413/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated413/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, σε σχέση με την αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζήτησε αυτή την καταβολή του οφειλόμενου υπόλοιπου ναύλου σύμφωνα με τη σύμβαση χρονοναυλώσεως επανδρωμένων πλωτών ναυπηγημάτων, που είχε καταρτίσει με την αναιρεσείουσα, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό και πρόσθετο λόγους μέρος της, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 413 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 413/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καθής η κλήση: Εταιρείας με την επωνυμία "ΒΑΛΤΕΤΣΙΝΙΚΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Λιαπάκη.
Της αναιρεσιβλήτου- καλούσας: Εταιρείας με την επωνυμία "ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Στέφα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-7-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3932/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 267/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα-καθής η κλήση με την από 8-7-2010 αίτησή της και τους από 9-12-2011 πρόσθετους λόγους.
Εκδόθηκε η 1922/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 8-1-2014 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 3-2-2012 έκθεση της ήδη Αντιπροέδρου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 8-1-2014 κλήση της αναιρεσίβλητης φέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, μετά την επίδοση της 1922/2013 αποφάσεως του Αρείου Πάγου με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως. Ο κατά το άρθρο 559 αρ. 1α ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπιστώνει ρητώς ή εμμέσως, κατά τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ως προς την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει ωστόσο να προσφύγει στις γενικές ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προς διακρίβωση του αληθούς νοήματος της δηλώσεως βουλήσεως ή να παραθέσει στην απόφασή του εκείνα τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών. Πάντως, μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητά στην απόφαση του ότι για την εξεύρεση της αληθούς βουλήσεως των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του Αστικού Κώδικα δεν συνιστά παραβίαση των διατάξεων αυτών, εάν και εφόσον στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, σε σχέση με την αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζήτησε αυτή την καταβολή του οφειλόμενου υπόλοιπου ναύλου σύμφωνα με τη σύμβαση χρονοναυλώσεως επανδρωμένων πλωτών ναυπηγημάτων, που είχε καταρτίσει με την αναιρεσείουσα, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό και πρόσθετο λόγους μέρος της, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ...
εταιρεία με την επωνυμία "Ναυτιλιακή Τεχνοδομική Εμπορική Ανώνυμη Εταιρεία" (ήδη αναιρεσίβλητη) είναι ανώνυμη εταιρεία με αντικείμενο δραστηριότητας την εκμετάλλευση και διάθεση λιμενικών μηχανημάτων σε κατασκευάστριες εταιρείες για την κατασκευή λιμενικών έργων. Η εναγομένη ... εταιρεία με την επωνυμία "Βαλτεσίνικο Ανώνυμη Τεχνική Εμπορική Ξενοδοχειακή Βιομηχανική Εταιρεία" (ήδη αναιρεσείουσα) είναι ανώνυμη εταιρεία με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την κατασκευή δημόσιων έργων και κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού ανακηρύχθηκε διάδοχος (ενν.
ανάδοχος) του έργου με τον τίτλο "Αγκυροβόλιο Τουριστικών Σκαφών στη Νάουσα Νήσου Πάρου" με κύριο του έργου τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κυκλάδων. Με την από 24-3-2005 σύμβαση ναύλωσης εξειδικευμένου μηχανολογικού εξοπλισμού, που καταρτίστηκε στο ... μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα εκναύλωσε λιμενικά πλωτά μηχανήματα, μέσα και εξοπλισμό στην εναγομένη, προκειμένου αυτή να κατασκευάσει τις λιμενικές εργασίες του έργου που είχε αναλάβει.
Αντικείμενο της σύμβασης αυτής ήταν: α) ένα ρυμουλκό 500 HP (ΔΕΛΦΙΝΙ I νηολογίου Πειραιά), β) ένας πλωτός γερανός LIMA 2004 Β (ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ, νηολογίου Πειραιά), γ) ένα υδραυλικό κλαπέ (φορτηγίδα ΑΜΦΙΤΡΙΤΗ νηολογίου Πειραιά), χωρητικότητας 140 κ.μ., δ) ένας φορτωτής ξηράς CATERPILLAR 980 και ε) τις υπηρεσίες ενός δύτη για όσες μέρες χρειαστεί.
Τα ανωτέρω πλωτά μηχανήματα και μέσα συμφωνήθηκε να είναι επανδρωμένα κατ' ελάχιστον ως εξής: α) ο πλωτός γερανός θα έφερε καπετάνιο, μηχανικό και χειριστή και β) το ρυμουλκό θα έφερε καπετάνιο και μηχανικό. Επίσης θα προΐσταστο εργοδηγός εγνωσμένης εμπειρίας στην εκτέλεση των λιμενικών έργων. Σύμφωνα με το πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό ως τίμημα συμφωνήθηκε:
α) για το φορτωτή ξηράς CAT 980 για δεκάωρη ημερήσια απασχόληση ημερησίως αμοιβή 300 ευρώ (30 ευρώ ανά ώρα), β) για τον πλωτό γερανό για δεκάωρη ημερήσια απασχόληση ημερησίως 1.500 ευρώ (150 ευρώ ανά ώρα), γ) για το ρυμουλκό για δεκάωρη ημερήσια απασχόληση 400 ευρώ (40 ευρώ ανά ώρα), δ) για το κλαπέ για δεκάωρη ημερήσια απασχόληση 400 ευρώ (40 ευρώ ανά ώρα) και ε) για την παροχή δύτη ημερομίσθιο 220 ευρώ για 8ωρη εργασία πλέον εξόδων ασφάλισης, διαμονής κλπ.
Επιπλέον συμφωνήθηκε ότι, σε περίπτωση που δεν εκτελεσθούν εργασίες λόγω ανώτερης βίας, θα καταβάλλεται στην ενάγουσα το 30% του ημερήσιου μισθώματος του πλωτού γερανού και του ρυμουλκού (όχι του κλαπέ - φορτωτή - δύτη). Τα μισθώματα θα καταβάλλονταν σταδιακά με την εκτέλεση των εργασιών ως εξής: Με το πέρας κάθε ημερολογιακού μήνα θα γινόταν καταμέτρηση των ημερομισθίων και η καταβολή του 80% του αντίστοιχου ποσού, όπου και θα εκδιδόταν το αντίστοιχο παραστατικό.
Στο τέλος του έργου kol με την αναχώρηση των πλωτών μέσων από τον τόπο του έργου ύστερα από την παραλαβή του έργου, θα γινόταν η πλήρης εξόφληση όλων των μισθωμάτων και κρατήσεων. Ο ΦΠΑ 13% θα βάρυνε την εναγομένη ... Όσον αφορά τη διάρκεια της μίσθωσης αυτή θα άρχιζε την πρώτη ημέρα παρουσίας των πλωτών μέσων, μηχανημάτων και εξοπλισμού στο χώρο εργασίας και θα έληγε με το πέρας κατασκευής των λιμενικών εργασιών.
Εξάλλου, σύμφωνα με το ίδιο συμφωνητικό, η εναγομένη ... ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύσει και να προσκομίσει στον τόπο του έργου τα αδρανή υλικά, τους φυσικούς και τεχνητούς ογκόλιθους. Επιπλέον, για την εξασφάλιση της ελάχιστης αποδοτικότητας των μέσων της ενάγουσας ορίστηκε, κατά δήλωση της ίδιας, ότι για την εκσκαφή χάνδακα του παραλιακού κρηπιδώματος και τη διαμόρφωση της στάθμης θεμελίωσης αυτού στο 1,70 μ.
θα απαιτούνταν εργασία 7 ημερών, ενώ για την πόντιση των τεχνητών ογκολίθων και την τοποθέτησή τους στο παραλιακό κρηπίδωμα να γίνει με ρυθμό 17 έως 24 μπλόκια ημερησίως, απόδοση που για το συγκεκριμένο είδος εργασίας αποτελεί κριτήριο πληρωμής. Τέλος, συμφωνήθηκε ότι η εναγομένη υποχρεούται: α) να καταβάλει στην ενάγουσα τη συμφωνηθείσα αμοιβή κατά τα ανωτέρω ορισθέντα στάδια και ότι η μη τήρηση της υποχρέωσης αυτής δίνει σ' αυτήν το δικαίωμα της άμεσης διακοπής των εργασιών και β) να προμηθεύσει έγκαιρα όλα τα προαναφερόμενα υλικά στο τόπο του έργου.
Με αυτό το περιεχόμενο η σύμβαση χρονοναύλωσης επανδρωμένων πλωτών ναυπηγημάτων, που συνήψαν οι διάδικοι, αποτελεί σύμβαση ναύλωσης και μίσθωσης πράγματος, εφαρμοζομένων αναλογικώς των σχετικών διατάξεων του ΑΚ προς συμπλήρωση των ελλιπών περί χρονοναύλωσης διατάξεων του ΚΙΝΔ ...
Συνεπώς, ο ισχυρισμός της εναγομένης ... ότι πρόκειται για σύμβαση έργου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Σε εκτέλεση του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού, (συνεχίζει το Εφετείο), η ενάγουσα ... διέθεσε τα συμφωνημένα πλωτά μέσα με ημερομηνία έναρξης των εργασιών την 31-3-2005. Για την καταγραφή των εργασιών που εκτελούνταν καθημερινά συντάσσονταν ημερήσια δελτία, τα οποία πιστοποιούσαν την απασχόληση των πλωτών μέσων και υπογράφονταν από εξουσιοδοτημένο προς τούτο όργανο της εναγομένης σε καθημερινή βάση.
Από το γεγονός αυτό προκύπτει καθημερινή απασχόληση των μέσων της εκναυλώτριας εταιρίας καθόλη τη διάρκεια ισχύος της ένδικης σύμβασης ναύλωσης. Επιπλέον στα τέλη κάθε μήνα γινόταν ανακεφαλαιωτικός λογαριασμός με βάση τα αντίστοιχα ημερήσια δελτία και προέκυπτε έτσι ο μηνιαίος ναύλος, που καταβαλλόταν στην ενάγουσα.
Η ένδικη σύμβαση εξελίχθηκε κατά τον ανωτέρω περιγραφόμενο τρόπο ομαλά μέχρι το μήνα Νοέμβριο του έτους 2005 και η ενάγουσα εξέδωσε τα σχετικά παραστατικά, τα οποία εξοφλήθηκαν σε ποσοστό 80%, ενώ το υπόλοιπο 20% θα εξοφλείτο μετά το πέρας του έργου". Ακολούθως το Εφετείο, αφού αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφαση τα επιμέρους τιμολόγια, που εκδόθηκαν από την αναιρεσίβλητη και αφορούσαν στην κατασκευή του έργου και τη χρονοναύλωση των μηχανημάτων με το αντίστοιχο για το καθένα ποσό, και ότι με βάση την κίνηση του λογαριασμού χρεώσεων και πιστώσεων που τηρούσε αυτή η συνολική αξία ανερχόταν στο ποσόν των 830.457,07 ευρώ, έναντι του οποίου η αναιρεσείουσα μέχρι την 21-3-2006 είχε καταβάλει το ποσόν των 569.296,85 ευρώ και απέμενε υπόλοιπο ύφους 261.160,22 ευρώ, συνεχίζει: "Εξάλλου, η εναγομένη αρνείται ότι οφείλει στην ενάγουσα το παραπάνω ποσό μισθωμάτων της ένδικης σύμβασης, ισχυριζόμενη ... : 1) ότι η αξία των μισθωμάτων προϋπολογίστηκε στο από 24-3-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό από την ενάγουσα στο ποσόν των 230.000 ευρώ, η οποία διαβεβαίωσε αυτήν (εναγομένη) ότι οι λιμενικές εργασίες θα ολοκληρώνονταν μέχρι το τέλος Ιουνίου 2005 και εγγυήθηκε την αξία των μισθωμάτων, 2) ότι η υπέρβαση του ποσού αυτού οφείλεται τόσο στη διόγκωσή του λόγω υπερτιμολογήσεων όσο και στη χαμηλή αποδοτικότητα των εκμισθωθέντων μέσων, μηχανημάτων και εξοπλισμού της ενάγουσας ...
Ωστόσο, από το εν γένει αποδεικτικό υλικό δεν αποδεικνύονται βάσιμοι οι παραπάνω ισχυρισμοί της ενάγουσας (ενν. εναγομένης). Ειδικότερα, πρέπει να λεχθεί: Α) αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό της εναγομένης: ναι μεν αναγράφεται στην προμετωπίδα του από 24-3-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού των διαδίκων το ποσόν των 230.000 ευρώ, πλην όμως τόσο στο άρθρο 5 του ίδιου συμφωνητικού, στο οποίο περιγράφεται η συμφωνία για τον καθορισμό της αμοιβής της εκμισθώτριας και προσδιορίζονται αναλυτικά οι ειδικότερες παράμετροι προσδιορισμού του ημερήσιου ναύλου και της αμοιβής του δύτη, όσο και στο άρθρο 6, στο οποίο καθορίζεται ο τρόπος καταβολής των μισθωμάτων, δεν γίνεται μνεία του τρόπου προσδιορισμού της αξίας των 230.000 ευρώ.
Έτσι, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, η αξία των 230.000 ευρώ τέθηκε (προϋπολογίστηκε) από την ενάγουσα ως ενδεικτική ελάχιστη αμοιβή της, χωρίς προηγούμενη επιμέτρηση των εργασιών, και έγινε αποδεκτή από την εναγομένη, αφού η τελευταία δεν διαμαρτυρήθηκε για την κατ' αυτήν υπέρβαση του ανωτέρω ποσού από τον Ιούλιο 2005, οπότε είχαν εκδοθεί από την ενάγουσα τα τέσσερα πρώτα τιμολόγια συνολικού ποσού 262.045,87 ευρώ, αλλά πλήρωσε αδιαμαρτύρητα και χωρίς επιφυλάξεις τα εν λόγω τιμολόγια που αντιπροσώπευαν το 80% της αξίας των μέχρι τότε εκτελεσθεισών εργασιών.
Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει αξιόπιστα ότι η ενάγουσα διαβεβαίωσε την εναγομένη για την ακριβόχρονη (εντός τριών μηνών) εκτέλεση των εργασιών, ούτε ότι εγγυήθηκε το ύφος της αμοιβής των 230.000 ευρώ, αφού τούτο εξαρτήθηκε από την ημερήσια απασχόληση των πλωτών ναυπηγημάτων και μέσων καθ' όλη τη διάρκεια της μίσθωσης.
Αντίθετα αποδεικνύεται ότι τα μέρη αρκέστηκαν να προσδιορίσουν το χρόνο έναρξης των εργασιών και όχι της λήξης τους, η οποία άλλωστε δεν μπορούσε εκ των προτέρων να προσδιοριστεί ως εκ της φύσεως του έργου. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι η εναγομένη δεν διαμαρτυρήθηκε για καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου τον Ιούνιο του έτους 2005, οπότε είχαν παρέλθει τρεις μήνες από την έναρξη των εργασιών, καθώς και το γεγονός ότι συνέχισε να εξοφλεί τα αποστελλόμενα σ' αυτήν από την ενάγουσα τιμολόγια.
Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της έφεσης της εναγομένης ..., με τους οποίους παραπονείται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου, αντίστοιχα, ... είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Β) Αναφορικά με το δεύτερο ισχυρισμό της εναγομένης: Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει αξιόπιστα ότι η ενάγουσα προέβη σε υπερτιμολόγηση των εκτελεσθεισών εργασιών, πρέπει δε να σημειωθεί ότι η εναγομένη εξόφλησε τα δέκα πρώτα τιμολόγια συνολικής αξίας 715.072,77 ευρώ αδιαμαρτύρητα και χωρίς επιφυλάξεις και μόνο την 19-4-2006 με το υπό ίδια ημεροχρονολογία εξώδικο, που επιδόθηκε στην εναγομένη (ενν.
την ενάγουσα) την 20-4-2006, ... αρνήθηκε την πληρωμή των δύο τελευταίων τιμολογίων με την επιστροφή τους στην ενάγουσα, η οποία προηγουμένως την είχε οχλήσει. για την εξόφληση του ποσού των 261.519,82 ευρώ με το από 13-4-2006 εξώδικο έγγραφο της, που επιδόθηκε σ' αυτήν την 14-4-2006 ...". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού δέχθηκε, πλην των άλλων, ότι η αναιρεσείουσα όφειλε ως υπόλοιπο μισθώματος το πιο πάνω ποσόν, απέρριψε την έφεση αυτής κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε υποχρεωθεί η τελευταία στην καταβολή του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, γιατί δεν προσέφυγε στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των εν λόγω διατάξεων, και σε κάθε περίπτωση δεν τις εφάρμοσε ορθά, προκειμένου να διακριβώσει την αληθή έννοια του ποσού των 230.000 ευρώ, το οποίο είχε τεθεί στην προμετωπίδα του ιδιωτικού συμφωνητικού κατά την αναιρεσείουσα αποτελούσε το ανώτατο όριο της συμφωνημένης αμοιβής της για τη χρονοναύλωση των πλωτών ναυπηγημάτων, παρά το ότι διαπιστώθηκε αμφιβολία σε σχέση με το συμφωνημένο ποσόν του μισθώματος.
Στις παραδοχές όμως του Εφετείου, όπως αυτές εκτέθηκαν παραπάνω, δεν περιέχεται έμμεση -ούτε κατά μείζονα λόγο ρητή- διαπίστωσή του περί υπάρξεως κενού ή ασάφειας στους διαλαμβανόμενους στο ως άνω συμφωνητικό όρους ως προς το ζήτημα του καθορισμού του συμφωνηθέντος μισθώματος, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι η συνομολόγηση αυτού, με βάση τις ειδικότερες παραμέτρους προσδιορισμού του ημερήσιου ναύλου, και η αμοιβή του δύτη προκύπτουν με σαφήνεια από το περιεχόμενου του κρίσιμου όρου 5 αλλά και του όρου 6 ως προς τον τρόπο καταβολής των μισθωμάτων, δίχως να προβεί σε καμιά ερμηνευτική προσέγγισή τους.
Η αναφορά στην προμετωπίδα του ιδιωτικού συμφωνητικού του ποσού των 230.000 ευρώ ως ενδεικτικής ελάχιστης αμοιβής της αναιρεσίβλητης δεν υποδηλώνει "συγκεκριμένη" ερμηνεία, αφού δεν έγινε προς αποσαφήνιση του νοήματος των συγκεκριμένων όρων, αλλά προς επιβεβαίωση και μόνο της κύριας παραδοχής του και άντληση επιχειρημάτων για την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι είχε συμφωνηθεί μέγιστο εγγυημένο ποσόν μισθωμάτων.
Επομένως, εφόσον το Εφετείο δεν διαπίστωσε ούτε εμμέσως κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, δεν υπήρχε ανάγκη να προσφύγει σας ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και ο περί του αντιθέτου λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση όμως, και υπό την εκδοχή ότι το Εφετείο διαπίστωσε εμμέσως ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων ως προς το ύψος του συμφωνηθέντος μισθώματος, μολονότι παραλείπει να αναφέρει ρητά στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση αυτής προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του Αστικού Κώδικα, με τις παραδοχές του, όπως αυτές εκτέθηκαν παραπάνω, προκύπτει ότι προσέφυγε σ' αυτούς και ορθά τους εφάρμοσε, παραθέτοντας στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 20 και 561 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου, που ορίζεται από την πρώτη διάταξη, ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σε αυτό, σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου, ή αρνητικά, με την παράλειψη χρήσιμων περικοπών και το ζήτημα πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό. Ωστόσο, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν γίνεται αναφορά στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος, διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο η αναιρεσείουσα, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενη ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι πριν από τη συναφή του από 24-3-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού η αναιρεσίβλητη δεν είχε προβεί σε επιμέτρηση των απαιτούμενων εργασιών και συνεπώς (κατά την αναιρεσείουσα) δεν ήταν σε θέση να προϋπολογίσει την αμοιβή της, καταλήγοντας ως εκ τούτου στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι το αναγραφόμενο στη σύμβαση ποσόν των 230.000 ευρώ αποτελεί την ενδεικτική ελάχιστη αμοιβή της για την εκναύλωση των πλωτών ναυπηγημάτων και των υπηρεσιών του δύτη, παραμόρφωσε αρνητικά το περιεχόμενο του ως άνω συμφωνητικού, και ειδικότερα του όρου 2 αυτού, στον οποίο ρητά αναφέρεται ότι "ο εκμισθωτής έχει επανειλημμένα επισκεφθεί μετά του αρμοδίου εργοδηγού του και παρουσία δύτη τον τόπο του έργου, έχει μορφώσει γνώμη για τις τοπικές συνθήκες που επικρατούν και γνωρίζει πολύ καλά τις εργασίες που πρόκειται να εκτελεσθούν".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί είναι προφανές ότι με αυτόν πλήττεται, απαραδέκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η κρίση της προσβαλλόμενης αποφάσεως όχι για διαγνωστικό σφάλμα σε σχέση με το παραπάνω έγγραφο, αλλά για κακή εκτίμηση του περιεχομένου του, με αποτέλεσμα να καταλήξει το Εφετείο στο ως άνω εσφαλμένο, κατά την αναιρεσείουσα, συμπέρασμα ως προς την έννοια του ποσού των 230.000 ευρώ ως ενδεικτικής ελάχιστης αμοιβής της, ενώ κατά την άποψή της προκύπτει το αντίθετο από το περιεχόμενο του όρου τούτου, αφού η αναιρεσίβλητη γνώριζε τις προς εκτέλεση εργασίες και τις επικρατούσες στην περιοχή συνθήκες.
Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο τούτου, το Εφετείο κατέληξε στο παραπάνω πόρισμα μετά από τη συνεκτίμηση του εγγράφου αυτού με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και δεν στηρίχθηκε κυρίως στο έγγραφο τούτο.
Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και ο πρόσθετος λόγος στο σύνολο τους και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Ιουλίου 2010 αίτηση και τον από 9 Δεκεμβρίου 2011 πρόσθετο λόγο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΒΑΛΤΕΣΙΝΙΚΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ & ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ για αναίρεση της 267/2010 αποφάσεως του Εφετείου
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, οριζόμενα στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ