413/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 33617/1997 μη οριστική, 11642/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 377/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10 Μαϊου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 3 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated413/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.
Full text
Απόφαση 413 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 413/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος: ...., δικηγόρου, κατοίκου ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Φωτεινόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: ...., κατοίκου ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέλιο Σταματόπουλο, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 33617/1997 μη οριστική, 11642/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 377/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10 Μαϊου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 3 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4, 562 παρ.2, 566 παρ.1, 577 παρ.3 και 578 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο 1) η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και 2) το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, επί πλέον δε να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής, διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, κατ άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (Ολομ.Α.Π. 32/1996, Ολομ.Α.Π. 27/1998).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στο Εφετείο, το οποίο δέχθηκε την έφεση του εκκαλούντα -ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε ως προς αυτόν την εκκληθείσα απόφαση και στη συνέχεια απέρριψε ως προς τον ίδιο (δεύτερο εναγόμενο-εκκαλούντα-αναιρεσίβλητο) την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη, ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ.) και δη του άρθρου 127 Α.Κ., χωρίς να αναφέρει 1) τις πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο αυτό ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το αβάσιμο της αγωγής ως προς τον αναιρεσίβλητο και 2) το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.
Επί του εκ του άρθρου 559 αριθ.11γ του Κ.Πολ.Δ. παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει, για το ορισμένο του σχετικού αναιρετικού λόγου, να εξειδικεύονται (προσδιορίζονται) στο αναιρετήριο τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσαγωγή τους.Επίσης, πρέπει να καθορίζεται και ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξ άλλου, επί παραπόνου για λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, για το ορισμένο του σχετικού λόγου, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη, ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη και η επίδραση του άνω ισχυρισμού στο διατακτικό της αποφάσεως.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο εκ του άρθρου 559 αριθ.11 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τα επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα και έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 του Κ.Πολ.Δ.Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, μη διαλαμβάνων τα στοιχεία που, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, έπρεπε να διαλαμβάνει για να είναι ορισμένος, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.12 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Για το ορισμένο του άνω λόγου αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνονται 1)για την απόδειξη ποίου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, 2)ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, 3)ποια αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε σ αυτό (αποδεικτικό μέσο) από το δικαστήριο της ουσίας και 4)ποιο είναι το σχετικό σφάλμα της αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον εκ του άρθρου 559 αρ.12 του Κ.Πολ.Δ. τρίτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων".Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, μη διαλαμβάνων τα άνω στοιχεία που έπρεπε να διαλαμβάνει για να είναι ορισμένος, είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-5-2005 αίτηση του ....για αναίρεση της 377/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 26 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ