412/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 412 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 412/2015
Legislator headnote
AI generated412/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 412 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 412/2015
Full text
Απόφαση 412 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 412/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο - Μιλτιάδη Κόκκινο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Τ. του Π., κατοίκου ..., 2) Ζ. Ρ. του Σ., κατοίκου ..., 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 2ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστάθιο Γιώτα, το 4ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2008 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 16-5-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη 4ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5373/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5433/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-5-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Χυτήρογλου διάβασε την από 2-1-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθ. 391/2014 αιτήσεως αναίρεσης της 5433/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των 2ου και 3ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 και 932 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τέλος, αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει καθόλου αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη, έναντι του ζημιωθέντος, συμπεριφορά, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο, ή, από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε, με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως. Για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος, δεν αρκεί να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η ανάλυση των εννοιών που ο αναιρεσείων αποδίδει στις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις και οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά πρέπει να εξειδικεύεται και το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ειδικότερα, στην τελευταία περίπτωση, που ακριβώς έγκειται το σφάλμα κατά την εφαρμογή του κανόνα, καθώς επίσης πρέπει τα στοιχεία αυτά να εξειδικεύονται σε σχέση με τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να διαλαμβάνoνται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, β) η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, γ) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κ.λπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό αν δεν είναι αυτονόητη, δ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη, μνεία της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς το σε τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.ΑΠ 32/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης έγιναν δεκτά τα εξής: "... Στις 3-3-2007 και ώρα 21.00' περίπου ο α' εναγόμενος Ε. Γ., εκπαιδευτικός, (δάσκαλος), οδηγώντας τη με αριθμό κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα της κυριότητάς του, η οποία δεν ήταν ασφαλισμένη με σύμβαση ασφαλίσεως για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη και την οποία, (αστική ευθύνη), εκ του λόγου τούτου, καλύπτει το β' εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο, εκινείτο επί της βοηθητικής οδού ..., στην περιοχή της Καλλιθέας Αττικής, με κατεύθυνση από τη Λεωφόρο Συγγρού προς Καλλιθέα και πλησίαζε στον ανισόπεδο οδικό κόμβο που σχηματίζεται στη διασταύρωση με την οδό ....
Ο προαναφερόμενος είχε, πριν λίγες ώρες, καταναλώσει ικανή ποσότητα οινοπνεύματος και συγκεκριμένα ούζου και βρισκόταν υπό την επίδραση τούτου, αφού η ανευρεθείσα στη συνέχεια, ποσότητα οινοπνεύματος στο αίμα του, μετρηθείσα με συσκευή αλκοολομέτρου, ήταν 0,77 (την α' φορά) και 0,75 (την β' φορά) χιλιοστών του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα (βλ.
έκθεση Τροχαίας και μετρήσεις αλκοολομέτρου). Στην μοτοσυκλέτα του επέβαινε ο ενάγων Θ. Τ., ο οποίος ήταν ιερόδουλος, ενδεδυμένος με γυναικεία αμφίεση, τον οποίο ο ανωτέρω εναγόμενος είχε αμέσως προηγουμένως παραλάβει από τη Λεωφόρο Συγγρού, προκειμένου να συνευρεθούν ερωτικά και είχαν προορισμό την οικία του τελευταίου, που βρίσκεται στην οδό Δημοσθένους αρ. 280, στην Καλλιθέα.
Η οδός ..., λίγο πριν από το ύψος του παραπάνω κόμβου, διαχωρίζεται σε μια κυρία οδό και δύο βοηθητικές. Η κυρία οδός, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 12,40 μέτρων, είναι διπλής κατευθύνσεως, με μια λωρίδα ανά κατεύθυνση, και, διαχωριστική νησίδα των αντιθέτων ρευμάτων κυκλοφορίας, διέρχεται δε, κάτω από την υπάρχουσα εκεί γέφυρα της λεωφόρου Συγγρού και συνεχίζεται εντός του κόμβου σε οριζόντια και ευθεία κατεύθυνση.
Οι δε βοηθητικές οδοί είναι μονής κατευθύνσεως, με μια λωρίδα κυκλοφορίας και με πλάτος οδοστρώματος, εκάστη, 4 μέτρων και εκτείνονται εκατέρωθεν των αντιθέτων ρευμάτων κυκλοφορίας της κυρίας οδού, διερχόμενες πάνω από την ως άνω γέφυρα. Η μια δε εξ αυτών και δη αυτή που ακολουθούσε ο πρώτος εναγόμενος, έχει κατεύθυνση από τη λεωφόρο Συγγρού και καταλήγει στην οδό ..., η ετέρα δε ανέρχεται από την οδό ..., προς τη Λεωφόρο Συγγρού.
Μετά τη διασταύρωση με την οδό ... και στο τμήμα της προς Καλλιθέα, η ανωτέρω οδός ... συνεχίζει να είναι διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας, ανά κατεύθυνση, και με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 12,40 μέτρων, πλην δε διαθέτει βοηθητικές λωρίδες κυκλοφορίας. Η δε οδός ... συνολικού πλάτους οδοστρώματος 12,60 μέτρων, είναι ομοίως διπλής κατευθύνσεως, με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και με διαχωριστική νησίδα των αντιθέτων ρευμάτων κυκλοφορίας.
Η κυκλοφορία των οχημάτων στον παραπάνω οδικό κόμβο ρυθμίζεται για όλες τις κατευθύνσεις, με φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι για την ευθεία μεν κατεύθυνση των οχημάτων έχουν εναλλασσόμενες φωτεινές ενδείξεις τριών χρωμάτων, κυκλικής μορφής, ενώ για την αλλαγή κατευθύνσεων προς τα αριστερά ή τα δεξιά, έχουν εναλλασσόμενες φωτεινές ενδείξεις δύο χρωμάτων, υπό μορφή βέλους.
Το ανώτατο όριο ταχύτητας των οχημάτων στην περιοχή αυτή που είναι κατοικημένη, ελλείψει ειδικής σημάνσεως, είναι τα 50 χιλ/τρα ωριαίως (άρθρ. 20 παρ. 1 ν. 2696/1999). Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ήταν νύκτα, υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, ο καιρός ήταν αίθριος, η ορατότητα επαρκής, η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών αραιή, ενώ οι φωτεινοί σηματοδότες λειτουργούσαν κανονικά.
Κατά τον ως άνω επίσης χρόνο, ο τρίτος εναγόμενος Ζ. Ρ., ιατρός, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, τύπου τζιπ, της κυριότητάς του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην τέταρτη εναγομένη, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΑ και ΑΕ", εκινείτο επί της οδού ..., στο ρεύμα κυκλοφορίας αυτής που οδηγεί από Καλλιθέα προς τη Λεωφόρο Συγγρού, έχοντας την κατεύθυνση του ρεύματος αυτού και πλησίαζε και αυτός στον ανωτέρω οδικό κόμβο, όπου η οδός ...
διασταυρώνεται με την οδό .... Περαιτέρω, στο ύψος του ως άνω κόμβου και στην πορεία της βοηθητικής οδού ... που ακολουθούσε ο πρώτος εναγόμενος υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα σημάνσεως Ρ - 48 που υποχρέωνε τους κινουμένους στην οδό αυτή να ακολουθήσουν δεξιά κατεύθυνση, ήτοι, να εισέλθουν στο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ...
που οδηγεί προς την οδό ..., ενώ, ο φωτεινός σηματοδότης που ρύθμιζε την κυκλοφορία προς την κατεύθυνση αυτή, εναλλασσόταν από κόκκινο σταθερό, σε κίτρινο αναλάμπον φως, υπό μορφή δεξιόστροφου βέλους. Επίσης, επί της οδού ... και στο ρεύμα κυκλοφορίας που ακολουθούσε ο τρίτος εναγόμενος που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, ο φωτεινός σηματοδότης που ρύθμιζε την κυκλοφορία των οχημάτων για την ευθεία κατεύθυνση, εναλλασσόταν σε τρεις φωτεινές ενδείξεις πράσινο - πορτοκαλί - κόκκινο.
Τη στιγμή που ο πρώτος εναγόμενος έφθασε με τη μοτοσυκλέτα του στην ανωτέρω διασταύρωση, ο φωτεινός σηματοδότης έδειχνε για την πορεία του κίτρινο αναλάμπον φως με δεξιόστροφο βέλος, που του επέτρεπε να εισέλθει στη διασταύρωση και να στρίψει δεξιά, εισερχόμενος, όπως προαναφέρθηκε, στο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ...
που οδηγεί προς την οδό ..., πλην ο τελευταίος, αντί να στρίψει υποχρεωτικά δεξιά, ενόψει και της υπάρχουσας πινακίδας Ρ - 48, έστριψε, αντικανονικά, προς τα αριστερά και προσπάθησε να διασχίσει τη διασταύρωση λοξά και αριστερά, προκειμένου να εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ... που οδηγεί προς την οδό ... .
Την ίδια ακριβώς στιγμή, ο τρίτος εναγόμενος, ο οποίος είχε φθάσει με το αυτοκίνητό του στην εν λόγω διασταύρωση και ο φωτεινός σηματοδότης έδειχνε για την πορεία του πράσινο σταθερό φως κυκλικής μορφής, συνέχισε κανονικά την πορεία του, εντός αυτής, κινούμενος σε ευθεία κατεύθυνση, με ταχύτητα μικρότερη των 50 χιλ/τρων ωριαίως.
Αντιληφθείς δε, λίγο πριν το μέσον της διασταυρώσεως, τον πρώτο εναγόμενο να έρχεται με τη μοτοσυκλέτα του, κατά επάνω του, έκανε ελιγμό προς τα αριστερά για να τον αποφύγει, πλην λόγω της μικρής απόστασης στην οποία εκινείτο η μοτοσυκλέτα και της λοξής κατεύθυνσης που είχε αυτή, δεν κατέστη δυνατό τούτο.
Το αποτέλεσμα της κίνησης αυτής των ανωτέρω οχημάτων ήταν να επιπέσει η μοτοσυκλέτα με το εμπρόσθιο και δεξιό μέρος της στο εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου, στο μέσον περίπου της διασταυρώσεως. Από τη σύγκρουση αυτή η μεν μοτοσυκλέτα έπεσε και σύρθηκε στο οδόστρωμα λοξά και αριστερά σε σχέση με την αρχική πορεία της, ενώ το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε στο σημείο περίπου της συγκρούσεως, οι δε αναβάτες της μοτοσυκλέτας έπεσαν και σύρθηκαν και αυτοί στο οδόστρωμα, με συνέπεια να τραυματισθεί ο ενάγων.
Υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος, διότι από ανεπιτηδειότητά του και αμέλειά του κατά την οδήγηση και επειδή δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, γεγονός στο οποίο συνετέλεσε το ότι οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, κατά τα προηγουμένως εκτεθέντα, παραβίασε τη ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα σημάνσεως (Ρ - 48), σε συνδυασμό με την ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη, (κίτρινο αναλάμπον φως υπό μορφή δεξιόστροφου βέλους), που υπήρχαν στην πορεία του και που τον υποχρέωναν να αλλάξει κατεύθυνση υποχρεωτικά προς τα δεξιά και να εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ...
που οδηγεί προς την οδό ..., ανακόπτοντας ταχύτητα και προχωρώντας με ιδιαίτερη προσοχή, καθώς και να παραχωρεί προτεραιότητα στα οχήματα που έρχονταν από άλλες κατευθύνσεις, προς την ως άνω κατεύθυνση που όφειλε να ακολουθήσει και αντί της ανωτέρω οδηγικής συμπεριφοράς που μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός, έστριψε αντικανονικά και παράτυπα προς τα αριστερά και εισήλθε στο μέσον της διασταυρώσεως, έχοντας ταχύτητα περί τα 50 χιλ/τρα ωριαίως την οποία δεν ανέκοψε, προκειμένου να κατευθυνθεί στο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ...
που οδηγεί προς την οδό ... (παράβαση άρθρου 4 παρ/φοι 1β' περ. γγ', 3 και 12, άρθρου 6 παρ/φοι 1δ' και θ' και 3, άρθρ. 12 παρ/φος 1, άρθρ. 19 παρ/φος 1 και άρθρ. 42 παρ/φος 7γ' του ν. 2696/1999) με συνέπεια να επέλθει η σύγκρουση της μοτοσυκλέτας του με το αυτοκίνητο του τρίτου εναγομένου κατά τα προεκτεθέντα. Εξάλλου, περιστατικά συνυπαιτιότητας του τρίτου εναγομένου δεν αποδείχθηκαν, δεδομένου ότι ο τελευταίος, συμμορφούμενος με τη φωτεινή ένδειξη του σηματοδότη που υπήρχε στην πορεία του και έδειχνε πράσινο σταθερό φως κυκλικής μορφής, εισήλθε κανονικά εντός της διασταυρώσεως, κινούμενος σε ευθεία κατεύθυνση και με ταχύτητα εντός των επιτρεπομένων ανωτάτων ορίων, η δε αιφνίδια και μη αναμενόμενη ενέργεια του πρώτου εναγομένου, να διασχίσει αντικανονικά τη διασταύρωση, δεν του επέτρεψε, παρά το ότι οδηγούσε (ο τρίτος εναγόμενος) με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, να εκτελέσει, επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό ή τροχοπέδηση.
Σημειωτέον, ότι ο τρίτος εναγόμενος ενόψει του φωτεινού σηματοδότη που έδειχνε για την πορεία του πράσινο σταθερό φως κυκλικής μορφής και εφόσον δεν συνέτρεχε περίπτωση εκ των αναφερομένων στο εδάφιο β' της παρ/φου 1α' του άρθρου 6 του ν. 2696/1999, είχε απόλυτη προτεραιότητα έναντι των λοιπών κινουμένων στη διασταύρωση και δεν είχε εκ του νόμου υποχρέωση να ανακόψει την ταχύτητά του, εισερχόμενος σ' αυτή (άρθρ. 6 παρ/φος 1α' εδ.
α' του ν. 2696/1999). Επομένως, οι 3ος και 4ος των εναγομένων (Ζ. Ρουμελιώτης και ασφαλιστική εταιρεία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ"), δεν έχουν ευθύνη αποζημιώσεως του ενάγοντος παθόντος και η ένδικη κυρία αγωγή, καθό μέρος στρέφεται κατ' αυτών είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ...". Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την απόρριψη της ένστασης συνυπαιτιότητας του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων Ζ.
Ρ. που, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο συγκρούστηκε με την μοτοσυκλέτα με οδηγό τον αναιρεσείοντα είναι πλήρεις, σαφείς και καμία αντίφαση υπάρχει που να εμποδίζει τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθ. 914 και 300 ΑΚ και όλα όσα αναφέρονται στο αναιρετήριο, για την στοιχειοθέτηση του εκ του αριθμού 19 άρθ. 559 ΚΠολΔ, λόγου, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Όμοια αρνητικά αξιολογείται, και απορριπτέα ως αβάσιμη τυγχάνει ως η παράλληλα προβαλλόμενη αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ. με την οποία πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση ως προς την απόρριψη της ενστάσεως συνυπαιτιότητας του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων "ότι δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη ...
και ... ότι αποκλειστικά υπαίτιος της σύγκρουσης και του επελθόντος τραυματισμού του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ήταν ο αναιρεσείων, χωρίς να τάξει αποδείξεις", αφού στην απόφαση μνημονεύονται και αξιολογούνται τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία στηρίζεται το αποδεικτικό της πόρισμα. Περαιτέρω, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης ως προς την προβληθείσα εκ μέρους του αναιρεσείοντος και απορριφθείσα ένσταση συνυπαιτιότητας του παθόντος (αναιρεσιβλήτου) περιλήφθηκαν τα κάτωθι: "...
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, όταν επιβιβάσθηκε στη μοτοσυκλέτα του 1ου εναγομένου γνώριζε ότι ο τελευταίος είχε καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά και μάλιστα σε τέτοια ποσότητα που να επηρεάζουν την οδήγηση της μοτοσυκλέτας του. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις του αστυνομικού της Τροχαίας που επελήφθη του ενδίκου ατυχήματος και συνέταξε το δελτίο διερευνήσεως μέθης του ως άνω εναγομένου και οι οποίες περιέχονται στο δελτίο αυτό, η εξωτερική εμφάνιση και συμπεριφορά του 1ου εναγομένου, πλην της οσμής οινοπνεύματος κατά την εκπνοή του, ήταν κανονική, (βλ.
στο ως άνω δελτίο, παρατηρήσεις αστυνομικού ότι το πρόσωπο και τα μάτια του και ο τρόπος ομιλίας του ήταν κανονικός και η συμπεριφορά του καλή) και ως εκ τούτου δεν ήταν εφικτή η διάγνωση εκ μέρους του ενάγοντος ότι ο ανωτέρω εναγόμενος βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος. Άλλωστε, όπως προεκτέθηκε, ο ενάγων επιβιβάσθηκε στη μοτοσυκλέτα του εναγομένου, λίγη ώρα πριν από την επέλευση του ατυχήματος και δεν βρισκόταν μαζί του όταν ο τελευταίος κατανάλωσε τα οινοπνευματώδη ποτά.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του 1ου εναγομένου ότι ο ενάγων είναι συνυπαίτιος στην επέλευση του ατυχήματος, διότι τον καθοδήγησε εσφαλμένα ως προς τη διαδρομή που έπρεπε να ακολουθήσει για να μεταβούν στην οικία του (ενάγοντος), αλυσιτελώς προτείνεται, διότι ο ενάγων, μη ων οδηγός, δεν είχε υποχρέωση να γνωρίζει τους κανόνες και τα σήματα οδικής κυκλοφορίας και την ευθύνη για την τήρησή τους είχε αποκλειστικά ο 1ος εναγόμενος.
Κατόπιν αυτών, ο 1ος λόγος της εφέσεως του 1ου εναγομένου, με τον οποίο επαναφέρει την πρωτοδίκως παραδεκτώς προταθείσα, πλην αβάσιμη, ένστασή του περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος, (άρθρ. 300 ΑΚ), διότι, αφενός, δέχθηκε να επιβιβασθεί στη μοτοσυκλέτα του, ενώ γνώριζε ότι βρισκόταν αυτός υπό την επίδραση οινοπνεύματος και αφετέρου διότι δεν τον καθοδήγησε σωστά για τη διαδρομή που ακολούθησαν πριν από το ατύχημα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ...".
Από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι το δικαστήριο διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες προκειμένου να καταλήξει σε απορριπτικό πόρισμα για την νομίμως προβληθείσα ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του πρώτου αναιρεσιβλήτου, Θ. Τ., διότι, αν και γίνονται δεκτά όσα αναφέρονται στο δελτίο διερεύνησης μέθης του αρμόδιου αστυνομικού υπαλλήλου περί εκπνοής του αναιρεσείοντα με οσμή οινοπνεύματος και συνομιλίας του παθόντος μαζί του πριν επιβιβαστεί στην μοτοσυκλέτα του, εν τούτοις, γίνεται δεκτό, ότι, ο τελευταίος δεν είχε την δυνατότητα να αντιληφθεί, ότι ο οδηγός (αναιρεσείων) τελούσε υπό την επήρρεια κατανάλωσης οινοπνεύματος ώστε να αποφύγει την επιβίβαση του σ' αυτήν, ήτοι στοιχεία όλως αντιφατικά μεταξύ των, εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθ. 914 και 300 ΑΚ.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ο εκ του αριθμού 19 άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η απόφαση κατά το μέρος που απορρίφθηκε η προβλήθείσα ένσταση συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου, εκ του ότι αυτός επιβιβάστηκε στην μοτοσυκλέτα του αναιρεσείοντα αν και γνώριζε ότι τελούσε υπό την επήρρεια οινοπνεύματος αποδεχόμενος τον σχετικό κίνδυνο.
Αντίθετα, ο εκ του αυτού αριθμού λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που έγινε δεκτό ότι δεν υπάρχει υπαιτιότητα του αναιρεσίβλητου εξαιτίας της εκ μέρους του καθοδήγησης ως προς την διαδρομή που ακολούθησε είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, υπό τις άνω παραδοχές, το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα στις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 914 και 300 ΑΚ που εφάρμοσε, τις οποίες και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.
Διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών διατάξεων. Ομοίως, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο εκ του αριθμού 1 άρθ. 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος με τον οποίο πλήττει, κατά το άνω μέρος, την απόφαση ο αναιρεσείων για ευθεία παράβαση της διάταξης του άρθ. 300 ΑΚ αφού, εκτός από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη εκ του άρθ. 300 ΑΚ που ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκε καθώς και τις νομικές του απόψεις για αυτές, δεν εξειδικεύει και το κατά την εκδοχή του ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ειδικότερα στην τελευταία περίπτωση που ακριβώς έγκειται το σφάλμα κατά την εφαρμογή του άνω εφαρμοστέου κανόνα, αρκούμενος μόνο σε ανάλυση των πραγματικών παραδοχών της απόφασης και των επιχειρημάτων κατ' αυτών που πλήττουν, όμως, την άνω ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου.
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, θα πρέπει, κατά παραδοχή του εκ του αριθμού 19 άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, παρελκομένης της έρευνας των λοιπών και αναφερομένων στο ίδιο ζήτημα, λόγων αναίρεσης, κατά του άνω κεφαλαίου της απόφασης, αφού η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού εκτείνεται στο σύνολο του δι' αυτού προσβαλλομένου μέρους της απόφασης, αναιρεθεί αυτή (απόφαση) κατά το μέρος που απέρριψε την περί συντρέχοντος πταίσματος ένσταση του αναιρεσείοντος εναντίον του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Θ.
Τ., για το ότι αυτός, αν και διαπίστωσε ότι ο αναιρεσείων -οδηγός της μοτοσυκλέτας- τελούσε υπό την επήρεια κατανάλωσης αλκοόλ δέχθηκε να επιβιβαστεί στην μοτοσυκλέτα του. Αναπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο στο Εφετείο Αθηνών συντιθέμενο από άλλους δικαστές προκειμένου να ερευνηθεί, ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο, εκ νέου.
Διαταχθεί η απόδοση των παραβόλων στον αναιρεσείοντα και α) καταδικαστούν οι μεν πρώτος και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων ως ηττώμενοι έναντι του αναιρεσείοντα, στην πληρωμή της δικαστικής του δαπάνης, ο οποίος παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, β) καταδικαστεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος έναντι του δεύτερου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης αυτών, οι οποίοι παρέστησαν με τον αυτό πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις (άρθ. 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5433/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών μόνο κατά το κεφάλαιο περί συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσίβλητου Θ. Τ., κατά το μέρος που αναλυτικά αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το άνω αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την απόδοση των παραβόλων στον αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των εκ των αναιρεσιβλήτων Ζ. Ρ. και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Υδρόγειος Ασφαλιστική και Αντασφαλιστική ΑΕΓΑ", την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Καταδικάζει τους εκ των αναιρεσιβλήτων Θ. Τ. και "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης Από Ατυχήματα Αυτοκινήτων" στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντα, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ