Legislator Case Law & Legislation
413/2016 AI generated

413/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 413/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 413 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 413/2016

Legislator headnote

AI generated

413/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 413 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 413/2016

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 413 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 413/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 19 Απριλίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Περικλή Αγγέλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Π. Μ. του Γ., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μελισσάρη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3254/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1390/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-6-2015 αίτησή του και τους από 1-2-2016 πρόσθετους λόγους της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 22-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του λόγου της κύριας αίτησης όπως διαμορφώθηκε με τον πρόσθετο λόγο αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των πρόσθετων λόγων της και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 14/2015). Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Ο δε χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ` αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ. Α.Π. 18/2006). Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ. 1 εδ. α) και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου" (παρ. 3). Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζονται τα εξής: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2 εδ. α, β και γ). Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10ε ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ. και πειθαρχικά. Εξάλλου στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έγινε με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής. Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Περαιτέρω στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα. Στη ρήτρα 5 της πιο πάνω οδηγίας ορίζεται ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα προεδρικά διατάγματα 81/2003 και 164/2004, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα) και το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα. Το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού προεδρικού διατάγματος ορίζει τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3... 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου προεδρικού διατάγματος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Έτσι με το άρθρο 11 παρ. 1 περ. α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" (παρ. 1 περ. α). "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών. Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία" (παρ. 2 εδ. α και β). "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ. 3). "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδ. α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" (παρ. 5). Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.

Συνεπώς στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (Ολ. Α.Π. 19 και 20/2007). Αντίθετα η τελευταία αυτή διάταξη μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος. Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (Ολ. Α.Π. 7/2011 και 8/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι μ' αυτήν έγιναν δεκτά τα ακόλουθα ουσιώδη, αναφορικά με τους ερευνώμενους (κύριο και πρόσθετους) αναιρετικούς λόγους: "Με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου "ορισμένου χρόνου" που καταρτίστηκαν μεταξύ της εφεσίβλητης [σημ: ενάγουσας και εδώ αναιρεσίβλητης] Π. Μ. και του εκκαλούντος [σημ: εναγομένου και εδώ αναιρεσείοντος] Ελληνικού Δημοσίου ... η πρώτη προσελήφθη στις 18-7-1996 από το δεύτερο, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες της ως αρχαιολόγος αρχικά στις Α' και Θ' Εφορείες Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και ακολούθως στην Εφορεία Αρχαιοπωλείων και Ιδιωτικών Αρχαιολογικών Συλλογών, στο Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων και στη Διεύθυνση Εκτέλεσης Έργων Μουσείων και Πολιτιστικών Κτιρίων, που αποτελούν υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού. Η πρώτη από τις άνω συμβάσεις που καταρτίστηκε εγγράφως στις 18-7-1996 έληξε στις 2-12-1996, μετά δε την πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου δια επανειλημμένων συμβάσεων που επίσης καταρτίστηκαν εγγράφως η εφεσίβλητη συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της υπό την ανωτέρω ειδικότητά της. Ειδικότερα απασχολήθηκε ως αρχαιολόγος στην Α' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, στην οποία παρείχε τις υπηρεσίες της από 18-7-1996 έως 2-12-1996 με βάση την αρχική σύμβαση και κατά τα χρονικά διαστήματα από 3-6-1998 έως 31-12-1998, από 1-3-1999 έως 10-8-1999, από 25-11-1999 έως 24-11-2000, από 25-11-2000 έως 24-11-2001, από 25-11-2001 έως 31-12-2001 και από 27-5-2002 έως 31-10-2003, στη Θ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων κατά τα χρονικά διαστήματα από 1-1-2004 έως 31-1-2004 και από 10-2-2004 έως 31-3-2004, στο Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων κατά τα χρονικά διαστήματα από 20-5-2004 έως 19-5-2005 και από 20-5-2005 έως 19-5-2006, στην Εφορεία Αρχαιοπωλείων και Ιδιωτικών Αρχαιολογικών Συλλογών κατά το χρονικό διάστημα από 26-6-2006 έως 28-11-2007 και στη Διεύθυνση Εκτέλεσης Έργων Μουσείων και Πολιτιστικών Κτιρίων κατά τα χρονικά διαστήματα από 1-2-2008 έως 30-1-2009 και από 1-2-2009 έως 31-12-2009, οπότε το εκκαλούν έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της. Από την αρχική πρόσληψη και καθ' όλη τη διάρκεια των ανωτέρω συμβάσεων συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της, συνιστάμενες, σύμφωνα με την αρχική σύμβαση, στην πραγματοποίηση αρχαιολογικών ανασκαφών και στην καταγραφή και μελέτη αρχαιολογικού υλικού, απασχολούμενη υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας από Δευτέρα έως Παρασκευή και επί 7,5 ώρες ημερησίως. Πλέον συγκεκριμένα καθ' όλο το χρονικό διάστημα των άνω διαδοχικών συμβάσεων η εφεσίβλητη, υπό τις εντολές και δεσμευτικές οδηγίες και υπό τον έλεγχο των διευθυντών των προαναφερόμενων υπαγόμενων στο Υπουργείο Πολιτισμού αρχαιολογικών υπηρεσιών, απασχολήθηκε στην αρχαιολογική καταγραφή γλυπτών, μελών και σωζόμενων λειψάνων, στη μελέτη κεραμικής, στην επόπτευση λεπτομερών αρχαιολογικών καθαρισμών και εργασιών στερέωσης και συντήρησης αρχιτεκτονικών καταλοίπων μνημείων, στην επίβλεψη ανασκαφών κατά την εγκατάσταση ηλεκτρομηχανολογικών δικτύων περιμετρικά του αρχαιολογικού χώρου Αρχαίας Αγοράς-Αρείου Πάγου με πλήρη αρμοδιότητα σύνταξης των ανασκαφικών ημερολογίων και στην αρχαιολογική τεκμηρίωση μελετών στο πλαίσιο της συνολικής ανάδειξης των αρχαιολογικών χώρων Αρχαίας Αγοράς-Αρείου Πάγου, οι οποίες έχουν κατατεθεί στην επιστημονική βιβλιοθήκη της Α' Εφορείας. Οι υπηρεσίες αυτές που παρείχε η εφεσίβλητη είναι άρρηκτα συνδεδεμένες, λόγω της φύσης τους, με την εθνική αποστολή της φύλαξης και διάσωσης των αρχαιολογικών χώρων και ευρημάτων και της ανάδειξης αυτών, με την οποία είναι επιφορτισμένο αποκλειστικά το Υπουργείο Πολιτισμού, για την εκπλήρωση δε του έργου αυτού είναι υποχρεωτική και απαραίτητη η στελέχωση των αρχαιολογικών υπηρεσιών του με επιστημονικό προσωπικό και δη πτυχιούχους αρχαιολόγους.

Συνεπώς καθ' όλο το χρονικό διάστημα των διαδοχικών συμβάσεων η εφεσίβλητη, με την παροχή των υπηρεσιών της κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες των υπαγόμενων στο Υπουργείο Πολιτισμού ως άνω αρχαιολογικών υπηρεσιών στις οποίες απασχολήθηκε, λαμβανομένου υπόψη και του ότι οι παρασχεθείσες υπηρεσίες της, ως αντικείμενο των συμβάσεών της με το εκκαλούν, σχετίζονται άμεσα και ευθέως με τις πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Υπουργείου Πολιτισμού και των αρχαιολογικών υπηρεσιών του, όπως οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που αυτές υπηρετούν, χωρίς δε τις εν λόγω υπηρεσίες είναι αδύνατη η λειτουργία των τελευταίων. Εξάλλου να σημειωθεί ότι οι αρχαιολογικές υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού στις οποίες απασχολήθηκε η εφεσίβλητη είναι κατά κύριο λόγο στελεχωμένες με προσωπικό που απασχολείται με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ... ενώ η απασχόληση της εφεσίβλητης από το 1996 έως το 2009, επί δεκατρία δηλαδή έτη, και η ανανέωση των συμβάσεών της επί δεκατρείς φορές ενισχύει επί πλέον και από μόνο του ως γεγονός την κρίση του παρόντος δικαστηρίου ότι η εφεσίβλητη κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες... Η ανωτέρω ορισμένη χρονική διάρκεια των συμβάσεων ουδόλως εδικαιολογείτο από τη φύση, το είδος και το σκοπό των παρεχομένων από την εφεσίβλητη ως άνω υπηρεσιών αλλά ούτε και από οποιοδήποτε άλλο αντικειμενικό λόγο, όπως αναπλήρωση κωλυόμενου αρχαιολόγου ανήκοντος στο μόνιμο προσωπικό υπαλλήλου ή για την εκτέλεση σωρευμένης ή παροδικού χαρακτήρα εργασίας αλλά αντιθέτως τέθηκε από το εκκαλούν σκοπίμως, προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων της εφεσίβλητης διατάξεων του ν. 2112/1920, με συνέπεια να καθίσταται άκυρος ο όρος των συμβάσεων ως προς το χρονικό περιορισμό τους και το σύνολο των διαδοχικών συμβάσεων ν' αποτελεί μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Ενόψει δε του ότι, όπως αποδείχθηκε, α) οι επίδικες διαδοχικές συμβάσεις ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, β) η πρώτη από αυτές καταρτίστηκε στις 18-7-1996, δηλαδή πριν από την έναρξη της ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18-4-2001 αλλά και πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των άρθρων 5 και 11 του π.δ. 164/2004, ήταν δε ενεργές κατά την έναρξη ισχύος του προεδρικού αυτού διατάγματος (19-7-2004), ενώ συνεχίστηκαν και μετά την ισχύ των άνω διατάξεων, δοθέντος και του ότι η εφεσίβλητη είχε συμπληρώσει μέχρι τις 19-7-2004 συνολικό χρόνο απασχόλησης στο εκκαλούν που υπερέβαινε τους 24 μήνες, γ) κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εκκαλούντος και δη του Υπουργείου Πολιτισμού, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί το Υπουργείο αυτό, ο δε συνολικός χρόνος υπηρεσίας της εφεσίβλητης παρασχέθηκε κατά πλήρες ωράριο στον ίδιο φορέα, με τους ίδιους όρους εργασίας και τα ίδια καθήκοντα που αναφέρονται στην αρχική σύμβαση, δ) καταρτίστηκαν ως συμβάσεις ορισμένης διάρκειας προς καταστρατήγηση της προστατευτικής για τους εργαζομένους διάταξης του άρθρου 8 ν. 2112/1920, χωρίς να δικαιολογείται από τη φύση τους ο καθορισμός τους ως ορισμένου χρόνου και ε) είχαν ήδη προσλάβει πριν την έναρξη ισχύος του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και του π.δ. 164/2004 το χαρακτήρα σύμβασης αορίστου χρόνου, τον οποίο διατήρησαν και μετά την ισχύ τους, συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 και συνεπώς ... οι προαναφερθείσες διαδοχικές συμβάσεις της εφεσίβλητης μετά του εκκαλούντος που έγιναν με πρόθεση καταστρατήγησης του ν. 2112/1920 αποτελούν εξ αρχής μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία δεν έληξε αυτοδικαίως στις 31-12-2009 αλλά εξακολουθεί να υφίσταται και μετά την εν λόγω ημερομηνία.. ενώ βεβαίως δεν έληξε ούτε με την καταγγελία του εκκαλούντος, εκδηλωθείσα με την άρνησή του να αποδέχεται τις υπηρεσίες της εφεσίβλητης, αφού η καταγγελία αυτή είναι άκυρη διότι δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος και δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης...". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και είχε αναγνωρισθεί μεταξύ άλλων ότι η ενάγουσα συνδέεται με το εναγόμενο με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι είναι άκυρη η από 31-12-2009 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της λόγω μη τηρήσεως των διαγραφομένων από το νόμο τυπικών προϋποθέσεων. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 που ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση αφού, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη, η τελευταία αυτή διάταξη μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, εφόσον οι συμβάσεις αυτές, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα. Τούτο δε λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα με όσα έχουν επίσης εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου.

Συνεπώς ο μόνος λόγος της κύριας αίτησης, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. (και συγκεκριμένα ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 ν. 2112/1920, η οποία δεν είχε στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή διότι "οι συμβάσεις μεταξύ του Δημοσίου και της αναιρεσίβλητης καταρτίστηκαν και ήταν ενεργές υπό την ισχύ του άρθρου 21 του ν 2190/1994", εκ τούτου δε δεν εφαρμόζεται η ρηθείσα διάταξη "διότι ο ν. 2112/1920 προϋποθέτει συμβατικό καθορισμό της ορισμένης διάρκειας της σχέσης εργασίας και δεν εφαρμόζεται στις κατηγορίες εκείνες των συμβάσεων εργασίας που καταρτίζονται με ορισμένη χρονική διάρκεια υποχρεωτικά από το νόμο, όπως οι συμβάσεις που συνάπτονται κατ' άρθρο 21 ν. 2190/1994") είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο, κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η ίδια εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 5, 7 και 11 του π.δ. 164/2004 καθόσον "δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 π.δ. 164/2004", αλυσιτελώς προβάλλεται και είναι απορριπτέος. Τούτο διότι οι ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ που προσαρμόσθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη με το π.δ. 164/2004 και οι παράγραφοι 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που προστέθηκαν με το Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση παρότι η σχέση εργασίας της αναιρεσίβλητης συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργή κατά την έναρξη ισχύος τους, καθόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης οι ένδικες διαδοχικές συμβάσεις είχαν προσλάβει ήδη ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, δηλαδή και πριν την ισχύ της άνω Οδηγίας, των παραπάνω διατάξεων του Συντάγματος και του π.δ. 164/2004, εφόσον από τη φύση τους και την επιστημονική ιδιότητα της αναιρεσίβλητης κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος, ο δε καθορισμός της ορισμένης διάρκειας τους εξακολουθητικώς δεν εδικαιολογείτο και τέθηκε καταχρηστικά. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι πλεοναστικώς το εφετείο θεώρησε ως εφαρμοστέες και τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 π.δ. 164/2004, με την εκδοχή ότι αυτές δεν απαγορεύουν την σε κάθε περίπτωση μετατροπή των αλλεπαλλήλων συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, συντρεχουσών των προϋποθέσων της μεταβατικής αυτής διάταξης, οι οποίες επληρούντο καθ' ολοκληρίαν στην προκειμένη περίπτωση. Τέλος με τις λοιπές διαλαμβανόμενες στον πρόσθετο λόγο αιτιάσεις και υπό την επίφαση της ίδιας πιο πάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττονται απαραδέκτως οι ουσιαστικές παραδοχές του εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση, όπως διαμορφώθηκε με τους από 1-2-2016 πρόσθετους λόγους, πρέπει ν' απορριφθεί και να επιβληθούν στο αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-6-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 1390/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 1-2-2016 πρόσθετους λόγους της.

Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ