Legislator Case Law & Legislation
413/2006 AI generated

413/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 413/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

413/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΕΠΕΙΔΗ, για το παραδεκτό της αίτησης αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται σ'αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως από αυτούς που περιοριστικώς προβλέπονται στο νόμο (άρθρ. 559 και 560 ΚΠολΔικ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 413 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 413/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α) Της αναιρεσείουσας: Μ. συζύγου Γ. Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ναούμ Τζίφρα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χήρας Β. Π., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Π. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 3) Β. συζύγου Ε. Γ., κατοίκου ... και 4) Α. χήρας Ι. Κ., το γένος Ι. Β., κατοίκου .... Οι 2η και 3η των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φίλιππο Θεοδοσιάδη, ο οποίος δήλωσε ότι η πρώτη αυτών απεβίωσε την 3-6-2005 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις 2η και 3η των αναιρεσιβλήτων οι οποίες συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη. Η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ναούμ Τζίφρα

Β) Της αναιρεσείουσας: Α. χήρας Ι. Κ., το γένος Ι. Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ναούμ Τζίφρα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. συζύγου Γ. Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ναούμ Τζίφρα, 2) Α. χήρας Β. Π., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) Π. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 4) Β. συζύγου Ε. Γ., κατοίκου .... Οι 3η και 4η των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φίλιππο Θεοδοσιάδη, ο οποίος δήλωσε ότι η δεύτερη αυτών απεβίωσε την 3-6-2005 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις 3η και 4η των αναιρεσιβλήτων οι οποίες συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-1997 αγωγή της αρχικής ενάγουσας Χ. χήρας Γ. Γ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 516/1998 μη οριστική,3138/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, και 1815/2000, 9945/2002 διορθωτική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 23-9-2002 και 13-3-2003 αντίστοιχα αιτήσεις τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Νικόπουλος ανέγνωσε τις από 2 Νοεμβρίου 2005 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη των κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή των αιτήσεων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, οι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εκκρεμούσες δύο αιτήσεις αναιρέσεως, ήτοι α) η από 23.9.2002 της Μ. Α. κατά των Α. Π. κτλ και κατά των υπ' αρίθμ. 1815/2002 και 9945/2002 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών και β) η από 13.3.2003 της Α. Κ. κατά των Μ. Α. κτλ και κατά των αυτών ως άνω αποφάσεων πρέπει να συνεκδικασθούν διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διαδικασία και επέρχεται μείωση των εξόδων.-

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρ. 555 ΚΠολΔικ δεύτερη αναίρεση του ίδιου διαδίκου κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται. Εξάλλου κατά το άρθρ. 569 § 2 του ίδιου Κώδικα οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνο με ξεχωριστό δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου. Τέλος κατά το αρθρ. 577 § 2 του ίδιου κώδικα αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Το ίδιο ισχύει κατ' αναλογίαν και για τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης.

Εν προκειμένω η από 23.9.2002 αίτηση της Μ. Α. καθό μέρος στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 1815/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών είναι δεύτερη τέτοια, αφού κατά της ίδιας απόφασης όπως ρητά αναφέρει σ'αυτήν η ίδια η αναιρεσείουσα, άσκησε ήδη την από 23-9-2002 αίτηση αναιρέσεως και συνεπώς αυτή ως δεύτερη είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Εξάλλου απορριπτέα είναι ως απαράδεκτη η αυτή αναίρεση αν ήθελε εκτιμηθεί ως δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, αφού αυτή κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών και όχι στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου όπου έπρεπε να κατατεθεί ως δικόγραφο προσθέτων λόγων.

ΕΠΕΙΔΗ, για το παραδεκτό της αίτησης αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται σ'αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως από αυτούς που περιοριστικώς προβλέπονται στο νόμο (άρθρ. 559 και 560 ΚΠολΔικ).

Εν προκειμένω η από 13-3-2003 αίτηση αναιρέσεως καθό μέρος στρέφεται κατά της ίδιας ως άνω υπ' αριθμ. 1845/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη διότι δεν αναφέρει κανένα λόγο αναιρέσεως κατ' αυτής. Κατά τα λοιπά η αναίρεση αυτή καθό μέρος στρέφεται κατά της δεύτερης ως άνω υπ' αριθμ. 9945/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών είναι παραδεκτή ως ασκουμένη από την προσθέτως υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης παρεμβαίνουσα προς βελτίωση των λόγων αναιρέσεως που ασκεί εκείνη κατά την ίδια απόφαση, αφού δεν προβάλλει ότι η τελευταία αυτή διάδικος της αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητας που απέκτησε από τον εκπλειστηριασμό του επιδίκου ως υπερθεματίστρια, ο οποίος επισπεύθηκε σε βάρος εκείνης. Η δεύτερη όμως αυτή αναίρεση καθό μέρος στρέφεται και κατά της υπέρ 'ης η πρόσθετη παρέμβαση Μ. Α. είναι απορριπτέα για έλλειψη νομιμοποιήσεως.-

ΕΠΕΙΔΗ από τη διάταξη του άρθρ. 315 ΚΠολΔικ, που ορίζει ότι "αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της απόφασης διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του", προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η διόρθωση της απόφασης και στην περίπτωση που το δικαστήριο παρέλειψε να περιλάβει διάταξη στο διατακτικό της απόφασης ως προς ορισμένο αίτημα του διαδίκου, με το οποίο όμως ασχολήθηκε στο αιτιολογικό της.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι, που διαδέχθηκαν την αρχική ενάγουσα Χ. χήρα Γ. Γ. ως κληρονόμοι της, άσκησαν έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης που απέρριψε την αγωγή με την οποία η ενάγουσα ζητούσε την ακύρωση λόγω ουσιώδους πλάνης της συμβολαιογραφικώς καταρτισθείσης πωλήσεως του επιδίκου ακινήτου από εκείνη προς την εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα Μ.

σύζυγο Γ. Α. και την απόδοση του πωληθέντος ακινήτου σ'αυτή κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις του Αστικού Κώδικα, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, επί της οποίας (εφέσεως) εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1815/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή η έφεση και αφού εξαφανίσθηκε η αντίθετη πρωτόδικη απόφαση έγινε δεκτή η αγωγή μόνο ως προς το διαπλαστικό αίτημα αυτής περί ακυρώσεως της ένδικης πώλησης λόγω πλάνης χωρίς να περιλάβει στο διατακτικό της απόφασης διάταξη σχετική με το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής περί αποδόσεως του πωληθέντος ακινήτου στην ενάγουσα μετά την ακύρωση της πώλησης κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.

Λόγω της ελλείψεως αυτής του διατακτικού της ως άνω απόφασης οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν με αίτησή τους την τη διόρθωση αυτής, διότι κατ' αυτής από προφανή παραδρομή το Εφετείο, ενώ έκρινε επί της αγωγής με το ως άνω περιεχόμενο, την οποία δέχθηκε ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, παρέλειψε να περιλάβει διάταξη στο διατακτικό της και περί του καταψηφιστικού αιτήματος που αφορούσε την απόδοση του πωληθέντος ακινήτου.

Την αίτηση αυτή δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 9945/2002 απόφασή του κρίνοντας ότι η ως άνω υπό διόρθωση απόφαση, ενώ στο αιτιολογικό της μετά από συνεκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, καταλήγει αβιάστως στο πόρισμα ότι πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή, χωρίς καμιά απολύτως διάκριση μεταξύ του διαπλαστικού αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης συμβάσεως λόγω πλάνης και του καταψηφιστικού τοιούτου για απόδοση του ακινήτου, εν τούτοις στο διατακτικό της δεν περιέχει από προφανή παραδρομή του δικαστηρίου διάταξη και για το δεύτερο αυτό αίτημα, και έτσι αυτό (διατακτικό) είναι ελλιπές, αφού δεν περιέχει όλες τις διατάξεις που προβλέφθηκαν στο σκεπτικό της απόφασης.

Από την επισκόπηση όμως της απόφασης που διορθώθηκε προκύπτει ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε δεν ασχολήθηκε καθόλου με το καταψηφιστικό αίτημα της ως άνω αγωγής ούτε στο αιτιολογικό ούτε στο διατακτικό αυτής, αλλά περιορίσθηκε στην έκθεση του περιεχομένου της αγωγής, περιέχουσας βέβαια και το αίτημα αυτό, χωρίς όμως να ασχοληθεί με το αίτημα αυτό, μέσω της έρευνας του παραδεκτού, του νόμιμου και του κατ' ουσία βάσιμου τούτου, με αποτέλεσμα να μην επιτρέπεται η κατά το άρθρ. 315 ΚΠολΔικ διόρθωση της απόφασης με την συμπλήρωση του διατακτικού της με νέα διάταξη αναφερόμενη στο ως άνω αίτημα.

Ενόψει αυτών η περί διορθώσεως αίτηση της ως άνω απόφασης έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη εφόσον δεν επιτρέπεται στην προκειμένη περίπτωση η διόρθωση από το άρθρ. 315 ΚΠολΔικ. Κατά συνέπεια κρίνοντας αντίθετα το Εφετείο και δεχόμενο την αίτηση αυτή υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔικ της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου και πρέπει να αναιρεθεί κατά τον βάσιμο περί τούτου μοναδικό λόγο των δύο αναιρέσεων.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την συνεκδίκαση των αναφερόμενων στο σκεπτικό αιτήσεων αναιρέσεως.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτές καθ'ό μέρος στρέφεται κατά της υπ'αριθμ. 1815/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τη δεύτερη από αυτές και καθό μέρος στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 9945/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών αλλά μόνο ως προς την αναιρεσίβλητη Μ. Α..

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα Α. Κ. στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης Μ. Α. την οποία ορίζει σε χίλια εκατό εβδομήντα ευρώ (1.170).

ΔΕΧΕΤΑΙ κατά τα λοιπά και τις δύο αιτήσεις καθό μέρος στρέφονται κατά της υπ' αριθμ. 9945/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 9945/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο προς περαιτέρω εκδίκαση, το οποίο θα συγκροτηθεί προς τούτο από άλλους δικαστές. ΚΑΙ

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους (πλην της Μ. Α.) στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια ευρώ (1.500).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ