Legislator Case Law & Legislation
412/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on Sunday work compensation and Sunday rest day damages.

Case Number 412/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Consolidated Contractors International Company against the Athens Court of Appeal's 2275/2018 decision. The plaintiff, a former employee, argued that working eight hours on Sundays without compensatory time violated specific Greek labor laws regarding Sunday work and unjust enrichment. The court found the lower court correctly applied the relevant statutes to award both the 75% Sunday work premium and the 1/25th of salary for lost rest days, rejecting the company's procedural and substantive objections.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 2, 7, and 10 of V.D. 748/1966; Article 2, paragraph 1 of Law 435/1976; Article 8900/1946 and 25825/1951 decisions: Employers must pay the 75% Sunday work premium and 1/25th of salary for lost rest days when employees work eight hours on Sundays without compensatory time off.

Keywords

AI generated
Sunday work premium compensatory rest day unjust enrichment labor law compliance Sunday rest violation

Cited Legislation

AI generated
Articles 1, 2, 7 and 10 of V.D. 748/1966
Article 2, paragraph 1 of Law 435/1976
Decisions 8900/1946 and 25825/1951 of the Ministers of Finance and Labor
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 412 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 412/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Καλλιόπη Πανά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Oκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "CONSOLIDATED CONTRACTORS INTERNATIONAL COMPANY SAL", η οποία εδρεύει στο Λίβανο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δούναβη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Κ. Κ. του Γ. και 2) Δ. Α. του Η., ως νομίμων κληρονόμων του Η. Α., κατοίκων ..., οι οποίες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Μέτο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-04-2008 αγωγή του αρχικού διαδίκου Η. Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2942/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 2115/2012 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 132/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 2275/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 07-06-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[1] Με την ένδικη αγωγή του, ο (κληρονομηθείς από τις ήδη αναιρεσίβλητες, ως μόνες εξ αδιαθέτου κληρονόμους του) Η. Α., την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία ''Consolidated Contractors International Company S.A''(και του μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη Τ.

Χ., νομίμου εκπροσώπου της) εξέθετε ότι την 01-12-1991 προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα των κατασκευών δημόσιων και ιδιωτικών τεχνικών έργων υψηλών προδιαγραφών, προκειμένου να εργαστεί ως ηλεκτρολόγος -τεχνικός συντήρησης κτιρίων. Ότι από της προσλήψεώς του μέχρι το τέλος του έτους 1996, εργάστηκε στο κτίριο των γραφείων της πρώτης εναγομένης, ενώ στη συνέχεια του ανατέθηκε η επίβλεψη της κατασκευής, αλλά και η συντήρηση των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων των κατοικιών των μετόχων αυτής, έχοντας υπό τις εντολές του δύο εργατοτεχνίτες.

Ότι μέχρι την 28-01-2007 άσκησε καθήκοντα προϊστάμενου - υπεύθυνου επίβλεψης και συντήρησης των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων του ως άνω συγκροτήματος κατοικιών, οπότε, εξαιτίας της αντιπαλότητας και της έχθρας που επέδειξε στο πρόσωπό του ο τεχνικός διευθυντής συντήρησης κτιρίων και μηχανικών μέσων της πρώτης εναγομένης, μετατέθηκε εκ νέου στο κτίριο των γραφείων της τελευταίας, με συνέπεια να υποστεί βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, καθώς στη νέα θέση δεν του ανατέθηκαν καθήκοντα, ενώ έπαψε να εκτελεί υπερωριακή εργασία, με συνέπεια τη σημαντική περικοπή των μηνιαίων αποδοχών του.

Ότι στη συνέχεια, αφού και πάλι δεν του ανατέθηκαν συγκεκριμένα καθήκοντα, παρά τις διαμαρτυρίες του, η πρώτη εναγομένη την 01-02-2008 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του. Ότι καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής του, η πρώτη εναγομένη του κατέβαλε αποδοχές οι οποίες υπολείπονταν των νομίμων αποδοχών, όπως αυτές καθορίζονταν με τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις.

Ζήτησε δε ο αρχικώς ενάγων:

Α) Να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ένδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, καθόσον αυτή έλαβε χώρα εξαιτίας της μη αποδοχής εκ μέρους του της βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του, άλλως λόγω της μη προσήκουσας, ως προς το ύψος του ποσού, καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης, εκ μέρους της πρώτης εναγομένης εταιρίας.

Β) Να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη εταιρία, με την απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος της και προσωπικής κράτησης σε βάρος του δεύτερου εναγόμενου-νομίμου εκπροσώπου της πρώτης, να τον επαναπροσλάβει και να τον απασχολεί πραγματικά ως προϊστάμενο-υπεύθυνο ηλεκτρολόγο - συντηρητή του συγκροτήματος κατοικιών, στην ίδια θέση και με τους ίδιους όρους με τους οποίους εργάζονταν μέχρι την 28-01-2007.

Γ) Να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να του καταβάλει:

α) Κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2003 μέχρι και 31-12-2007 για διαφορές αποδοχών, αποδοχών αδείας, επιδομάτων αδείας και εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, αμοιβής υπερεργασίας και ιδιόρρυθμης υπερωρίας, αποζημίωσης υπερωριακής απασχόλησης, εργασίας τις ημέρες του Σαββάτου και Κυριακής, εργασίας τις νυκτερινές ώρες, αποζημίωσης λόγω μη χορήγησης ημέρας ανάπαυσης και αμοιβής ετοιμότητας, το συνολικό ποσό των 198.852,34 ευρώ κατά τις ειδικότερες στην αγωγή διακρίσεις,

β) Για διαφυγόντα κέρδη κατά το έτος 2007, λόγω της βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του, το συνολικό ποσό των 33.326,12 ευρώ, όπως ειδικότερα αναλύεται στην αγωγή,

γ) Για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του και της προσβολής της προσωπικότητάς του, το ποσό των 150.000 ευρώ.

δ) Για μισθούς υπερημερίας κατά το χρονικό διάστημα από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του μέχρι και την 31-12-2008, το ποσό των 43.624,80 και συνολικά το ποσό των 425.803,26 ευρώ νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, επικουρικά δε και για την περίπτωση που η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του κριθεί ως έγκυρη, ο αρχικώς ενάγων ζήτησε το συνολικό ποσό των 388.427,70 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ποσού των 6.249,24 ευρώ, που του οφείλει η πρώτη εναγομένη ως συμπλήρωση της αποζημίωσης καταγγελίας, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2942/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου άνω δικαστηρίου, με την οποία, αφού απορρίφθηκαν ως απαράδεκτα λόγω της αοριστίας τους, τα αιτούμενα κονδύλια για την επιδίκαση αμοιβής για υπερεργασία και ιδιόρρυθμη υπερωρία και αποζημίωσης για υπερωριακή απασχόληση, κατά τα λοιπά, η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, όσον αφορά στην πρώτη εναγομένη και λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, όσον αφορά στον δεύτερο εναγόμενο.

Ακολούθως, ο αρχικώς ενάγων άσκησε την από 27-04-2010 (αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3696/2010) έφεσή του. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η 2115/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίστηκε η πρωτοβάθμια απόφαση, όσον αφορά στα αιτούμενα κονδύλια για την επιδίκαση οφειλόμενων αμοιβών λόγω της εργασίας του αρχικώς ενάγοντα την ημέρα της Κυριακής, αλλά και κατά τις νυκτερινές ώρες, και απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τις απαιτήσεις αυτές ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας τους, ενώ κατά τα λοιπά απέρριψε την έφεση ως προς όλους τους λοιπούς λόγους της ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Μετά τα ανωτέρω και ενώ στο μεταξύ ο αρχικώς ενάγων απεβίωσε στις 13-02-2013, οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι η σύζυγος του Κ. Κ. και η ανήλικη θυγατέρα του Δ. Α., που εκπροσωπείται από την μητέρα της Κ. Κ., με την από 24-4-2015 αίτησή τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ζήτησαν την αναίρεση της άνω απόφασης του Εφετείου.

Το Δικαστήριο τούτο με την 132/2016 απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτή την αναίρεση και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο προς νέα εκδίκαση.

Ειδικότερα κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου της αίτησης αυτής, έκρινε ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε η αγωγή ως αόριστη από το Εφετείο ως προς τα κονδύλια της για εργασία την ημέρα της Κυριακής και για νυκτερινή εργασία, καθώς επίσης και κατά παραδοχή του τρίτου λόγου της αίτησης (ως προς το πρώτο και τρίτο μέρος του) έκρινε αφενός μεν ότι στην ένδικη σύμβαση εργασίας εφαρμόζονται οι εκάστοτε ισχύουσες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και Διαιτητικές Αποφάσεις που αφορούν στους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών και όχι η εκάστοτε ισχύουσα Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, αφετέρου δε, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 01-07-2006 έγγραφης σύμβασης εργασίας που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, κατά το μέρος που δέχτηκε ότι: "συμφωνήθηκε οι όροι αμοιβής και εργασίας του ενάγοντος να διέπονται από την εκάστοτε Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ", παραλείποντας όμως τους κρίσιμους όρους με αριθμούς 5 και 9 της σύμβασης, με τους οποίους καθορίζεται η εφαρμογή των οικείων συλλογικών συμβάσεων εργασίας και των διαιτητικών αποφάσεων.

Ακολούθως, οι καθολικοί διάδοχοι του αρχικώς ενάγοντα, με την από 21-04-2017 κλήση τους νόμιμα επανέφεραν προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιον του Εφετείου την πιο πάνω έφεση, που ασκήθηκε από τον αρχικώς ενάγοντα Η. Α., κατά της προσβαλλόμενης 2942/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επ'αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη 2275/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Κατ' αυτής άσκησε την υπό κρίση αίτηση η αναιρεσείουσα.

[2] Ο ΚΠολΔ ορίζει στο άρθρο 559 αριθ. 18, ότι ο σχετικός λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, στο δε άρθρο 579 παρ. 1 εδ. β, ότι αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο κατά το σημείο που στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, στο άρθρο 580 παρ. 4 ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα Δικαστήρια, που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν και στο άρθρο 581 παρ. 2, ότι στο Δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, δεχόμενος το σχετικό λόγο αναίρεσης. Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση του, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο α) το νομικό ζήτημα που ο Άρειος Πάγος έλυσε στη συγκεκριμένη υπόθεση και β) οι παραδοχές του δικαστηρίου της παραπομπής ως προς το ζήτημα αυτό, ώστε να κριθεί αν το τελευταίο συμμορφώθηκε προς τη λύση που έδωσε ο Άρειος Πάγος ή έδωσε διαφορετική λύση (ΑΠ 1297/2019, ΑΠ 367/2005, ΑΠ 1397/2008, ΑΠ 906/2009).

[3] Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι δεν συμμορφώθηκε προς την 132/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 2115/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε κρίνει ότι στην ένδικη σύμβαση εργασίας εφαρμόζεται η εκάστοτε ισχύουσα Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και δεν εφαρμόζονται οι εκάστοτε ισχύουσες Σ.Σ.Ε και Δ.Α που αφορούν στους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών και ειδικότερα ότι η προσβαλλομένη, καίτοι το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου έκρινε δεσμευτικά για το δικαστήριο της παραπομπής, ότι οι αποδοχές του αρχικώς ενάγοντα κατά το χρονικό διάστημα από 2003 έως και 2007 θα έπρεπε να υπολογιστούν με βάση τις 4 και μόνο περιοριστικά αναφερόμενες στο σκεπτικό της ΣΣΕ και ΔΑ και δη 1) την με αριθμό 19/2003 Διαιτητική Απόφαση, 2) την από 07-07-2004 ΣΣΕ, γ) την από 26-03-2005 ΣΣΕ και 4) την με αριθμό 26/2007 Διαιτητική Απόφαση, παραβίασε την δεσμευτική αυτή απόφαση του Αρείου Πάγου, αφενός με το να μην λάβει υπόψη της και να μην εφαρμόσει την από 07-07-2004 ΣΣΕ, αφετέρου με το να λάβει υπόψη της τόσο την με αριθμό 22/2004 ΔΑ όσο και την με αριθμό 21/2006 ΔΑ, οι οποίες δεν αναφέρονται στην αναιρετική απόφαση, με αποτέλεσμα να επιδικάσει διαφορές αποδοχών μεγαλύτερες από τις προβλεπόμενες στον νόμο.

Όπως όμως προκύπτει από την 132/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, με αυτή λύθηκε μόνο το νομικό ζήτημα, ότι στην ένδικη σύμβαση εργασίας εφαρμόζονται οι εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ και ΔΑ που αφορούν στους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών και όχι η εκάστοτε ισχύουσα Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, όπως είχε κρίνει εσφαλμένα το Εφετείο, του οποίου την απόφαση και για τον λόγο αυτό αναίρεσε.

Ουδόλως από το κείμενό της προκύπτει, ότι έκρινε δεσμευτικά για το δικαστήριο της παραπομπής, ότι οι αποδοχές του αρχικώς ενάγοντα θα υπολογιστούν κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2003-2007 με βάση τις 4 και μόνο δεσμευτικά αναφερόμενες στο σκεπτικό της 2115/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ΣΣΕ και ΔΑ, αφού οι τελευταίες (4 ΣΣΕ και ΔΑ) αναφέρονταν μόνο στο κείμενο των παραδοχών της τελευταίας αυτής απόφασης(Εφετείου), την οποία αναίρεσε, τις οποίες εμπεριέχει η άνω αναιρετική απόφαση στα πλαίσια της επισκόπησής της κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ και όταν η άνω αναιρετική απόφαση αναφέρει ότι δεν εφάρμοσε "τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (ΔΑ και ΣΣΕ)" εννοεί τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ και ΔΑ που διέπουν τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών.

Επομένως το Εφετείο που με την προσβαλλομένη 2275/2018 απόφασή του, έκρινε ότι στην ένδικη σύμβαση εργασίας εφαρμόζονται οι εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ και ΔΑ που αφορούν στους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών και όχι η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και στην συνέχεια έκρινε ότι για τις οφειλόμενες διαφορές αποδοχών του αρχικώς ενάγοντα, έχουν εφαρμογή για το έτος 2003 η ΔΑ 19/2003, για το έτος 2004 η ΔΑ 22/2004, για το έτος 2005 η από 26-3-2005 ΣΣΕ, για το έτος 2006 η 21/2006 ΣΣΕ και για το έτος 2007 η ΔΑ 26/2007 (όπως αυτές κηρύχθηκαν υποχρεωτικές), και προέβη στον καθορισμό των νομίμων αποδοχών του αρχικώς ενάγοντα με βάση αυτές, δεν έκρινε πέραν από τα όρια της αναιρετικής απόφασης και ο προαναφερόμενος πρώτος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

[4] Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης προσάπτει η αναιρεσείουσα στην προσβαλλομένη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ότι το Εφετείο παραβίασε τόσο ευθέως όσο και εκ πλαγίου τις παρακάτω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, άλλως έχει αντιφατικές, άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα ότι 1) όσον αφορά στην 19/2003 ΔΑ, που έκρινε ότι έχει εφαρμογή στην ένδικη αγωγή όσον αφορά τις αποδοχές του ενάγοντος για το έτος 2003, εσφαλμένα την εφάρμοσε από 01-01-2003, καθόσον αυτή κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15273/16-7-2003 Υπουργική Απόφαση και επομένως η νομική ισχύς της δεν μπορούσε να επεκταθεί στην μεταξύ των διαδίκων συμβατική σχέση πριν την 22-07-2003 (ημέρα δημοσίευσης στο ΦΕΚ) και σε κάθε περίπτωση πριν από την 26-05-2003, 2) όσον αφορά το έτος 2005, που δέχθηκε ότι έχει εφαρμογή η από 26-03-2005 ΣΣΕ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 54/25-5-2005 Πράξη Κατάθεσης του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και έκρινε ότι οι αποδοχές του ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 01-01 μέχρι 30-06-2005 ανέρχονταν σε 1666,87 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 01-07 μέχρι 31-12-2005 σε 1721,86 ευρώ ανά μήνα, παραβίασε ευθέως την διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 1876/1990 διότι θεώρησε ότι η κήρυξη υποχρεωτικής της άνω ΣΣΕ μπορεί να γίνει με διαφορετικό τρόπο από τον μόνο προβλεπόμενο στο άνω αναφερθέντα νόμο τρόπο, 3) όσον αφορά στην 26/2007 ΔΑ, που έκρινε ότι έχει εφαρμογή στην ένδικη αγωγή όσον αφορά τις αποδοχές του ενάγοντος για το έτος 2007, εσφαλμένα την εφάρμοσε από 01-01-2007, καθόσον αυτή κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 12225/18-7-2007 Υπουργική Απόφαση και επομένως η νομική ισχύς της δεν μπορούσε να επεκταθεί στην μεταξύ των διαδίκων συμβατική σχέση πριν την 24-7-2007(ημέρα δημοσίευσης στο ΦΕΚ) και σε κάθε περίπτωση πριν από την 21-6-2007, 4) όσον αφορά στην 22/2004 ΔΑ, που έκρινε ότι έχει εφαρμογή στην ένδικη αγωγή όσον αφορά τις αποδοχές του ενάγοντος για το έτος 2004, εσφαλμένα την εφάρμοσε από 1-1-2004, καθόσον αυτή κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 12695/30-8-2004 Υπουργική Απόφαση και επομένως η νομική ισχύς της δεν μπορούσε να επεκταθεί στην μεταξύ των διαδίκων συμβατική σχέση πριν την 13-09-2004 (ημέρα δημοσίευσης στο ΦΕΚ) και σε κάθε περίπτωση πριν από την 23-07-2004, και 5) όσον αφορά στο έτος 2006, που δέχθηκε ότι έχει εφαρμογή η από 21/2006 ΔΑ που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 11/7-7-2006 Πράξη Κατάθεσης του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και έκρινε ότι οι αποδοχές του ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 01-01- μέχρι 30-06-2005 ανέρχονταν σε 1841,89 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 01-07 μέχρι 31-12-2005 σε 1906,46 ευρώ ανά μήνα, παραβίασε ευθέως την διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 1876/1990 διότι θεώρησε ότι η κήρυξη υποχρεωτικής της άνω ΔΑ μπορεί να γίνει με διαφορετικό τρόπο από τον μόνο προβλεπόμενο, στο άνω αναφερθέντα νόμο, τρόπο.

Περαιτέρω στέρησε την απόφασή του το Εφετείο νόμιμης βάσης, διότι παρέλειψε να αναφέρει τους χρόνους έναρξης της δέσμευσης των διαδίκων της ένδικης σύμβασης εργασίας από τις άνω ΔΑ και ΣΣΕ, ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός της αίτησης έτσι όπως εκτίθεται ανωτέρω, είναι απαράδεκτος ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται σε αυτόν, το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας για την προβολή ενός λόγου με τέτοιο περιεχόμενο και συγκεκριμένα δεν εκθέτει η αναιρεσείουσα τις διαφορές αποδοχών του ενάγοντος, που θα προέκυπταν, αν οι άνω ΔΑ και ΣΣΕ είχαν εφαρμοσθεί στα χρονικά σημεία που άνω κηρύχθηκαν υποχρεωτικές.

[5] Σύμφωνα με το άρθρο μόνο της ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946 "περί καταβολής ηυξημένου ημερομισθίου εις εργαζομένους κατά τας μη εργασίμους ημέρας" μισθωτός, ο οποίος απασχολείται κατά τις Κυριακές και τις εκ του νόμου καθιερούμενες ως μη εργασίμους ημέρες του έτους, δικαιούται το ημερομίσθιο αυτού, προσαυξημένο κατά 75%, ενώ η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν.3755/1957 "Περί αυξήσεως αναδρομικώς των αποδοχών των μισθωτών, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Ν. 3239/1955 και άλλων διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας κλπ", (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 1 Ν.435/1976) ορίζει, ως προς την προσαύξηση του 75% για παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, ότι αυτή οφείλεται ανεξαρτήτως του κύρους της συμφωνίας απασχολήσεώς τους, δηλαδή ακόμη και αν η απασχόληση είναι παράνομη.

Περαιτέρω από τις διατάξεις επίσης της Α.Υ. Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946, όπως ερμηνεύτηκε με την 25825/1951 απόφαση των ίδιων Υπουργών, του άρθρου 2 παρ. Ι του ν.δ 3755/1957, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 435/1976, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του β.δ. 748/1966, προκύπτει ότι αν ο εργαζόμενος απασχοληθεί, νόμιμα ή παράνομα, κατά την Κυριακή, δικαιούται να λάβει, για τις ώρες που απασχολήθηκε προσαύξηση 75% επί του νόμιμου ωρομισθίου, και εφόσον η απασχόλησή του υπερβαίνει τις 5 ώρες, αναπληρωματική ανάπαυση διάρκειας 24 συνεχόμενων ωρών σε άλλη ημέρα της εβδομάδας που ακολουθεί.

Επίσης, οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό, αν μεν τύχουν αναπληρωματικής ανάπαυσης κατά τα ανωτέρω, δεν δικαιούνται, εκτός από την ανωτέρω προσαύξηση επί του ημερομισθίου τους, άλλης αμοιβής για την απασχόλησή τους την Κυριακή (ΑΠ 1317/2015). Αν όμως ο εργοδότης δεν παράσχει στον εργαζόμενο συνεχή 24ωρη ανάπαυση σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας και τον απασχολήσει όλες τις εργάσιμες ημέρες που ακολουθούν την Κυριακή, τότε η απασχόληση κατά μία ημέρα των εργασίμων αυτών ημερών (πέντε η έξι ανάλογα) είναι παράνομη ως αντικείμενη σε δημόσιας τάξης διάταξη, και ο εργοδότης έχει υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να αποδώσει στον εργαζόμενο την ωφέλεια που αποκόμισε από την παράνομη αυτή απασχόληση, ανερχόμενη στο 1/25 του νομίμου μισθού του (ΑΠ 1317/2015, ΑΠ 1420/2015, ΑΠ 32/2013, ΑΠ 332/2008, ΑΠ 1221/2005, ΑΠ 393/2005).

[6] Περαιτέρω σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης δεν μεταβιβάζεται στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ολόκληρη η υπόθεση, αλλά μόνον στην έκταση που καθορίζεται από το αιτητικό της έφεσης και από τους λόγους, που περιέχονται στο δικόγραφό της, καθώς και στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων.

Η ρύθμιση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, που αποτελεί ειδική εκδήλωση των αρχών της συζήτησης και διάθεσης, που καθιερώνονται από το άρθρο 106 ΚΠολΔ, σημαίνει ότι το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εξαφανίσει την προσβαλλόμενη απόφαση παρά μόνο ως προς εκείνες τις διατάξεις, των οποίων την εξαφάνιση ζήτησε ο εκκαλών και, κατ` αρχήν, μόνο για τους λόγους στους οποίους στηρίχθηκε το αίτημα του εκκαλούντος και ότι αν γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη και εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, η επανεξέταση της ουσίας της υπόθεσης θα γίνει επίσης με γνώμονα τα αιτήματα του εκκαλούντος, με βάση, δηλαδή, τα εκκληθέντα κεφάλαια.

Εξάλλου, "κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης, στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης.

[7] Επίσης από τις διατάξεις των άρθρων 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική, ανάλογα αν έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα κεφάλαιά της. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός, καθώς και ως προς εκείνα που συνδέονται άρρηκτα με αυτά.

Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσής της, όπως του τυχόν χαρακτηρισμού από αυτήν της έκτασης της αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως ολικής. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.

Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικά, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς τα κεφάλαια αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται άρρηκτα με εκείνα που αναιρέθηκαν και τα οποία συναναιρούνται(AΠ 304/2020).

Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, αποβάλλει την ισχύ της και οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση πριν από αυτή. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η απόφαση που την αναιρεί δεν περιορίζει με διάταξή της την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή σε μερικούς από τους διαδίκους.

Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός, πλήττει κατά νομική ακολουθία το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της. Με την ολική αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση στην οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή κλπ.

Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου στο σύνολό της και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων σχετικά με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η έφεση που ασκήθηκε εναντίον της, η οποία θα κριθεί από το Εφετείο.

Το τελευταίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, επανεκδικάζει την έφεση και τους λόγους της, η εξέταση των οποίων προϋποθέτει την ύπαρξη παραδεκτής έφεσης, για το παραδεκτό της οποίας αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής. Επομένως, από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι, αν η απόφαση αναιρεθεί μερικά, ως προς κάποιο μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να εξετάσει λόγους έφεσης που αναφέρονται στα λοιπά κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, διότι τότε θα παραβίαζε το δεδικασμένο.

Ως προς το αναιρεθέν ή τα αναιρεθέντα κεφάλαιά της, η απόφαση αποβάλλει την ισχύ της και παύει να αποτελεί δεδικασμένο και συνεπώς η έρευνα στο δικαστήριο της παραπομπής εκτείνεται σε ολόκληρο το αναιρεθέν ή τα αναιρεθέντα κεφάλαια με βάση τους ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν υποβληθεί νόμιμα (ΑΠ 386/2014).

[8] Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επεδίκασε κάτι που δεν του ζητήθηκε. Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ` αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης υπό τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Παράλληλα, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/2008, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1348/2009).

[9] Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης κατά το δεύτερο μέρος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο με το καταδικάσει αυτήν να καταβάλει στις αναιρεσίβλητες πέραν της προσαύξησης του 75% επί του νομίμου ημερομισθίου του αρχικώς ενάγοντος και το 1/25 του νομίμου μηνιαίου μισθού του για την εργασία του κατά τις Κυριακές των ετών 2003-2006, που αυτός είχε εργαστεί χωρίς να λάβει αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, άλλως επεδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν.

Περαιτέρω με τον ίδιο άνω λόγο κατά το πρώτο μέρος του προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι για τον ίδιο άνω λόγο δεν συμμορφώθηκε και προς την αναιρετική 132/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο παρέπεμψε προς το εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση Εφετείο, μόνο το κεφάλαιο της αγωγής του αρχικώς ενάγοντος, με το οποίο είχε διεκδικήσει αμοιβή για την προσαύξηση του ημερομισθίου του για την εργασία του κατά τις Κυριακές και μη εργάσιμες εορτές και όχι και το κεφάλαιο της αγωγής, που άλλωστε είχε απορριφθεί τελεσίδικα με την 2112/2012 απόφαση του Εφετείου για αποζημίωση "μη χορηγηθέντων ρεπό".

Περαιτέρω με τον τρίτο αυτό λόγο κατά το τρίτο μέρος τους προσάπτει η αναιρεσείουσα στην προσβαλλομένη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει εκτός από την προσαύξηση του 75% επί του ημερομισθίου του ενάγοντος και επιπλέον 1 ημερομίσθιο για όλες τις Κυριακές του ενδίκου χρονικού διαστήματος 2003-2006, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1,2,7 και 10 παρ. 1 του β.δ 748/1966, 2 παρ. 1 του ν. 435/1976 και των 8900/1946 και 25825/1951 Υ.Α, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, άλλως ανεπαρκείς, άλλως αντιφατικές στο ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα για το ζήτημα της επιδίκασης του 1/25 του μισθού του ενάγοντος, λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης, καθώς και αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον αφενός επιδικάζει το 1/25 του μισθού λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης σύμφωνα με τις άνω διατάξεις και αφετέρου δέχεται ότι το 1/25 του μισθού του, αποτελεί αποζημίωση. 10.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι σ'αυτήν υπήρχε εκτός των άλλων και αίτημα του αρχικώς ενάγοντα, περί επιδικάσεως αμοιβής για εργασία του κατά τις Κυριακές(υπολογιζομένης της αμοιβής ανά μήνα εκάστου των επιδίκων ετών), η οποία κατά τους υπολογισμούς του συνίστατο στο 1/25 του ημερομισθίου του, συν προσαύξηση 75% επί του ημερομισθίου αυτού, και κάτωθι της στήλης αυτής, υπήρχε και έτερο κεφάλαιο(της αγωγής), που αφορούσε την αποζημίωση, που κατά την κρίση του ενάγοντος του οφειλόταν, λόγω μη χορηγηθέντος ρεπό σε εργάσιμη ημέρα εντός της εδβομάδος, για τις αντίστοιχες Κυριακές που εργάστηκε τον κάθε επί μέρους μήνα.

Περαιτέρω από την επισκόπηση της προσβαλλομένης σχετικά με το επίμαχο θέμα της απασχόλησης του αρχικώς ενάγοντα κατά τις ημέρες των Κυριακών των επιδίκων ετών εργασίας του στην εναγομένη και την αποζημίωσή του για μη χορηγηθείσες αναπληρωματικές ημέρες ανάπαυσης για τις Κυριακές που εργάστηκε τα έτη αυτά, προκύπτει ότι δέχθηκε τα εξής:

«| Περαιτέρω, από την ένορκη κατάθεση ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου του μάρτυρα απόδειξης Χ. Κ., την υπ' αριθμ. .../18-1-2008 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Γ. Μ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Δέδε, αλλά τα φωτοτυπικά αντίγραφα των αποδείξεων πληρωμής του αρχικώς ενάγοντα κατά τα έτη 2003 - 2006, αποδείχτηκε ότι ο τελευταίος εργάστηκε, κατά το έτος 2003, τέσσερεις Κυριακές κάθε μήνα, κατά το έτος 2004, τέσσερεις Κυριακές κάθε μήνα, πλην του μηνός Σεπτεμβρίου που εργάστηκε δύο Κυριακές, κατά το έτος 2005, τέσσερεις Κυριακές κάθε μήνα, πλην των μηνών Ιανουαρίου και Απριλίου που εργάστηκε δύο Κυριακές κάθε μήνα και των μηνών Ιουλίου, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου, που εργάστηκε τρεις Κυριακές κάθε μήνα και κατά το έτος 2006, τέσσερεις Κυριακές κάθε μήνα, πλην των μηνών Μαρτίου και Απριλίου που εργάστηκε τρεις Κυριακές κάθε μήνα και του μηνός Σεπτεμβρίου, που εργάστηκε δύο Κυριακές. Όλες τις πιο πάνω ημέρες, ο αρχικώς ενάγων εργάστηκε επί 8 ώρες, χωρίς να του χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης και δικαιούται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 7 και 10 παρ.1 του β. δ. 748/1966 "περί κωδικοποιήσεως κλπ. της κείμενης νομοθεσίας περί εβδομαδιαίας και Κυριακής αναπαύσεως των ημερών αργίας", 2 παρ.1 του ν. 435/1976 και 8900/1946 και 25825/1951 αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, τα εξής ποσά:

Α) Για το έτος 2003 το ποσό των 5.018,88 ευρώ [59,75 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο (1.493,72 ευρώ μηνιαίος μισθός : 25) +44,81 ευρώ προσαύξηση (59,75 Χ 75%) = 104,56 ευρώ Χ 48 Κυριακές =5.018,88].

Β) Για το χρονικό διάστημα από 01-01 μέχρι 30-06-2004, το ποσό των 2.609,76 ευρώ [62,14 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο (1.553,46 ευρώ μηνιαίος μισθός : 25) + 46,60 ευρώ προσαύξηση (62,14 Χ 75%) = 108,74 ευρώ Χ 24 Κυριακές = 2.609,76].

Γ) Για το χρονικό διάστημα από 01-07 μέχρι 31-12-2004, το ποσό των 2.452,12 ευρώ [63,69 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο (1.592,32 ευρώ μηνιαίος μισθός : 25) + 47,77 ευρώ προσαύξηση (63,69 Χ 75%) = 111,46 ευρώ Χ 22 Κυριακές = 2.452,12].

Δ) Για το χρονικό διάστημα από 01-01 μέχρι 30-06-2005, το ποσό των 2.333,40 ευρώ [66,67 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο (1.666,87 ευρώ μηνιαίος μισθός : 25) + 50 ευρώ προσαύξηση (66,67 Χ 75%) = 116,67 ευρώ Χ 20 Κυριακές = 2.333,40].

Ε) Για το χρονικό διάστημα από 01-07 μέχρι 31-12-2005, το ποσό των 2.410,40 ευρώ [68,87 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο (1.721,86 ευρώ μηνιαίος μισθός : 25) + 51,65 ευρώ προσαύξηση (68,87 Χ 75%) = 120,52 ευρώ Χ 20 Κυριακές = 2.410,40].

Στ) Για το χρονικό διάστημα από 01-01- μέχρι 30-06-2006, το ποσό των 2.836,24 ευρώ [73,67 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο (1.841,89 ευρώ μηνιαίος μισθός : 25) +55,25 ευρώ προσαύξηση (73,67 Χ 75%) = 128,92 ευρώ Χ 22 Κυριακές =2.836,24].

Ζ) Για το χρονικό διάστημα από 30-06 μέχρι 31-12-2006, το ποσό των 2.935,90 ευρώ [76,26 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο (1.906,46 ευρώ μηνιαίος μισθός : 25) + 57,19 ευρώ προσαύξηση (76,26 Χ 75%) = 133,45 ευρώ Χ 22 Κυριακές = 2.935,90].

Επομένως, ο αρχικώς ενάγων δικαιούται αμοιβής για την εργασία του κατά τις παραπάνω Κυριακές, το συνολικό ποσό των 20.596,70 ευρώ (5.018,88 + 2.609,76 + 2.452,12 + 2.333.40 + 2.410,40 +2.836,24 + 2.935,90). Όμως, όπως συνομολογεί ο αρχικώς ενάγων με το δικόγραφο της αγωγής του, αλλά και αποδεικνύεται τα φωτοτυπικά αντίγραφα των αποδείξεων πληρωμής αυτού κατά τα έτη 2003 - 2006, που ο ίδιος επικαλείται και προσκομίζει, η εναγομένη του κατέβαλε ως αμοιβή για την παραπάνω αιτία, το έτος 2003, το ποσό των 4.088,43 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από 01-01 μέχρι 30-06-2004, το ποσό των 2.198,94 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από 01-07 μέχρι 31-12-2004, το ποσό των 1.568,22 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από 01-01 μέχρι 30-06-2005, το ποσό των 1.740,28 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από 01-07 μέχρι 31-12-2005, το ποσό των 1.638,10 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από 01-01 μέχρι 30-06-2006, το ποσό των 1.654,05 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από 01-07 μέχρι 31-12-2006, το ποσό των 1.780,66 ευρώ και συνολικά το ποσό των 14.668,68 ευρώ. Επομένως, ο αρχικώς ενάγων δικαιούται να λάβει διαφορά της αμοιβής για την εργασία του τις Κυριακές, το ποσό των 5.928,02 ευρώ (20.596,70-14.668,68) |».

Με την κρίση του το Εφετείο ότι για κάθε μία από τις Κυριακές των επιδίκων ετών, που εργάστηκε επί 8 ώρες, χωρίς να του χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, δικαιούται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1,2,7 και 10 του β.δ 748/1966 ,2 παρ. 1 του ν. 435/1976 και 8900/1946 και 25825/1951 αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας τα άνω ποσά, ήτοι την προσαύξηση του 75% επί του νομίμου ημερομισθίου του, καθώς και το 1/25 του νομίμου μισθού του, για την μη χηρήγηση αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης, ορθά τις διατάξεις αυτές ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ευθέως.

Ειδικότερα διότι σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 5 μείζονα σκέψη, εφόσον ο ενάγων που είναι αμειβόμενος με μηνιαίο μισθό απασχολήθηκε κατά τις Κυριακές για οκτάωρο, (ήτοι που υπερβαίνουν τις 5 ώρες) δικαιούται να λάβει (εκτός από την προσαύξηση 75% επί του νομίμου ημερομισθίου) επιπλέον και το 1/25 του νομίμου μισθού του κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, επειδή του δεν του χορηγήθηκε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυση.

Παράλληλα, με τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμά του. Επομένως ο τρίτος λόγος της αίτησης κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και ανεξαρτήτως της αοριστίας του είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω το Εφετείο αφού δέχθηκε ότι για την εργασία του αρχικώς ενάγοντος κατά τις Κυριακές, εκτός από την άνω 75% προσαύξηση επί του ημερομισθίου του, δικαιούται και αποζημίωση ανερχόμενη στο 1/25 του μισθού του, για τις μη χορηγηθείσες ημέρες αναπληρωματικής ανάπαυσης(ρεπό), κεφάλαιο της αγωγής που είχε μεταβιβασθεί στο Εφετείο κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, καθόσον (ο αρχικώς ενάγων) με την από 27-04-2010 έφεσή του και τον έκτο λόγο αυτής είχε παραπονεθεί για την απόρριψη του εν λόγω κεφαλαίου της αγωγής του από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επίσης ορθά επιλήφθηκε και του κεφαλαίου αυτού της αγωγής, το οποίο ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με το κεφάλαιο της αγωγής περί αμοιβής του για την εργασία του κατά τις Κυριακές και σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στις με αριθμούς 6 και 7 μείζονες σκέψεις συναναιρέθηκε και αυτό.

Συνεπώς το Εφετείο επιδικάζοντας αποζημίωση για μη χορηγηθείσες αναπληρωματικές ημέρες ανάπαυσης, δεν επιδίκασε κάτι που δεν του ζητήθηκε, και συμμορφώθηκε προς την αναιρετική άνω απόφαση και επομένως ο τρίτος λόγος της αίτησης και κατά τα πρώτο και δεύτερο μέρη του είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

[11] Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 07-06-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 2275/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου.- Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα σε χίλια οκτακόσια(1.800) ευρώ, για δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ