Legislator Case Law & Legislation
412/2018 AI generated

412/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 412/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

412/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους αλλά χωρίζεται η υπόθεση και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, κηρύσσεται δε απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Α.Π. 99/2017).

Keywords

AI generated
occupational accidents weather-related loss of work degree of work incapacity heavy manual labour accident disability pension accident victim
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 412 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 412/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Κ. του Η., 2) Μ. Κ. του Κ., κατοίκων ... και 3) Χ. Χ. του Μ., κατοίκου ... Αιγύπτου, από τους οποίους οι πρώτος και δεύτερη παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Γρηγορίου και κατέθεσαν προτάσεις και ο τρίτος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ε. Σ. του Μ., κατοίκου ... Αιγύπτου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μόσχο, που ανακάλεσε την από 13-1-2017 δήλωσή του και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 266/2013 μη οριστική, 2696/2014 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1821/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-6-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος των παρασταμένων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 568 παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ., όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 576 προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013 και σύμφωνα με το άρθρο 98 του ίδιου νόμου καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση.

Και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Διαφορετικά, δηλαδή αν δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεως ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος την επέσπευσε, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη.

Αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους αλλά χωρίζεται η υπόθεση και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, κηρύσσεται δε απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Α.Π. 99/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται για συζήτηση η από 22-6-2016 αίτηση για αναίρεση της 1821/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης νόμιμη δικάσιμο αυτής, ο τρίτος αναιρεσείων δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Εφόσον δε δεν προκύπτει ότι η συζήτηση της υποθέσεως επισπεύσθηκε με επιμέλειά του ούτε προσκομίζεται αποδεικτικό επιδόσεως προς αυτόν της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτόν. Εξ άλλου εφόσον μεταξύ του τρίτου αναιρεσείοντος και των λοιπών αναιρεσειόντων συντρέχει απλή και όχι αναγκαία ομοδικία, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους πρώτο και δεύτερη αναιρεσείοντες και να συζητηθεί η αναίρεση κατά το μέρος που τους αφορά.

Από τα άρθρα 914 και 932 Α.Κ. και 1 και 16 ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 παρ. 1 Εισ.Ν. Α.Κ.), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 κ.ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (Ολ.

Α.Π. 1117/1986, Α.Π. 80/2016). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν με την έννοια του άρθρου 914 Α.Κ., δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 κ.ν. 551/1915.

Πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, από το οποίο πηγάζει υποχρέωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών που επιβάλλουν τους όρους ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 662 Α.Κ. (Α.Π. 80/2016).

Εξ άλλου από τα άρθρα 297, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου που υπάρχει και στην περίπτωση της αμελείας του, να είναι παράνομη η πράξη ή η παράλειψή του και να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της ζημίας.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του υπαιτίου ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, ικανή να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το αν η πράξη ή παράλειψη ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζόμενη, να επιφέρει τη ζημία, δηλαδή το αν ευρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο και μάλιστα από την άποψη της παραβάσεως ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Η κρίση όμως ότι η πράξη ή παράλειψη υπήρξε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Δεν αποκλείεται κατ' αρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συντέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται επίσης ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ.: "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Προσδιοριστικό στοιχείο για τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποιήσεως με βάση τη διάταξη αυτή αποτελεί, πλην των άλλων, και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος (Α.Π. 1546/2014).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 922 Α.Κ. "Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του". Πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από ένα πρόσωπο (τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία) που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεως ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου (προστήσαντος).

Για να υπάρχει σχέση προστήσεως θα πρέπει να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στο δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε. Ειδικότερα από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 922, 681, 688-691 Α.Κ.

καθώς και εκείνης του άρθρου 4 παρ. 1 ν. 1396/1983 προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται κατ' αρχήν προστηθείς του εργοδότη, όταν όμως ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του ρητώς ή σιωπηρώς τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως προς τον εργοδότη.

Επομένως για τη θεμελίωση αξιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεως κατά του υπαιτίου του ατυχήματος, ως και κατά εκείνου ο οποίος με σύμβαση έργου ανέθεσε στον υπαίτιο την εκτέλεση του έργου όπου συνέβη το ατύχημα, αναγκαία προϋπόθεση είναι ο εργοδότης να έχει επιφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου, στοιχεία τα οποία συνιστούν την ιδιότητα του τελευταίου ως προστήσαντος τον υπαίτιο εργολάβο (Α.Π. 1840/2011).

Εξ άλλου με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.

Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία ωστόσο και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντισταθμίσεως προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξεως και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επιλύσεως ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για το διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιική αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ).

Εξ άλλου η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχυρώσεώς της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγυήσεως για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγορεύσεως της καταχρήσεως δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπερβάσεως της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη.

Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσεως του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας (Ολ. Α.Π. 9/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Δυνάμει του... …/2006 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Γ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα... οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων [ήδη πρώτος και δεύτερη αναιρεσείοντες] Κ.

Κ. και Μ. Κ. αντίστοιχα κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενός οικοπέδου που βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού … (…), στη θέση "…" της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας … ... Προτιθέμενοι να ανεγείρουν στο ανωτέρω ακίνητο συγκρότημα κατοικιών, προμηθεύτηκαν την... …/2008 άδεια οικοδομής από την Πολεοδομία Παλλήνης και ακολούθως συνέστησαν τέσσερις κάθετες ιδιοκτησίες δυνάμει της...

…/2008 πράξης σύστασης κάθετων ιδιοκτησιών της συμβολαιογράφου Κρωπίας Σ. Κ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ενώ με την... …/2008 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που επίσης έχει μεταγραφεί νόμιμα, υπήγαγαν την υπό στοιχείο "…" κάθετη ιδιοκτησία και την επ' αυτής υπό ανέγερση οικοδομή στις διατάξεις του ν. 3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους"...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος, ως κύριος του έργου αλλά και ως εργολάβος, ανέθεσε το Νοέμβριο του 2008 στον πρώτο εναγόμενο [ήδη τρίτο αναιρεσείοντα] Χ. Χ., ως υπεργολάβο, το έργο των επιχρισμάτων στην προαναφερθείσα οικοδομή. Στις 8-11-2008, ημέρα Σάββατο, ο ενάγων, ο οποίος είχε προσληφθεί από τον πρώτο εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από το έτος 2007 ως τεχνίτης επιχρισμάτων (σοβατζής), έλαβε εντολή από τον τελευταίο να εκτελέσει εργασίες σοβατίσματος στον εξώστη του πρώτου ορόφου της ως άνω οικοδομής και συγκεκριμένα στην προμετωπίδα της οροφής αυτού.

Για την εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας είχε τοποθετηθεί στον εξώστη του πρώτου ορόφου από τον πρώτο εναγόμενο ικρίωμα δικής του κατασκευής. Ειδικότερα το ικρίωμα αυτό αποτελούνταν από τρεις ορθοστάτες στερεωμένους μεταξύ του δαπέδου και της οροφής του εξώστη, καθένας από τους οποίους έφερε οριζόντιο μεταλλικό στοιχείο σε πρόβολο, όπου πατούσαν δύο μαδέρια.

Ενώ ο ενάγων εκτελούσε την εργασία που του ανέθεσε ο εργοδότης του με την παρουσία αυτού, πατώντας πάνω στα μαδέρια του ικριώματος, μετατοπίσθηκε ένας από τους ορθοστάτες, με αποτέλεσμα να καταρρεύσει το δάπεδο του ικριώματος, να επιπέσει ο ενάγων στο έδαφος από ύψος 6 μέτρων και να τραυματιστεί. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ο τραυματισμός του ενάγοντος οφείλεται σε εξωτερικό αίτιο, ήτοι σε βίαιο και αιφνίδιο συμβάν που επήλθε κατά την εκτέλεση από αυτόν εργασίας του και επομένως αποτελεί εργατικό ατύχημα...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το ικρίωμα που είχε κατασκευάσει και τοποθετήσει στον εξώστη του πρώτου ορόφου ο πρώτος εναγόμενος, δεν ήταν κατασκευασμένο και δεν ήταν συνδεδεμένο με την οικοδομή κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η ευστάθειά του και η ασφάλεια των εργαζομένων, όπως ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 4 και 21 παρ. 1 του π.δ. 778/1980 και συγκεκριμένα το ανωτέρω ικρίωμα δεν στηριζόταν στο έδαφος, ώστε να αποκλείεται ο κίνδυνος κατάρρευσης ή τυχαίας μετατόπισής του, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 6.1 του παραρτήματος IV, μέρος Β, Τμήμα II του π.δ. 305/1996, αλλά (στηριζόταν) στον εξώστη.

Επιπλέον περιλάμβανε τρεις και όχι τέσσερις ορθοστάτες, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 του π.δ. 778/1980, οι οποίοι ήταν τοποθετημένοι μεταξύ του δαπέδου και της οροφής του εξώστη χωρίς να έχουν συνδεθεί με την οικοδομή κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου, δηλαδή δια εγκαρσίων δοκίδων εισερχομένων εντός της οικοδομής μέσω ήδη υπαρχόντων ανοιγμάτων είτε μέσω διανοιγομένων οπών, ώστε να μη μπορούν να μετατοπισθούν τυχαία.

Επίσης δεν έφερε μεταλλικό χειρολισθήρα, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 6 του π.δ. 778/1980. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι την ώρα του ατυχήματος ο ενάγων εκτελούσε εργασίες σοβατίσματος, ενώ δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι επιχειρούσε να αποσυναρμολογήσει τη σκαλωσιά (ικρίωμα)... Πρέπει δε να αναφερθεί ότι οι εναγόμενοι, παρότι είχαν υποχρέωση, δεν ανήγγειλαν εντός 24 ωρών από την πρόκλησή του το ατύχημα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, η οποία ενημερώθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος στις 26-11-2008 (δεκαοκτώ ημέρες μετά το ατύχημα), οπότε είχαν μεταβληθεί οι συνθήκες στο χώρο του ατυχήματος, αφού οι εργασίες είχαν συνεχιστεί μετά το ατύχημα, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος των συνθηκών που επικρατούσαν στο εργοτάξιο κατά τη στιγμή του ατυχήματος (βλ...

…/2008 έκθεση έρευνας του Κέντρου Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου Ανατολικής Αττικής και Βορείου Αιγαίου). Επίσης αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος είχε μεταβιβάσει ένα μήνα πριν το επίδικο ατύχημα το ποσοστό συγκυριότητάς του επί των οριζοντίων ιδιοκτησιών της συγκεκριμένης οικοδομής δυνάμει των...

…και …/2008 συμβολαίων της συμβολαιογράφου Κρωπίας Σ. Κ., ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω συμβόλαια, κατά το χρόνο κατάρτισής τους δεν είχε ολοκληρωθεί η κατασκευή των μεταβιβαζόμενων οριζοντίων ιδιοκτησιών, παρέμειναν δε αυτές στην κατοχή του ανωτέρω εναγομένου προκειμένου να τις αποπερατώσει και συμφωνήθηκε να τις παραδώσει στους αγοραστές μέχρι τις 30-9-2009.

Στα ανωτέρω συμβόλαια οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων αναφέρονται, όπως προαναφέρθηκε, ως εργολήπτες, ενώ ανάμεσα στους συμφωνηθέντες μεταξύ αυτών και των αγοραστών όρους αναφέρεται ότι οι πωλητές ευθύνονται αποκλειστικά για όλες τις σχέσεις που θα προκύψουν κατά την εκτέλεση των εργασιών κατασκευής με νομικά ή φυσικά πρόσωπα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος ανέθεσε στον πρώτο εναγόμενο ως υπεργολάβο το έργο των επιχρισμάτων της οικοδομής... Επομένως ο δεύτερος εναγόμενος ήταν κύριος εργολάβος ολόκληρου του έργου της κατασκευής της συγκεκριμένης οικοδομής, ο οποίος προέστησε τον πρώτο εναγόμενο στην εκτέλεση του έργου των επιχρισμάτων αλλά και κύριος του έργου, έχοντας την ουσιαστική αυτεπιστασία αυτού, δηλαδή έχοντας διατηρήσει το δικαίωμα επίβλεψης, οργάνωσης και εκτέλεσης γενικά όλων των οικοδομικών εργασιών στο συγκεκριμένο οικόπεδο, χωρίς να ασκεί καμία έννομη επιρροή το γεγονός ότι είχε μεταβιβάσει το ποσοστό συγκυριότητάς του επί των οριζοντίων ιδιοκτησιών της συγκεκριμένης οικοδομής, δεδομένου ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 ν. 1396/1983 κύριος του έργου θεωρείται και ο κάτοχος και νομέας του ακινήτου στο οποίο εκτελείται ύστερα από εντολή του και για λογαριασμό του τεχνικό έργο, ανεξάρτητα αν είναι κύριος...

Άλλωστε ο δεύτερος εναγόμενος επικολλούσε τα σχετικά ένσημα στον ενάγοντα, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον τελευταίο αναλυτική περιοδική δήλωση οικοδομοτεχνικού έργου και δήλωσε το επίδικο ατύχημα στο Ι.Κ.Α. ως εργοδότης του ενάγοντος. Όσον δε αφορά την τρίτη εναγομένη, ο δεύτερος εναγόμενος, ως κύριος του έργου, της ανέθεσε την επίβλεψη της εκτέλεσης όλων των οικοδομικών εργασιών αυτού, γεγονός που αποδεικνύεται από την...

…/2008 άδεια οικοδομής, όπου η τρίτη εναγομένη αναφέρεται ως επιβλέπουσα μηχανικός για τη γενική επίβλεψη, την επίβλεψη του φέροντα οργανισμού και του περιβάλλοντος χώρου, θερμομόνωσης παθητικής πυροπροστασίας, ύδρευσης, αποχέτευσης και χρονικού προγραμματισμού. Η τρίτη εναγομένη ωστόσο, αν και ως επιβλέπουσα μηχανικός ήταν υποχρεωμένη να παρευρίσκεται στο παραπάνω έργο καθόλο το χρονικό διάστημα εκτέλεσης κάθε μιας συγκεκριμένης εργασίας (άρθρο 111 π.δ. 1073/1981), δεν βρισκόταν στον χώρο της οικοδομής την ώρα που συνέβη το επίδικο ατύχημα.

Συνεπώς συνυπεύθυνοι του εργατικού ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος ως υπεργολάβος του έργου αλλά και ως εργοδότης του ενάγοντος, ο δεύτερος εναγόμενος ως κύριος του έργου, ως εργολάβος και ως προστήσας τους συνεναγομένους του, καθώς από αμέλειά τους δεν έλαβαν και δεν τήρησαν τα κατάλληλα μέτρα για την ασφάλεια, την υγεία και τη σωματική ακεραιότητα του εργαζομένου ενάγοντος προκειμένου να αποφευχθεί το ανωτέρω εργατικό ατύχημα, παραβιάζοντας τις προαναφερθείσες νομικές διατάξεις σχετικά με τη σταθερότητα και ασφάλεια του ικριώματος που χρησιμοποίησαν.

Συνυπεύθυνη είναι και η τρίτη εναγομένη, ως επιβλέπουσα μηχανικός του έργου, η οποία, αν και ήταν υποχρεωμένη ως εκ της ιδιότητάς της, να παρακολουθεί τις εργασίες και να δίνει οδηγίες και εντολές σχετικά με την ασφαλή διεξαγωγή των εργασιών, απουσίαζε κατά το χρόνο του ατυχήματος από την οικοδομή, δεν είχε δώσει τις κατάλληλες οδηγίες για την κατασκευή του συγκεκριμένου ικριώματος και δεν επιθεώρησε τη σύνδεση αυτού με την οικοδομή πριν την έναρξη της χρήσης του, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 3 του π.δ. 778/1980 και η διάταξη του άρθρου 6.3 του παραρτήματος IV, μέρος Β, Τμήμα II του π.δ. 305/1996.

Το γεγονός δε ότι το ατύχημα έγινε ενώ οι εργασίες επιχρισμάτων εκτελούνταν ημέρα Σάββατο, οπότε απαγορεύεται η εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, το ότι οι δεύτερος και τρίτη εναγόμενοι είχαν επισκεφθεί το έργο κατά τις προηγούμενες του ατυχήματος ημέρες και είχαν ελέγξει τα ικριώματα, καθώς και το ότι το ίδιο ικρίωμα είχε χρησιμοποιηθεί και μάλιστα συγχρόνως από περισσότερα του ενός άτομα για την εκτέλεση εργασιών σοβατίσματος και κατά τις προηγούμενες του ατυχήματος ημέρες, δεν αναιρεί την ευθύνη των εναγομένων, αφού το συγκεκριμένο ικρίωμα εξαρχής δεν πληρούσε τις προδιαγραφές για την ασφάλεια των εργαζομένων σε αυτό.

Ούτε βέβαια μπορεί να γίνει πιστευτός ο ισχυρισμός των εκκαλούντων Κ. Κ. και Μ. Κ. ότι δεν γνώριζαν ότι ο ενάγων εργαζόταν ημέρα Σάββατο, όταν μάλιστα ο πρώτος βαρύνονταν με την επικόλληση των σχετικών ενσήμων στον ενάγοντα, όπως προαναφέρθηκε... Συνυπαίτιος όμως για τον τραυματισμό του είναι και ο ενάγων, διότι και αυτός όφειλε να καταβάλει την προσήκουσα από τις περιστάσεις προσοχή, την οποία και μπορούσε να καταβάλει, αφού αποδείχθηκε ότι ήταν έμπειρος τεχνίτης με πείρα τεσσάρων περίπου ετών στο αντικείμενο της εργασίας του (ο ίδιος αναφέρει στην αγωγή του ότι εργάζεται στην Ελλάδα ως σοβατζής από το έτος 2005) και ειδικότερα όφειλε να λαμβάνει τις απαραίτητες προφυλάξεις για την προσωπική του ασφάλεια και να απέχει από την εργασία στο ως άνω ικρίωμα, η οποία έθετε σε κίνδυνο τη ζωή του (άρθρο 114 π.δ. 1073/1981).

Ειδικότερα, εν όψει του ότι το ικρίωμα στο οποίο θα πατούσε για να εκτελέσει την προαναφερθείσα εργασία δεν ήταν στερεωμένο στο έδαφος αλλά στο δάπεδο και την οροφή του εξώστη, δεν υποβασταζόταν από κατάλληλα στηρίγματα για την αποφυγή ταλάντωσης ή κάμψης και δεν έφερε χειρολισθήρα, ήταν προφανές ότι υπήρχε κίνδυνος πτώσης του.

Παρ' όλα αυτά χρησιμοποίησε το συγκεκριμένο ικρίωμα, με αποτέλεσμα, κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης της ανατεθείσας από τον εργοδότη του εργασίας, να μετατοπισθούν οι ορθοστάτες, να καταρρεύσει το δάπεδο του ικριώματος και να καταπέσει ο ενάγων στο έδαφος. Με βάση τα ανωτέρω συνυπαίτιος για τον τραυματισμό του είναι και ο παθών ενάγων κατά ποσοστό 50%.

Ακολούθως πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος ως βάσιμη κατ' ουσίαν η ένσταση συνυπαιτιότητας, η οποία προβλήθηκε παραδεκτά από τους δεύτερο και τρίτη εναγομένους... ήδη δε προβάλλεται και από τον πρώτο εναγόμενο... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι αποτέλεσμα του επιδίκου ατυχήματος ήταν να τραυματιστεί ο ενάγων, ο οποίος μεταφέρθηκε στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο "…", όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί συντριπτικό κάταγμα έξω κνημιαίου κονδύλου δεξιά, με μικρό έλλειμμα της αρθρικής επιφάνειας, το οποίο αντιμετωπίσθηκε χειρουργικά με εσωτερική και εξωτερική οστεοσύνθεση, καθώς και συντριπτικό κάταγμα τύπου V (5) κνημιαίων κονδύλων αριστερά, το οποίο αντιμετωπίστηκε χειρουργικά με εσωτερική και εξωτερική οστεοσύνθεση.

Ο ενάγων παρέμεινε νοσηλευόμενος στο ανωτέρω νοσοκομείο έως 10-12-2008 και εξήλθε του νοσοκομείου αφού του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια τριών μηνών... Στις 19-5-2009 επανεισήχθη στο ανωτέρω νοσοκομείο, καθώς εμφάνιζε καθυστερημένη πώρωση του κατάγματος κνημιαίων κονδύλων αριστερού γόνατος. Υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση, κατά την οποία έγινε εσωτερική οστεοσύνθεση κνήμης και οστεοτομία περόνης.

Εξήλθε από το ανωτέρω νοσοκομείο στις 9-6-2009 με οδηγίες για βάδιση με βακτηρίες μασχάλης και αποφυγή φόρτισης του πάσχοντος σκέλους, αντιπηκτική αγωγή, ενώ του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια δύο μηνών... Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την... …/2010 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Ι.Κ.Α.

Πειραιά, ο ενάγων εξετάστηκε από την ανωτέρω επιτροπή στις 5-5-2010, οπότε διαπιστώθηκε ότι οι διενεργηθείσες ακτινολογικές εξετάσεις απεικόνιζαν υλικό οστεοσύνθεσης - πλάκα - βίδες σε πλημμελή θέση καθώς και πωρωθέντα κατάγματα άνω πέρατος της κνήμης σε πλημμελέστατη θέση, έτσι ώστε να θεωρείται η άρθρωση του γόνατος ανεπαρκής για στήριξη - βάδιση και εργασία, ενώ δικαιολογήθηκε η αναρρωτική άδεια για το χρονικό διάστημα από 30-12-2009 έως 30-4-2010.

Επιπλέον με την... …/22-3-2011 γνωμάτευση της ανωτέρω επιτροπής ο ενάγων κρίθηκε ανάπηρος κατά ποσοστό 67% για το χρονικό διάστημα από 30-4-2010 έως 30-4-2012. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την... 198/2013 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την... …/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πραγματογνώμονα ορθοπεδικού χειρουργού Θ.

Κ., ο ενάγων εξετάσθηκε από τον ανωτέρω ιατρό, μετά την όρκιση αυτού ως πραγματογνώμονα, στο ιατρείο του τελευταίου στις 18-4-2013, ενώ δεν προκύπτει από οποιοδήποτε στοιχείο ότι ο πραγματογνώμονας προέβη σε έλεγχο του ενάγοντος, κλινικό ή ακτινολογικό, στο ιατρείο του στις 13-4-2013, δηλαδή πριν την όρκισή του, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες-εναγόμενοι...

και συνεπώς δεν υφίσταται λόγος ακυρότητας της πραγματογνωμοσύνης λόγω μη όρκισης του πραγματογνώμονα πριν την εξέταση του παθόντος (άρθρο 385 Κ.Πολ.Δ.). Αλλ' ούτε από το γεγονός ότι η έγγραφη πραγματογνωμοσύνη κατατέθηκε από τον πραγματογνώμονα στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών χωρίς να συνοδεύεται από τα έγγραφα και στοιχεία επί των οποίων ερείδεται το πόρισμά της προκαλεί την ακυρότητα αυτής (άρθρο 383 Κ.Πολ.Δ...) Περαιτέρω, σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ο ιατρός-πραγματογνώμων εξετάζοντας τον πρόσφατο ακτινολογικό έλεγχο της 13-4-2013 διαπίστωσε για μεν το αριστερό γόνατο βαριά οστεοαρθρίτιδα με συντριπτικό κάταγμα κνημιαίων κονδύλων (έσω και έξω) με εμβύθινση κνημιαίου πλατώ και πλάκα συμπιέσεως με 8 βίδες, συν μία ελεύθερη βίδα και οστεοτομία περόνης στο άνω τεταρτημόριό της, για δε το δεξιό γόνατο (διαπίστωσε) καλή αρθρική επιφάνεια και ύπαρξη μίας διακαταγματικής ελεύθερης βίδας με πλήρη πώρωση του κατάγματος του έξω κνημιαίου κονδύλου με υποκονδύλια επέκταση.

Επίσης ο ιατρός κατά το γενόμενο από αυτόν κλινικό έλεγχο του ενάγοντος διαπίστωσε ότι ο αριστερός τετρακέφαλος, κύριος μυς της βάδισης, εμφάνιζε ατροφία 4 cm συγκρινόμενος με το δεξιό υγιή, ότι η κινητικότητα του δεξιού γόνατος ήταν πλήρης όσον αφορά την κάμψη και την έκταση (από 0° έως 145°), ότι το αριστερό γόνατο ήταν οιδηματώδες με περίμετρο αυξημένη κατά 5 cm σε σχέση με το δεξιό και ότι η κινητικότητα του αριστερού γόνατος εμφάνιζε υπερέκταση 5° και η κάμψη του έφθανε τις 45° με φυσιολογικό εύρος κάμψης - έκτασης 0°-145°.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τα συμπεράσματα της ανωτέρω έκθεσης ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, ο ενάγων έχει καταστεί ανάπηρος λόγω βαρείας αρθρίτιδας στο αριστερό γόνατο με συνυπάρχουσα ραιβογωνία, επώδυνη δυσκαμψία με κάμψη 45° και ατροφία τετρακέφαλου σε ποσοστό 35%, η αναπηρία του θα υπάρχει εφ' όρου ζωής και θα επιδεινώνεται με την πάροδο του χρόνου, συνεπεία δε της αναπηρίας του είναι ολικά ανίκανος για οποιαδήποτε εργασία απαιτεί παρατεταμένη ορθοστασία και βάδιση, συνακόλουθα δε (είναι ολικά ανάπηρος) για οικοδομικές εργασίες και δεν μπορεί να επανέλθει στην πρότερη εργασία του ως σοβατζής.

Υπάρχει όμως δυνατότητα μερικής αποκατάστασης της υγείας του εφόσον υποβληθεί σε ολική αρθροπλαστική αριστερού γόνατος, η οποία θα πρέπει να επαναλαμβάνεται κάθε 15 περίπου έτη, ακόμα όμως και αν η συγκεκριμένη επέμβαση έχει πλήρη επιτυχία, η προαναφερθείσα αναπηρία θα παραμείνει σε ποσοστό 20% και σε κάθε περίπτωση ο ενάγων δεν θα μπορέσει ποτέ στο μέλλον να ασκεί το προηγούμενο επάγγελμά του, δηλαδή αυτό του τεχνίτη επιχρισμάτων (σοβατζή) αλλά ούτε και να εκτελέσει οποιαδήποτε οικοδομική εργασία ή άλλη εργασία που απαιτεί πολύωρη ορθοστασία και απόλυτη ισορροπία.

Το ίδιο συμπέρασμα άλλωστε περιέχεται και στις από 29-7-2009 και 5-9-2012 ιατρικές εκθέσεις-γνωματεύσεις του χειρουργού ορθοπεδικού - τραυματιολόγου Γ. Μ.... ώστε να μην είναι απαραίτητη η διενέργεια νέας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, απορριπτόμενου του σχετικού αιτήματος των εκκαλούντων. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε στοιχείο ότι ο παθών ενάγων βαρύνεται με οικείο πταίσμα για την επιδείνωση της κατάστασης του αριστερού ποδιού του που είχε ως συνέπεια τη μερική αναπηρία του.

Mόνη δε η αναφορά στο... .../15-12-2014 πιστοποιητικό νοσηλείας του του ως άνω νοσοκομείου (...), ότι "ο ασθενής επισκέφθηκε το εξωτερικό ορθοπεδικό ιατρείο μετά από απουσία μηνών... Ανέφερε ότι στην πατρίδα του αφαίρεσαν την εξωτερική οστεοσύνθεση και φόρτιζε το άκρο ενώ δεν είχε πωρωθεί" (τα ως άνω δεν αναφέρονται στο από 4-6-2009 πιστοποιητικό νοσηλείας του ίδιου νοσοκομείου που αφορά την ίδια νοσηλεία του ενάγοντος), δεν οδηγεί κατ' ανάγκην στο συμπέρασμα ότι ο παθών ενάγων δεν τήρησε τις ιατρικές οδηγίες που του δόθηκαν από τους θεράποντες ιατρούς κατά την έξοδό του από το νοσοκομείο στις 10-12-2008, με συνέπεια την αναφερόμενη στο ίδιο πιστοποιητικό "εικόνα ψευδαρθρώσεως αριστερά με παρεκτόπιση", η οποία αντιμετωπίστηκε όπως προαναφέρθηκε.

Άλλωστε στον ίδιο χρόνο είχε προφανώς αφαιρεθεί η εξωτερική οστεοσύνθεση και από το δεξί πόδι του παθόντος, στο οποίο όμως διαπιστώθηκε πώρωση του κατάγματος (βλ. το ίδιο ως άνω πιστοποιητικό νοσηλείας), σύμφωνα δε με τις ίδιες ως άνω από 29-7-2009 και 5-9-2012 ιατρικές εκθέσεις-γνωματεύσεις του χειρουργού ορθοπεδικού-τραυματιολόγου Γ.

Μ. η μετατραυματική κατάσταση του παθόντος ήταν και "βιβλιογραφικά" απόλυτα αναμενόμενη λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης. Ως εκ τούτου το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις ως άνω συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη το ατύχημα, το είδος της σωματικής βλάβης που προκλήθηκε στον ενάγοντα απ' αυτό, τις επιπτώσεις που η συγκεκριμένη βλάβη έχει στην εργασία του ως τεχνίτη επιχρισμάτων και γενικά στην οικογενειακή και κοινωνική ζωή του, την ψυχική και σωματική ταλαιπωρία που υπέστη λόγω των ιατρικών επεμβάσεων στις οποίες έχει υποβληθεί και θα υποστεί στο μέλλον, υποβαλλόμενος ανά 15ετία περίπου σε νέα χειρουργική επέμβαση, την κοινωνική θέση και την περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων και ιδίως του ενάγοντος ο οποίος είναι ηλικίας 39 ετών και έγγαμος με δύο ανήλικα παιδιά, κρίνει ότι πρέπει να του επιδικαστεί προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από την σε βάρος του αδικοπραξία το ποσό των εκατόν σαράντα χιλιάδων (140.000) ευρώ...".

Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχθηκε τις εφέσεις των εναγομένων, απέρριψε τους πρόσθετους λόγους αυτών και τις αντεφέσεις του ενάγοντος, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο της ηθικής βλάβης, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε εν μέρει ως προς το κεφάλαιο αυτό και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν εις ολόκληρον στον ενάγοντα το ποσό των 140.000 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το εφετείο: Α) Δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας αλλά και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας, αφού το ποσό το οποίο επιδίκασε υπέρ του ενάγοντος, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερτερεί (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως επιδικαζομένου σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Β) Δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ευθύνης των δευτέρου και τρίτης εναγομένων για τον τραυματισμό του ενάγοντος. Δεν συνιστά δε ενδοιαστική αιτιολογία η περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση φράση: "Ούτε βέβαια μπορεί να γίνει πιστευτός ο ισχυρισμός των εκκαλούντων Κ.

Κ. και Μ. Κ. ότι δεν γνώριζαν ότι ο ενάγων εργαζόταν ημέρα Σάββατο, όταν μάλιστα ο πρώτος βαρύνονταν με την επικόλληση των σχετικών ενσήμων στον ενάγοντα". Επί πλέον δεν είναι αντιφατικές οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης αφενός ότι οι δεύτερος και τρίτη εναγόμενοι επισκέπτονταν καθημερινά την οικοδομή και αφετέρου ότι γνώριζαν ότι ο ενάγων εργαζόταν το Σάββατο.

Γ) Δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και ειδικότερα δεν αντιβαίνει στα διδάγματα αυτά η παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το ικρίωμα εξ αρχής δεν πληρούσε τις προδιαγραφές για την ασφάλεια των εργαζομένων σ' αυτό.

Συνεπώς οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους οι πρώτος και δεύτερη αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α, 19 και 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι λοιπές προβαλλόμενες με τους ίδιους λόγους αιτιάσεις είναι απαράδεκτες διότι με αυτές, υπό την κατ' επίφαση επίκληση των ανωτέρω αναιρετικών πλημμελειών, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα με την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Επομένως πράγμα υπό την έννοια αυτή είναι και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.

γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 295/2011).

Τέλος στις περιπτώσεις που οι επικαλούμενες στο αναιρετήριο πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν επιδρούν στο διατακτικό αυτής, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως τυγχάνουν αλυσιτελείς και συνακόλουθα απαράδεκτοι (Α.Π. 324/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι πρώτος και δεύτερη αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.

β και 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με τις προτάσεις τους πρόσθετο λόγο της εφέσεώς τους, με τον οποίο είχαν ισχυρισθεί ότι με την 83804/2015 και 84458/2015 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία ήδη κατέστη αμετάκλητη, κηρύχθηκαν αθώοι του αδικήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο σε βάρος του ενάγοντος, επί πλέον δε ότι δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω αθωωτική γι' αυτούς απόφαση, την οποία αυτοί επικαλέσθηκαν με τον προαναφερθέντα πρόσθετο λόγο της εφέσεώς τους και προσκόμισαν ενώπιόν του.

Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που προβάλλεται από τον πρώτο αναιρεσείοντα είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής και συνακόλουθα απαράδεκτος, αφού η τυχόν παραδοχή του δεν θα είχε οποιαδήποτε έννομη επιρροή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Ειδικότερα το εφετείο δέχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων ευθύνεται σε αποζημίωση του ενάγοντος αφενός μεν με την ιδιότητα του κυρίου του έργου και εργολάβου που υπέπεσε στις αναφερόμενες παραλείψεις, αφετέρου δε με την ιδιότητα του προστήσαντος τον πρώτο εναγόμενο και ήδη τρίτο αναιρεσείοντα, ο οποίος κατά τα εκτιθέμενα στον ίδιο το λόγο αναιρέσεως κηρύχθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο που τελέσθηκε σε βάρος του ενάγοντος.

Επομένως και αν ακόμα το εφετείο δεν λάμβανε υπόψη τον προαναφερθέντα λόγο της εφέσεώς του και την αθωωτική ως προς αυτόν για τη σωματική βλάβη απόφαση, το διατακτικό της προσβαλλομένης θα μπορούσε να στηριχθεί στην ιδιότητά του ως προστήσαντος τον πρώτο εναγόμενο και ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος κηρύχθηκε ένοχος της πράξεως αυτής.

Περαιτέρω από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το εφετείο μνημόνευσε ειδικώς τον πρόσθετο λόγο της εφέσεως των δευτέρου και τρίτης εναγομένων, μόνο περιεχόμενο του οποίου ήταν η επίκληση της ανωτέρω ποινικής αποφάσεως (που ήταν αθωωτική ως προς αυτούς για την κατηγορία της σωματικής βλάβης από αμέλεια και καταδικαστική για την κατηγορία της μη αναγγελίας του εργατικού ατυχήματος) και ειδικότερα αφενός μεν δέχθηκε ότι ο λόγος αυτός είχε ασκηθεί παραδεκτά (7ο φύλλο, 14η σελίδα της προσβαλλομένης), αφετέρου δε με ρητή διάταξη στο διατακτικό της προσβαλλομένης (15ο φύλλο, 30η σελίδα αυτής) τον απέρριψε κατ' ουσίαν, γεγονός το οποίο συνεπάγεται ότι έλαβε υπόψη τον ανωτέρω πρόσθετο λόγο εφέσεως και την ποινική απόφαση την οποία επικαλέσθηκαν με αυτόν οι δεύτερος και τρίτη εναγόμενοι, παρά το γεγονός ότι δεν την αντέκρουσε ειδικώς.

Συνεπώς ο προαναφερθείς (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέος ως αβάσιμος όσον αφορά και τους δύο ανωτέρω αναιρεσείοντες. Κατά τη διάταξη του άρθρου 352 Κ.Πολ.Δ. δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη σε βάρος εκείνου του διαδίκου που ομολογεί, είναι η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρισίμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεώς του (Α.Π. 532/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως οι πρώτος και δεύτερη αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη την ομολογία του πρώτου εναγομένου (ήδη τρίτου αναιρεσείοντος) ότι κάλεσε τον ενάγοντα να εργασθεί κατά το Σάββατο χωρίς να το γνωρίζουν οι δεύτερος και τρίτη εναγόμενοι (ήδη πρώτος και δεύτερη αναιρεσείοντες), η οποία ομολογία έγινε με την προσθήκη-αντίκρουση των εγγράφων προτάσεών του ενώπιον του εφετείου και την οποία επικαλέσθηκαν οι πρώτος και δεύτερη αναιρεσείοντες με την προσθήκη-αντίκρουση των εγγράφων προτάσεών τους ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως διότι η ανωτέρω παραδοχή του τρίτου αναιρεσείοντος δεν συνιστά ομολογία κατά την έννοια που αναφέρθηκε στην αρχή αυτής της σκέψεως, αφού με βάση τα εκτιθέμενα στον ίδιο λόγο αναιρέσεως δεν προέρχεται από τον αντίδικο των πρώτου και δεύτερης αναιρεσειόντων αναιρεσίβλητο αλλά από τον ομόδικό τους τρίτο αναιρεσείοντα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 περ. β Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξ άλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 368-392 Κ.Πολ.Δ. και ιδίως από εκείνη του άρθρου 383 Κ.Πολ.Δ. δεν προκύπτει ότι για να είναι έγκυρη η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων πρέπει να κατατίθενται στο δικαστήριο που διέταξε την πραγματογνωμοσύνη και τα έγγραφα επί των οποίων ερείδεται το πόρισμα της γνωμοδοτήσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως οι πρώτος και δεύτερη αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα που ορίσθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο για τους λόγους:

α) ότι ο πραγματογνώμονας εξέτασε τον ενάγοντα στις 13-4-2013, δηλαδή πριν από την όρκισή του που έλαβε χώρα στις 18-4-2013 και β) ότι δεν κατατέθηκαν στο δικαστήριο μαζί με τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα τα έγγραφα και στοιχεία επί των οποίων ερείδεται το πόρισμά της. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά μεν το πρώτο σκέλος του διότι βάλλει κατά της ουσιαστικής κρίσεως του εφετείου ότι η εξέταση του ενάγοντος από τον πραγματογνώμονα έγινε μετά την όρκισή του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), κατά δε το δεύτερο σκέλος του διότι κατά τα προεκτεθέντα για να είναι έγκυρη η γνωμοδότηση δεν είναι αναγκαίο να κατατίθενται και τα έγγραφα επί των οποίων ερείδεται το πόρισμά της.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η έννοια της δημόσιας τάξεως περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση (Ολ. Α.Π. 15/2000). Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.

Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016).

Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 201/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναιρέσεως οι πρώτος και δεύτερη αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 19 και 12 Κ.Πολ.Δ.

και συγκεκριμένα ότι το εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό τους ότι ο ενάγων "μετήλθε απάτης επί δικαστηρίου ώστε να εμφανίσει επιδείνωση της ιατρικής του καταστάσεως" χωρίς αιτιολογία και χωρίς να αποδώσει την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους δίνει ο νόμος στα αναφερόμενα δημόσια έγγραφα, ήτοι στο .../15-12-2014 πιστοποιητικό νοσηλείας του νοσοκομείου "..." και στη …/2010 γνωμάτευση της πρωτοβάθμιας επιτροπής του Ι.Κ.Α., από τα οποία αποδεικνυόταν η βασιμότητα του ισχυρισμού τους αυτού.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και κατά τα δύο σκέλη του προεχόντως ως απαράδεκτος αφού οι πρώτος και δεύτερη αναιρεσείοντες δεν εκθέτουν πότε και πώς προτάθηκε ο ανωτέρω ισχυρισμός τους ούτε παραθέτουν το περιεχόμενό του όπως αυτό τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας. Κατά το άρθρο 671 παρ. 1 εδ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στην ανωτέρω διαδικασία απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτίμηση των ενόρκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο της ουσίας αποτελεί η λήψη τους μετά προηγούμενη νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου από το διάδικο που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, ο οποίος υποχρεούται στην απόδειξη της κλητεύσεως, εκτός αν ο αντίδικός του παραστάθηκε κατά τη λήψη τους.

Την τήρηση της αναγκαίας αυτής προϋποθέσεως υποχρεούται να ερευνήσει το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή της έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη αλλά ανυπόστατη και δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε ως δικαστικό τεκμήριο, κατά ρητή εξαίρεση από την καθιερούμενη με το άρθρο 671 παρ. 1 εδ.

α Κ.Πολ.Δ, γενική αρχή ότι στη διαδικασία αυτή λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (Ολ. Α.Π. 15/2003, Α.Π. 1105/2017, 543/2010). Οι ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης πριν από την άσκηση της αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου δεν λήφθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη (Ολ.

Α.Π. 8/2017, Α.Π. 1076/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναιρέσεως οι πρώτος και δεύτερη αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ και 14 περ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα αφενός μεν ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τις …, …, …και …/2-2-2011 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Κρωπίας Β.

Ζ. (τις οποίες αυτοί είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον του εφετείου προκειμένου να αποδείξουν ότι ο μάρτυρας του ενάγοντος ψευδόταν) με την αιτιολογία ότι ελήφθησαν με επιμέλεια των εναγομένων χωρίς προηγούμενη κλήτευση και χωρίς παράσταση του αντιδίκου τους και ότι έγιναν χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις του νόμου για να χρησιμεύσουν στην προκειμένη δίκη, αφετέρου δε παρά το νόμο κήρυξε το απαράδεκτο των ανωτέρω ενόρκων βεβαιώσεων.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατά τα δύο σκέλη του αφού με αυτόν οι πρώτος και δεύτερη αναιρεσείοντες δεν αμφισβητούν ότι οι φερόμενες ως μη ληφθείσες υπόψη από το εφετείο ένορκες βεβαιώσεις ελήφθησαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση και χωρίς παράσταση του αντιδίκου τους, ενώ η κρίση του εφετείου ότι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις έγιναν για να χρησιμεύσουν στην προκειμένη δίκη είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση όσον αφορά τους πρώτο και δεύτερη αναιρεσείοντες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες αυτοί, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τον τρίτο αναιρεσείοντα.

Διατάσσει το χωρισμό της υποθέσεως ως προς τους πρώτο και δεύτερη αναιρεσείοντες.

Απορρίπτει την από 22-6-2016 αίτηση για αναίρεση της 1821/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών όσον αφορά τους αναιρεσείοντες αυτούς.

Καταδικάζει τους πρώτο και δεύτερη αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ