Legislator Case Law & Legislation
413/2014 AI generated

413/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 413/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2562/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1971/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-4-2013 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

413/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 60 και 61 του π.δ/τος 34/1995, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 7§§14 και 15 του ν. 2741/1999, προκύπτει ότι σε περίπτωση που η εμπορική μίσθωση λήξει με τη συμπλήρωση δωδεκαετίας, ο εκμισθωτής οφείλει στον μισθωτή, κι1 αποζημίωση για την αποκατάσταση της άϋλης εμπορικής αξίας του μισθίου, ποσό ίσο με το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο της λήξης μίσθωμα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών.

Keywords

AI generated
immediate termination for fraud protection against illicit commercial practices withdrawal of action unpaid customs duties right to a decision fraudulent concealment of defects
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 413 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 413/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Π. Γ. , κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελου Σκιαδά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολδ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:1. Δ. Μ. του Ε. , κατοίκου ... , 2. Π. Ν. Μ., κατοίκου ... και 3. Ε. Κ. Μ. , κατοίκου ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Ειρήνης Δενέζη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2562/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1971/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-4-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός, ανέγνωσε την από 6-11-2013 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γρηγορίου Λαπατά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 393/3-6-2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1971/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την υπ' αριθ. εκθ. κατάθεσης 6605/26-11-2007 αγωγή του, στρεφόμενη κατά των αναιρεσιβλήτων, η οποία είχε το ακόλουθο, κατά λέξη, περιεχόμενο: "Με το από 25-1-1993, που επαναλήφθηκε με το από 25-4-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως ο Κ. Γ. κάτοικος ... (οδός ... ) εκμίσθωσε σε μένα ένα ισόγειο κατάστημα που βρίσκεται στην … και επί της οδού ...

αριθμ, …, επιφάνειας 120 τετραγωνικών μέτρων για να χρησιμοποιηθεί σαν χώρος λειτουργίας επιχείρησης καφέ - μπαρ - σφαιριστήριο και γενικά σαν χώρος εγκαταστάσεως επιχειρήσεως σχετική με ψυχαγωγία και τυχερά παίγνια, εφόσον ο νόμος τα επιτρέπει. Η συμβατική διάρκεια της μίσθωσης αυτής ορίστηκε εξαετής ήτοι από 15 Απριλίου 1993 έως 24 Απριλίου 1999 και το μηνιαίο μίσθωμα σε 200.000 δρχ.

για το πρώτο μισθωτικό έτος, 300.000 δρχ. για το δεύτερο μισθωτικό έτος και συμφωνήθηκε για τα επόμενα μισθωτικά έτη ετήσια προσαύξηση προς 15% επί του καταβαλλομένου το προηγούμενο έτος. Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής ο εκμισθωτής μου παρέδωσε τη χρήση του μισθίου καταστήματος και εγώ, αφού με δαπάνες μου το διαμόρφωσα, προμηθεύτηκα τον απαιτούμενο κινητό εξοπλισμό, άρχισα να το χρησιμοποιώ ως ατομική επιχείρηση καφέ μπαρ και κέντρο ψυχαγωγίας.

Ολόκληρη η οικοδομή, στο ισόγειο της οποίας κείται το μίσθιο κατάστημα, ύστερα από κατάσχεση, με επίσπευση δανειστών του εκμισθωτή, εκπλειστηριάστηκε αναγκαστικά ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Στασινοπούλου στις 29/6/1994 και κατακυρώθηκε στους εναγομένους, στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ ... /1994 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης πλειστηριασμού ακινήτου του ίδιου συμβολαιογράφου.

Στις 17/6/1996, ύστερα από παραγγελία του πληρεξουσίου των εναγομένων, εκτελέστηκε η πιο πάνω περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης με την υπ' αριθμ. …/17.6.1996 έκθεση βίαιης έξωσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά …. Ειδικότερα, ο δικαστικός επιμελητής απέβαλε από το κατάστημα βίαια εμένα και εγκατέστησε σ' αυτό τους εναγομένους.

Κατά των εναγομένων άσκησα στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 15 Ιουλίου 1996 και με αριθμ. κατάθεσης 8088/1996 ανακοπή μου.

Εκδόθηκε η 5785/1997 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε την ανακοπή και αναγνώρισε ότι η χωρήσασα με την πιο άνω υπ' αριθμ. …/17.6.1996 έκθεση βίαιης αποβολής του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά … είναι άκυρη. Κατά της απόφασης αυτής οι αντίδικοι άσκησαν έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 2930/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εξαφάνισε τη πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την ανακοπή μου.

Ύστερα από αίτηση μου εκδόθηκε η 1230/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου και στη συνέχεια εκδόθηκε η 6.110/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την από 30/1/1998 έφεση των εναγομένων κατά της 5785/1997 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε και στους τρεις εναγομένους, παρήλθε η νόμιμη προθεσμία χωρίς να ασκηθεί από κανένα αναίρεση και έτσι έχει καταστεί αμετάκλητη.

Μετά ταύτα και από τον χρόνο κατά τον οποίο εκδόθηκε η τελευταία υπ' αριθμ. 6110/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έλαβα γνώση ότι ακυρώθηκε αμετάκλητα η εις βάρος μου αναγκαστική εκτέλεση, γι' αυτό δικαιούμαι να ζητήσω την αποζημίωση μου για τις ζημιές που επήλθαν από την εκτέλεση της απόφασης κατ' άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, οι εναγόμενοι προέβησαν στην εκτέλεση της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης και την βίαιη αποβολή μου από το μίσθιο κατάστημα δόλια και με επίγνωση ότι δεν είχαν τέτοιο δικαίωμα, αλλά επέδειξαν κατά την εκτέλεση της πράξης αυτής ασύγγνωστη και βαριά αμέλεια και εν πάση περιπτώσει δεν κατέβαλαν την επιμέλεια του μέσου συνετού ανθρώπου, καθόσον ενέμειναν στην κατάσταση αυτή και μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 41/2996 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, καίτοι φωτοτυπία του περιοδικού (ΝοΒ), στο οποίο είχε δημοσιευθεί η απόφαση αυτή προσκόμιζα κατά τις συζητήσεις στα δικαστήρια.

Οι εναγόμενοι ενήργησαν από κοινού παράνομα και υπαίτια. Εναντίον προς τις κοινωνικές αντιλήψεις, τις επιταγές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.

Ειδικότερα, παρά τις παρακλήσεις μου ότι έχω επενδύσει όλες τις οικονομίες μου στη στεγαζόμενη στο μίσθιο επιχείρηση, ότι θα μείνω εγώ και τόσοι άνθρωποι άνεργοι, συνάμα προσφερόμουν στην καταβολή λογικής αναπροσαρμογής του μισθώματος, αυτοί με πέταξαν κυριολεκτικά στο δρόμο, με συνέπεια να αχρηστευθούν οι εγκαταστάσεις και ο κινητός εξοπλισμός, όπως και όλες οι επενδύσεις, για την πραγματοποίηση των οποίων είχα υποβληθεί σε δανεισμούς και θυσίες.

Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν πέραν της οικονομικής, ηθικής και κοινωνικής καταστροφής να κλονισθεί η υγεία μου, καθόσον υπέστην στις 4/8/1999 οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου, τώρα βρίσκομαι υπό πλήρη φαρμακευτική αγωγή και τακτική καρδιολογική παρακολούθηση. Εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων, καταστράφηκε όλος ο εξοπλισμός της επιχείρησης και έμεινα άνεργος, καθόσον με βάση τις συνέπειες της έξωσης., την ηλικία μου (42) ετών και το επίπεδο μόρφωσης που είχα, ούτε άλλη επιχείρηση μπορούσα ν' ανοίξω, ούτε εργασία κατάλληλη να βρω.

Η συμβατική διάρκεια της μίσθωσης, συμφωνήθηκε από 25 Απριλίου 1993 έως 24 Απριλίου 1999, αυτή όμως ως εμπορική παρατείνεται επί δωδεκαετία (αρθρ. 7 παρ. 6 ν. 2741/1999) και έτσι φτάνει μέχρι 24 Απριλίου 2005. Την ημερομηνία αυτή το μηνιαίο μίσθωμα θα ανήρχετο στο ποσό των 1.213.660 δρχ. ή 3.561,70 Ευρώ μηνιαίως. Το μίσθιο εν συνεχεία ιδιοχρησιμοποιήθηκε από τον εκ των εναγομένων Δ.

Μ. για επιχείρηση Super Market την οποία και διατηρεί μέχρι σήμερα.

Οι ανωτέρω ενέργειες έλαβαν χώρα προκειμένου οι εναγόμενοι να αποφύγουν την καταβολή εις εμέ της αποζημιώσεως που προβλέπεται από το άρθρο 7 παρ. 14 του Ν.2741/99 και υποχρεούντο να μου καταβάλουν με την λήξη της μίσθωσης στην δωδεκαετία. Ειδικότερα με το άρθρο αυτό ο εκμισθωτής οφείλει να καταβάλει στον μισθωτή για την αποκατάσταση της άϋλης εμπορικής αξίας ποσό ίσο με το καταβαλλόμενο κατά τον χρόνον της λήξης της μίσθωσης είκοσι τεσσάρων (24) μηνών.

Συνεπώς οι εναγόμενοι πρέπει να μου καταβάλουν για τους ανωτέρω αναφερομένους λόγους το ποσό των ογδόντα πέντε χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα Ευρώ και ογδόντα λεπτά (85.480,80) Ευρώ (3.561,80 Χ24) αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος και πρέπει να υποχρεωθούν προς τούτο δικαστικώς με απόφαση του Δικαστηρίου σας που θα πρέπει να κηρυχθή προσωρινά εκτελεστή.

Επειδή η παρούσα είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθής.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ -ΑΙΤΟΥΜΑΙ Να γίνει δεκτή η παρούσα αγωγή μου.

Να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να μου καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας για την αιτία που αναφέρεται στο ιστορικό το ποσό των ογδόντα πέντε χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα Ευρώ και ογδόντα λεπτά (85.480,80) με τον νόμιμο τόκο από την 25-4-2005 χρόνον που συμπληρώνεται η δωδεκαετία άλλως από την κοινοποίηση της παρούσης μέχρι εξοφλήσεως. Να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή η εκδοθησομένη απόφαση και Να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στη δικαστική μου δαπάνη".

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 2562/2008 απόφαση του, απέρριψε την ως άνω αγωγή, ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης, που πρότειναν οι εναγόμενοι- ήδη αναιρεσίβλητοι, το οποίο είχε παραχθεί με την τελεσίδικη 5991/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που επικύρωσε την 7217/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε προγενέστερη (η υπ' αρ.

εκθ. κατ. 3571/2003) αγωγή του ίδιου ενάγοντος κατά των αυτών εναγομένων, με αίτημα την καταψήφιση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, στην ίδια ιστορική αιτία (αξίωση από το άρθρο 940 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., συντρεχουσών των προϋποθέσεων των άρθρων 914, 919 Α.Κ., όπως απαιτείται από το εν λόγω άρθρο του Κ.Πολ.Δ.), διότι κρίθηκε ότι δεν βαρύνει τους εναγομένους υπαιτιότητα σε σχέση με την παράνομη ενέργεια τους (επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης χωρίς δικαίωμα και περαιτέρω εμμονή στην από την εκτέλεση προκληθείσα κατάσταση).

Κατά της προαναφερόμενης πρωτοβάθμιας απόφασης (2562/2008), ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την υπ' αρ. εκθ. καταθ. 11312/2-12-2009 έφεση του, η οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Το Εφετείο, με την 1971/2011 προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, δέχθηκε τα εξής: "...

Από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της αγωγής είναι απολύτως σαφές ότι μ' αυτή ο ενάγων εισάγει προς διάγνωση και καταψήφιση αξίωση αποζημίωσης κατ' άρθρο 940 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. Πέραν του ότι ρητώς αναφέρεται στη φύση αυτής της αξίωσης (". . . . δικαιούμαι να ζητήσω την αποζημίωση μου για τις ζημιές που επήλθαν από την εκτέλεση, κατ' άρθρο 940 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ..."),ο ενάγων εξειδικεύει λεπτομερώς την υπαιτιότητα που αποδίδει στους εναγομένους αναφορικά με το παράνομο, συνιστάμενο στην επίσπευση απ' αυτούς της σε βάρος του αναγκαστικής εκτέλεσης (βίαιης αποβολής του από το μίσθιο) χωρίς δικαίωμα ("οι εναγόμενοι προέβησαν στην εκτέλεση της κατακυρωτικής έκθεσης και τη βίαιη αποβολή του από το μίσθιο κατάστημα, δολίως και με επίγνωση ότι δεν είχαν τέτοιο δικαίωμα, άλλως επέδειξαν κατά την εκτέλεση της πράξης αυτής ασύγγνωστη και βαρειά αμέλεια και εν πάση περιπτώσει δεν κατέβαλαν την επιμέλεια του μέσου συνετού ανθρώπου, καθόσον ενέμειναν στην κατάσταση αυτή και μετά την έκδοση της 41/1996 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου...").Ακολούθως ο ενάγων επιχειρεί να θεμελιώσει, στα πλαίσια και πάλι του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ και σε κάθε περίπτωση παρατακτικώς και όχι επικουρικώς τη συνδρομή των προϋποθέσεων αποζημιωτικής ευθύνης κατ' άρθρο 919 ΑΚ με αλυσιτελείς επικλήσεις καταχρηστικής συμπεριφοράς, η οποία δεν συναρτάται με το παράνομο της συγκεκριμένης αμετακλήτως ακυρωθείσας αναγκαστικής εκτέλεσης (άνευ δικαιώματος), αφού η κατάχρηση προϋποθέτει την ύπαρξη δικαιώματος το οποίο όμως ασκήθηκε καθ' υπέρβαση των ορίων που τάσσονται από το άρθρο 281 ΑΚ, και εν τέλει, με την αναφορά ότι οι ενέργειες των εναγομένων "...προκειμένου να αποφύγουν την καταβολή της αποζημιώσεως που προβλέπεται από το άρθρο 7 παρ. 14 του Ν. 2741/1999 και υποχρεούντο να μου καταβάλουν με τη λήξη της μίσθωσης στη δωδεκαετία....", (πρόθεση που από μόνη της χωρίς τη γνώση ή την υπαίτια άγνοια της έλλειψης του δικαιώματος προς επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης δεν συναρτάται με το παράνομο της συγκεκριμένης εκτέλεσης), ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν ο καθένας σε ολόκληρο το ποσό (85.480,40) ευρώ στο οποίο ανέρχεται η εν λόγω αποζημίωση.

Στις προτάσεις που ο ενάγων κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του, επαναλαμβάνονται οι ίδιες επικλήσεις ως προς το παράνομο καθώς και όλες οι επικλήσεις της αγωγής περί υπαιτιότητας των εναγομένων, εκτός απ' αυτή περί πρόθεσής τους να αποφύγουν την καταβολή αποζημίωσης κατά το χρόνο της εκ του νόμου λήξης της μίσθωσης.

Περί της εν λόγω αποζημίωσης ο δεν γίνεται καμμία αναφορά στις προτάσεις. Υπό τα δεδομένα αυτά η αγωγή δεν επιδέχεται διαφορετική εκτίμηση και όσα υποστηρίζει ο εκκαλών στην έφεση, με την οποία απαραδέκτως, κατ' άρθρο 526 εδ. α ΚΠολΔ, μεταβάλλει τη βάση και το αντικείμενο και το αίτημα (αντί αποζημίωσης κατ' άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ" σε αποζημίωση κατ' άρθρο 60 παρ. 1 πδ 34/1995) είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.

Με την έφεση, το περιεχόμενο της οποίας εξαντλείται στα παράπονα κατά της εκκαλουμένης, που προαναφέρθηκαν, δεν αμφισβητείται η νομική ορθότητα του δικανικού συλλογισμού με βάση τον οποίο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε με τις παραδοχές που αναφέρθηκαν πιο πάνω ότι η αγωγή προσκρούει στο δεδικασμένο που απορρέει από την τελεσίδικη 7217/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που οι αιτιολογίες της συμπληρώθηκαν με την απορριπτική της έφεσης του και ήδη ενάγοντος 5991/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών επί προγενέστερης αγωγής του κατά του και ήδη εναγομένου, αλλά απλώς υποστηρίζεται ότι έγινε εσφαλμένη υπαγωγή στις περί δεδικασμένου διατάξεις του ΚΠολΔ αναληθούς περιστατικού (περιεχομένου και αντικειμένου κρινόμενης αγωγής), με αποτέλεσμα εσφαλμένο κατ' ουσίαν συμπέρασμα.

Σε κάθε περίπτωση το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τις περί δεδικασμένου παραδοχές του, που είχαν ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 321 επ. ΚΠολΔ, εφόσον το κρινόμενο αντικείμενο της δίκης, που ανοίχθηκε με την ένδικη αγωγή, ήταν η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα (συνδρομή των προϋποθέσεων αδικοπραξίας, στις οποίες συγκαταλέγεται και η υπαιτιότητα, την ύπαρξη των οποίων απαιτεί η έννομη προστασία του άρθρου 940 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) με αυτό που κρίθηκε (αμετακλήτως μάλιστα ήδη, δυνάμει της 935/2009 απόφασης του Αρείου Πάγου, θεωρημένο αντίγραφο της οποίας προσκομίζουν με επίκληση οι εφεσίβλητοι) στην προηγούμενη μεταξύ των ίδιων και υπό την ίδια ιδιότητα παραοταθέντων διαδίκων δίκη ...." Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. Α.Π. 9/1997, Α.Π. 625/2008, Α.Π 328/2008). Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το Δικαστήριο, ερευνώντας αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού.

Έτσι, εάν στην προσβαλλόμενη απόφαση ουδεμία γίνεται μνεία περί υπάρξεως ή μη υπάρξεως δεδικασμένου, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται από το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ., αλλά τότε μόνο όταν ο διάδικος προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέσθηκε το δεδικασμένο που απορρέει από αυτή, προς απόδειξη της βάσεως της αγωγής ή την απόκρουση αυτής, τον ισχυρισμό δε τούτον, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παρέλειψε να ερευνήσει το Δικαστήριο και συγχρόνως ανέφερε στο αναιρετήριο ότι προέβαλε στο Εφετείο τον ως άνω ισχυρισμό(ΑΠ Ολομ. 1339/1985, Α.Π. 1253/2009).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη.

Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για την μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. (Ολ.Α.Π. 3/2003).

Περαιτέρω, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό της αναίρεσης, αλλά και κάθε λόγου αυτής, ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξαιτίας σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Το έννομο συμφέρον κρίνεται με βάση τη βλάβη που προκαλείται στον αναιρεσείοντα από την προβαλλόμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης (Α.Π. 519/2008).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 60 και 61 του π.δ/τος 34/1995, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 7§§14 και 15 του ν. 2741/1999, προκύπτει ότι σε περίπτωση που η εμπορική μίσθωση λήξει με τη συμπλήρωση δωδεκαετίας, ο εκμισθωτής οφείλει στον μισθωτή, κι1 αποζημίωση για την αποκατάσταση της άϋλης εμπορικής αξίας του μισθίου, ποσό ίσο με το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο της λήξης μίσθωμα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών.

Η σχετική αξίωση του εκμισθωτή πρέπει να ασκηθεί μόνο μετά τη λήξη-συμπλήρωση της δωδεκαετίας από την έναρξη της μίσθωσης και μάλιστα σε αποκλειστικό χρονικό διάστημα 9 μηνών από τη λήξη της δωδεκαετίας, δεν είναι δε νοητή η άσκηση της ίδιας αξίωσης ούτε πριν τη συμπλήρωση της δωδεκαετίας, αφού τότε δεν έχει επέλθει η λήξη της μίσθωσης, ούτε μετά τη συμπλήρωση της εννεάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, που επέρχεται οριστικά απόσβεση της αντίστοιχης αξίωσης του εκμισθωτή για την απόδοση του μισθίου και ο χρόνος της μίσθωσης, αναγκαστικά, παρατείνεται για μια ακόμα τετραετία από τη λήξη της δωδεκαετίας.

Και στις δύο αυτές περιπτώσεις (άσκηση της αξίωσης του εκμισθωτή πριν τη συμπλήρωση της δωδεκαετίας, ή μετά τη συμπλήρωση του εννεάμηνου από τη συμπλήρωση της δωδεκαετίας), δεν έχει λήξει οριστικά η διάρκεια της μίσθωσης, ο δε μισθωτής που ενδίδει οικειοθελώς πλέον στην παρατύπως ασκηθείσα αξίωση του εκμισθωτή, δεν δικαιούται στην προβλεπόμενη αποζημίωση για την αποκατάσταση της άϋλης εμπορικής αξίας (Α.Π. 1542/2012), δοθέντος ότι, ο δικαιολογητικός λόγος καθιέρωσης της άϋλης εμπορικής αξίας, είναι συνυφασμένος με τη μακρόχρονη άσκηση στο μίσθιο της προστατευόμενης δραστηριότητας και την εντεύθεν αύξηση της μισθωτικής του αξίας (Α.Π. 1135/2004).

Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, και με το δεύτερο λόγο αυτής αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένως δεν έλαβε υπόψη ότι η περιεχόμενη στην ένδικη αγωγή του αξίωση αποζημίωσης θεμελιωνόταν κυρίως, άλλως επικουρικώς, στις διατάξεις του άρθρου 60 του π.δ/τος 34/1995, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 παρ. 14 του ν. 2741/1999 ("αποζημίωση αποκατάστασης άϋλης εμπορικής αξίας, σε περίπτωση απόδοσης μισθίου λόγω λήξης της μίσθωσης").

Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένως δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, εμμένοντας ότι η νομική βάση της ένδικης αγωγής είναι το άρθρο 60 παρ. 1 του π.δ/τος 34/1995, όπως ισχύει σήμερα, η εφαρμογή του οποίου δεν προϋποθέτει ευθύνη του μισθωτή, και όχι το άρθρο 940 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.

σε συνδυασμό με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, οι δε αναφορές του στην υπαίτια και άδικη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων έγιναν εκ περισσού, προκειμένου να δώσει έμφαση στη ζημία του. Επί των λόγων αυτών πρέπει να επισημανθούν τα εξής: Η αγωγή του αναιρεσείοντος με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα δεν περιέχει τα απαραίτητα στοιχεία για τη συγκρότηση της αγωγής αποζημίωσης του άρθρου 60 παρ; 1 π.δ/τος 34/1995, διότι η αποβολή του αναιρεσείοντος μισθωτή έγινε κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφό της όχι μετά πάροδο δωδεκαετίας, αλλά μετά από παραμονή του τελευταίου στο μίσθιο για χρονικό διάστημα τριών ετών ενός μηνός και είκοσι δύο ημερών, και έτσι αυτός, που δεν επιδίωξε, όπως είχε δικαίωμα, την επανεγκατάσταση του στο μίσθιο, όταν δικαιώθηκε με την 6110/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δεν δικαιούται την προβλεπόμενη αποζημίωση για αποκατάσταση άϋλης εμπορικής αξίας (πελατείας -φήμης οργανωμένης σε οικονομική ενότητα), για τη δημιουργία της οποίας, άλλωστε, απαιτείται, όπως προαναφέρθηκε, εμπορική δραστηριότητα στο μίσθιο με μακροχρόνια χρήση του.

Κατά συνέπεια, όλοι οι λόγοι αναίρεσης, η υποτιθέμενη παραδοχή κάποιου των οποίων θα οδηγούσε στην απόρριψη της ένδικης αγωγής, όχι ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, αλλά ως μη νόμιμη, είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος. Πέραν τούτου είναι και αβάσιμοι, διότι οι μεν στηριζόμενοι στο άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.

δεν ιδρύονται, αφού το Δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε κατά πρόταση των εναγομένων και δέχθηκε τη συνδρομή των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κάνοντας ρητή μνεία περί αυτής και απορρίπτοντας την αγωγή, ο δε αποδίδων την από το άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, διότι το Εφετείο, ορθώς, με τις προδιαληφθείσες αιτιολογίες δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, η ένδικη αγωγή στηρίζεται στην ίδια νομική και ιστορική αιτία με την ως άνω προγενέστερη αγωγή μεταξύ των ίδιων προσώπων.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800 ευρώ ( άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 393/2013 αίτηση για αναίρεση της 1971/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ