412/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 412 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated412/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 412 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 412 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 412/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τιμόθεο Σιγάλα, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Μ. Κ. του Ε., 2)Κ. Κ. του Α., 3)Ε.-Μ. Ν. του Θ. και 4)Μ. Α. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τoυς Βασίλειο Πλιάτσικα, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/2/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7312/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1502/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρία με την από 9/11/2015 αίτησή της και τους από 20/1/2016 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 11/2/2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Παπαηλιάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 1 του ΚΠολΔ πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί και αν η αίτηση της αναίρεσης δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο, κατά δε τη παράγραφο 2 εδάφ. α` του ιδίου άρθρου, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο δε του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητά για το παραδεκτό της αναίρεσης και ότι αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της άσκησης των πρόσθετων λόγων, δηλαδή η κατάθεση του δικογράφου αυτών τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της αναίρεσης και όχι την ορισθείσα μετά από αναβολή ή ματαίωσή της, καθώς και η επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία ή αν τηρηθεί μόνο μία από αυτές, ο Αρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους (Ολ.
ΑΠ 143/1984, ΑΠ 743/2014, ΑΠ 599/2011, ΑΠ 897/2008, ΑΠ 75/2008, ΑΠ 331/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, ενώ το δικόγραφο των από 20.1.2016 πρόσθετων λόγων αναίρεσης κατατέθηκε εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 22 Ιανουαρίου.2016 με αριθ. κατάθεσης .../22.1.2016, ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 23ης Φεβρουαρίου 2016, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε εντός της αυτής προθεσμίας στις αναιρεσίβλητες νόμιμα, αφού η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει, ούτε επικαλείται με το σημείωμα τις εκθέσεις επίδοσης αυτών στις αναιρεσίβλητες.
Επομένως, πρέπει οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου. Κατόπιν των προαναφερομένων το Δικαστήριο θα προβεί στην έρευνα των διαλαμβανομένων στο κυρίως δικόγραφο της από 9.11.2015 αίτησης αναίρεσης λόγων, όπως διατυπώνονται σε αυτήν κατά τα παρακάτω για ένα έκαστο τούτων ειδικότερον εκτιθέμενα.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης προφανώς των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Στη περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και σε περίπτωση υπερημερίας του να καταβάλει τις αποδοχές του κατά τα άρθρα 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 601/2013). Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης, λόγω νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στη περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη τη τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας και ειδικότερα τη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του (ΑΠ 1249/2014, ΑΠ 1649/2012, ΑΠ 581/2011, ΑΠ 1318/2000).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στο πλαίσιο της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ’ εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.
Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση για όσο χρόνο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο χρόνο, δηλαδή, δεν καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν αυτός κανονικά.
Όμως, το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 940/2015, ΑΠ 2094/2014, ΑΠ 1502/2010, ΑΠ 1153/2009).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 455/2014). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Περαιτέρω "πράγματα" για την στοιχειοθέτηση του εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης νοούνται οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή εκείνοι που κατά νόμο τείνουν στη γένεση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνδέονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 3/1997).
Τέλος στις περιπτώσεις που οι επικαλούμενες στο αναιρετήριο πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης δεν επιδρούν στο διατακτικό αυτής, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης τυγχάνουν αλυσιτελείς και κατ’ ακολουθία απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Στη προκειμένη περίπτωση με την από 21.2.2013 και με αριθ. κατάθ. .../2013 αγωγή οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες ισχυρίσθηκαν ότι, δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσελήφθηκαν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία που διατηρεί και εκμεταλλεύεται ιδιωτική γενική κλινική στη πόλη της Θεσσαλονίκης, οι δύο πρώτες στις 20.2.2007, η τρίτη στις 1.10.1992 και η τέταρτη στις 10.10.1991, προκειμένου να απασχοληθούν ως νοσηλεύτριες στην ανωτέρω κλινική επί οκτώ ώρες ημερησίως και πέντε ημέρες εβδομαδιαίως με βάση μηνιαίο πρόγραμμα απασχόλησης που κατατίθετο στην Επιθεώρηση Εργασίας.
Ότι, αν και αυτές παρείχαν την εργασία τους από την πρόσληψή τους με ζήλο και εργατικότητα, από τις αρχές του Οκτωβρίου 2011 η εναγομένη εταιρεία άρχισε να καθυστερεί τις καταβολές των δεδουλευμένων αποδοχών τους, που κατά τις μεταξύ τους συμφωνίες έπρεπε να καταβάλλονται την 10η ημέρα του επομένου ημερολογιακού μήνα από εκείνον της παροχής της εργασίας των, από δε τον Ιανουάριο του έτους 2012 σταμάτησε να καταβάλλει παντελώς τις δεδουλευμένες αποδοχές των, παρά τις οχλήσεις και διαμαρτυρίες των, με συνέπεια να αναγκασθούν αυτές να ασκήσουν το Μάιο του 2012 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, οπότε η εναγομένη αναγκάσθηκε να καταβάλει αυτές την προτεραία της δικασίμου.
Ότι στη συνέχεια η εναγομένη και πάλι άρχισε να μην καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές των επομένων μηνών, με συνέπεια τον Οκτώβριο του έτους 2012 αυτές, μαζί με άλλους συναδέλφους των, να ασκήσουν νέα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ζητώντας τη προσωρινή επιδίκαση των δεδουλευμένων αποδοχών τους των μηνών Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου και μέρους του Σεπτεμβρίου 2012, επί της οποίας εκδόθηκε στη συνέχεια η με αριθ. 7005/2012 απόφαση που επιδίκασε προσωρινά μέρος των απαιτήσεων των εργαζομένων.
Ότι εντωμεταξύ οι ενάγουσες, λόγω των ανωτέρω οφειλών προς αυτές από τον μήνα Ιούνιο 2012 και για το επόμενο χρονικό διάστημα, απέστειλαν εξώδικες δηλώσεις προς την εναγομένη εργοδότρια εταιρεία, η μεν πρώτη στις 16.10.2012 δηλώνοντας ότι θα προβεί για την αιτία αυτή σε επίσχεση εργασίας από 26.10.2012, οι δε λοιπές στις 8.11.2012 δηλώνοντας ότι θα προβούν για την αιτία αυτή σε επίσχεση εργασίας από 9.11.2012, πλην όμως λόγω των υποσχέσεων της εναγομένης ότι μέχρι τις 12.11.2012 θα καταβάλει μέρος των οφειλών της αυτές ανέβαλαν τη πραγματοποίηση της επίσχεσης εργασίας, δηλώνοντας ότι θα προβούν σε αυτήν εκ νέου από 20.11.2012, εφόσον δεν τηρηθούν οι υποσχέσεις.
Ότι πράγματι η εναγομένη κατέβαλε στις 12 και 23 Νοεμβρίου τις οφειλόμενες αποδοχές του μηνός Ιουνίου και μέρος του Ιουλίου 2012, οι δε ενάγουσες διέκοψαν την επίσχεση εργασίας και επέστρεψαν στις εργασίες τους στις 23.11.2012. Ότι επειδή η εναγομένη αρνήθηκε να εκτελέσει εκουσίως την ανωτέρω δικαστική απόφαση για το υπόλοιπο των απαιτήσεων τους, αυτές προέβησαν σε κατάσχεση εις χείρας της Τράπεζας Πειραιώς ως τρίτης καταθετικού λογαριασμού της εναγομένης, κατά της οποίας η τελευταία άσκησε ανακοπή και αίτηση αναστολής, ενώ άσκησαν πλέον τακτική αγωγή προς οριστική επιδίκαση των οφειλομένων αποδοχών τους, της οποίας ορίσθηκε δικάσιμος η 5.3.2013.
Ότι μετά την έναρξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και προκειμένου να τις εκδικηθεί διότι διεκδίκησαν τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές των και να τρομοκρατήσει τους υπόλοιπους υπαλλήλους συναδέλφους τους, η εναγομένη προέβη στην καταγγελία των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αυτών, κοινοποιώντας με δικαστικό επιμελητή το έγγραφο της καταγγελίας στις 24.12.2012 στην πρώτη εξ αυτών, στις 31.12.2012 στη δεύτερη και τρίτη εξ αυτών, και μάλιστα ενώ η τελευταία βρισκόταν σε κανονική άδεια αναψυχής (με συνέπεια να αναγκασθεί να κοινοποιήσει στην τελευταία νέα καταγγελία στις 4.1.2013) και στην τέταρτη εξ αυτών στις 30.1.2013.
Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγουσες ζήτησαν με την αγωγή τους: Α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των ανωτέρω καταγγελιών της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτών α) λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, αλλά μικροτέρας κατά 469,80 ευρώ για καθεμία από τις δύο πρώτες, κατά 6.727,62 ευρώ για τη τρίτη και κατά 4.656,09 ευρώ για την τέταρτη εξ αυτών, β) λόγω καταχρηστικότητας στην άσκηση αυτής κατά τα προεκτεθέντα, γ) αναφορικά με τη τρίτη εξ αυτών, λόγω της κοινοποίησης της καταγγελίας σε χρόνο που αυτή βρισκόταν σε κανονική άδεια και δ) αναφορικά με τις τρεις πρώτες εξ αυτών, λόγω παραβίασης του κατά το νόμο περί ομαδικών απολύσεων προβλεπομένου ανωτάτου ορίου απολύσεων, να υποχρεωθεί η εναγομένη να τις "επαναπροσλαύει" στην ίδια θέση και με τους ίδιους όρους και συνθήκες εργασίας όπως και προηγουμένως με απειλή χρηματικής ποινής και να υποχρεωθεί να τους καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας από την καταγγελία των ανωτέρω συμβάσεων μέχρι τις 30.6.2013, άλλως και επικουρικά σε περίπτωση που οι ανωτέρω καταγγελίες κριθούν έγκυρες τις ως άνω διαφορές στην αποζημίωση απόλυσης αυτών, Β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει το επίδομα τροφοκατοικίας που δεν κατέβαλε για το διάστημα από 1.1.2008 έως 31.6.2012, Γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στις πρώτη και δεύτερη εξ αυτών τις προκύπτουσες στις αποδοχές τους διαφορές λόγω μη συνυπολογισμού για το χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 30.5.2012 στο επίδομα προϋπηρεσίας (τριετίες) και του χρόνου σπουδών αυτών στο ΤΕΙ Νοσηλευτικής Θεσσαλονίκης, τον οποίο αυτές είχαν γνωστοποιήσει κατά τη πρόσληψή τους στην εναγομένη, προσκομίζοντας και το πτυχίο αυτών, Δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στη τρίτη και τέταρτη εξ αυτών, των οποίων η σύμβαση καταγγέλθηκε εντός του έτους 2013, τις αποδοχές και το επίδομα αδείας του έτους 2013 και Ε) να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές του μηνός Δεκεμβρίου 2012 και στην τέταρτη εξ αυτών και τις δεδουλευμένες αποδοχές του μηνός Ιανουαρίου 2013.
Επομένως αντικείμενο της ανοιγείσας με την πιο πάνω αγωγή δίκης ήταν, πέραν του κεφαλαίου των διαφορών για διάφορες αιτίες στις δεδουλευμένες αποδοχές των εναγουσών, η ακυρότητα ή μη της καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αυτών και οι εκ της ακυρότητας απορρέουσες συναφείς υποχρεώσεις της εναγομένης εργοδότριας εταιρείας για την εκ νέου απασχόλησή τους και την καταβολή αποδοχών υπερημερίας για το διάστημα μέχρι 30.6.2013 (επικουρικά δε η καταβολή των διαφορών στην αποζημίωση καταγγελίας), και όχι η εγκυρότητα ή μη της επίσχεσης εργασίας σύμφωνα με τα κατά άνω αναφερόμενα διηγηματικά στο ως άνω δικόγραφο, αφού η αγωγή δεν περιείχε σχετικό κεφάλαιο.
Για το λόγο αυτό άλλωστε η εναγομένη εργοδότρια εταιρεία κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και με τις πρωτόδικες προτάσεις της, ουδέν ανέφερε σχετικά με το κύρος ή μη της επίσχεσης εργασίας των εναγουσών, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την οριστική απόφαση 7312/14.10.2013 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπου διαλαμβάνονται αναλυτικά οι προς απόκρουση της αγωγής ισχυρισμοί της εναγομένης και από τις προτάσεις της, που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ).
Ούτε επίσης στο δικόγραφο της έφεσης αυτής ή στις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της διέλαβε κάτι το σχετικό, αναφορικά με την εγκυρότητα ή μη της επίσχεσης εργασίας. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης κατόπιν αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων, με τη προσβαλλομένη απόφασή του και με επικύρωση κατά το σχετικό κεφάλαιο της εκκαλουμένης οριστικής απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έκρινε ότι οι ως άνω καταγγελίες πράγματι έλαβαν χώρα από λόγους εκδίκησης της εναγομένης προς τις ενάγουσες, διότι αυτές επεδίωξαν με νόμιμη επίσχεση εργασίας, αλλά και με τις αναγραφόμενες στην απόφαση δικαστικές και εξώδικες ενέργειες τη διασφάλιση των νομίμων δικαιωμάτων τους, απορρίπτοντας ως αβάσιμους κατ’ ουσία τους και πρωτοδίκως προβληθέντες αρνητικούς ισχυρισμούς της εναγομένης, ότι οι εν λόγω καταγγελίες οφείλονταν στη πλημμελή εκ μέρους των εναγουσών παροχή της εργασίας των λόγω της καθυστέρησης στη καταβολή των αποδοχών τους, και στη συνέχεια δέχθηκε ότι οι καταγγελίες αυτές ήσαν άκυρες ως καταχρηστικές με συνέπεια η εναγομένη να έχει περιέλθει σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών των εναγουσών και να οφείλει σε αυτές μισθούς υπερημερίας, απορρίπτοντας έτσι τον περί του αντιθέτου λόγο έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας ως κατ’ ουσία αβάσιμο και δεχόμενο ως κατ’ ουσία βάσιμη την αγωγή κατά το σχετικό κεφάλαιο.
Και ναι μεν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στο σκεπτικό του παραδοχές περί της εγκυρότητας της εκ μέρους των εναγουσών λαβούσας χώρα επίσχεσης εργασίας, πλην όμως η κρίση του αυτή ήταν πλεοναστική και δεν απαιτείτο για τη στήριξη του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε στις αναιρεσίβλητες αποδοχές υπερημερίας για το χρόνο από της καταγγελίας έως τις 30.6.2013, όχι λόγω της ανωτέρω επίσχεσης εργασίας, η οποία άλλωστε κατά τις παραδοχές του Εφετείου είχε ήδη λήξει πολύ πριν λάβει χώρα η καταγγελία των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των εναγουσών, αλλά λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας των ανωτέρω συμβάσεων ως καταχρηστικής και συγκεκριμένα ως λαβούσας χώρα από λόγους εκδίκησης εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας, αιτιολογία η οποία άλλωστε επαρκεί για την στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης.
Εν προκειμένω με τον δεύτερο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (αλλά και από τον αριθμό 8) η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι εσφαλμένως και με αντιφατική αιτιολογία έκρινε νόμιμη την επίσχεση εργασίας των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων, ενώ έπρεπε κατά τις παραδοχές της να την κρίνει παράνομη ως καταχρηστική, εφόσον δέχθηκε ότι την επίδικη περίοδο ο ΕΟΠΠΥ όφειλε στην εναγομένη σημαντικά ποσά και κατά συνέπεια έπρεπε να αχθεί στο συμπέρασμα ότι η καθυστέρηση στην καταβολή των αποδοχών αυτών οφειλόταν στις ως άνω απρόβλεπτες περιστάσεις, ενώ επίσης δεν απήντησε στον ισχυρισμό αυτής ότι η εναγομένη ήταν πλήρως αξιόπιστη και αξιόχρεη και κατά συνέπεια οι αναιρεσίβλητες θα λάμβαναν τις οφειλόμενες αποδοχές των, αφού το Δημόσιο και οι κοινωνικοασφαλιστικοί φορείς καταβάλλουν, έστω και με καθυστέρηση, τις οφειλές τους προς τρίτους.
Περαιτέρω με τον τρίτο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (αλλά και από τον αριθμό 8) η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι δεν απάντησε στο επιχείρημα της αναιρεσίβλητης, ότι εξαιτίας της καθυστέρησης της αποπληρωμής των οφειλών του ΕΟΠΠΥ προς αυτήν θα εξακολουθούσαν να υφίστανται καθυστερήσεις στην αποπληρωμή των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγουσών μέχρι την ομαλοποίηση των πληρωμών εκ μέρους του ΕΟΠΠΥ, με συνέπεια τη πρόκληση τριβών μεταξύ των διαδίκων που καθιστούσε αδύνατη την ομαλή και χωρίς τριγμούς συνέχιση της εργασιακής σχέσης των αναιρεσιβλήτων στην επιχείρησή της και συνακόλουθα καθιστούσαν αναγκαία την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας.
Οι ανωτέρω λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, ο μεν δεύτερος ως αλυσιτελής, εφόσον οι επικαλούμενες σε αυτόν πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης περί καταχρηστικότητας και κατά συνέπεια ακυρότητας της καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των αναιρεσιβλήτων, ο δε τρίτος ως μη ιδρυόμενος, αφού συνίσταται σε (πραγματικό) επιχείρημα της αναιρεσείουσας υπέρ των απόψεών της, κατά το μέρος δε που ήθελε εκτιμηθεί ότι με τους λόγους αυτούς πλήττεται η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ’ αριθ. 6/28.2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α 38), [εφεξής Π.Υ.Σ.] που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α 28) και στο πλαίσιο της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014) ορίζεται ότι: "Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή τη καταγγελία τους.
Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του Ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εντωμεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς όρους εργασίας αποκλειστικώς εκείνοι οι όροι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.
Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή τροποποιημένης ατομικής σύμβασης".
Με τη διάταξη της παρ. 6 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι κατά το στάδιο της μετενέργειας, ήτοι κατά τη χρονική περίοδο μετά τη πάροδο του προβλεπομένου ως άνω τριμήνου, οι κανονιστικοί όροι Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας ή εξομοιουμένων με αυτές Διαιτητικών Αποφάσεων που αφορούν το βασικό μισθό και τα ανωτέρω επιδόματα εξακολουθούν να ισχύουν ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένοι ενοχικοί όροι των ήδη εν ισχύει ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 453/2010), ενώ παύουν αμέσως να ισχύουν ρυθμίσεις που προβλέπουν τη καταβολή οποιουδήποτε άλλου επιδόματος.
Μεταξύ των επιδομάτων που διατηρήθηκαν είναι και το προβλεπόμενο στην έχουσα λήξει συλλογική ρύθμιση επίδομα επικίνδυνης εργασίας, δηλαδή η πρόσθετη παροχή που έχει ως λόγο καταβολής της την παροχή εργασίας που συνεπάγεται κίνδυνο για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα του εργαζομένου. Επομένως στην έννοια του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας δεν περιλαμβάνεται και το προβλεπόμενο στην έχουσα λήξει συλλογική ρύθμιση επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, το οποίο έχει ως αιτία καταβολής το εργασιακό περιβάλλον στο οποίο παρέχεται η εργασία, το οποίο (περιβάλλον) ειδικά για το νοσηλευτικό προσωπικό διαφοροποιείται από το κοινό εργασιακό περιβάλλον και απαιτεί από το προσωπικό τη τήρηση με σχολαστικότητα των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας προκειμένου να επιτευχθεί το έργο της ίασης των νοσηλευομένων ασθενών, δεν επάγεται όμως κίνδυνο για τη ζωή ή σωματική ακεραιότητα του νοσηλευτικού προσωπικού.
Του εν λόγω επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας παύει επομένως η καταβολή, μετά την πάροδο του κατά τα ανωτέρω τριμήνου, κατ’ εφαρμογή της άνω διάταξης της παρ. 4 του άρθρου 2 της υπ’ αριθ. 6/2012 Π.Υ.Σ. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή προκύπτει και από τις σχετικές διατυπώσεις, που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 28 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και στο κεφάλαιο 4 με τίτλο "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της Ανάπτυξης" παρ.4.1 του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής που έχουν ενσωματωθεί ως παράρτημα V στο Ν. 4046/2012 και συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής (άρθρο 1 παρ.6 του Νόμου αυτού), όπου γίνεται λόγος για "επίδομα επικινδυνότητας" (στο πρωτότυπο αγγλικό κείμενο "hazardous") και "επίδομα βαρέων επαγγελμάτων" (στο πρωτότυπο αγγλικό κείμενο "hazardous professions").
Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή ότι στο νόμο δεν υφίσταται ουσιαστικά διάκριση μεταξύ επιδόματος επικίνδυνης και επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας δεν μπορεί να συναχθεί από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1
ΙΙΙ α και 2 του Ν. 754/1978 "Περί ρυθμίσεως των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων, πολιτικών και στρατιωτικών, των υπαλλήλων ΝΠΔΔ, ως και άλλων τινών συναφών διατάξεων" σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 Α περ. α και 2 παρ. 1 κεφ. IV περ. α εδάφια αα και γγ και β εδάφιο ββ του Π.Δ/τος 904/1978 (ΦΕΚ Α 217), με τις οποίες διατηρήθηκε σε ισχύ το επίδομα "επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" σε συγκεκριμένες κατηγορίες προσωπικού αρμοδιότητας Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ή άλλων Υπουργείων και συγκεκριμένα σε ακτινολόγους και ακτινοθεραπευτές ιατρούς, εμφανιστές χειριστές ακτινολογικών μηχανημάτων και αδελφές νοσοκόμους που απασχολούνται σε κέντρα ή σταθμούς αιμοδοσίας, του άρθρου 4 του Ν. 1031/1982 "Περί του υπηρετούντος νοσηλευτικού και παραϊατρικού προσωπικού εις υπηρεσίας Αιμοδοσίας Νοσηλευτικών ιδρυμάτων ΝΔ 2592/1953", με το οποίο χορηγήθηκε το εν λόγω επίδομα "επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" σε όλο το προσωπικό που απασχολείται στα εν λόγω κέντρα και σταθμούς, των άρθρων 40, 41 παρ. 1 και 2 και 43 του Ν. 1193/1981 "Περί της εξ αφροδισίων νόσων προστασίας και ρυθμίσεων συναφών θεμάτων", με τις δύο πρώτες των οποίων χορηγήθηκε το εν λόγω επίδομα "επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" στους παρασκευαστές των αμιγών μικροβιολογικών εργαστηρίων και του ΚΕΕΦ (άρθ. 40), στο πάσης φύσεως μόνιμο νοσηλευτικό προσωπικό και τους φυσικοθεραπευτές που απασχολούνται σε σανατόρια και φυματιολογικές κλινικές ή διαγνωστικά κέντρα, νοσοκομεία λοιμωδών νοσημάτων και αιμοδυναμικά εργαστήρια (εδάφιο ββ της περ.
α του κεφ. IV της παρ. 1 του άρθ. 2 του ως άνω 904/1978 Π. Δ/τος) και στους χημικούς, βιοχημικούς, φυσικούς και χημικούς - μηχανικούς των εργαστηρίων βιοχημείας και ιστοχημείας (άρθ. 41 παρ. 1 και 2 αντιστοίχως) και με τη τρίτη των οποίων χορηγήθηκε επίδομα "ανθυγιεινής εργασίας" στις επισκέπτριες αδελφές, τις αδελφές νοσοκόμους και τις μαίες των κλάδων ΑΡ1, ΑΡ2 και ΑΡ3 του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, του άρθρου 14 παρ.1 και 2 του Ν. 1505/1984 "Αναδιάρθρωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (στις διατάξεις του οποίου υπάγονται κατά το άρθρο 1 αυτού οι μόνιμοι και δόκιμοι υπάλληλοι του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ και το μόνιμο και δόκιμο προσωπικό των ΟΤΑ), με την οποία ορίσθηκε ότι τα επιδόματα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας που προβλέπονται από τις διατάξεις του Π.
Δ/τος 904/1978 και 2 του Ν. 1160/1981 (η τελευταία αφορούσε τη χορήγηση του ανωτέρω επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας και στο προσωπικό των ΑΕΙ που απασχολείται αποκλειστικά σε αντίστοιχα εργαστήρια ή κλινικές των ανωτέρω εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ή σε εργαστήρια ιατροδικαστικής και τοξικολογίας ή περιγραφικής ανατομικής και στους επόπτες δημόσιας υγείας του κλάδου ΑΡ 6 του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών) εξακολουθούν να καταβάλλονται με τις ίδιες προϋποθέσεις και στα ποσά που είχαν διαμορφωθεί κατά τη δημοσίευση του Νόμου αυτού, ακόμη και στις περιπτώσεις που ο δικαιούχος δεν απασχολείται στο αντικείμενο ή σε χώρο που κατά τις οικείες διατάξεις δικαιολογεί την καταβολή του, και των παραγράφων 1 περ.
Α υποπ. α και 2 περ.α της υπ’ αριθ. οικ2/16519/ 0022/24.2.2012 Κοινής Υπουργικής Απόφασης "Καθορισμός επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας της παρ.1 του άρθρου 15 του Ν. 4024/2011" (ΦΕΚ Β 465), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου αυτού και προέβλεψε τη χορήγηση επιδόματος "επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" ύψους 150 ευρώ μηνιαίως στους μόνιμους, δόκιμους και με σχέση ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ Α’ και Β’ βαθμού με ειδικότητα προσωπικού νοσηλευτικής υπηρεσίας, απασχολουμένου σε Νοσοκομεία, Μονάδες Κοινωνικής Φροντίδας της χώρας, ΕΚΑΒ, Κέντρα Υγείας και σε ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και αγροτικά ιατρεία που υπάγονται στα Δημόσια Νοσοκομεία.
Και τούτο διότι οι ανωτέρω διατάξεις τυγχάνουν εφαρμογής στις συγκεκριμένες κατηγορίες προσωπικού του στενού δημόσιου τομέα (Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ) στους οποίους χορηγούν το χαρακτηριζόμενο από αυτές ως "επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" και κατά συνέπεια δεν μπορεί να τύχουν εφαρμογής, ούτε και αναλόγως, επί του νοσηλευτικού προσωπικού του απασχολουμένου σε ιδιωτικές κλινικές.
Επομένως το Εφετείο με τη προσβαλλομένη απόφασή του εσφαλμένως έλαβε υπόψη του και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας δικαιούται και το νοσηλευτικό προσωπικό που απασχολείται σε ιδιωτικές κλινικές και κατά τη διάρκεια του σταδίου της μετενέργειας.
Επί του εν λόγω προσωπικού αντιθέτως εφαρμόζονται οι σχετικές ρυθμίσεις των οικείων συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων, υπό τους περιορισμούς του άρθρου 2 παρ.4 της υπ’ αριθ. 6/2012 Π.Υ.Σ. μετά τη λήξη τους, με την επιφύλαξη ευνοϊκότερων ρυθμίσεων της ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Ειδικότερα με τις διατάξεις της από 17.5.2005 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των Ιδιωτικών Κλινικών όλης της χώρας (πράξη καταθ. Υπ. Απασχ. και Κοιν. Προστασίας …/25.5.2005), που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ’ αριθ. 12969/7.10.2005 Απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β 1415), της οποίας οι διατάξεις - ρυθμίσεις διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 5 παρ.2 από 22.6.2009 ομοίας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (πράξη καταθ.
Υπ. Απασχ. και Κοιν. Προστασίας 39/13.7.2009) και στη συνέχεια με το άρθρο 2 του κεφαλαίου Δ της υπ’ αριθμό 20/2011 ομοίας Διαιτητικής Απόφασης (πρ. κατάθ. Υπ. Εργ. και Κοιν. Ασφάλισης 12/22.11.2011), της οποίας κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης η ισχύς έληξε με καταγγελία στις 1.3.2012, γίνεται σαφής διαφοροποίηση μεταξύ επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας που χορηγείται σε πολλές κατηγορίες προσωπικού (ακόμη και σε περιπτώσεις που οι συνθήκες εργασίας δεν το δικαιολογούν ή το δικαιολογούν οριακά) και επιδόματος επικίνδυνης εργασίας, που χορηγείται σπανιότερα και για συγκεκριμένες ειδικότητες εργαζομένων στις ιδιωτικές κλινικές.
Ειδικότερα η χορήγηση του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας με βάση τις οικείες ρυθμίσεις της πρώτης από τις πιο πάνω συλλογικής σύμβασης εργασίας προβλέπεται για όλες σχεδόν τις ειδικότητες ιατρικού προσωπικού [άρθ. 3 κεφ. Ι (ΙΑΤΡΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ) παρ 2 εδ. ια], για το νοσηλευτικό προσωπικό [άρθ. 3 κεφ.
ΙΙ (ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ) παρ 2 εδ. β5], για τους φυσικοθεραπευτές (άρθ. 3 κεφ. IV (ΠΑΡΑΪΑΤΡΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ) περ. Α παρ 2.5], για τους αρχιμαγείρους, μαγείρους και βοηθούς αυτών, ως και για τους λατζέρηδες, ράπτες, κουρείς και ταξινόμους [άρθ. 3 κεφ. VΙ περ. Α, Β, Γ, Δ παρ 2.2], για τους θυρωρούς, κλητήρες, οδηγούς ανελκυστήρων, φύλακες, νυκτοφύλακες, για τους καθαριστές, τραπεζοκόμους, θαλαμηπόλους, πλύντες, σιδερώτριες, κλιβανιστές, αποστειρωτές [άρθ. 3 κεφ. VΙ περ. Ε, ΣΤ παρ 2.2), για τους τεχνίτες υδραυλικούς και εργαζομένους στα καλοριφέρ, για τους ξυλουργούς συντηρητές και για τους εργατοτεχνίτες οικοδόμους και βοηθούς αυτών [άρθ. 3 κεφ. VΙ περ. Ζ, παρ. 2,2, περ. Η παρ 2.4 και περ. Θ παρ. 2.2). Αντιθέτως η χορήγηση του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας με βάση τις οικείες ρυθμίσεις της εν λόγω συλλογικής σύμβασης εργασίας προβλέπεται μόνο για τους συντηρητές ιατρικών μηχανημάτων που απασχολούνται με τη συντήρηση μηχανημάτων σε τμήματα ακτινοθεραπείας (κοβάλτιο) ή τμήματα πυρηνικής ιατρικής (γ - κάμερα) [άρθ. 3 κεφ.
ΙΙΙ (ΛΟΙΠΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ) περ. Ι παρ 2 εδ. τελ.]. Επίσης προβλέπεται η χορήγηση χωριστού επιδόματος επικίνδυνης εργασίας και χωριστού επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας στους χειριστές ακτινολογικών μηχανημάτων [άρθ. 3 κεφ. IV (ΠΑΡΑΪΑΤΡΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ) περ. Α παρ 2.3 και 2.4], ως και η χορήγηση επιδόματος "επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" (ένα επίδομα) στους παρασκευαστές και βοηθούς εργαστηρίων που απασχολούνται σε εργαστήρια ισοτόπων, μικροβιολογίας, κυτταρολογίας, αιματολογίας, αιμοδοσίας, ενδοκρινολογίας, μονάδων τεχνητού νεφρού και στους χειριστές ηλεκτροεγκεφαλογραφικών μηχανημάτων, αξονικών και μαγνητικών τομογράφων και ακτινοθεραπευτικών μηχανημάτων [άρθ. 3 κεφ.
IV περ. Γ παρ 2.4], στους παρασκευαστές και βοηθούς τμημάτων βιοχημείας και ιστοχημείας παθολογοανατομικών εργαστηρίων [άρθ. 3 κεφ. IV περ. Γα παρ 2.4] , στους βιοχημικούς, βιολόγους και κλινικούς χημικούς [άρθ. 3 κεφ. IV περ. Δ παρ 2.5] και στους οδηγούς ασθενοφόρων [άρθ. 3 κεφ. V (ΟΔΗΓΟΙ ΑΣΘΕΝΟΦΟΡΩΝ) παρ 2.5]. Επομένως με βάση τις ανωτέρω ρυθμίσεις η καταβολή του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας είτε αυτοτελώς, είτε ως επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας προβλέπεται για ειδικότητες εργαζομένων σε ιδιωτικές κλινικές, των οποίων η εργασία επάγεται κινδύνους για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα αυτών.
Σημειώνεται ότι η περαιτέρω αναφερόμενη στη προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου από 28.6.2012 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας μεταξύ του Συνδέσμου Ελληνικών Κλινικών με έδρα την Αθήνα και της Ομοσπονδίας Συλλόγων Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων Ελλάδας (ΟΣΝΙΕ) (πράξη κατάθ. Υπ. Εργ. …/2.7.2012), που προβλέπει τη χορήγηση επιδόματος "επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" και στους νοσηλευτές, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση, αφού δεν διαλαμβάνεται παραδοχή περί της εφαρμογής της εν λόγω συλλογικής σύμβασης εργασίας στις επίδικες σχέσεις και ειδικότερα περί της ιδιότητας της αναιρεσείουσας ως μέλους εργοδοτικής συνδικαλιστικής οργάνωσης που μετείχε ως συμβαλλόμενο μέρος σε αυτήν.
Τέλος η από την αναιρεσίβλητη επίκληση της νεώτερης υπ’ αριθ. 2/53212/0022/15.7.2014 Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΦΕΚ Β 2012), με την οποία χορηγήθηκε επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, ύψους 150 ευρώ μηνιαίως και σε νοσηλευτές και νοσοκόμους είναι αλυσιτελής, διότι η εν λόγω απόφαση αφορά το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου των ΟΤΑ, το οποίο δεν κάλυπτε η προηγούμενη υπ’ αριθ.
οικ2/16519/ 0022/24.2.2012 Κοινή Υπουργική Απόφαση. Ωσαύτως και η επίκληση από αυτήν της πρόσφατης υπ’ αριθμό 1/2015 Διαιτητικής Απόφασης, που αφορά και την αναιρεσείουσα ως μέλους εργοδοτικής συνδικαλιστικής οργάνωσης που υπέγραψε αυτήν, με την οποία χορηγήθηκε επίδομα "επικίνδυνης ή ανθυγιεινής εργασίας" και στους νοσηλευτές είναι αλυσιτελής, διότι η ισχύς αυτής δεν αφορά το κρίσιμο μέχρι 30.6.2013 χρονικό διάστημα.
Επομένως είναι βάσιμος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, με τον οποίο προσάπτεται στη προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι συνυπολόγισε εσφαλμένα στις αποδοχές υπερημερίας των εναγουσών και ήδη αναιρεσίβλητων και το προβλεπόμενο από τις ως άνω συλλογικές ρυθμίσεις επίδομα ανθυγιεινής εργασίας του νοσηλευτικού προσωπικού των ιδιωτικών κλινικών και έτσι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ’ αριθ. 6/2012 Π.Υ.Σ.
Επισημαίνεται ότι ο με τις νομότυπα κατατεθείσες είκοσι και πλέον ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο προτάσεις της αναιρεσίβλητης (άρθ. 570 παρ.1 του ΚΠολΔ) ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης περί απαραδέκτου του ανωτέρω λόγου αναίρεσης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, επειδή στο αναιρετήριο δεν γίνεται μνεία της προβολής στο δικαστήριο της ουσίας εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας των σχετικών ισχυρισμών, είναι αβάσιμος, διότι οι επικαλούμενες εν λόγω αιτιάσεις περί συνυπολογισμού ή μη του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας στις αποδοχές υπερημερίας αυτών αφορούν εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τη συνδρομή ή μη των οποίων ερευνά αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο της ουσίας κατ’ εφαρμογή της αρχής jura novit curia, ανεξαρτήτως της ενώπιον του προβολής σχετικών ισχυρισμών εκ μέρους των διαδίκων.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αφορά επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας των αναιρεσίβλητων με συνυπολογισμό σε αυτές και του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας, απορριπτομένης της αίτησης αναίρεσης κατά τα λοιπά, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή.
Τέλος πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, εφόσον η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179, 183 του ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της την 1502/14.7.2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Και συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ