413/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated413/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 3 του άρθρου 570 ΚΠολΔ προκύπτει ότι είναι απαράδεκτοι οι περιεχόμενοι στις προτάσεις του αναιρεσίβλητου ισχυρισμοί που βάλλουν κατά του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, αν δεν έχουν κατατεθεί τουλάχιστον είκοσι ημέρες πριν από τη συζήτηση οι προτάσεις αυτές και τα προς υποστήριξη του ισχυρισμού περί απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως έγγραφα (ΑΠ 307/2007, 1857/2006, 1562/2005, 446/1998,116/1997).
Full text
Απόφαση 413 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 413/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Β. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραβίδα, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΜΕΤΚΑ Μεταλλικαί Κατασκευαί Ελλάδος Ανώνυμη Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "ΜΕΤΚΑ Α.Ε." που εδρεύει στο Νέο Ηράκλειο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Βιομηχανία Κατεργασίας Χάλυβος Ανώνυμος Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "SERVISTEEL A.E." που εδρεύει στη Μαγνησία και εκπροσωπείται νόμιμα. Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Αρβανιτόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις και η 2η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, που παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω, ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης λόγω ασθένειας του δικηγόρου που χειρίζεται την υπόθεση. Για το ζήτημα της αναβολής έλαβε το λόγο ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, ο οποίος δε συναίνεσε. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε επί της έδρας και απέρριψε το αίτημα, την απόφασή του δε αυτή ανακοίνωσε δια της Προέδρου του.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/7/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 77/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 235/2012 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/4/2015 αίτησή του.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 4/12/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν εν μέρει δεκτοί οι ενιαίως κρινόμενοι πέντε πρώτοι και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. 5.795ΓΒ/16.9.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου Γ. Μ., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την αρχική δικάσιμο της 15.12.2015, κατά την οποία αναβλήθηκε, από το πινάκιο, η συζήτηση για τη δικάσιμο της 22.3.2016 και ακολούθως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (22.11.2016), επιδόθηκε στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια του, παραδεκτά διορισθέντος, πληρεξουσίου δικηγόρου του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος, Δημητρίου Καραβίδα.
Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε στο δικαστήριο, κατά την από το οικείο πινάκιο νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης ούτε υπέβαλε την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση και εφόσον για την παρούσα δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή της, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 575 του ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 3 του άρθρου 570 ΚΠολΔ προκύπτει ότι είναι απαράδεκτοι οι περιεχόμενοι στις προτάσεις του αναιρεσίβλητου ισχυρισμοί που βάλλουν κατά του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, αν δεν έχουν κατατεθεί τουλάχιστον είκοσι ημέρες πριν από τη συζήτηση οι προτάσεις αυτές και τα προς υποστήριξη του ισχυρισμού περί απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως έγγραφα (ΑΠ 307/2007, 1857/2006, 1562/2005, 446/1998,116/1997).
Τέτοιοι ισχυρισμοί, μεταξύ άλλων είναι και: α) ο περί απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως, λόγω σιωπηρής αποδοχής της προσβαλλομένης αποφάσεως και συνακόλουθα με αυτή παραιτήσεως από το δικαίωμα για άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως (ΑΠ 175/2011, 63/2009, 1562/2005, 446/1998, 116/1997), β) περί απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, ως εκ της υπάρξεως δεδικασμένου για την ένδικη διαφορά (ΑΠ 307/2007, 1857/2006, 571/1994).
Ο περί υπάρξεως δεδικασμένου ισχυρισμός, σε κάθε περίπτωση, απαραδέκτως προτείνεται το πρώτο ενώπιον του Αρείου Πάγου, έστω και αν στηρίζεται σε μεταγενέστερα της προσβαλλόμενης απόφασης περιστατικά, γιατί το άρθ. 269 παρ.2 ΚΠολΔ δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική δίκη, σύμφωνα με το αρθ. 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Το επικαλούμενο δεδικασμένο θα μπορεί να προταθεί μόνον είτε ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, αν αναιρεθεί η προσβαλλομένη είτε με αναψηλάφηση, αν μεταξύ της απόφασης του Εφετείου στην παραπάνω δίκη και της απόφασης, από την οποία πηγάζει το δεδικασμένο, υπάρχει αντίφαση κατ' άρθρο ΚΠολΔ 544 αρ.1 (ΑΠ 571/1994).
Στην προκειμένη περίπτωση προβάλλεται εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης το απαράδεκτο της αιτήσεως αναιρέσεως, αφενός μεν λόγω σιωπηρής αποδοχής της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου από τον αναιρεσείοντα και συνακόλουθα σιωπηρής παραιτήσεώς του από το δικαίωμα ασκήσεως κατ' αυτής αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του λόγου ότι αυτός, πριν ασκήσει την κρινομένη αίτηση, άσκησε εκ νέου την απορριφθείσα, με την προσβαλλομένη, ως αόριστη, αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, αφετέρου δε λόγω υπάρξεως δεδικασμένου, παραχθέντος, μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την 1/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που απέρριψε τη δεύτερη ασκηθείσα για την ίδια επίδικη διαφορά ως άνω αγωγή, με περιεχόμενο όμοιο με αυτό της ένδικης, έχει δε καταστεί αμετάκλητη, μετά την επίδοσή της στον ενάγοντα αναιρεσείοντα την 3.2.2014 και μη άσκηση εκ μέρους του κάποιου ενδίκου μέσου μέχρι τη συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι προτάσεις όμως της αναιρεσίβλητης αυτής που περιέχουν τους ανωτέρω ισχυρισμούς κατατέθηκαν μετά την συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως και ειδικότερα την 25.11.2016, όπως προκύπτει από την σχετική πράξη του αρμόδιου γραμματέως. Επομένως οι ισχυρισμοί αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της, από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής αρκεί για το παραδεκτό της αγωγής να εκτίθενται στο δικόγραφό της τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διάταξης, στην οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή αίτημα (ΑΠ 792/2014, 492/2011). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται και η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων, στα οποία περιλαμβάνεται και η αγωγή, για την οποία η εσφαλμένη, ως προς τη νομιμότητα και την εν γένει θεμελίωσή της, κρίση, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, γιατί ανάγεται στη μη προσήκουσα εφαρμογή και ερμηνεία του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ελέγχεται αυτεπάγγελτα από το ουσιαστικό δικαστήριο, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της, σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (oλΑΠ 18/1998, ΑΠ 491/2015, 792/2014, 119/2014).
Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (oλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 265/2015, 935/2014, 792/2014, 119/2014).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 648 ΑΚ, με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό. Επί σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ο μισθωτής της εργασίας (εργοδότης) είναι συνήθως, αλλά όχι πάντοτε, ο κύριος της επιχείρησης προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της οποίας συνάπτεται η σύμβαση (AΠ 792/2014).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 480 του ΑΚ "αν περισσότεροι οφείλουν διαιρετή παροχή ή αν περισσότεροι έχουν δικαίωμα σε διαιρετή παροχή, σε περίπτωση αμφιβολίας κάθε οφειλέτης έχει την υποχρέωση να καταβάλει και κάθε δανειστής έχει το δικαίωμα να λάβει ίσο μέρος", ενώ κατά το επόμενο άρθρο 481 του ιδίου κώδικα "η οφειλή εις ολόκληρο υπάρχει όταν σε περίπτωση περισσότερων οφειλετών της ίδιας της παροχής καθένας απ` αυτούς έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μία φορά".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ενοχής εις ολόκληρο πρέπει η απαίτηση εκάστου των πλειόνων συνδανειστών ή η υποχρέωση εκάστου των πλειόνων συνοφειλετών να αφορά την αυτή παροχή, προσθέτως δε οι πλείονες ενοχές (απαιτήσεις ή υποχρεώσεις) που αφορούν τους συνδανειστές ή συνοφειλέτες να έχουν μεταξύ τους κάποια καθολική συνδετική σχέση, να συνδέονται δηλαδή με τον αυτό κοινό σκοπό και τον αυτό γενεσιουργό λόγο.
Με τις πιο πάνω ρυθμίσεις ο νομοθέτης καθιερώνει ως κανόνα στις πολυπρόσωπες ενοχές, που αφορούν διαιρετές παροχές, την κατ` ισομοιρία ευθύνη και δικαίωμα αντίστοιχα, ενώ την εις ολόκληρον ενοχή και ειδικότερα την παθητική εις ολόκληρον ενοχή αναγνωρίζει μόνο όταν αυτή συνιστάται με αναμφίβολη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων ή καθιερώνεται ευθέως από το νόμο.
Ειδικότερα, όσον αφορά τη σύμβαση ως γενεσιουργό λόγο της παθητικής εις ολόκληρον ενοχής, θα πρέπει από τη σύμβαση να συνάγεται σαφώς ότι εσκοπείτο εις ολόκληρον υποχρέωση όλων, διότι σε περίπτωση αμφιβολίας, εάν δηλαδή δεν συνάγεται κάτι άλλο, ισχύει ο κανόνας του άρθρου 480 ΑΚ, ήτοι γεννώνται πλείονες υποχρεώσεις κατ` ίσο μέρος για κάθε οφειλέτη.
Οι διατάξεις των ανωτέρω άρθρων του ΑΚ εμπεριέχουν συνεπώς ενδοτικό δίκαιο και δεν έχουν αναγκαστικό χαρακτήρα. Επομένως, δυνάμει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, οι συμβαλλόμενοι δύνανται να διαμορφώσουν την πολυπρόσωπη ενοχική τους σχέση και τις απορρέουσες απ` αυτήν ειδικότερες ενοχές ελευθέρως.
Τα ως άνω ευρίσκουν εφαρμογή και στο πεδίο του εργατικού δικαίου, επί των ατομικών εργασιακών σχέσεων, όπου, βάσει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι δυνατή ή ύπαρξη σχέσης εργασίας με περισσότερες επί μέρους εταιρίες, που απασχολούν το μισθωτό ως συνεργάτριες και ευθύνονται απέναντί του εις ολόκληρον για την πληρωμή του μισθού του, στις περιπτώσεις ιδίως εταιριών, που ενώ είναι αυτοτελή νομικά πρόσωπα, συνδέονται μεταξύ τους με κοινά οικονομικά συμφέροντα, κοινή διεύθυνση και έδρα, κοινή οικονομική πολιτική και χρηματοδότηση κ.λπ. (ΑΠ 454/2006).
Τέλος στοιχεία της αγωγής, που έχει ως αίτημα τη σύμφωνα με το άρ.656 ΑΚ καταβολή μισθών υπερημερίας, είναι η σύμβαση εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και η υπερημερία του εργοδότη περί την αποδοχή της εργασίας που προσέφερε ο εργαζόμενος. Αν ο ενάγων εκθέτει ότι η ως άνω υπερημερία προήλθε από άκυρη καταγγελία της εργατικής σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη και επιδιώκει με ιδιαίτερο αίτημα να αναγνωριστεί, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, η ακυρότητα της καταγγελίας αυτής, στοιχείο της αγωγής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2 και 216 παρ.1 στοιχ.
α` του ΚΠολΔ, είναι και τα γεγονότα που επέφεραν την ακυρότητα της καταγγελίας αφού μόνο τότε η καταγγελία θεωρείται ότι δεν έγινε (ΑΚ 180) και άρα εξακολουθεί να υφίσταται η έννομη σχέση της εργασιακής σύμβασης, από την οποία και απορρέει η αξίωση αποδοχών υπερημερίας (ΑΠ 1512/1998). Τέτοια γεγονότα που καθιστούν άκυρη της καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας είναι η έλλειψη εγγράφου τύπου αυτής και η μη καταβολή της οφειλομένης αποζημιώσεως (ΑΠ 368/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της ένδικης αγωγής, προκύπτει, ο αναιρεσείων εκθέτει σ' αυτήν ότι με αλληλοδιάδοχες συμβάσεις έργου που υπογράφηκαν μεταξύ αυτού και των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων εταιριών, πότε με τη μια και πότε με την άλλη, η πρώτη εκ των οποίων υπογράφηκε με την πρώτη εναγομένη την 21.11.2005, απασχολήθηκε, για λογαριασμό και των δύο, κατά το χρονικό διάστημα από 21.11.2005 μέχρι 24.9.2009 στο εργοτάξιο της πρώτης εξ αυτών στη Νέα Ιωνία Βόλου, όπου και οι δύο ανέπτυσαν τη δραστηριότητά τους, ως βαφέας, αντί μηνιαίου μισθού 1.100 ευρώ καθαρών για 40ωρη, επί πενθημέρου βάσεως, εβδομαδιαία απασχόληση από τη Δευτέρα μέχρι και την Παρασκευή σε δύο βάρδιες εναλλάξ, την πρωινή βάρδια, από τις 06.00 έως τις 14.00 και την απογευματινή βάρδια από τις 14.00 έως τις 22.00, επί πλέον δε εργαζόταν και το Σάββατο κατά μεν την εβδομάδα της πρωϊνής βάρδιας από τις 06.00 έως τις 13.00, κατά δε την εβδομάδα της απογευματινής βάρδιας από τις 13.00 έως τις 20.00 και δύο Κυριακές το μήνα από τις 06.00 έως τις 13.00, αμειβόμενος για την πέραν του 40ώρου απασχόλησή του με αποδοχές πέραν του άνω μηνιαίου μισθού.
Ότι οι αλληλοδιάδοχες αυτές συμβάσεις έργου, καταρτίσθηκαν προσχηματικά ως τέτοιες, προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και συγκεκριμένα των διατάξεων περί του τύπου της καταγγελίας αυτής και της καταβολής της προβλεπομένης αποζημιώσεως, σύμβαση (εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου), που στην πραγματικότητα αποτελούσε η παροχή της εργασίας του, αφού αυτή γινόταν και προς τις δύο εναγόμενες υπό τις οδηγίες και τις εντολές, την εποπτεία και τον έλεγχο των υπευθύνων οργάνων και των δύο, όσον αφορά στον τόπο, χρόνο και τρόπο προσφοράς των υπηρεσιών του, κάλυπτε δε πάγιες, μόνιμες, τακτικές και διαρκείς και όχι βεβαίως πρόσκαιρες, έκτακτες και παροδικές ανάγκες των επιχειρήσεών τους.
Εκθέτει περαιτέρω ο αναιρεσείων στην αγωγή του ότι την 24.4.2009, οι εναγόμενες αναιρεσίβλητες, κατήγγειλαν την εργασιακή του σύμβαση προφορικά, χωρίς δηλαδή να τηρήσουν τον έγγραφο τύπο και χωρίς να του καταβάλουν τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως και έκτοτε έπαυσαν να τον απασχολούν, παρότι ο ίδιος προσέφερε προσηκόντως τις υπηρεσίες του.
Εκθέτει επίσης ότι πέραν των αναφερομένων στην αγωγή διαδοχικών εγγράφων συμβάσεων (αρχική από 21.11.2005, από 1.3.2006, από 1.3.2007 και από 1.11.2007 που κατάρτισε με την πρώτη εναγομένη και από 1.1.2006, από 1.7.2006 και από 1.3.2007 που κατάρτισε με την δεύτερη εναγομένη) τις οποίες κατέχει, τις λοιπές τις έχουν στην κατοχή τους οι εναγόμενες και δεν του τις εγχείρισαν.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε με την αγωγή του ο αναιρεσείων πλην άλλων: 1) Να αναγνωρισθεί δικαστικά ότι ανάμεσα σε αυτόν και τις αντιδίκους λειτούργησε από 21.11.2005 μια ενιαία σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. 2) Να αναγνωρισθεί ότι η από 24.4.2009 προφορική καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως, από τις εναγόμενες εργοδότριές του εταιρίες είναι άκυρη. 3) Να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να αποδέχονται τις υπηρεσίες του. 3) Να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλλουν, εις ολόκληρον η καθεμιά τους, ως αποδοχές υπερημερίας, του διαστήματος από 24.4.2009 έως 14.7.2009, το αποτελούμενο από το μισθό του του διαστήματος αυτού συνολικό ποσό των 3.014 ευρώ με το νόμιμο τόκο α) για ποσό 264 ευρώ από 1.5.2009, β) για ποσό 1100 ευρώ από 1.6.2009, γ) για ποσό 1.100 ευρώ από 1.7.2009 και δ) για ποσό 550 ευρώ από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, επικουρικά δε για την περίπτωση που η καταγγελία θεωρηθεί έγκυρη, ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 2.566,66 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 24.4.2009.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή , ως προς τα παραπάνω αιτήματά της είναι ορισμένη, περιέχοντας όλα τα προς τούτο απαιτούμενα στοιχεία. Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης , υπ' αριθ. 77/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία είχε κριθεί ορισμένη και νόμιμη η αγωγή κατά τα άνω αιτήματά της και είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, με την αιτιολογία ότι "ενώ αναφέρει ο ενάγων ότι την πρώτη σύμβαση έργου την κατάρτισε με την πρώτη εναγομένη, στη συνέχεια αναφέρει ότι παρείχε την εργασία του και στις δύο εναγόμενες, χωρίς να διευκρινίζει αν αυτό έγινε στα πλαίσια σχετικής σύμβασης μεταξύ αυτού και των δύο εναγομένων εταιριών, οι οποίες δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν ενιαίο εργοδότη ως ανήκουσες στον ίδιο όμιλο εταιρειών, δεν διευκρινίζει από ποια εταιρία λάμβανε τον μισθό και ποια εταιρεία τον απασχολούσε και για ποια συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα και γενικώς δεν εξειδικεύει με σαφήνεια με ποια από τις δύο εναγόμενες εταιρείες συνήψε τη σύμβαση εργασίας και ποια εταιρεία εν τέλει ήταν η εργοδότριά του, αφού στην ατομική σύμβαση εργασίας δύο είναι τα πρόσωπα που συμμετέχουν σ' αυτή ως συμβαλλόμενα (εργαζόμενος και εργοδότης), δεν διευκρινίζεται δε με ποιο τρόπο υπεισήλθε στη σύμβαση η δεύτερη εναγομένη".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού από το ανωτέρω αναφερόμενο περιεχόμενο της αγωγής , σ' αυτήν σαφώς , έστω και αν όχι με πανηγυρικό τρόπο, εκτίθεται ότι με σχετικές συμβάσεις, παρείχε τις υπηρεσίες του και προς τις δύο εναγόμενες ταυτοχρόνως, υπό τις οδηγίες και τις εντολές, την εποπτεία και τον έλεγχο των υπευθύνων οργάνων και των δύο, όσον αφορά στον τόπο, χρόνο και τρόπο προσφοράς των υπηρεσιών του αυτών.
Επομένως οι πέντε πρώτοι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, ενιαίως κρινόμενοι, κατ` εκτίμηση μόνο από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. όχι δε και από τον αριθμό 1, ο δεύτερος δε και από τον αριθμό 8, που αναφέρεται στο αναιρετήριο είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες στα αναφερόμενα στο διατακτικό δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Μετά την παραδοχή των λόγων αυτών και την αναίρεση στο σύνολό της της προσβαλλομένης αποφάσεως, παρέλκει η έρευνα των στους ίδιους λόγους περαιτέρω αιτιάσεων, με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια της απορρίψεως της αγωγής ως αόριστης με ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και των δύο τελευταίων (έκτου και εβδόμου) λόγων αναιρέσεως, που αναφέρονται ο πρώτος εξ αυτών στην διάταξη της προσβαλλομένης περί της κατ' άρθρο 914 ΚΠολΔ επαναφοράς πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και ο δεύτερος στη διάταξη επίσης της προσβαλλομένης περί δικαστικών εξόδων, που καθίστανται πλέον αλυσιτελείς
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 235/2012 απόφαση του Εφετείου Λάρισας .
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσίβλητες, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 14 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ