορρίφθηκε ως αναπόδεικτη, χωρίς ανάγκη απόδειξης της κυριότητας της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου, ούτε περαιτέρω έρευνας για το αν η έκταση αυτή περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο.
Επίσης, ο δέκατος, κατά σχετικό από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος, αναιρετικός λόγος είναι αόριστος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια διάταξη ουσιαστικού νόμου φέρεται παραβιασθείσα. Εξάλλου, έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν ολόκληρο το αποδεικτικό του πόρισμα, με βάση τα λεπτομερώς εκτιθέμενα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα ως προς το αναπόδεικτο της ιστορικής βάσης της απορριφθείσας αγωγής, οι δε τ’ αντίθετα υποστηρίζοντες, κατά σειρά προβολής, δεύτερος, τρίτος, έβδομος και δέκατος κατά το σχετικά σκέλη τους, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς προβάλλονται αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη απαράδεκτοι, διότι, υπό την επίφαση της εκ πλαγίου παραβίασης των παραπάνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τους ισχυρισμούς αυτούς ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τη βασιμότητά τους. Ειδικότερα δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Εν προκειμένω, με τους τρίτο κατά σχετικά σκέλη του, τέταρτο, έβδομο κατά το σχετικό σκέλος του και ένατο λόγους αναίρεσης προβάλλεται, κατ’ ορθήν εκτίμηση του αναιρετηρίου, οι από τους αριθμούς 10 (με τον τρίτο) και 14 (με τον τρίτο, τέταρτο, έβδομο και ένατο) αιτιάσεις ότι εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο ότι η επίδικη έκταση αποκτήθηκε από την Ιερά Μονή ... με αγορά βάσει "ταπίου" και ότι ο προβληθείς από την εναγομένη ισχυρισμός περί του ότι το επίδικο ανήκει σε μείζονα έκταση που ανήκει στην κυριότητά της ήταν ορισμένος. Ολοι οι ανωτέρω λόγοι αλυσιτελώς προβάλλονται, διότι με την απόρριψη της αγωγής ως αναπόδεικτης και εντεύθεν αβάσιμης κατ’ ουσίαν, παρέλκει η έρευνα οιουδήποτε άλλου, από πλευράς αναιρεσίβλητης-εναγομένης αυτοτελούς ισχυρισμού. Περαιτέρω ο από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου δέκατος, κατά το σχετικό σκέλος, αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, κατά τα προεκτεθέντα, διότι, κατ’ ορθήν εκτίμησή του, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο κατά σειρά επίκλησης λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν καθίσταται αναμφίβολο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αφενός το νομίμως προσκομισθέν με επίκληση από 7-1-2006 κτηματολογικό φύλλο και διάγραμμα του κτηματολογικού γραφείου Πειραιώς, ....
Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο και το ανωτέρω έγγραφο, εφόσον μάλιστα σ’ αυτήν (απόφαση) αναφέρεται αυτολεξεί: ".....καθώς και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν...".
Συνεπώς, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον από τον αριθμό 11 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερο κατά το σχετικό σκέλος του λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και δη το ταπίον αγοράς της μείζονος έκτασης, στην οποία περιέχεται και το επίδικο ακίνητο, από τον Χ. Χ. που επικαλείται για την απόδειξη της κυριότητάς της η αναιρεσίβλητη. Ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται διότι αντικείμενο απόδειξης δεν ήταν η κτήση κυριότητας του επιδίκου από την εναγομένη-αναιρεσίβλητη, αλλά από την ενάγουσα-αναιρεσείουσα, η αγωγή της οποίας απορρίφθηκε ως αναπόδεικτη, χωρίς περαιτέρω ανάγκη απόδειξης της κυριότητας της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-7-2014 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "... Ε.Ε." για αναίρεση της υπ’ αριθ. 153/2014 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ