Legislator Case Law & Legislation
412/2019 AI generated

412/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 412/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

412/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κ. (βλ. το 428/25.06.2018 απόσπασμα συνεδριάσεως του Δ.Σ της αναιρεσιβλητης και …68/26.07.2018 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Σ. Κ.) και συνεπώς ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμός περί ελλείψεως πληρεξουσιότητας της ως άνω παρισταμένης Δικηγόρου της αναιρεσίβλητης είναι απορριπτέος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 412 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 412/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελισάβετ Φακιρίδου, η οποία ανακάλεσε την από 4/9/2018 δήλωσή της κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Λευκή Κιοσσέ, που κατέθεσε προτάσεις.

Κατά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, που παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω, η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος υπέβαλε ένσταση νομιμοποίησης της εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης αντέλεξε ότι εξουσιοδοτείται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/9/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 52/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/2/2017 αίτησή του, η οποία κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Ροδόπης (με αριθμό κατάθεσης 11/2017) και στο Εφετείο Θράκης (με αριθμό κατάθεσης 13/2017). Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 94 παρ.1 ΚΠολΔ. " Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο". Κατά το άρθρο 96 του ιδίου ως άνω Κώδικα, "1. Η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα Πρακτικά ή στην έκθεση είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο.

Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων. 2. Η πληρεξουσιότητα μιας αρχής μπορεί να δοθεί σε δικηγόρο και με έγγραφό της που περιέχει τα στοιχεία που αναγράφονται στην παράγραφο 1.3. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα Πρακτικά ή στην έκθεση." "Ειδικά, για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή".

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας αποδεικνύεται η παροχή ρητής πληρεξουσιότητας στη δικηγόρο της αναιρεσίβλητης Λευκή Παυλίδου-Κιοσσέ του Δικηγορικού Συλλόγου Ροδόπης για την παράστασή της ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, για την αντίκρουση της ένδικης από 28.02.2017 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ.

Κ. (βλ. το 428/25.06.2018 απόσπασμα συνεδριάσεως του Δ.Σ της αναιρεσιβλητης και …68/26.07.2018 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Σ. Κ.) και συνεπώς ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμός περί ελλείψεως πληρεξουσιότητας της ως άνω παρισταμένης Δικηγόρου της αναιρεσίβλητης είναι απορριπτέος.

Με την από 28.02.2017 και με αριθ. καταθ. 13/2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 52/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 17.02.2014 και με αριθ. καταθ. 08/2014 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 73/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως αόριστη.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και κατ ουσία η ανωτέρω έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση κατά το αναφερόμενο σ'αυτή κεφάλαιο και απορρίφθηκε η αγωγή κατά την κύρια αυτής βάση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι ως προς τις δημοσιευόμενες πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 αποφάσεις, όπως στην προκείμενη περίπτωση, που είχαν εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με αναίρεση (πρβλ Ολ ΑΠ 296/1974 στην αντίστροφη περίπτωση της αύξησης της ως άνω καταχρηστικής προθεσμίας από διετή, κατά το άρθρο 817 παρ. 4 της ΠολΔ, σε τριετή με τον ΚΠολΔ/1968).

Η με τον τρόπο αυτό τελολογική προσέγγιση του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 συντελεί στην εγκαθίδρυση αισθήματος εμπιστοσύνης του πολίτη και άρσης οποιασδήποτε ανασφάλειας δικαίου. Άλλωστε, υπέρ της ερμηνευτικής αυτής αντίληψης συνεπικουρεί και η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ, σύμφωνα με την οποία "Η διάρκεια των προθεσμιών που είχαν αρχίσει πριν από τη εισαγωγή του ΚΠολΔ και δεν έχουν λήξει, καθώς και η παρέκταση τους, κρίνονται σύμφωνα με το δίκαιο που ίσχυε πριν την εισαγωγή του, η παράταση όμως.

η αναστολή και η διακοπή τους εξαιτίας γεγονότων που επήλθαν μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ κρίνονται με βάση τις διατάξεις του" (ΟλΑΠ 10/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση (που δεν επιδόθηκε) δημοσιεύθηκε κατά την 27.02.2015 και αφού η ένδικη αναίρεση κατατέθηκε κατά την 1 Μαρτίου 2017 ισχύει η τριετής παραγραφή και συνεπώς ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου λόγω εκπρόθεσμης άσκησης είναι απορριπτέος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν• στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, ενώ ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του, ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη.

Αντίθετα, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και χωρίς να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια.

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλ.

η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης αλλά το ποιοτικό, δηλ. η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005,ΑΠ 171/2016, ΑΠ 2242/2013, ΑΠ 465/2013, ΑΠ 666/2009).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996 ) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 42/2002), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις. Για την ίδρυση πάντως του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993).

Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθησαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005).

Για τη πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή avrαπόδειξη κρισίμου κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 54/2015).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτακτης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτοί) ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Εξάλλου, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 573/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρεία κατά την 08.06.2001 με έγγραφη σύμβαση που χαρακτηρίστηκε ως "σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών" ενώ στην πραγματικότητα ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ότι μετά τις αναφερόμενες στην αγωγή ανανεώσεις συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του μέχρι τις 31-7-2009.

Ότι οι ως άνω συμβάσεις παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, υποκρύπτουν σχέση εξηρτημένης εργασίας και ότι κατ' επίφαση φέρουν τον τίτλο του "συμφωνητικού παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών", ενώ εν τοις πράγμασι λειτουργεί και υφίσταται σχέση εξαρτημένης εργασίας, διότι υπήρχε πλήρης ένταξή του, ως υπάλληλου, στην ιεραρχική δομή της επιχείρησης με ευρύτατα εργασιακά καθήκοντα, αντίστοιχα των ειδικοτήτων του, υποχρέωση καθημερινής παρουσίας και τήρησης ωραρίου,ν ύπαρξη σχέσης άμεσης εργασιακής εξάρτησης και άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος εκ μέρους της εναγομένης, διά των ορισθέντων οργάνων της, μη εξάρτηση του ύψους της αμοιβής από το παραγωγικό αποτέλεσμα, μη εξάρτηση της διάρκειας και της λήξης εκάστης σύμβασης από την ολοκλήρωση της εργασίας ή από άλλο συναφές και σχετιζόμενο με αυτή πραγματικό γεγονός και το ότι η επιχείρηση απέβλεπε στην παροχή της εργασίας του και όχι στο τελικό αποτέλεσμα ολοκλήρωσης κάποιου συγκεκριμένου έργου.

Ότι η εναγόμενη δεν του κατέβαλε δεδουλευμένες αποδοχές και δη α) το υπόλοιπο της αμοιβής του για το μήνα Δεκέμβριο 2007 συνολικού ποσού 1.989,51 ευρώ, β) για υπόλοιπο αμοιβής Ιουνίου 2008 ποσού 2.049,12 ευρώ, γ) για υπόλοιπο αμοιβής Δεκεμβρίου 2008 ποσού 2.049,12 ευρώ, δ) για μισθούς Ιανουάριου έως και Ιουλίου 2009 συνολικού ποσού 20.115,08 ευρώ, συνυπολογιζομένου του ΦΙ ΙΑ 23% και παρακράτηση φόρου 20%, ε) για αποζημίωση λόγω εκτός έδρας μετακινήσεών του από 21-3-2008 έως 26-9-2008 και από 28-9- 2008 έως 29-6-2008 ποσού 5.861,68 ευρώ, συνυπολογιζομένου ΦΠΑ 23% και παρακράτηση φόρου 20%.

Ότι στις 17-2-2012 η εναγόμενη του κατέβαλε ποσό 2.234,45 ευρώ και παρακράτησε φόρο 1.943 ευρώ και απέμεινε υπόλοιπο της οφειλής της, για μισθούς και εκτός έδρας μετακινήσεις ανερχόμενο σε 27.887,06 ευρώ. Ότι η εναγόμενη δεν κατέβαλε τις αποζημιώσεις και τα επιδόματα αδείας, τα δώρα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων των ετών 2007-2009, συνολικού ποσού 4.591,41 ευρώ, 790,70 ευρώ, 3.790,69 ευρώ και 5 941,78 ευρώ, αντίστοιχα, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην αγωγή.

Ότι, "επικουρικά, σε περίπτωση απόρριψης των προαναφερόμενων ισχυρισμών του, οι εν λόγω αξιώσεις του είναι νόμιμες με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, ώστε πρέπει να του αποδοθεί ο πλουτισμός, που επήλθε στην εναγόμενη από την παροχή της εργασίας του προς αυτήν, για την οποία δεν του κατέβαλε την εκάστοτε συμφωνηθείσα με τις συμβάσεις αμοιβή και ο πλουτισμός της σώζεται μέχρι σήμερα".

Ενόψει αυτών; ο ενάγων ζήτησε να αναγνωριστεί, ότι η μεταξύ των διαδίκων σχέση είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει σ' αυτόν συνολικά 46.001,64 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, κυρίως μεν με βάση τη σύμβαση εργασίας και επικουρικά δε κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (αρθρ. 904 επ.

του ΑΚ). Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την 74/2013 απόφαση, με την οποία απέρριψε την αγωγή ως προς μεν την κύρια βάση ως αόριστη κατά δε την επικουρική βάση ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους του ενάγοντος εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση κατά το κεφάλαιο που αφορά την κύρια βάση της αγωγής και ακολούθως αφού έκρινε αυτήν νόμιμη την απέρριψε κατ' ουσιαν.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακολούθα: "Η εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "...", η οποία ιδρύθηκε το έτος 1992 αποτελεί, κατά τα εκτιθέμενα παραπάνω, ΝΓΠΔ, διατηρεί στη ….. κεντρικά γραφεία και δραστηριοποιείται, σύμφωνα με το καταστατικό της. Κύριο έργο της έχει τον σχεδιασμό και την υλοποίηση αναπτυξιακών σχεδίων, για την περιφέρεια …., αλλά και της ευρύτερης περιοχής της …..

και …, μέσα από τα επιχειρησιακά προγράμματα των ΚΙ ΙΣ και των άλλων εθνικών και Ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Έτσι αυτή, ως Ομάδα Τοπικής Δράσης (Ο.Τ.Δ.), υπέγραψε, με το Υπουργείο Γεωργίας, προγραμματική σύμβαση, για την υλοποίηση και διαχείριση της Κοινοτικής Πρωτοβουλίας Leader II στο Νομό ….. Στα πλαίσια της λειτουργίας αυτής η εναγόμενη, αφού προχώρησε σε πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, προέβη στην επιλογή του ενάγοντα, ως κατάλληλου και διαθέτοντα τα απαιτούμενα προσόντα και με την ειδικότητα του γεωτεχνικού, για θέματα ενημέρωσης των αγροτών, καταρτίσθηκε δε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών διάρκειας από 8-6-2001 μέχρι 8-4-2002.

Ειδικότερα, το έργο που ο ενάγων σύμφωνα με τον όρο 1 της ως άνω σύμβασης, ανέλαβε να ολοκληρώσει συνίστατο στην ενημέρωση των αγροτών του Νομού …., σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων του Προγράμματος "Αγροτική Ανάπτυξη - Ανασυγκρότηση της Υπαίθρου 2000 - 2006" και τα οφέλη που θα προέκυπταν από την ένταξη, στο ως άνω πρόγραμμα.

Ως αμοιβή για το ανωτέρω έργο συμφωνήθηκε το ποσό των 4.500.000 δραχμές (13.206,16 ευρώ), καταβλητέο σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, ποσού 450.000 δραχμές (1.320,62 ευρώ) εκάστη. Η διάρκεια της σύμβασης αυτής παρατάθηκε μέχρι την 15-3-2003. Στη συνέχεια και μετά από την από 27-1-2003 σύμβαση, η οποία υπογράφηκε μεταξύ του τότε Υπουργού Γεωργίας και της εναγομένης εταιρείας, με την με αριθμό πρωτ. 291669/6141/13-9-2002 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, στις 17-3-2003 ανατέθηκε στην εναγόμενη Αναπτυξιακή Εταιρεία από το τότε Υπουργείο Γεωργίας (και νυν Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων), το έργο της Δομής Στήριξης των Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων, Ανάπτυξης Αγροτικού Χώρου (Ο.Π.Α.Α.Χ.) της Περιφέρειας …..

και ….. Το έργο αυτό αφορούσε την τεχνική υποστήριξη του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και των κατοίκων όλης της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, που ενδιαφερόταν να ενταχθούν και να υλοποιήσουν έργο μέσω του Προγράμματος αυτού. Για την υλοποίηση του ως άνω έργου δημιουργήθηκαν πέντε (5) "Αντένες " (δίκτυα με μέλη ανά Νομό), τεχνικής υποστήριξης και υλοποίησης του ως άνω έργου.

Σε κάθε δίκτυο "Αντένα" έπρεπε, σύμφωνα με τη σύμβαση και κατ' επιταγήν του προγράμματος, να συμμετέχει τουλάχιστον ένας Γεωπόνος, ένας Πολιτικός Μηχανικός και ένας Οικονομολόγος. Έπρεπε επίσης κάθε "Αντένα" (δίκτυο) να διαθέτει έναν Υπεύθυνο Αντένας, που θα συντόνιζε το έργο της Ομάδας αυτής. Τον ρόλο των Αντενών σε κάθε Νομό της Περιφέρειας ….και … τον ανέλαβε η αντίστοιχη Αναπτυξιακή Εταιρεία κάθε Νομού.

Στα πλαίσια υλοποίησης του έργου αυτού, στις 17-3-2003, η εναγόμενη προέβη με την διαδικασία πρόσκλησης ενδιαφέροντος στην επιλογή του ενάγοντα, ως κατάλληλου, έχοντος γνώση και εμπειρία και διαθέτοντα τα απαιτούμενα προσόντα και με την ειδικότητα του Διευθυντή/Υπευθύνου Αντένας του Νομοί) …., καταρτίσθηκε δε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών διάρκειας από 17-3- 2003 μέχρι 1-1-2004.

Ακολούθησαν οι από 2-1-2004, 3-1-2005, 2-1-2006, 1-5-2006, 2-1-2007, 2-1-2008, 1-7-2008 και 1-2-2009 διαδοχικές ανανεώσεις της σύμβασης έως το τέλος του έργου και την εκπλήρωση της υποχρεώσεως στις 31-7-2009. Ειδικότερα, από την επισκόπηση των ένδικων συμβάσεων, σε συνδυασμό με όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχτηκε ότι οι ανωτέρω συναφθείσες συμβάσεις αποτελούσαν συμβάσεις παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, οι οποίες μάλιστα τελούσαν υπό την αίρεση της έγκρισης τους από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, διότι αποτελούσε έργο ανατιθέμενο στα πλαίσια του έργου της Κεντρικής Δομής Στήριξης του ΟΠΑΑΧ, (Ολοκληρωμένα Προγράμματα Ανάπτυξης Αγροτικού Χώρου), ενώ η μισθοδοσία του ενέπιπτε στο οικείο Οργανόγραμμα.

Συγκεκριμένα στον όρο 4 της σύμβασης αναγράφεται ότι "ο αντισυμβαλλόμενος διεκπεραιώνει το έργο που αναλαμβάνει σε χρόνο και τόπο, που κατά την κρίση του θεωρεί πρόσφορο, στο πλαίσιο των όρων της παρούσας σύμβασης μη δεσμευόμενος πάντως από σχέση εξαρτήσεως προς την εταιρεία" ενώ στον όρο 5 αναγράφεται ότι "σε περίπτωση μη προσήκουσας εκτέλεσης των συμβατικών υποχρεώσεων η εταιρία δικαιούται να υπαναχωρήσει αζήμια από την σύμβαση".

Στην σύμβαση, δεν γίνεται καμία μνεία, σχετικά με το ότι ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να προσφέρει αποκλειστικά και κατά κύριο λόγο τις υπηρεσίες του μόνο στην εναγομένη, αλλά αντιθέτως, είχε τη δυνατότητα να παρέχει τις υπηρεσίες του ως ανεξάρτητος επαγγελματίας σε οποιονδήποτε άλλο εργοδότη, αναλαμβάνοντας οποιοδήποτε άλλο έργο, συνθήκη που ενισχύει την άποψη, ότι ο ενάγων κατά την εκτέλεση του έργου δεν υποβαλλόταν στον έλεγχο και την εποπτεία της εναγομένης, αλλά διατηρούσε πλήρη ανεξαρτησία, ως προς την παροχή της εργασίας του.

Η άποψη αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός, ότι ο ενάγων επέλεξε να εργάζεται στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, συνθήκη η οποία δεν ασκεί έννομη επιρροή στο χαρακτηρισμό της υφιστάμενης, μεταξύ των διαδίκων, σχέσης, διότι η προσέλευση του στα γραφεία της εναγομένης είχε ως σκοπό την συλλογή από αυτόν του υλικού, που απαιτούνταν, για την εκπόνηση του έργου του και αφ' ετέρου τη χρησιμοποίηση του εξοπλισμού και των εγκαταστάσεων που διέθετε και την αποφυγή απώλειας ή διαρροής των στοιχείων, που θα απέρρεαν από την εν λόγω παροχή των υπηρεσιών του (βλ.

όρο 7 της σύμβασης). Οι υπηρεσίες του παρείχοντο κατ' απόλυτη πρωτοβουλία αυτού, με τρόπο και σε χρόνο, που ο ίδιος καθόριζε, χωρίς κανένα περιορισμό, υπόδειξη ή εντολή από την εναγομένη, χωρίς να υπάγεται ιεραρχικά σε προϊσταμένους και χωρίς να υπόκειται σε συνεχή, διαρκή και καθημερινό έλεγχο από τους τελευταίους.

Τέλος, το γεγονός βεβαίως, ότι ο ενάγων κατά την πληρωμή του εξέδιδε τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, καθώς και ότι κατέβαλε ο ίδιος τις ασφαλιστικές εισφορές του στο ασφαλιστικό του ταμείο (ΟΑΕΕ), δεν συνιστά δεσμευτικό και αποφασιστικό στοιχείο, για τον χαρακτηρισμό της σχέσης που τον συνέδεε με την εναγομένη, σε συνδυασμό όμως με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, αποτελεί ενδεικτικό στοιχείο, για την διαπίστωση της έλλειψης της εργασιακής του εξάρτησης από αυτήν.

Εξάλλου το νομικό καθεστώς των συμβάσεων του ήταν εξαρχής γνωστό και στον ίδιο (συμβάσεις παροχής υπηρεσιών με συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης). Με βάση λοιπόν τις παραπάνω παραδοχές, η σύμβαση που συνδέει τους διαδίκους, είναι σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας.

Ως εκ τούτου ο ενάγων δεν μπορεί να αξιώσει τις ένδικες αποδοχές, σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία, αφού δεν είχε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Σύμφωνα λοιπόν με τα προαναφερόμενα, η κύρια βάση της αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη έστω και αν η απόφαση, με την απόρριψη της άνω από τη σύμβαση εργασίας κύριας βάσης ως αβασίμου κατ' ουσία....".

H αναιρεσείουσα με τον πρώτο αναιρετικό λόγο προβάλλει τις αιτιάσεις, α) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να λάβει υπ' όψη της αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα τα αναλυτικώς αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα. Και ειδικότερα:

1) Τους πίνακες των προσφερομένων υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης, του ανθρωπίνου δυναμικού της, των υποδομών της, των οργανογραμμάτων της προ και μετά την εφαρμογή της πιστοποίησης ISO, των καθηκόντων που είχε ως υπεύθυνος διαχείρισης ποιότητας, υπεύθυνος υλοποίησης φυσικού αντικειμένου και υπεύθυνος έργου των συνεπειών του Συστήματος Διαχείρισης Ποιότητας αυτής του οποίου ήταν αποκλειστικός υπεύθυνος και του ετησίου ελέγχου του παραπάνω Συστήματος Διαχείρισης Ποιότητας αυτής του οποίου ήταν αποκλειστικός υπεύθυνος και του ετησίου ελέγχου του παραπάνω Συστήματος στις 18.2.2008 από τον ΟΠΑΑΧ.

2) Την ΚΥΑ …05/2007 των Υπουργών Γεωργίας, Οικονομίας και Εσωτερικών, την διευκρινιστική της με αριθμ. πρωτ. 237792/4596 από 16.5.2003 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας

3) την από 27.1.2003 σύμβαση του Υπουργείου Γεωργίας με την αναιρεσίβλητη.

4) τα αποσπάσματα αποφάσεων των συνεδριάσεων του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης ήτοι: α) του με αριθ. πρωτ. 985/5.4.2006 "εσωτερικού σημειώματος" της αναιρεσίβλητης με αριθ. 221/4.4.2006 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της, ως μέλους της Επιτροπής Διαγωνισμού στον ανοικτό διαγωνισμό που αυτή προκήρυξε για την επιλογή αναδόχου του έργου "Ανέγερση Συνεδριακού και Πολιτιστικού Κέντρου Κομοτηνής - Α' Φάση".

β) της με αριθ. 196/17.9.2004 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης,

γ) της με αριθ. 199/8.12.2004 απόφασης της συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης,

δ) της με αριθ. 255/19.2.2008 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης.

ε) της με αριθ. 227/27.6.2006 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης.

5) της με αριθ. πρωτ. 9486/10.6.2013 βεβαίωσης της Δ/νσης Αγροτ. Υποθέσεων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ....

6) τις ενδεικτικά, αναφορικά με το έτος 2009, Εκθέσεις Προόδου Εργασιών, που υποβλήθηκαν προς έγκριση στην Περιφέρεια ....

7) τις ενδεικτικά, αναφορικά με το έτος 2009, Βεβαίωσεις Περαίωσης Εργασιών, που υποβλήθηκαν προς έγκριση στην Περιφέρεια Ανατ. ....

8) τις ενδεικτικά, αναφορικά με το έτος 2009, εντολές μετακίνησης εκτός έδρας, που του κοινοποιήθηκαν από τον Γενικό Διευθυντή της κ. Ε. Κ., για λογαριασμό της.

9) τις ενδεικτικά, αναφορικά με το έτος 2008, εντολές μετακίνησης εκτός έδρας, που του κοινοποιήθηκαν από τον Γενικό Διευθυντή της κ. Ε. Κ., για λογαριασμό της.

10) τις ενδεικτικά, αναφορικά με το έτος 2007, εντολές μετακίνησης εκτός έδρας, που του κοινοποιήθηκαν από τον Γενικό Διευθυντή της Ε. Κ., για λογαριασμό της.

11) τις αναφορικά με παλαιότερα έτη, (ενδεικτικά), μέσα από παρόμοια έγγραφα, τα έγγραφα της αναιρεσίβλητης απευθυνόμενα σε Υπηρεσίες, Υπουργεία κ.λ.π, τα οποία παραπέμπτουν για πληροφορίες στον αναιρεσείοντα στο σταθερό της τηλέφωνο που διέθετε στο γραφείο του.

12) τις αναφορικά με το έτος 2006, (ενδεικτικά) μέσα από παρόμοια έγγραφα της αναιρεσίβλητης, απευθυνόμενα σε Υπηρεσίες, Υπουργεία κ.λ.π. τα οποία παραπέμπουν για πληροφορίες σ'αυτόν στο σταθερό της τηλέφωνο που διέθετε στο γραφείο τους.

13) τις αναφορικά με το έτος 2007 (ενδεικτικά) μέσα από παρόμοια έγγραφα της αναιρεσίβλητης απευθυνόμενα σε Υπηρεσίες, Υπουργεία κ.λ.π., τα οποία παραπέμπουν για πληροφορίες σ' αυτόν στο σταθερή της τηλέφωνο που του διέθετε το γραφείο.

14) τις αναφορικά με το έτος 2008 (ενδεικτικά) μέσα από παρόμοια έγγραφα της αναιρεσίβλητης απευθυνόμενα σε Υπηρεσίες, Υπουργεία κ.λ.π., τα οποία παραπέμπουν για πληροφορίες σ' αυτόν στο σταθερό της τηλέφωνο που του διέθετε στο γραφείο του.

15) τις αναφορικά με το έτος 2009 (ενδεικτικά) μέσα από παρόμοια έγγραφα της αναιρεσίβλητης απευθυνόμενα σε Υπηρεσίες, Υπουργεία κ.λ.π., τα οποία παραπέμπτουν για πληροφορίες σ' αυτόν στο σταθερό της τηλέφωνο που του διέθετε στο γραφείο.

16) την από 15.12.2007 αξιολόγησή του ως "στελέχους", ήτοι υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης. Ότι η μη λήψη υπόψη των οποίων ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αναφορικά με την κρίση της προσβαλλόμενης περί του είδους της ένδικης σύμβασης και β) παρέλειψε να λάβει υπόψη της ως αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα τις με αριθμούς ….00 και …01/11.06.2013 ένορκες βεβαιώσεις από τις οποίες προκύπτει η σχέση της ένδικης σύμβασης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 παρ. 11 γ' του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν το Εφετείο, την εκ της ουσίας κρίση του σχημάτισε με βάση τα λεπτομερώς αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα και δη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης που εξετάσθηκε στο ακροατήριο στου Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τις με αριθμούς …00 και ….01/11.06.2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Π. Π. - Π. και τις με αριθμ. …293, …294 και …295/7.6.2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου αλλά και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιαστάκτως βέβαιο ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στον ως άνω αναιρετικό λόγο αποδεικτικά μέσα.

Περαιτέρω με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος αυτής) προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚπολΔ, ισχυριζόμενος ότι με εσφαλμένη ερμηνεία παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ, 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και των διατάξεων της Οδηγίας 1999/ΕΚ, και ότι η προσβαλλόμενη δεν έχει επαρκή αιτιολογία.

Με τις άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθά προέβη στον χαρακτήρα της συμβάσεως, ως συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών και συνακόλουθα δεν επιδίκασε τις αιτούμενες παροχές με βάση την εργατική νομοθεσία και ορθά έκρινε ότι δεν συνέτρεχε, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, περίπτωση εξαρτημένης εργασίας και ως εκ τούτου δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις προαναφερόμενες διατάξεις καταλήγοντας ακολούθως στο αποδεικτικό του πόρισμα διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, δέχθηκε μεταξύ των άλλων ότι "....στον όρο 4 της σύμβασης αναγράφεται ότι ο αντισυμβαλλόμενος διεκπεραιώνει το έργο που αναλαμβάνει σε χρόνο και τόπο που κατά την κρίση του θεωρεί πρόσφορο, στο πλαίσιο των όρων της παρούσας σύμβασης, μη δεσμευόμενος πάντως από σχέση εξαρτήσεως προς την εταιρεία" ενώ στον όρο 5 αναγράφεται ότι "σε περίπτωση μη προσήκουσας εκτέλεσης των συμβατικών υποχρεώσεων η εταιρία δικαιούται να υπαναχωρήσει αζήμια από την σύμβαση".

Στην σύμβαση, δεν γίνεται καμία μνεία, σχετικά με το ότι ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να προσφέρει αποκλειστικά και κατά κύριο λόγο τις υπηρεσίες του μόνο στην εναγομένη, αλλά αντιθέτως, είχε τη δυνατότητα να παρέχει τις υπηρεσίες του ως ανεξάρτητος επαγγελματίας σε οποιονδήποτε άλλο εργοδότη, αναλαμβάνοντας οποιοδήποτε άλλο έργο, συνθήκη που ενισχύει την άποψη, ότι ο ενάγων κατά την εκτέλεση του έργου δεν υποβαλλόταν στον έλεγχο και την εποπτεία της εναγομένης, αλλά διατηρούσε πλήρη ανεξαρτησία, ως προς την παροχή της εργασίας του...".

Επομένως ο από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΛ δεύτεροςλάγος αναίρεσης (κατά το πρώτο αυτού σκέλος) είναι αβάσιμος.

Από την διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, με βάση την οποία έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.

Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία. Τέτοια έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη, εξαιτίας απαγορευτικής διάταξης νόμου.

Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα εργαζόμενο ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη, εξαιτίας της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 § Ια του ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη.

Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρ. 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής από την σύμβαση εργασίας, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς ν' απαιτείται ν' αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα.

Και τούτο, διότι στην τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση εργασίας κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ' ένσταση του εναγομένου εργοδότη, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και πληρούται έτσι ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή.

Επομένως στην δικονομικά ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εργαζόμενο του λόγου ακυρότητας της σύμβασης εργασίας που διαγνώστηκε ήδη δικαστικά στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος, κατά την εξέταση της ως άνω επικουρικής βάσης (ΟλΑΠ 22/2003), επιβάλλεται όμως, με ποινή το απαράδεκτο, για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης, να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, το στοιχείο δηλ.

αυτό (της ακυρότητας της σύμβασης) πρέπει ν' αναφέρεται σε κάθε περίπτωση άσκησης αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, είτε αυτός ζητείται κυρίως είτε επικουρικά (ΑΠ 1319/2013, ΑΠ 680/2011, 390/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο τα αναίρεσης (κατά το δεύτερο αυτού σκέλος) προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι η επικουρική βάση της ένδικης αγωγής εσφαλμένα απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω (νομικής) αοριστίας ενώ έπρεπε να κριθεί ορισμένη και νόμιμη. Σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, η ένδικη αγωγή κατά την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, σωρευόμενη κατά δικονομική επικουρικότητα και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση, είναι απορριπτέα λόγω αοριστίας, διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αναφέρεται ότι ασκείται αυτή για την περίπτωση ακυρότητας της κυρίας βάσεως της αγωγής. Επομένως, το Εφετείο που έκρινε την ως άνω επικουρική βάση της αγωγής ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτοβάθμια απόφαση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και συνεπώς και ο σχετικός ως άνω λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

Κατόπιν όλων όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της ως αβάσιμη, επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.02.2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 52/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών. Και

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ