Legislator Case Law & Legislation
412/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague grounds and improper challenge to final judgment.

Case Number 412/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against the Third Instance Court's decision rejecting their property ownership claim. The appellants argued for a retrial based on insufficient reasoning, failure to consider evidence, and non-consideration of documents, while the appellee contended the appeal was procedurally flawed. The court rejected the appeal because the grounds were vague, the appeal improperly targeted an unappealable factual finding, and the arguments regarding evidence evaluation were inadmissible under civil procedure law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if its grounds are vague, if they improperly challenge a final judgment on facts, or if they merely restate arguments from the lower court without citing specific legal rules.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds unappealable fact finding evidence evaluation Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 1, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 577 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 118 to 120 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 beta of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 559 paragraphs 11 gamma and 8 beta of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 412 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 412/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Φ. Γ. του Ν. και Ε., 2) Κ. συζύγου Φ. Γ. το γένος Ν. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κοτσαλή και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Γ. του Ν. και Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κυριακή Γαλιώνη και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 37/2019 του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Χίου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-11-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 13-11-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 37/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, που απέρριψε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της 49/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου, με την οποία είχε απορριφθεί αναγνωριστική κυριότητας ακινήτων κα ακύρωσης δικαστικού συμβιβασμού αγωγή των αναιρεσειόντων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ).

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν αυτή δεν έχει ασκηθεί νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπάγγελτα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που προβλέπονται από τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή, τα στοιχεία κάθε δικογράφου και να αναφέρει τους λόγους αναίρεσης, ήτοι τα παράπονα κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ή στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Πρέπει δε να περιέχει έστω και έναν ορισμένο λόγο αναίρεσης, από εκείνους που αναφέρονται περιοριστικά ως άνω στο άρθρο 559 ή, αν πρόκειται για απόφαση του Ειρηνοδικείου ή του Πρωτοδικείου που δίκασε κατ' έφεση, στο άρθρο 560 ΚΠολΔ. Ο λόγος αναίρεσης είναι ορισμένος, όταν εκτίθενται με σαφήνεια τα, κατά τον αναιρεσείοντα, δεδομένα στοιχεία της περιπτωσιολογίας, τα οποία συγκροτούν το σφάλμα, που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της.

Συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή στο δικόγραφο της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος στο Εφετείο ή στον Άρειο Πάγο δεν είναι δυνατή. Επίσης, η συμπλήρωση αυτή δεν επιτρέπεται ούτε με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, που υπάρχει στη δικογραφία, διότι, πλην άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που δεν το συνιστούν και να απορριφθεί για το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα.

Η θέση αυτή είναι απόλυτα σύμφωνη και με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, γιατί διασφαλίζει την αρχή της δίκαιης δίκης, που το άρθρο αυτό αξιώνει, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του δικαιώματος πρόσβασης καθενός στα δικαστήρια, που κατοχυρώνει και το Σύνταγμα (άρθρα 8 παρ. 1, 20 παρ. 1) και το οποίο μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης, σύμφωνα με το νόμο, προσφυγής, η οποία θα επιτρέπει, λόγω του ορισμένου του περιεχομένου της, την παροχή από το δικαστήριο της αιτούμενης έννομης προστασίας και γι' αυτό τα όσα απαιτεί ο νόμος, ώστε να θεωρηθεί ορισμένο το δικόγραφο της προσφυγής, μορφή της οποίας είναι και η αναίρεση, δεν δυσχεραίνουν, αλλά διευκολύνουν την πρόσβαση στα δικαστήρια για παροχή έννομης προστασίας, αφού έτσι συγκεκριμενοποιείται το είδος της προστασίας αυτής (ΟλΑΠ 20/2005).

Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλομένης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ή του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αναφορά του αριθμού ή των αριθμών των λόγων αναίρεσης των παραπάνω άρθρων 559 ή 560 ΚΠολΔ για τους οποίους ψέγει, με τα όσα αποδίδει, την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 100/2019, ΑΠ 563/2019), ενώ εξάλλου για το ορισμένο του λόγου δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης χωρίς προσδιορισμό κατά τα ως άνω των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 563/2019).

Η αοριστία του αναιρετηρίου έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως νομικά αβάσιμης, αν η αοριστία αφορά στην περιγραφή του λόγου αναίρεσης και ως απαράδεκτης σε κάθε άλλη περίπτωση (ΑΠ 718/2020, ΑΠ 375/2020, ΑΠ 563/2019, ΑΠ 100/2019). Περαιτέρω, κατ' άρθρ. 559 αρ. 1β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ).

Ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ.4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 589/2020).

Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 976/2020 ΑΠ 109/2020). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΑΠ 112/2020), όχι, όμως, και οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή ένστασης ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.ΑΠ 14/2004 ΑΠ 112/2020, ΑΠ 1385/2014).

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αρ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτά και νόμιμα και τα οποία ήταν χρήσιμα για άμεση ή έμμεση (με συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή παραδεκτών και νομίμων πραγματικών ισχυρισμών, που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων και, ως εκ τούτου, επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008, 42/2002).

Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια και πληρότητα α) η ταυτότητα και το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου που δεν λήφθηκε υπόψη, β) η επίκληση και προσκόμιση και ο νόμιμος τρόπος προσκόμισης αυτού από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και γ) ο πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίστηκε, καθώς και το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός είναι ουσιώδης και αν το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή την ανταπόδειξή του (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 531/2018, ΑΠ 1454/2014, 2034/2013).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά περιστατικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. (ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 772/2020, ΑΠ 1044/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και με τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι ακόλουθες πλημμέλειες και ειδικότερα: 1) με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ότι, λανθασμένα και χωρίς να λάβει υπόψη της τα προβαλλόμενα από τους αναιρεσείοντες αποδεικτικά στοιχεία, έκρινε ότι το αίτημά τους περί αναγνώρισης του δικαιώματος κυριότητας της δεύτερης αναιρεσείουσας επί των επιδίκων αγροτεμαχίων στη θέση "...", εμβαδού 2.264,35 τ.μ και στη θέση "...

ή ...", εμβαδού 1438,97 τ.μ, είναι απαράδεκτο λόγω αοριστίας. Ειδικότερα δε οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, ήταν αόριστη η κυρία βάση της σωρευομένης στο πιο πάνω δικόγραφο, αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής, η οποία στηρίζεται, ως προς τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας της δεύτερης αναιρεσείουσας (ενάγουσας) επ' αυτών, σε παράγωγο τρόπο (σύμβαση), ενόψει του ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, ενώ με τις προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αμφισβήτησε ρητά, τόσο την κυριότητα της δεύτερης αναιρεσείουσας στα επίδικα ακίνητα, όσο και των δικαιοπαρόχων της, αυτή δεν επικαλέστηκε στην αγωγή της καθ' υποφορά, ούτε συμπλήρωσε με τις προτάσεις της πρωτοβάθμιας δίκης, τα κατά νόμο απαιτούμενα στοιχεία για την κτήση της κυριότητας επί των επιδίκων από τους δικαιοπαρόχους της (άμεσο και απώτερους) ή τους απώτατους τούτων με πρωτότυπο τρόπο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία) και με την παράθεση των απαιτουμένων στοιχείων για την χρησικτησία απ' αυτούς με τον καθορισμό των μερικότερων υλικών και εμφανών πράξεων νομής, επί 20ετία ή 10ετία με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη (ως προς την τακτική).

Επίσης, αναφορικά με την επικουρική βάση της έκτακτης χρησικτησίας με προσμέτρηση του χρόνου χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων της, εκθέτουν ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η αγωγή είναι επίσης αόριστη, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτήν ο χρόνος κτήσης της νομής ενός εκάστου των απωτέρων δικαιοπαρόχων της, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν προσμετρώντας στη νομή της δεύτερης αναιρεσείουσας (ενάγουσας) τη νομή αυτών και του άμεσου δικαιοπαρόχου της (πρώτου αναιρεσείοντος (ενάγοντος), έχει καταστεί αυτή κυρία με έκτακτη χρησικτησία, αφού από τον χρόνο κτήσης της νομής του τελευταίου (έτη 2006, 2010 και 2007), έως τον χρόνο άσκησης της αγωγής (2017), δεν συμπληρώνεται ο απαιτούμενος χρόνος της εικοσαετίας.

Πλην όμως, σύμφωνα με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, στην ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, περιγραφόταν με πλήρη σαφήνεια ο τρόπος απόκτησης των επίδικων αγροτεμαχίων και ειδικότερα, όπως ανέφεραν με τις προτάσεις τους στον πρώτο και δεύτερο βαθμό αλλά και με την προσθήκη-αντίκρουση, ναι μεν τα ιδιωτικά συμφωνητικά μεταβίβασης των ως άνω αγροτεμαχίων έγιναν προς τον πρώτο των αναιρεσειόντων, δικαιοπάροχο της δεύτερης τούτων από το 2006 και εφεξής, ωστόσο ο πρώτος αναιρεσείων είχε τη νομή αυτών ήδη από το 1990, όπως ρητά αναγράφονταν και στα τέσσερα από τα πέντε ιδιωτικά συμφωνητικά, καθώς καλλιεργούσε και φρόντιζε τα μαστιχόδεντρα που υπήρχαν εντός αυτών και έτσι από το 2010 και μετά κατέστη κύριος των αγροτεμαχίων, αφού επί είκοσι έτη τα κατείχε και τα νεμόταν αδιάλειπτα και χωρίς ποτέ να αμφισβητήσει κανείς τη νομή του σ' αυτά.

Επιπλέον, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι κατ' επέκταση και η δεύτερη αναιρεσείουσα κατέστη κυρία των ως άνω αγροτεμαχίων, τόσο δυνάμει του υπ' αριθμ. .../22-12-2010 συμβολαίου δωρεάς της συμβολαιογράφου Χίου Στυλιανής Κανάριου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στο υποθηκοφυλακείο Καλαμωτής, όσο και προσμετρουμένου στο χρόνο νομής της, του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου της, πρώτου αναιρεσείοντος, ο οποίος νεμόταν τα αγροτεμάχια αυτά ήδη από το 1990, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφερθεί και ο χρόνος που νέμονταν τα ως άνω αγροτεμάχια και οι δικαιοπάροχοι του τελευταίου, 2) κατ' εκτίμηση του σχετικού λόγου ότι α) με ανεπαρκή και ασαφή αιτιολογία ως προς το ζήτημα της ακύρωσης του υπ' αριθμ. 9/2014 πρακτικού δικαστικού συμβιβασμού του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και κακή εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν από τους αναιρεσείοντες και αφορούσαν την ως άνω ακύρωση του δικαστικού συμβιβασμού, δέχθηκε (το Εφετείο) ότι η εναγομένη - αναιρεσίβλητη δεν εξαπάτησε τους ενάγοντες αναιρεσείοντες με ψευδείς παραστάσεις ή με αποσιώπηση της αλήθειας και επιπλέον ότι οι ενάγοντες δεν τελούσαν σε πλάνη κατά τον χρόνο κατάρτισης του συμβιβασμού, ούτε εξαπατήθηκαν από την εναγομένη, δεδομένου ότι η δήλωσή τους βρισκόταν σε πλήρη εναρμόνιση με την βούλησή τους, χωρίς όμως να αιτιολογεί ποια από τα στοιχεία της απάτης δεν υπάρχουν στην επίδικη περίπτωση και γιατί η συμπεριφορά της εναγομένης δεν αποτελεί από πρόθεση συμπεριφορά που τείνει στην παραγωγή, ενίσχυση ή διατήρηση πεπλανημένης αντίληψης ή εντύπωσης είτε η συμπεριφορά αυτή συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, είτε σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη, σε αυτούς τους αγνοούντες συμβαλλόμενους ήταν επιβαλλόμενη, από την καλή πίστη ή από την υφιστάμενη ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του δηλούντος και αυτών.

Επίσης, εκθέτουν ότι δεν αιτιολογεί (η αναιρεσιβαλλόμενη) γιατί δεν συντρέχει περίπτωση πρόκλησης ψευδών παραστάσεων στον αντισυμβαλλόμενο αναφορικά με μελλοντική συμπεριφορά του οφειλέτη, γιατί δεν υφίσταται παραπλάνηση των αναιρεσειόντων, γιατί δεν υφίσταται από δόλια προαίρεση και δεν αιτιολογεί γιατί δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραπλάνησής τους και της δήλωσης βούλησής τους.

Τέλος, αναφέρουν ότι δεν αιτιολογεί γιατί δεν υφίσταται άγνοια των αναιρεσειόντων εκ της απάτης της αναιρεσίβλητης, με βάση την οποία προέβησαν σε δήλωση βουλήσεως και στον επίδικο δικαστικό συμβιβασμό, γιατί η αναιρεσίβλητη δεν ενήργησε με την πρόθεση να τους παραπλανήσει για να προβούν στα παραπάνω με σκοπό στην εξυπηρέτηση συμφερόντων, γιατί ο δικαστικός συμβιβασμός από την πλευρά των αναιρεσειόντων δεν ήταν συνέπεια της απατηλής συμπεριφοράς της αντιδίκου, στην οποία δεν θα προέβαιναν, αν γνώριζαν την αλήθεια των γεγονότων και γιατί δεν υπήρχε η ικανότητα εκ μέρους τους, με βάση τις προσωπικές τους ικανότητες αλλά και τη συγκεκριμένη κατάσταση, ήτοι συμφωνία στην ουσία δύο αδελφών που έγινε κάτω από μεγάλη συγκινησιακή φόρτιση, να καταλάβουν την απάτη της αναιρεσίβλητης ώστε να μην προχωρήσουν στο δικαστικό συμβιβασμό, β) παραβίασε το άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ και τον κανόνα των διδαγμάτων της κοινής πείρας διότι οι κρίσεις του δικαστηρίου που στηρίζονταν στο γεγονός ότι δεν μπορούσαν οι αναιρεσείοντες να εξαπατηθούν και να πλανηθούν από την αγωγή της αναιρεσίβλητης, καθώς αυτή τους επιδόθηκε στις 19-11-2012 και, συνεπώς, μέχρι την κατάρτιση του δικαστικού συμβιβασμού, στις 7-5-2014, μεσολάβησε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο δήθεν μπορούσαν να ελέγξουν την ταυτότητα των επιδίκων ακινήτων και επιπλέον ότι μπορούσαν ευχερώς, λόγω της τόσο μεγάλης (αν)αντιστοιχίας της έκτασης και χωρίς την ύπαρξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, να διαπιστώσουν ότι η αναιρεσίβλητη στην αγωγή της διεκδικούσε και τα επίδικα εδαφικά τμήματα, αποτελούν διδάγματα κοινής πείρας, από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο την απουσία απάτης και πλάνης τους από την τελευταία και δεν μπορούν να αποτελέσουν αποδεικτικά στοιχεία.

Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα ειδικότερα αναφέρονται στον ίδιο λόγο, ποτέ δεν συνομολόγησαν την κυριότητα του πατέρα του πρώτου αναιρεσείοντος επί των επιδίκων αγροτεμαχίων, καθώς δεν είχε γίνει ακριβής εμβαδομέτρηση ούτε των επιδίκων ούτε και των όμορων αγροτεμαχίων, τα οποία του μεταβίβασαν οι γονείς του ατύπως, λόγω δωρεάς το έτος 1990, ότι το γεγονός ότι κατά την κατάρτιση του πρακτικού συμβιβασμού παραστάθηκαν οι δικηγόροι και των δύο αντίδικων πλευρών, δεν συνεπάγεται ότι η πλάνη εκ της απάτης δεν υπήρχε, αφού ποτέ ως τότε τα επίδικα αγροτεμάχια δεν είχαν εμβαδομετρηθεί και η πρώτη εμβαδομέτρηση ήταν αυτή η οποία έγινε κατ' εντολή της αναιρεσίβλητης, ότι στη δικάσιμο της 7-5-2014, κατά την οποία συμβιβάστηκαν οι διάδικοι, οι αναιρεσείοντες ήταν σε μεγάλη συναισθηματική φόρτιση και, δεδομένου, ότι η αναιρεσίβλητη είναι αδελφή του πρώτου αναιρεσείοντος και κουνιάδα της δεύτερης, θεωρώντας ότι δεν είναι σωστό τα αδέλφια να έχουν αντιδικίες για θέματα ακίνητης περιουσίας, δέχθηκαν να έλθουν σε δικαστικό συμβιβασμό, λαμβανομένου υπόψη ότι ως μάρτυρας της αναιρεσίβλητης είχε κληθεί ο πατέρας της (και του πρώτου αναιρεσείοντος), ο οποίος ήταν υπό τεράστια συναισθηματική φόρτιση.

Επίσης, εκθέτουν ότι τα από 2011 τοπογραφικά διαγράμματα του πολιτικού μηχανικού Κ. Ξ. με βάση τα οποία περιγράφηκαν τα αγροτεμάχια στο πρακτικό του συμβιβασμού, είχαν γίνει καθ' υπόδειξη της αναιρεσίβλητης, η οποία (υπόδειξη), ήταν σκόπιμα ψευδής και αποδεικνύει τη βούλησή της να εξαπατήσει τους αναιρεσείοντες, παίρνοντας με δόλιους τρόπους περιουσία που δεν της ανήκει, οι οποίοι δεν είχαν χρόνο να τα διασταυρώσουν, ότι αυτή (αναιρεσίβλητη) με πρόθεση προέβη σε παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, ήτοι ότι τα περιγραφόμενα αγροτεμάχια στις θέσεις "..." και "...

ή ..." είναι εκείνα που ανήκαν στον πατέρα της Ν. Γ., ενώ η αλήθεια είναι ότι σ' αυτά, εκτός των παραπάνω αγροτεμαχίων, περιλαμβάνονταν και τα επίδικα που είχε αγοράσει ο πρώτος αναιρεσείων και είχε μεταβιβάσει στη δεύτερη, ενώ η αποκάλυψη της αλήθειας από την αναιρεσίβλητη ήταν επιβεβλημένη από την καλή πίστη και από την υφιστάμενη ιδιαίτερης συγγενικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων και ότι η κρίση του δικαστηρίου ότι η πραγματική βούληση των αναιρεσειόντων συνίστατο στο να αναγνωρίσουν την αναιρεσίβλητη αποκλειστική κυρία των επιδίκων ακινήτων, η οποία στηρίζεται στο ότι τα ακίνητα με τις αναφερόμενες εκτάσεις τους κατά προσέγγιση περιγράφονταν τόσο στο συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή, όσο και στο υπ' αριθμ. .../2010 συμβόλαιο γονικής παροχής, με το οποίο ο πατέρας της αναιρεσίβλητης μεταβίβασε σ' αυτήν τα ακίνητα είναι πλήρως λανθασμένη, αφού ποτέ κανείς, τόσο για τα επίδικα, όσο και για τα συνενωμένα σε αυτά αγροτεμάχια, είχε προβεί σε ακριβή εμβαδομέτρηση και η πρώτη που έκανε την εμβαδομέτρηση ήταν η αναιρεσίβλητη το έτος 2011, ενώ οι αναιρεσείοντες το έτος 2016, δηλαδή μετά το συμβιβασμό, που σημαίνει ότι δεν είχαν καμία θετική γνώση κατ' αυτόν, ποια ήταν η ακριβής έκταση τόσο των επιδίκων αγροτεμαχίων, όσο και των συνενωμένων όμορων αγροτεμαχίων πατρικής και μητρικής περιουσίας του πρώτου αναιρεσείοντος, κατάλαβαν δε την εξαπάτησή τους, τον Ιούλιο του 2016 όταν τους κοινοποιήθηκε η 387/2016 έκθεση βιαίας αποβολής και εγκατάστασης.

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και την κοινή λογική θα έπρεπε να είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υφίσταται εξαπάτηση των αναιρεσειόντων και όχι ότι είχαν γνώση κατά τον δικαστικό συμβιβασμό του τι ακριβώς δήθεν μεταβιβαζόταν στην αναιρεσίβλητη και τι ακριβώς αποτυπωνόταν στο από Απρίλιο 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του Κ.

Ξ., 3) κατ' εκτίμηση του σχετικού λόγου, ότι το Εφετείο παρέλειψε να εκτιμήσει όλο το αποδεικτικό υλικό που προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δίκη και σε κάθε περίπτωση προέβη σε κακή εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσης του. Ειδικότερα, αναφέρουν ότι κατά το σχηματισμό του δικαστικού του πορίσματος, ως προς ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν έλαβε υπόψη προσκομισθέντα από τους αναιρεσείοντες αποδεικτικά μέσα και ισχυρισμούς αυτών και ειδικότερα: 1) το υπ' αριθμ. 9/2014 πρακτικό δικαστικού συμβιβασμού του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου, 2) τα αντίγραφα των από 20-4-2007 πωλητηρίου αγρού από την Ξ.

Γ., από 29-8-2007 ιδιωτικού συμβολαίου αλλαγής αγροκτήματος από την Ε. Κ.-Μ., από 20-10-2010 πωλητηρίου αγρών από τον Α. Ζ., από 20-10-2010 πωλητηρίου αγρών από τον Μ. Μ. και από 16-12-2006 πωλητηρίου αγρού από τον Κ. Γ., 3) τα από Νοεμβρίου 2016 τοπογραφικά διαγράμματα του πολιτικού μηχανικού Γ. Κ., 4) τον ισχυρισμό τους ότι τόσο στις προτάσεις τους και την προσθήκη αυτών, που είχαν καταθέσει στην τότε δίκη της αγωγής της αναιρεσίβλητης, δεν αναγνώριζαν την κυριότητα του πατέρα τους Ν.

Γ. (στα αγροτεμάχια), παρά μόνο μέχρι και το έτος 1990, οπότε και άτυπα ο Ν. και Ε. Γ. τα δώρησαν στον πρώτο αναιρεσείοντα, λόγω του γάμου του με την δεύτερη αναιρεσείουσα, με αποτέλεσμα το Εφετείο να μην λάβει υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα: α) την υπ' αριθμ. .../20-11-1997 πράξη μίσθωσης ακινήτου του συμβολαιογράφου Χίου Κανάριου Γανιάρη, που μεταγράφηκε νόμιμα, β) την υπ' αριθμ. .../12-12-2009 αποδοχή κληρονομίας της συμβολαιογράφου Δέσποινας Χανδρά - Μαϊστράλη, με την οποία ο πρώτος αναιρεσείων και η αναιρεσίβλητη αποδέχθηκαν όλα τα αγροτεμάχια που τους κατέλιπε η μητέρα τους δυνάμει της υπ' αριθμ. .../11-6-2004 δημόσιας διαθήκης της ίδιας, πιο πάνω, συμβολαιογράφου, τις υπ' αριθμ. .../12-1-2009 και .../12-1-2009 δωρεές εν ζωή, καθώς και το υπ' αριθμ. .../12-1-2009 συμβόλαιο γονικής παροχής της ως άνω συμβολαιογράφου, γ) το αντίγραφο της δήλωσης στοιχείων ακινήτων για το έτος 2009, δ) το αντίγραφο της ενιαίας δήλωσης εκμετάλλευσης-αίτησης ενιαίας ενίσχυσης και λοιπών καθεστώτων στήριξης στα πλαίσια του ΚΑΝ (ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου για το έτος 2009, ε) το αντίγραφο του έντυπου επιτόπιου πρωτοβάθμιου ελέγχου εκμετάλλευσης 2007 της δεύτερης αναιρεσείουσας, στ) την υπ' αριθμ.

…/Ε/1990 ληξιαρχική πράξη γάμου με πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, ζ) την από 13-2-2014 βεβαίωση από το επιμελητήριο Χίου ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα είναι αγρότισσα, η) το έντυπο Α'-Ζημιωθείσα Φυτική Παραγωγή και Φυτικό Κεφάλαιο 2007, θ) τον πίνακα αγροτεμαχίων μαστίχας για ενιαία ενίσχυση του έτους 2008 για την δεύτερη αναιρεσείουσα, ι) βεβαιώσεις της ένωσης Μαστιχοπαραγωγών Χίου ετών 2005, 2008, 2009, 2011, ια) τον αναλυτικό πίνακα αγροτεμαχίων για παραγωγή μαστίχας Χίου και ιβ) τον τίτλο δικαιωμάτων ενιαίας ενίσχυσης 2006, 5) την αντένσταση των αναιρεσειόντων ως προς την αλήθεια των υπ' αριθμ. 1754/9-1-2018, 14871/11-1-2018 και 14872/11-1-2018 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης Γ.

Κ., ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Περσεφόνης Πάλλα και των Ν. Γ. και Α.-Γ. Ξ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Χίου Παρασκευής Βενέτο, αντίστοιχα, τις οποίες είχε αυτή προσκομίσει στην πρωτοβάθμια δίκη, 6) τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι ως προς το ακίνητο στη θέση "..." ή "...", ο Ν. Γ., όλως τυχαίως, είχε έγγραφο τίτλο μόνο για τα 1.000 τμ και ότι ως προς το ακίνητο στη θέση "..." είχε έγγραφους τίτλους μόνο για τα 1.000 τ.μ, 7) τον ισχυρισμό τους ότι η από 21-7-2016 εξώδικη δήλωση του πρώτου αναιρεσείοντος, την οποία έλαβε υπόψη το δικαστήριο, δεν έχει άμεση σχέση με την υπό κρίση υπόθεση και 8) τον ισχυρισμό τους ότι μετά την κοινοποίηση σ' αυτούς της από 1-7-2016 επιταγής προς εκτέλεση, με τα επισυναπτόμενα 9/2014 πρακτικά συμβιβασμού του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου, απευθύνθηκαν στην αναιρεσίβλητη και της εξήγησαν ότι τα επίδικα τμήματα είναι δικά τους, η οποία δέχθηκε τον ισχυρισμό αυτόν και είπε ότι δεν θα προχωρήσει σε εκτέλεση και ότι όλα είναι εντάξει.

Όμως, στην αίτηση αυτή και τους σε αυτήν διαλαμβανόμενους λόγους, όπως προεκτέθηκαν, οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν, όπως απαιτείται, για να θεωρηθεί ορισμένη και παραδεκτή, και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, για ποιόν ή ποιους από τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προσβάλλουν την παραπάνω απόφαση, αφού δεν υπάγουν τα όσα με την αναίρεσή τους αποδίδουν στην εν λόγω απόφαση σε κάποιον από τους αναφερόμενους στο πιο πάνω άρθρο λόγους, δεν αναφέρουν, δηλαδή, τον αριθμό ή τους αριθμούς των λόγων αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για τους οποίους ψέγουν, με τα όσα της αποδίδουν, την προσβαλλόμενη απόφαση, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να διαγνωσθεί ποιο είναι το σφάλμα που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και για ποιον από τους λόγους του άρθρου αυτού ζητούν την αναίρεσή της.

Ενόψει του περιεχομένου της αυτού και σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, η κρινόμενη αίτηση είναι αόριστη, λόγω δε της αοριστίας της αυτής, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Σε κάθε περίπτωση, όσον αφορά το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, για ανεπαρκή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, εκτιμώμενος ως λόγος του αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι επίσης απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του αρ. 19 του ως άνω άρθρου πλήττεται απαραδέκτως η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου περί τα πράγματα.

Όσον δε αφορά τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, εκτιμώμενος ως λόγος του άρθρου 559 αρ. 1β ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι, αφ' ενός μεν τα φερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το Εφετείο, εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, δεν αποτελούν τέτοια διδάγματα, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στη σχετική μείζονα σκέψη, αλλά οι επικαλούμενες αιτιάσεις κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο αναφέρονται ευθέως στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ), αφ' ετέρου δε λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρεται ποιος είναι ο αντίστοιχος κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στον κανόνα αυτό.

Τέλος, όσον αφορά τον τρίτο λόγο αναίρεσης, για μη λήψη υπόψη των προαναφερομένων εγγράφων και ισχυρισμών των αναιρεσειόντων, σε κάθε περίπτωση, εκτιμώμενος ως λόγος από τους αριθμ. 11γ' και 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, είναι απορριπτέος επίσης ως απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη σχετική νομική σκέψη, αναφορικά με την πρώτη πλημμέλεια, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται η επίκληση και ο νόμιμος τρόπος προσκόμισης των πιο πάνω εγγράφων από τους αναιρεσείοντες στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, όσον δε αφορά την δεύτερη πλημμέλεια, διότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν είναι αυτοτελείς, αλλά συνιστούν είτε άρνηση των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, είτε επιχειρήματα των αναιρεσειόντων από την εκτίμηση των αποδείξεων, είτε αποτελούν αλυσιτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-11-2019 αίτηση των Φ. Γ. του Ν. και Κ. συζύγου Φ. Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 37/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ