Supreme Court remands constitutional challenge to salary cuts to Full Bench due to pending Council of State case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the third ground of appeal regarding the third party's procedural conduct but remanded three other grounds to the Full Bench. The appellants challenged a lower court decision upholding salary reductions for researchers and doctors under Law 4093/2012, arguing violations of constitutional principles of equal treatment and proportionality. The court noted that the Council of State had already accepted a similar case for review, necessitating a remand to the Full Bench for a unified ruling on the constitutionality of the salary cuts.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 563 para. 2 of the Code of Civil Procedure: When a constitutional challenge concerns provisions already under review by the Council of State, the Supreme Court must remand the case to its Full Bench for a collective decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 412 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 412/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Ε. Κ. του Ι., 2)Σ. Π. του Δ., 3)Ε. Λ. του Δ., 4)Γ. Χ. του Α., 5)Ά. Λ. του Ι., 6)Β. Β. του Ν., 7)Ι. Π. του Δ., 8)Γ. Π. του Σ., 9)Ι. Α. του Β., 10)Α. - Μ. - Α. Ξ. του Γ., 11)Α. - Κ. Κ. του Χ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Μεταξά, η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία «Ε. Ι. «Ε. (…), που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Αγαπάκη, η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2065/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1262/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-7-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 20.7.2021 και με αριθμό κατάθεσης 6320/816/30.7.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1262/6.3.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών την από 1.2.2018 και με αριθμό κατάθεσης 10664/669/2018 έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ κατά της με αριθμό 2065/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ίδια ειδική διαδικασία επίσης αντιμωλία των διαδίκων επί της από 25.7.2017 και με αριθμό κατάθεσης 564944/1929/2017 αγωγής των εναγόντων -εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσειόντων, την οποία έστρεφαν και κατά του Ελληνικού Δημοσίου (μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη) και με την οποία, επικαλούμενοι τις μεταξύ αυτών και του πρώτου εναγομένου - αναιρεσίβλητου συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και την κατά το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ ευθύνη του Δημοσίου, ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να τους καταβάλουν εις ολόκληρον τα ποσά που ανέγραφαν για τον καθένα τους με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής για διαφορές αποδοχών που αφορούσαν στο χρονικό διάστημα από 1.8.2012 μέχρι 30.4.2017, οφειλόμενες στη μείωση των μέχρι 31.7.2012 καταβαλλομένων αποδοχών τους, η οποία (μείωση) επήλθε κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του ν. 4093/2012, που αντίκεινται στις παρατιθέμενες στην αγωγή διατάξεις του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, αφού απέρριψε την ως άνω αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου, δέχθηκε αυτή κατά την κύρια βάση της ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 1262/2019, απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 1.2.2018 έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος - αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε ως μη νόμιμη.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από ηττηθέντες διαδίκους, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, δημοσιεύθηκε στις 6.3.2019 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 30.7.2021, μέσα, δηλαδή στη διετή προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι σύμφωνα με το πρώτο και τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (Α'104) και το πρώτο και τρίτο εδάφιο της περ.
α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α'48), οι προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 μέχρι 31.5.2020 και από 7.11.2020 μέχρι 5.4.2021 με συνέπεια να μην υπολογίζονται τα πιο πάνω χρονικά διαστήματα, σε αυτές, τούτο δε ισχύει κατά την αληθή έννοια των πιο πάνω ρυθμίσεων και επί της προθεσμίας της παρ. 3 του άρθρου 564 του ΚΠολΔ [άρθρο 49 του ν. 4963/2022 (ΦΕΚ Α 149/30.7.2022).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 14/2004, ΟλΑΠ 3/1997).
Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 1082/2018), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1082/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος του τρίτου (και τελευταίου) λόγου αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, αιτιώμενοι ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα θεώρησε κατά κακή εκτίμηση ότι αυτοί ως ερευνητές δήθεν ισχυρίζονται εξομοίωσή τους με το Διδακτικό Εκπαιδευτικό Προσωπικό (Δ.Ε.Π.) των Α.Ε.Ι., ενώ κατά το δικόγραφο της αγωγής τους νομική βάση αυτής αποτελεί ο ισχυρισμός τους ότι ως ερευνητές αποτελούν το επιστημονικό εκείνο προσωπικό της χώρας, που με το έργο του προάγει την επιστήμη και συντελεί στη διάδοση νέας επιστημονικής γνώσης κατ' επιταγή του άρθρου 16 του Συντάγματος, που δικαιολογεί την ιδιαίτερη μισθολογική τους μεταχείριση από το νομοθέτη.
Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των ουσιωδών για την έρευνα της βασιμότητας του ως άνω αναιρετικού λόγου ισχυρισμών που διαλαμβάνονται στην ένδικη αγωγή, προκύπτει ότι στη με αριθμό 5 παράγραφο αυτής (σελ.9 και 10) αναγράφονται κατά λέξη τα εξής: "Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι ο νομοθέτης επεφύλαξε διαχρονικώς στους ερευνητές ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση, με αποδοχές προβλεπόμενες ειδικώς στο νόμο, κατ' εκτίμηση των ειδικών συνθηκών άσκησης του λειτουργήματός τους και ύψους ανάλογου προς τη σπουδαιότητα του έργου τους.
Η ευνοϊκή αυτή μισθολογική μεταχείριση για τους ερευνητές απορρέει εκ της αναγνωρίσεώς τους από το νομοθέτη ως δημοσίων λειτουργών -μισθολογικά αντίστοιχων προς τα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. επί σειρά ετών - οι οποίοι είναι αναγκαίο να έχουν και ιδιαιτέρως αυξημένα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, όπως ακριβώς και τα μέλη Δ.Ε.Π./Α.Ε.Ι., εξ αυτού του λόγου άλλωστε οι ερευνητές έχουν δικαίωμα, εφόσον το επιθυμούν, να κριθούν από τις αρμόδιες επιτροπές προκειμένου να καταλάβουν θέση Δ.Ε.Π.
στα Πανεπιστήμια της χώρας." και στο τέλος της πρώτης παραγράφου της 18ης σελίδας της αγωγής, η οποία φέρει και πάλι τον αριθμό 5 και στην οποία εκτίθεται ότι οι διατάξεις του αριθμού 22 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 αντίκεινται στο άρθρο 16 του Συντάγματος και στην απορρέουσα από αυτό αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των εναγόντων, καθώς και προς τις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, αναγράφεται σε παρένθεση "(adhoc ΣτΕ 4741/2014 απόφαση Ολομέλειας)".
Επί του ως άνω ισχυρισμού των εναγόντων -αναιρεσειόντων, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε τις ακόλουθες κατά λέξη παραδοχές: "Επειδή δε, οι ενάγοντες, προς επίρρωση των ισχυρισμών τους, επικαλούνται μία "ισοδυναμία" τους, άλλως "αναλογία" με τα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι., για τα οποία έχει κριθεί, με την (ομοίως επικαλούμενη στην αγωγή) Ολομ.
ΣτΕ 4741/2014, ότι οι μειώσεις των αποδοχών τους με τον ίδιο ως άνω Νόμο 4093/2012 αντίκεινται στο Σύνταγμα, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Οι ενάγοντες, ως Ερευνητές, ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία εργαζομένων από τα μέλη Δ.Ε.Π./Α.Ε.Ι. και τελούν σε διαφορετικές υπηρεσιακές και μισθολογικές συνθήκες. Με τις διατάξεις των άρθρων 13, 16 και 17 του ν. 2530/1997 οι αποδοχές των ανωτέρω (ερευνητών των εθνικών ερευνητικών κέντρων και ανεξάρτητων ερευνητικών ινστιτούτων) αποσυνδέθηκαν από τις αποδοχές των μελών Δ.Ε.Π.
των Α.Ε.Ι. και θεσπίσθηκε νέο ειδικό μισθολόγιο για αυτούς. Η ρύθμιση αυτή δε, έχει κριθεί ότι, δεν παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι οι ερευνητές αποτελούν διακεκριμένη επαγγελματική κατηγορία σε σχέση με τα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι., με διάφορο αντικείμενο και συνθήκες εργασίας". Από τα ως άνω προκύπτει ότι στην ένδικη αγωγή διαλαμβανόταν ισχυρισμός των εναγόντων ότι η επί σειρά ετών ευνοϊκή μισθολογική τους μεταχείριση απέρρεε από την αναγνώρισή τους από το νομοθέτη ως δημόσιων λειτουργών μισθολογικά αντιστοίχων με τα μέλη Δ.Ε.Π των Α.Ε.
και ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απάντησε και απέρριψε ευθέως τον εν λόγω αγωγικό ισχυρισμό με την αιτιολογία που παρατέθηκε. Κατά συνέπεια, το δεύτερο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του "πράγματα" που δεν προτάθηκαν με την ένδικη αγωγή, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο.
Με την παράγραφο 1 του άρθρου 38 με τον υπότιτλο "Βασικός Μισθός Επιδόματα" του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ..." (ΦΕΚ Α 297).οριζόταν ότι ο βασικός μηνιαίος μισθός των Ερευνητών που υπηρετούν σε Εθνικά Ερευνητικά Κέντρα και ανεξάρτητα Ερευνητικά Ινστιτούτα, τα οποία διέπονται από τις διατάξεις του ν. 1514/1985 (ΦΕΚ Α 13 Α), καθώς και σε κέντρα έρευνας της Ακαδημίας Αθηνών, καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό της βαθμίδας του Ερευνητή Δ, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ: (α) Ερευνητής Α 1,50, (β) Ερευνητής Β 1,30, (γ) Ερευνητής Γ 1,10, (δ) Ερευνητής Δ 1,00.
Με το δε άρθρο 5 του ν. 3670/2008 (ΦΕΚ Α 117/20.6.2008) ο βασικός μηνιαίος μισθός του Ερευνητή Δ είχε ορισθεί σε 1.132 ευρώ από 1.10.2008. Επίσης, με την παράγραφο 3 περ. β, γ και ε του ίδιου άρθρου του ν. 3205/2003 ορίζονταν τα εξής: Πέρα από το βασικό μισθό των προηγουμένων παραγράφων παρέχονται και τα εξής επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις κατά μήνα:
α. [...], β. Πάγια αποζημίωση για τη δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και γα συμμετοχή σε συνέδρια, οριζόμενη ως εξής: i. Ερευνητές Α 411 ευρώ, Ερευνητές Β 264 ευρώ, Ερευνητές Γ 176 ευρώ, Ερευνητές Δ 176 ευρώ. ii [...]. γ. Ειδικό ερευνητικό, για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας, καθώς και την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων, οριζόμενο ως εξής: i Eρευνητές Α 388 ευρώ, Ερευνητές Β 354 ευρώ, Ερευνητές Γ 319 ευρώ, Ερευνητές Δ 288 ευρώ, ii [...].
δ. Οικογενειακή παροχή [...] ε. Ραδιενέργειας στους Ερευνητές και στους Ειδικούς Λειτουργικούς Επιστήμονες του Εθνικού Κέντρου Έρευνας Φυσικών Επιστημών (Ε.Κ.Ε.Φ.Ε.) "ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ", οριζόμενο κατά ζώνη ως εξής: [...]. Περαιτέρω με τις παραγράφους 5 και 6 του άρθρου 38 του ν. 3205/2003 ορίζονταν τα εξής: "5. Οι αποδοχές των διευθυντών των ερευνητικών κέντρων, των ινστιτούτων τους και των αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων, καθώς και του Προέδρου της Ε.Ε.Α.Ε.
είναι ο βασικός μισθός του ερευνητή Δ` με συντελεστή 1,7 στρογγυλοποιούμενος στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ, μαζί με όλα τα επιδόματα, τις παροχές και τις αποζημιώσεις, όπως αυτές ορίζονται στις παραγράφους 1, 3 και 4 του παρόντος άρθρου. Πέραν των αποδοχών αυτών, στους διευθυντές αυτούς καταβάλλεται και επίδομα θέσης ευθύνης, ύψους πεντακοσίων ογδόντα επτά ευρώ (587 €) το μήνα για τους διευθυντές των ινστιτούτων των ερευνητικών κέντρων και των αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων και επτακοσίων τριάντα τεσσάρων ευρώ (734 €) για τους διευθυντές των ερευνητικών κέντρων.
Διευθυντές που είναι μέλη Δ.Ε.Π. εισπράττουν ολόκληρο το επίδομα χρόνου υπηρεσίας, ανάλογα με τα έτη προϋπηρεσίας που αναγνωρίζονται από το οικείο Α.Ε.Ι. 6. Προκειμένου περί ερευνητών Α` τα ποσά των περιπτώσεων ί των εδαφίων β` και γ` της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού προσαυξάνονται κατά εκατόν δεκαεπτά ευρώ (117 €), με τη συμπλήρωση είκοσι πέντε (25) ετών υπηρεσίας".
Ακολούθως με την παρ. 23 περ. γ' του άρθρου 55 του ν. 4002/2011 (ΦΕΚ Α 180/22.8.2011) ορίσθηκε ότι μειώνονται από 1.7.2011 κατά ποσοστό 25% τα ποσά της περίπτωσης i του εδαφίου γ της παραγράφου 3 του άρθρου 38 του ν. 3205/2003 όπως ισχύουν, δηλαδή ότι από 1.7.2011 μειώνονται κατά το ως άνω ποσοστό 25% τα ποσά που αφορούν το ειδικό ερευνητικό επίδομα.
Περαιτέρω, με τον αριθμό 22 της υποπαραγράφου Γ.1 "Μισθολογικές Διατάξεις του Δημόσιου Τομέα" της παραγράφου Γ "Ρυθμίσεις θεμάτων Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής" του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2015. Επείγοντα μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής" (ΦΕΚ Α 222) οι ως άνω παράγραφο 1, 3 περ.
β, γ και ε, 5 και 6 του άρθρου 38 του ν. 3205/2003, όπως μέχρι τότε είχαν τροποποιηθεί και ίσχυαν, αντικαταστάθηκαν ως εξής: "Ι. 1. Ο βασικός μηνιαίος μισθός των Ερευνητών που υπηρετούν σε Εθνικά Ερευνητικά Κέντρα και ανεξάρτητα Ερευνητικά Ινστιτούτα, τα οποία διέπονται από τις διατάξεις του ν. 1514/1985 (Α` 13), καθώς και σε κέντρα έρευνας της Ακαδημίας Αθηνών καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό της βαθμίδας του Ερευνητή Δ`, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:
α. Ερευνητής Α' 1,37, β. Ερευνητής Β` 1,25, γ. Ερευνητής Γ 1,08, δ. Ερευνητής Δ` 1,00. Για τη διαμόρφωση των ανωτέρω νέων βασικών μισθών, ο βασικός μηνιαίος μισθός του Ερευνητή Δ` ορίζεται σε χίλια είκοσι ευρώ (1.020 €). [...].
ΙΙ. 3. β. Πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια οριζόμενη ως εξής: ί. Ερευνητές Α' 273 €, Ερευνητές Β` 184 €, Ερευνητές Γ` 128 €, Ερευνητές Δ` 128 €. ii.[...]. γ. Ειδικό ερευνητικό, για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας, καθώς και την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων, οριζόμενο, ως εξής: i.Ερευνητές Α' 226 €, Ερευνητές Β` 215 €, Ερευνητές Γ' 200 €, Eρευνητές Δ` 184 €. ii. [...]. "ε.
Ραδιενέργειας, στους Ερευνητές και στους Ειδικούς Λειτουργικούς Επιστήμονες του Εθνικού Κέντρου Έρευνας Φυσικών Επιστημών (Ε.Κ.Ε.Φ.Ε.) "ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ", οριζόμενο, κατά ζώνη, ως εξής: [...]. "5. Οι αποδοχές των διευθυντών των ερευνητικών κέντρων, των ινστιτούτων τους και των αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων, καθώς και του Προέδρου της Ε.Ε.Α.Ε.
είναι ο βασικός μισθός του ερευνητή Δ` με συντελεστή 1,7 στρογγυλοποιούμενος στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ, μαζί με όλα τα επιδόματα, τις παροχές και τις αποζημιώσεις, όπως αυτές ορίζονται στις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου με τις προϋποθέσεις καταβολής τους. Πέραν των αποδοχών αυτών, στους διευθυντές αυτούς καταβάλλεται και επίδομα θέσης ευθύνης, ύψους τετρακοσίων ευρώ (400 €) το μήνα για τους διευθυντές των ινστιτούτων των ερευνητικών κέντρων και των αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων και πεντακοσίων ευρώ (500 €) για τους διευθυντές των ερευνητικών κέντρων.
Διευθυντές που είναι μέλη Δ.Ε.Π. εισπράττουν ολόκληρο το επίδομα χρόνου υπηρεσίας, ανάλογα με τα έτη προϋπηρεσίας που αναγνωρίζονται από το οικείο Α.Ε.Ι.. 6. Προκειμένου περί ερευνητών Α` τα ποσά των περιπτώσεων i των εδαφίων β` και γ` της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού προσαυξάνονται κατά εβδομήντα ευρώ (70 €), με τη συμπλήρωση είκοσι πέντε (25) ετών υπηρεσίας.".
Από την αντιπαραβολή των διατάξεων των παραγράφων 1, 3 περ. β, γ και ε, 5 και 6 του ν. 3205/2003 όπως ίσχυαν μέχρι τις 31.7.2012 και όπως ισχύουν από την 1.8.2012, μετά, δηλαδή, την αντικατάστασή τους με τον αριθμό 22 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και μέχρι την κατάργηση της τελευταίας αντικατάστασής τους με το άρθρο 160 του ν. 4472/2017 (ΦΕΚ Α 74/19.5.2017) η ισχύς του οποίου αρχίζει από την 1.1.2017 [σύμφωνα με το άρθρο 162 του τελευταίου αυτού νόμου], σαφώς προκύπτει ότι με τις διατάξεις του αριθμού 22 της υποπαραγράφου Γ.1.
της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 επήλθε σημαντική μείωση στις μέχρι τότε καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές (βασικό μηνιαίο μισθό, επιδόματα και αποζημιώσεις) των ερευνητών όλων των βαθμίδων που απασχολούντο στα Εθνικά Ερευνητικά Κέντρα, στα Ανεξάρτητα Ερευνητικά Ινστιτούτα που διέπονται από τις διατάξεις του ν. 1514/1985 όπως έχει αντικατασταθεί και ισχύει, καθώς και σε Κέντρα Έρευνας της Ακαδημίας Αθηνών.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι πέραν των μειώσεων των αποδοχών των ερευνητών που προβλέφθηκαν με το άρθρο πρώτο παράγραφος Γ, υποπαράγραφος Γ.1 αριθμός 22 Ι και
ΙΙ του ν. 4093/2012 και στο πρόσφατο παρελθόν είχαν επιβληθεί και άλλες περικοπές στις εν λόγω αποδοχές, προς αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης που αντιμετώπιζε η χώρα με προηγούμενα νομοθετήματα [άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3833/2010 (ΦΕΚ Α 40/15.3.2011), άρθρο τρίτο παράγραφος 4 του ν. 3845/2010 (ΦΕΚ Α 65/6.5.2010) άρθρο 38 του ν. 3986/2011 , άρθρο 55 παρ. 23 περ. γ του ν. 4002/2011], οι οποίες (προηγούμενες μειώσεις) κρίθηκαν συνταγματικά ανεκτές και συμβατές με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ Υπόθεση Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας, ΟλΣτΕ 668/2012, ΟλΕλΣυν. 1388/2018, ΑΠ 1460/2018, ΑΠ 1147/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 308/2020, ΑΠ 1420/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο και τον τρίτο κατά το πρώτο του σκέλος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να απορρίψει την αγωγή τους ως μη νόμιμη αποφαινόμενο ότι οι επιβληθείσες με τη διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ.1 αριθμός 22 Ι και
ΙΙ του ν. 4093/20122 μειώσεις των αποδοχών τους δεν αντιβαίνουν στο άρθρο 16 παρ. 1 του Συντάγματος και στην απορρέουσα από αυτό αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ερευνητών, καθώς στο άρθρο 4 παρ. 4 του Συντάγματος και στην απορρέουσα από αυτό αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη, παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, από τις οποίες, για όσα ειδικότερα διαλαμβάνονται στους ως άνω αναιρετικούς λόγους, προκύπτει η παραβίασή τους με τη νομοθέτηση των πιο πάνω μειώσεων. Επίσης, με τον δεύτερο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να απορρίψει την αγωγή τους ως μη νόμιμη δεχόμενο ότι οι αναδρομικές μειώσεις των αποδοχών τους που επιβλήθηκαν με τη διάταξη του αριθμού 22 Ι και
ΙΙ της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και με την κατ' εξουσιοδότηση αυτής εκδοθείσα με αριθμό οικ.2/83408/14.11.2012 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών δεν αντιβαίνουν στις αρχές της αναλογικότητας και δεν κλονίζουν το αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσής τους ως ερευνητών, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974), από τις οποίες, για όσα ειδικότερα αναπτύσσονται στο δεύτερο αναιρετικό λόγο, προκύπτει η παραβίασή τους με τη νομοθέτηση των πιο πάνω μειώσεων των αποδοχών των ερευνητών.
Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της από 25.7.2017 και με αριθμό κατάθεσης 564944/1929/2017 αγωγής, της με αριθμό 2065/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, του δικογράφου της από 1.2.2018 και με αριθμό κατάθεσης 10664/669/2018 έφεσης και της προσβαλλόμενης, με αριθμό 1262/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος για την ενιαία έρευνα της βασιμότητας των ως άνω αναιρετικών λόγων, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 25.7.2017 αγωγή τους, την οποία έστρεψαν κατά του εναγομένου (1ου) και ήδη αναιρεσίβλητου, καθώς και κατά του Ελληνικού Δημοσίου (2ου) [μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη], εξέθεταν ότι δυνάμει συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καθ'όλο το ένδικο χρονικό διάστημα (ήτοι από …μέχρι…) υπηρετούσαν στο εναγόμενο (1°), νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ο μεν πρώτος από αυτούς ως…, οι δε λοιποί….
Ότι, ο τρόπος και το ύψος των αποδοχών τους ρυθμίζονταν με τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος ειδικού μισθολογίου για τους ερευνητές, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.1 εδ. β' του άρθρου 17 του Π.Δ. 226/1989, καθώς κι εκείνες του άρθρου 32 παρ.8 και 9 του ίδιου π.δ. Ότι, ειδικότερα, η υπηρεσιακή και μισθολογική κατάσταση και εξέλιξη των ερευνητών στα ερευνητικά κέντρα ρυθμίστηκε ενιαία με τις διατάξεις του Ν. 1514/1985, με τον οποίο θεσπίστηκε για πρώτη φορά και το μισθολόγιο των ερευνητών, το οποίο ακολούθως συμπληρώθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ.3 του Ν. 1848/1989, οι οποίες και συνέδεσαν τη μισθολογική τους κατάσταση με αυτή των μελών του Δ.Ε.Π.
των Α.Ε.Ι.. Ότι, στη συνέχεια ψηφίστηκε ο Ν. 2530/1997 με τις διατάξεις του άρθρου 17 του οποίου ρυθμίστηκαν εκ νέου οι αποδοχές των ερευνητών, αφού με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ίδιου νόμου έγινε η αποσύνδεση του μισθολογίου των ερευνητών με το αντίστοιχο των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. και ότι ακολούθησαν οι διατάξεις του άρθρου 3 του Ν. 2919/2001, που τροποποίησαν και συμπλήρωσαν τις ως άνω διατάξεις του ν. 2530/1997.
Ότι, περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 38 του Ν. 3205/2003 ρυθμίστηκε ο βασικός μηνιαίος μισθός των ερευνητών που υπηρετούν σε εθνικά ερευνητικά κέντρα και ανεξάρτητα ερευνητικά ινστιτούτα, τα οποία διέπονται από τις διατάξεις του ν. 1514/1985, καθώς και σε κέντρα έρευνας της Ακαδημίας Αθηνών να καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό της βαθμίδας του Ερευνητή Δ' (όπως αυτός αναπροσαρμόστηκε στη συνέχεια και, τελευταία, με το άρθρο 5 περ.
η' του Ν. 3670/2008, σε 1.132 ευρώ), ο οποίος για τις λοιπές βαθμίδες ερευνητή πολλαπλασιάζεται με τους προβλεπόμενους εκεί συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ, πλέον των προβλεπομένων επιδομάτων, παροχών και αποζημιώσεων κατά μήνα (χρόνου υπηρεσίας, πάγιας αποζημίωσης για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης, ειδικού ερευνητικού για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας, οικογενειακή παροχή, εορτών και αδείας).
Ότι από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι ο νομοθέτης επιφύλαξε διαχρονικά στους ερευνητές ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση, με αποδοχές προβλεπόμενες ειδικά στο νόμο, κατ' εκτίμηση των ειδικών συνθηκών άσκησης του λειτουργήματός τους, και ύψους ανάλογου προς τη σπουδαιότητα του έργου τους.
Ότι η ευνοϊκή αυτή μισθολογική μεταχείριση για τους ερευνητές απορρέει από την αναγνώρισή τους από το νομοθέτη ως δημόσιους λειτουργούς - μισθολογικά αντίστοιχους προς τα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. επί σειρά ετών, οι οποίοι είναι αναγκαίο να έχουν και ιδιαίτερα αυξημένα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, όπως ακριβώς και τα μέλη Δ.Ε.Π./Α.Ε.Ι.
και εξ αυτού του λόγου, άλλωστε, οι ερευνητές έχουν δικαίωμα, εφόσον το επιθυμούν, να κριθούν από τις αρμόδιες επιτροπές προκειμένου να καταλάβουν θέση Δ.Ε.Π. στα Πανεπιστήμια της χώρας. Ότι, παρόλα αυτά, την 12-11-2012 δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α' 222 ο Ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013- 2016", με τις διατάξεις των περιπτώσεων 13-36 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του οποίου επήλθαν μειώσεις σε όλα τα χαρακτηρισθέντα από το νομοθέτη "ειδικά μισθολόγια", με βάση τα οποία αμείβονται διάφορες κατηγορίες λειτουργών και υπαλλήλων.
Ότι με την περίπτωση 22 της ως άνω υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 τροποποιήθηκε το άρθρο 38 του Ν. 3205/2003 και επήλθαν μειώσεις στις αποδοχές των ερευνητών με τη μείωση του βασικού μισθού του Ερευνητή Δ', τη μείωση των συντελεστών βάσει των οποίων καθορίζονται οι βασικοί μισθοί των λοιπών βαθμίδων Ερευνητή και με τη μείωση των προβλεπομένων στην παρ.3 περ.β', γ' και ε' του άρθρου 38 του Ν. 3205/2003 επιδομάτων, αποζημίωσης και εξόδων παράστασης.
Ότι, επιπλέον, με την έκδοση της 2/83408/022/14-11-2012 Απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών με τίτλο "Επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών και συντάξεων που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων της υποπαραγράφου Γ1 του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012", (ΦΕΚ Β' 3017/14.11.2012) οι αποδοχές τους μειώθηκαν αναδρομικά από 1-8-2012.
Ότι μέχρι τότε, όμως, είχαν υποστεί και άλλες μειώσεις στις αποδοχές τους και ειδικότερα: 1) Με το άρθρο 1 παρ.5 του Ν. 3833/2010 είχαν μειωθεί κατά ποσοστό 7% οι πάσης φύσης τακτικές αποδοχές (βασικός μισθός), επιδόματα (το ειδικό ερευνητικό επίδομα για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας και την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων), αποζημιώσεις (η πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια), ενώ τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώθηκαν κατά ποσοστό 30% αντίστοιχα. 2) Με το τρίτο άρθρο παρ.4 του Ν. 3845/2010 οι ως άνω αποδοχές είχαν μειωθεί περαιτέρω κατά ποσοστό 3%, ενώ το επίδομα εορτών Χριστουγέννων καθορίστηκε σε 500 ευρώ, το επίδομα εορτών Πάσχα σε 250 ευρώ και το επίδομα αδείας σε 250 ευρώ, τα οποία καταβάλλονταν εφόσον οι πάσης φύσης αποδοχές κατά μήνα δεν υπερέβαιναν, υπολογιζόμενες σε 12μηνη βάση, τις 3.000 ευρώ, ενώ διαφορετικά καταβάλλονταν μειωμένα. 3) Με το άρθρο 38 παρ. 5 του Ν. 3986/2011 ανεστάλησαν από 1-7-2011 και μέχρι τη θέσπιση νέου ενιαίου μισθολογίου οι διατάξεις της περ.α' της παρ.3 του άρθρου 38 του Ν. 3205/2003, που προβλέπουν το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των ερευνητών, και 4) Με το άρθρο 55 παρ. 23 περ.
γ' του Ν. 4002/2011 είχε μειωθεί από 1-7-2011, εκ νέου, κατά ποσοστό 25% το προβλεπόμενο ειδικό ερευνητικό επίδομα για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας. Ότι οι διατάξεις της περίπτωσης 22 της υποπαραγράφου Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, με τις οποίες προβλέφθηκαν νέες μειώσεις των αποδοχών των ερευνητών, καθώς και οι διατάξεις της προαναφερθείσας Υ.Α., με την οποία οι μειώσεις αυτές επιβλήθηκαν αναδρομικά από 1-8-2012, αντίκεινται στο άρθρο 16 του Συντάγματος και την απορρέουσα από αυτό αρχή της "ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης" των ιδίων ως ερευνητών, καθώς και στις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, αλλά και στις διατάξεις του άρθρου 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στης ΕΣΔΑ.
Κατόπιν όλων αυτών, και αφού επικαλούνταν ευθύνη των εναγομένων, για μεν το 1 ° εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ. με βάση τη διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ, ισχυριζόμενοι ότι τα όργανά του εφάρμοσαν τις εν λόγω αντισυνταγματικές διατάξεις κατά την καταβολή των αποδοχών τους τη χρονική περίοδο από 1-8-2012 έως 30-4-2017, για δε το 2° εναγόμενο (ήδη μη διάδικο) τη διάταξη του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, ζητούσαν να αναγνωριστεί η εις ολόκληρον υποχρέωση αυτών (των εναγομένων) να καταβάλουν, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, στο μεν πρώτο από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες το ποσό των 28.842,87 ευρώ και σε καθένα από τους λοιπούς (δεύτερη έως και ενδέκατο) το ποσό των 32.452,95 ευρώ, που αντιστοιχούσαν σε περικοπείσες (βάσει των προαναφερθεισών, αντισυνταγματικών κατά τους ισχυρισμούς τους, διατάξεων) ακαθάριστες αποδοχές τους του χρονικού διαστήματος από 1-8-2012 μέχρι και 30-4-2017.
Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 2065/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης του τελευταίου, δέχθηκε αυτήν ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη, κρίνοντας ότι οι επιβληθείσες με το άρθρο πρώτο παράγραφος Γ, υποπαράγραφος Γ1 περίπτωση 22 Ι και
ΙΙ του ν. 4093/2012 περικοπές των μηνιαίων αποδοχών των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων αντίκεινται σε διατάξεις του Συντάγματος και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες τα εκεί αναγραφόμενα ποσά (που αφορούν διαφορές αποδοχών λόγω των πιο πάνω περικοπών), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης μετά την άσκηση της από 01.02.2018 (με αριθμό κατάθεσης 10664/669/2018) έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, δέχθηκε με την προσβαλλομένη με αριθμό 1262/2019 απόφασή του τα εξής ουσιώδη: "[...] Τα επίδικα μέτρα, που επιβλήθηκαν με το ν. 4093/2012, απέβλεπαν στην άμεση περιστολή των δημοσίων δαπανών προς αντιμετώπιση της σοβαρής οικονομικής κρίσης, δηλαδή σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος, αφορούν σε κατηγορία λειτουργών αμειβόμενων με "ειδικό μισθολόγιο" ήδη ευνοϊκότερο από αυτό των λοιπών δημοσίων υπαλλήλων, με τη θέσπιση του οποίου πληρούται, κατ' αρχήν, η υποχρέωση για "ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείρισή τους", και δεν θίγουν υπέρμετρα τους ενάγοντες, ούτε θέτουν σε κίνδυνο την αξιοπρεπή τους διαβίωση, ενόψει και των προβλεπομένων από το νόμο επιδομάτων και προσαυξήσεων αποδοχών για την αντιμετώπιση των ειδικών συνθηκών άσκησης του επαγγέλματός τους.
Με τα δεδομένα αυτά, δεν παρίστανται προδήλως απρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, κατά την εκφεύγουσα του οριακού δικαστικού ελέγχου ουσιαστική εκτίμηση του νομοθέτη και, συνεπώς, οι κρίσιμες διατάξεις του ν. 4093/2012 και της υπουργικής απόφασης 2/83408/022/14.11.2012 δεν αντίκεινται σε καμία διάταξη ή αρχή του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ. [...].
Και ναι μεν στην περίπτωση των εναγόντων, η φύση των ως άνω καθηκόντων και της αποστολής τους επιτάσσει την υποχρέωση εξασφάλισης των απαραίτητων προϋποθέσεων απρόσκοπτης άσκησης του λειτουργήματός τους, ως εγγύηση για τη παροχή υπηρεσιών υψηλού επιπέδου, που περιλαμβάνει και την υποχρέωση για "ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείρισή τους".
Η υποχρέωση, όμως, του νομοθέτη για "ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείρισή τους" δεν επιβάλλει την εξομοίωσή τους με άλλες κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων [...]. Κατά συνέπεια, οι εξαιρούμενοι από το ενιαίο μισθολόγιο δημόσιοι λειτουργοί και υπάλληλοι, για τους οποίους καθιερώνονται με νόμο "ειδικά μισθολόγια", αποτελούν διαφορετικές μεταξύ τους κατηγορίες, με απολύτως διακεκριμένα καθήκοντα και αποστολή.
Ειδικότερα για τους ενάγοντες -ερευνητές, με την πρόβλεψη "ειδικού μισθολογίου", ευνοϊκότερου έναντι του ενιαίου μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων, για την αντιμετώπιση των ειδικών συνθηκών άσκησης του λειτουργήματός τους (πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια, ειδικό ερευνητικό επίδομα για εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας και ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων, εκ των οποίων μάλιστα το πρώτο δεν υπόκειται σε φόρο εισοδήματος, [...]), πληρούται η υποχρέωση της "ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισής" τους, ο δε νομοθέτης δεν δεσμεύεται να καταργεί ή να μεταβάλλει το νομοθετικό καθεστώς που αφορά στις αποδοχές τους, δεδομένου ότι [...] από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή, αλλά ούτε από το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε αποδοχές συγκεκριμένου ύψους [...].
Δύναται, επομένως, ο νομοθέτης για λόγους που αυτός εκτιμά και η κατ' ουσίαν εκτίμηση των οποίων δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών, που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, μεταξύ των οποίων και κατηγοριών για τις οποίες προβλέπονται "ειδικά μισθολόγια", λόγω της ανάγκης άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημοσίου ελλείμματος.
Στις περιπτώσεις αυτές, το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές κάθε συγκεκριμένης κατηγορίας δημοσίων λειτουργών ή υπαλλήλων, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης των υπολοίπων δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, καθώς και του πληθυσμού της χώρας εν γένει.
Ενόψει τούτου και δεδομένου ότι, στην κρινόμενη περίπτωση, με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν.4093/2012, ο νομοθέτης αποφάσισε, μεταξύ άλλων, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτούμενων από το εναγόμενο Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα (εποπτευόμενο από τη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, του οποίου οι πόροι για την κάλυψη των δαπανών του προσωπικού με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου προέρχονται από επιχορήγηση του Τακτικού Προϋπολογισμού του Υπουργείου Ανάπτυξης, σύμφωνα με το άρθρο 29 του ΠΔ. 226/1989), βάσει "ειδικών μισθολογίων" λειτουργών και υπαλλήλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, το μέτρο δε αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο συνολικώς εφαρμοζόμενο αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, άμεσης ανάγκης κάλυψης οικονομικών αναγκών της Χώρας, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασής της, δηλαδή, στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος [...], δυναμένους να δικαιολογήσουν τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, οι διατάξεις της περίπτωσης 22 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, που προβλέπουν περαιτέρω μείωση των αποδοχών των Ερευνητών, δεν αντίκεινται [...] στο άρθρο 16 του Συντάγματος, διότι και μετά τη νέα αυτή, αναγκαία κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, μείωση των αποδοχών τους, πληρούται η υποχρέωση της "ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισής" τους, εφόσον οι αποδοχές τους προβλέπονται από "ειδικό μισθολόγιο", ευνοϊκότερο έναντι του ενιαίου μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων και χορηγούνται επιπλέον σε αυτούς ειδικά επιδόματα σχετικά με την άσκηση των καθηκόντων τους.
Το δε προκύπτον μετά την επιχειρηθείσα τελευταία και ήδη προσβαλλόμενη μείωση, όπως ιστορείται στο δικόγραφο της αγωγής (μείωση στις ακαθάριστες αποδοχές έκαστου ενάγοντα - ερευνητή μηνιαίως κατά 531,76 € του πρώτου, και 569,35 € καθενός από τους λοιπούς αντίστοιχα) τελικό ύψος των συνολικών μικτών αποδοχών των εναγόντων (μηνιαίως 3.813,40 € του πρώτου και 2.874,20 € των λοιπών αντίστοιχα), αν και όντως διαμορφώνεται σε μη ικανοποιητικά επίπεδα, δεν εξικνείται, πάντως, σε σημείο όπου να διακυβεύεται το αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης αυτών [...], εν όψει των σημερινών εν γένει οικονομικών συνθηκών της χώρας, ή να καθίσταται ιδιαιτέρως δυσχερής η άσκηση των σημαντικών καθηκόντων του λειτουργήματος τους.
Περαιτέρω, η μείωση των αποδοχών των εναγόντων με τις προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 4093/2012, όπως αυτή (η μείωση για κάθε ενάγοντα) ειδικότερα εκτίθεται στο δικόγραφο της αγωγής, η οποία, κατά τα ανωτέρω, ευρίσκεται εντός των πλαισίων της ελευθερίας του νομοθέτη να διαμορφώνει το μισθολόγιό τους εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση του κράτους, ενόψει του επιδιωκόμενου ως άνω σκοπού δημοσίου συμφέροντος, δεν στερείται προδήλως εύλογης βάσης, δεδομένου ότι, λόγω της φύσης του, το μέτρο αυτό συμβάλλει αμέσως στην περιστολή των δημοσίων δαπανών.
Εν όψει τούτων, εφόσον η επίμαχη μείωση αποδοχών των εναγόντων δεν είναι απρόσφορη ή μη αναγκαία για την εκπλήρωση του επιδιωκόμενου σκοπού [...] και ότι η ως άνω μείωση αποδοχών δεν είναι τέτοιου ύψους, ώστε να θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, επιπλέον δε και ότι η αναδρομική εφαρμογή του εν λόγω μέτρου αφορά σε περιορισμένο χρονικό διάστημα διάρκειας τριών (3) περίπου μηνών πριν από τη δημοσίευση του νόμου (12.11.2012), ενώ η παρακράτηση αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1.8.2012 έως 31.12.2012, σύμφωνα με την υπ' αριθμόν οικ. 2/83408/022/14.11.2012 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, δεν λαμβάνει χώρα εφ' άπαξ αλλά τμηματικώς, σε μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από τις αποδοχές του μηνός Ιανουάριου 2013, δεν παραβιάστηκε η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των εναγόντων και, κατά συνέπεια, οι διατάξεις της περίπτωσης 22 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 καθώς και της υπ' αριθ.
οικ.2/83408/022/14.11.2012 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών δεν αντίκεινται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, ούτε στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ε.Σ.Δ.Α. ([...]. Τέλος, οι ανωτέρω διατάξεις δεν αντίκεινται ούτε στο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος (που ορίζει ότι οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους), αλλά ούτε και στο άρθρο 25 παρ.4 αυτού (που ορίζει ότι το κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης), διότι ο νομοθέτης αποφάσισε με αυτές, μεταξύ άλλων, την περαιτέρω μείωση και των αποδοχών των Ερευνητών που μισθοδοτούνται με επιχορήγηση από τον Τακτικό Προϋπολογισμό Υπηρεσίας του Δημοσίου (Υπουργείου Ανάπτυξης), για τον προαναφερθέντα σκοπό δημοσίου συμφέροντος, καθώς και όλων των κατηγοριών λειτουργών και υπαλλήλων που αμείβονται με "ειδικά μισθολόγια" καθώς και άλλων κατηγοριών λειτουργών και υπαλλήλων.
Αποτελούν, εξάλλου, οι περικοπές αυτές αποδοχών ένα από περισσότερα μέτρα, η συνδυασμένη εφαρμογή των οποίων είναι, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, αναγκαία, εν όψει των συντρεχουσών περιστάσεων, για την άμεση αντιμετώπιση της κρίσιμης δημοσιονομικής κατάστασης της Χώρας περί των οποίων αναλυτικά οι διάφορες περιπτώσεις της παραγράφου Γ, υποπαραγράφου Γ1, του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012.
Ενόψει όλων των προεκτεθέντων,[...], οι διατάξεις της περίπτωσης 22 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, καθώς και της υπ' αριθ. οικ.2/ 83408/022/14.11.2012 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών δεν προσκρούουν σε καμία διάταξη του Συντάγματος, αλλά ούτε και στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ε.Σ.Δ.Α., και, κατά συνέπεια, νομίμως εφαρμόστηκαν οι προσβαλλόμενες διατάξεις από τα όργανα που αντιπροσωπεύουν το εναγόμενο, με περαιτέρω συνέπεια να μην προκύπτει ευθύνη για το τελευταίο [...]..
Δεν παραβιάζεται ούτε η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, διότι η συνταγματική αυτή αρχή δεν προστατεύει την προσδοκία διατηρήσεως μιας συγκεκριμένης νομοθετικής ρύθμισης, ούτε κωλύει το νομοθέτη να μεταβάλει τη ρύθμιση αυτή για το μέλλον [...]. Επομένως, η αγωγή, που αφορά στις αξιώσεις των εναγόντων από το εκκαλούν - εναγόμενο, για το χρονικό διάστημα από 1-8-2012 έως 30-4-2017, έπρεπε να απορριφθεί, ως μη νόμιμη.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο [...], το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση αυτού δέχθηκε ως νόμιμη την αγωγή, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και συγκεκριμένα παραβίασε, με ε¬σφαλμένη ερμηνεία, τις διατάξεις των προαναφερθέντων άρθρων του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ".
Κατ' ακολουθία των ως άνω παραδοχών, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο το σχετικό (τρίτο) λόγο της από 1.2.2018 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου και εξαφάνισε τη με αριθμό 2065/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την από 25.7.2017 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων ως μη νόμιμη.
Ενόψει των προεκτεθέντων, οι ως άνω πρώτος, δεύτερος και τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, λόγοι αναίρεσης δημιουργούν ζήτημα εξαιρετικής σημασίας. Τούτο διότι η περί τούτων κρίση αφορά όχι μόνο τους αναιρεσείοντες, αλλά σημαντικό αριθμό ερευνητών, οι οποίοι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1.8.2012 μέχρι 31.12. 2016 (οπότε το αντικατασταθέν με τον αριθμό 22 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 άρθρο 38 του ν. 3205/2003 καταργήθηκε με το άρθρο 160 του ν. 4472/2017 με έναρξη ισχύος από 1.1.2017) απασχολούνταν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε Εθνικά Ερευνητικά Κέντρα, (όπως το αναιρεσείον Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών), σε ανεξάρτητα Ερευνητικά Ινστιτούτα, τα οποία διέπονται από τις διατάξεις του ν. 15141/1985 όπως έχουν αντικατασταθεί και ισχύουν και σε Κέντρα Έρευνας της Ακαδημίας Αθηνών, όπου έχουν ανακύψει αντίστοιχες διαφορές, πολλές των οποίων εκκρεμούν στα δικαστήρια της ουσίας.
Επιπλέον, διότι ανακύπτει ζήτημα συμβατότητας προς το Σύνταγμα των διατάξεων του αριθμού 22 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες νομοθετήθηκαν οι οριζόμενες σε αυτές μειώσεις αποδοχών των ερευνητών όλων των βαθμίδων και των διευθυντών των ερευνητικών κέντρων και ειδικότερα ζήτημα της συμβατότητας των ως άνω διατάξεων με:
α) το άρθρο 16 παρ. 1 του Συντάγματος και της απορρέουσας από αυτό αρχής της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ερευνητών, β) το άρθρο 4 παρ. 5 και της απορρέουσας από αυτό αρχής της ισότητας στα δημόσια βάρη και γ) το άρθρο 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος και της απορρέουσας από αυτό αρχής της αναλογικότητας, λόγω μάλιστα και της διαμορφωθείσας υπέρ της άποψης της αντισυνταγματικότητας των αριθμών 21, και 27 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2022 νομολογίας της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας και της (πλήρους) Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (σχ.
ΟλΣτΕ 479/2018 και 480/2018 για την αντισυνταγματικότητα της διάταξης του αριθμού 21 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 με την οποία μειώθηκαν οι αποδοχές του Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Π.) των Τ.Ε.Ι. και ΟλΣτΕ 431/2018 και ΟλΑΠ 4/2022 για την αντισυνταγματικότητα της διάταξης του αριθμού 27 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία μειώθηκαν οι αποδοχές των γιατρών, που απασχολούνται σε δημόσιους φορείς παροχής υπηρεσιών υγείας).
Πρέπει, δε να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το από 20.11.2020 έγγραφο της Προέδρου του ΣτΕ, που με επίκληση προσκομίζεται από τους αναιρεσείοντες, έχει γίνει δεκτό το αίτημα, το οποίο υποβλήθηκε (με αριθμό κατάθεσης Ε2962/2020) κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 από το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών (Ε.Κ.Ε.Φ.Ε.) ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ" και έχει εισαχθεί στην Ολομέλεια του ΣτΕ προς κρίση η από 20.1.2017 αγωγή των ερευνητών Ν.
Κ. κλπ κατά του ως άνω ΝΠΔΔ και του Υπουργού Οικονομικών, με την οποία ζητείται να κηρυχθούν ανίσχυρες ως αντιβαίνουσες στο Σύνταγμα, οι ως άνω διατάξεις του αριθμού 22 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος και τρίτος (κατά το πρώτο του σκέλος) λόγοι αναίρεσης να παραπεμφθούν στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 περ.
β εδαφ. γ του ΚΠολΔ και 27 παρ. 2 εδαφ. γ περ. γ του κυρωθέντος με το ν. 4938/2022 (ΦΕΚ Α 109/6.6.2022) Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τον τρίτο, κατά το δεύτερο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του, λόγο της από 20.7.2021 και με αριθμό κατάθεσης 6320/816/2021 αίτησης αναίρεσης της με αριθμό 1262/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους αναφερόμενους στο σκεπτικό της παρούσας πρώτο, δεύτερο και τρίτο, κατά το πρώτο του σκέλος, λόγους για αναίρεση της ίδιας ως άνω με αριθμό 1262/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ