412/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 704/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6239/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-6-2012 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated412/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η εναγομένη, που ζήτησε την εξαφάνιση της, με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή.
Full text
Απόφαση 412 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 412/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΗΓΜΕΝΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΠΡΟΤΕΚ ΑΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε μετά του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της Χρήστο Σμυρνιό, ο οποίος παραστάθηκε και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του τον παρόντα δικηγόρο Δημήτριο Κωτσογιάννη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΦΑΣΙΟΝ ΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κούτα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 704/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6239/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-6-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός, ανέγνωσε την από 26-2-2013 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Ρουμπή, με την οποία εισηγήθηκε παραδοχή του πέμπτου λόγου και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 662/3-7-2012 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 6239/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την υπ' αριθ. εκθ. κατάθεσης 3962/15-6-2009 αγωγή της, στρεφόμενη κατά της αναιρεσίβλητης, με την οποία επικαλούμενη σύμβαση, δυνάμει της οποίας υπεκμίσθωσε στην εναγομένη το αναφερόμενο στο δικόγραφο της ακίνητο, ως επαγγελματική στέγη, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η τελευταία της οφείλει το ποσό των 95.293,74 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε οφειλόμενα από αυτήν μισθώματα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 704/2010 απόφαση του, δέχθηκε την αγωγή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά ένα μέρος, ήτοι κατά το ποσό των 41.466,08 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η εναγομένη, που ζήτησε την εξαφάνιση της, με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά "Δυνάμει του από 16-10-1996 ιδιωτικού συμφωνητικού, η ενάγουσα εκμίσθωσε στην εναγομένη τον ευρισκόμενο στο κτίριο της οδού ... αριθ. …, στο …, υπόγειο βιοτεχνικό χώρο, αποτελούμενο από μία ενιαία αίθουσα, συνολικής επιφάνειας 842,89 τ.μ., προκειμένου η τελευταία να τον χρησιμοποιήσει ως συνεργείο τεχνικής εξυπηρέτησης αυτοκινήτων, για χρονικό διάστημα έξι (6) ετών, ήτοι από 16-10-1996 έως 30-10-2002, έναντι μηνιαίου μισθώματος 5869,40 Ευρώ για τα δύο πρώτα έτη της μίσθωσης, πλέον αναλογούντος χαρτοσήμου, αναπροσαρμοζόμενο (μετά τη διετία) κατά ποσοστό 10%.
Εν συνεχεία, με - το από 10-12-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό οι διάδικοι τροποποίησαν τον όρο που αφορούσε το ύψος του μισθώματος και συμφώνησαν ότι από 10-12-1998 το μίσθωμα θα ανέρχεται στο ποσό των 7.336,75 Ευρώ. Ακολούθως, στις 30-12-2005 η ενάγουσα, δυνάμει του υπ' αρ. .../30-12-2005 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγέλου Παυλίνη, πώλησε προς την εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΛΙΖΙΝΓΚ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΕΩΣ", ολόκληρο το ανωτέρω κτίριο επί της οδού ...
αριθ. … και κατά συνέπεια και τον υπόγειο βιοτεχνικό χώρο που αποτελεί το μίσθιο ακίνητο. Ταυτόχρονα με το παραπάνω συμβόλαιο πώλησης, καταρτίστηκε, μεταξύ της ενάγουσας και της παραπάνω αγοράστριας εταιρίας, σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης και έτσι η ενάγουσα παρέμεινε, ως μισθώτρια, στη χρήση του κτιρίου και επομένως και του μίσθιου χώρου.
Μετά την ανωτέρω πώληση και χρηματοδοτική μίσθωση, σε συνδυασμό με την από 30-12-2005 έγγραφη συναίνεση της ως άνω ιδιοκτήτριας πλέον εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΛΙΖΙΝΓΚ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΕΩΣ", η ενάγουσα, με το από 2-1-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής υπομίσθωσης, υπεκμίσθωσε στην εναγομένη τον ίδιο υπόγειο βιοτεχνικό χώρο για την ίδια χρήση (συνεργείο τεχνικής εξυπηρέτησης αυτοκινήτων) για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, ήτοι από 1-1-2006 έως 31-12-2009.
Ως μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε το ποσό των 8.877,48 Ευρώ, πλέον ΦΠΑ, ενώ, όσον αφορά στο χρόνο καταβολής του και την ετήσια αναπροσαρμογή του, συμφωνήθηκε ό, τι είχε συμφωνηθεί και με το αρχικό ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης (το από 16-10-1996). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, για το έτος 2008 το μηνιαίο μίσθωμα ανήλθε στο ποσό των 9.861,92 Ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19% (ποσού 1.873,76 Ευρώ) και συνολικά στο ποσό των 11.735,68 Ευρώ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις της από τη χρηματοδοτική μίσθωση, καθόσον δεν κατέβαλε τα οφειλόμενα μισθώματα από τον Ιούλιο του 2008 μέχρι και το Νοέμβριο του 2008, με αποτέλεσμα η ιδιοκτήτρια (ΑΛΦΑ ΛΙΖΙΝΓΚ) με την από 12-11-2008 εξώδικη πρόσκληση δήλωση της να καταγγείλει τη σύμβαση της χρηματοδοτικής μίσθωσης, αξιοποιώντας τη δυνατότητα που της παρέχει το άρθρο 2.23 του υπ' αριθμ. .../30-12-2005 συμβολαίου χρηματοδοτικής μίσθωσης, και να ζητήσει την καταβολή των οφειλόμενων μισθωμάτων και την απόδοση ολόκληρου του κτιρίου εντός τριών (3) ημερών από την επίδοση της εξωδίκου, η οποία έλαβε χώρα στις 13-11-2008.
Η ως άνω έγγραφη καταγγελία επέφερε τη λύση της κύριας μίσθωσης, μετά την παρέλευση του τριημέρου από την επίδοση της, ήτοι στις 16-11-2008. Ωστόσο, η ενάγουσα δεν απέδωσε τη χρήση του κτιρίου και παρέμεινε σ' αυτό μέχρι την 26-3-2009, οπότε και αποβλήθηκε, εκτός από το επίδικο μίσθιο (υπόγειο), που κατέχει η εναγομένη (υπομισθώτρια), εναντίον της οποίας δεν έγινε εκτέλεση, λόγω προσωρινής διαταγής που ανέστειλε την εκτέλεση κατ' αυτής μέχρι τη συζήτηση της από 21-1-2009 αίτησης αναστολής της κατά της επισπεύδουσας ενώπιον του Movoμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (βλ.
την υπ' αρ. ../26-3-2009 έκθεση αποβολής κα, εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών …).
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεχόμενο ότι με τη λύση της κύριας μίσθωσης επήλθε και λύση της υπομίσθωσης επιδίκασε στην ενάγουσα τα μισθώματα από Αύγουστο 2008 μέχρι τη λύση της μίσθωσης και υπομίσθωσης, δηλαδή 16-11-2008, τα οποία δεν είχε καταβάλει η εναγομένη, συνολικού ποσού 41.466,08 Ευρώ. Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, χωρίς να αμφισβητεί την ορθότητα της πρώτης των ως άνω παραδοχών και το ύψος των επιδικασθέντων μισθωμάτων, με βάση τη δεύτερη τούτων, με το 2° και 3° λόγο της έφεσης επαναφέρει τις απορριφθείσες ενστάσεις και συγκεκριμένα την ένσταση για απόσβεση της ενοχής με σύμβαση άφεσης χρέους ή ελευθέρωσης και την επικουρικώς προταθείσα ένσταση συμψηφισμού με απαίτηση κατά της ενάγουσας, ύψους 1.225.000 Ευρώ, που κατά τους ισχυρισμούς της, αναγνώρισε η ενάγουσα ότι της οφείλει.
Ειδικότερα ισχυρίζεται, όπως οι σχετικές ενστάσεις προτάθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ότι η ενάγουσα, με το από 8-8-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, αναγνώρισε ότι της προξένησε σημαντική οικονομική ζημία, για την αποκατάσταση μέρους της οποίας υποσχέθηκε αφενός να της καταβάλει το ποσό των 1.225.000 Ευρώ και αφετέρου να αναστείλει την υποχρέωση καταβολής των μισθωμάτων.
Αποδεικνύεται ότι στο από 8-8-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, που συνήφθη μεταξύ της εναγομένης, ενάγουσας και άλλων δύο εταιριών, αναγράφεται η πρόθεση της ενάγουσας να πωλήσει, κατόπιν της σύμφωνης γνώμης της ιδιοκτήτριας εταιρίας ALPHA LEASING, το ακίνητο στο σύνολο του, στην εταιρία PGA HELLAS ΕΠΕ ή σε τρίτο, απαλλαγμένο από τις υφιστάμενες μισθώσεις με μισθώτρια την εναγόμενη εταιρία.
Επίσης αναγράφεται ότι η αγοράστρια εταιρία και η ενάγουσα επιθυμούν να αποχωρήσει η εναγομένη από τα μίσθια. Στη συνέχεια οι συμβαλλόμενοι, αναγνωρίζοντας ότι η εναγομένη υφίσταται ζημία από την πρόωρη αποχώρηση της από το μίσθιο, συμφώνησαν να καταβάλει η ενάγουσα στην εναγομένη ως εύλογη αποζημίωση για τις ως άνω ιστορούμενες αιτίες το ποσό των 1.225.000 Ευρώ.
Ότι πληρουμένων όλων των ανωτέρω υποχρεώσεων η εναγομένη αναλαμβάνει την υποχρέωση να ολοκληρώσει την αποχώρηση από τα μίσθια μέχρι 30-11-2008. Τέλος ορίσθηκε ότι τα συμφωνητικά λύσης των μισθώσεων θα υπογράφονταν την ημερομηνία κατάρτισης του συμβολαίου πώλησης του ακινήτου στον τελικό αγοραστή και ότι λόγω της διαμορφωθείσας κατάστασης αναστέλλεται η υποχρέωση καταβολής μισθωμάτων από την εναγομένη.
Σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο ως άνω συμφωνητικό είναι σαφές αφενός ότι γίνεται λόγος για αναστολή της υποχρέωσης καταβολής μισθωμάτων και όχι για άφεση χρέους ή ελευθέρωση, αφού με το σχετικό όρο δεν συμφωνήθηκε άφεση του χρέους, ούτε αναγνωρίσθηκε ότι δεν υπάρχει το χρέος (454 ΑΚ), παρά μόνο συμφωνήθηκε η αναστολή της σχετικής υποχρέωσης της εναγομένης, αφετέρου ότι τόσο η εν λόγω αναστολή της σχετικής υποχρέωσης της εναγομένης για καταβολή των μισθωμάτων όσο και η υποχρέωση της ενάγουσας για καταβολή στην εναγομένη της πιο πάνω αποζημίωσης ποσού 1.225.000 Ευρώ, συνδέθηκε απόλυτα με την πώληση του ακινήτου και την εξαιτίας αυτής αποχώρηση της εναγομένης, αφού ρητώς συμφωνήθηκαν τα παραπάνω για την περίπτωση που η ενάγουσα πωλούσε τελικώς - κατόπιν της σύμφωνης γνώμης της ιδιοκτήτριας ΑΛΦΑ ΛΙΖΙΝΓΚ, το άνω ακίνητο στην εταιρία PGA HELLAS ΕΠΕ ή σε τρίτο και η εναγομένη αποχωρούσε εξ αυτού του λόγου πρόωρα από το μίσθιο.
Δηλ., με το ανωτέρω συμφωνητικό, αναγνωρίστηκε ζημία στην εναγομένη, λόγω της πρόωρης αποχώρησης της από το μίσθιο, σε περίπτωση πώλησης του ακινήτου. Όμως, τέτοια πώληση του ακινήτου ουδέποτε έλαβε χώρα, με αποτέλεσμα να μην ισχύει πλέον η συμφωνημένη αναστολή και να μην δικαιούται η εναγομένη να αξιώσει τη συμφωνημένη αποζημίωση.
Άλλωστε, το γεγονός ότι δεν πωλήθηκε το ακίνητο προκάλεσε και την από 13-10-2008 εξώδικη πρόσκληση - διαμαρτυρία της εναγομένης, με την οποία αυτή διαμαρτύρεται για τη μη πώληση του ακινήτου. Η κατά πολύ μεταγενέστερη, το έτος 2010, πώληση του Β' μόνο ορόφου του κτιρίου, δεν ασκεί επιρροή, αφού το μίσθιο βρίσκεται στο υπόγειο του εν λόγω κτιρίου.
Συνεπώς, είναι απορριπτέες οι προαναφερόμενες ενστάσεις και οι αναφερόμενοι σε αυτές λόγοι έφεσης".
Και με τις παραδοχές αυτές απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν η δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημα των.
Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. (Α.Π. 2166/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 8 περ.
α' Κ.Πολ.Δ., και ειδικότερα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγμα που δεν προτάθηκε από την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη κατ' αντένσταση κατά της δικής της (αναιρεσείουσας) ένστασης περί καταρτίσεως σύμβασης άφεσης χρέους ή, άλλως, σύμβασης ελευθέρωσης καταβολής των επίδικων μισθωμάτων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο ισχυρισμός που πρόβαλε η αναιρεσίβλητη, ότι δεν συμφωνήθηκε άφεση χρέους ούτε αναγνωρίσθηκε ότι δεν υπάρχει χρέος, αλλά συμφωνήθηκε αναστολή της σχετικής υποχρέωσης της εναγομένης για καταβολή των μισθωμάτων, συνδεόμενη απολύτως με την πώληση του ακινήτου, δεν συνιστά αντένσταση αλλά αιτιολογημένη άρνηση της προαναφερόμενης ένστασης, η οποία κατά τα προεκτιθέμενα απορρίφθηκε, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, με την ορθή παραδοχή ότι δεν προκύπτει από τον 8ο όρο του από 8-8-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού οριστική αναστολή της πληρωμής των επίδικων μισθωμάτων.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.( Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 640/2011 ). Η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αίτησης προβάλλει την αιτίαση της παραμόρφωσης από το Δικαστήριο της ουσίας του από 8-8-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, ως προς την έννοια της λέξης "αναστέλλεται" στον ως άνω όρο του συμφωνητικού, που είχε το εξής περιεχόμενο: "λόγω της διαμορφωθείσας κατάστασης αναστέλλεται η υποχρέωση καταβολής μισθωμάτων από την ΠΡΟΤΕΚ (εναγόμενη εταιρεία) στις αντισυμβαλλόμενες της".
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι α) δεν προσκομίζεται το εν λόγω κρίσιμο έγγραφο, β) υπό το περιεχόμενο αυτού, όπως παρατίθεται στην ένδικη αίτηση, είναι προφανές ότι το Εφετείο το ανέγνωσε και συνήγαγε διαφορετικό πόρισμα από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα, η οποία, άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, αποδίδει εσφαλμένη ερμηνεία της λέξης "αναστέλλεται", που δεν συνιστά παραμόρφωση εγγράφου, κατά την έννοια του ανωτέρω άρθρου.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 9/2013).
Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που ορίζουν, αντιστοίχως, ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, που υπάρχει κενό στη σύμβαση ή αμφιβολία για τις βουλήσεις, που δηλώθηκαν.
Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Η διαπίστωση αυτή μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει αυτή εμμέσως, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπιστώσεως, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως.
Αν, παρά την άμεση ή έμμεση αυτή διαπίστωση της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας, το δικαστήριο της ουσίας δεν προσφύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες για να ανεύρει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων, παραβιάζει, με τη μη εφαρμογή τους, τους κανόνες αυτού, που καθιερώνουν οι πιο πάνω διατάξεις του Αστικού Κώδικα ( Α.Π. 1581/2007).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.Α.Π. 24/1992, Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 9/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ. (άρθρα 454 και 574), τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 Α.Κ.), δεχόμενο ότι το περιεχόμενο του από 8-8-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ των διαδίκων εταιρειών ήταν σαφές, χωρίς αμφίβολα σημεία και ότι οι δηλώσεις βουλήσεως δεν έχρηζαν ερμηνείας για να αναζητηθεί η αληθινή βούληση αυτών με την προσφυγή στην καλή πίστη και στο συναλλακτικά ήθη και με την επισήμανση ότι το κρίσιμο ζήτημα της ένδικης διαφοράς είναι η μη καταβολή μισθωμάτων από την υπομισθώτρια αναιρεσείουσα για το χρονικό διάστημα που ίσχυε η σύμβαση υπομίσθωσης και αυτή έκανε χρήση του μισθίου ακινήτου.
Εξάλλου διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, ως προς την αναφορά , στο τέλος του σκεπτικού της προσβαλλομένης, της εξώδικης πρόσκλησης - διαμαρτυρίας της εναγομένης, με τη φράση "Άλλωστε, το γεγονός ότι δεν πωλήθηκε το ακίνητο προκάλεσε και την από 13-10-2008 εξώδικη πρόσκληση- διαμαρτυρία της εναγομένης, με την οποία αυτή διαμαρτύρεται για τη μη πώληση του ακινήτου", αυτή αποτελεί πλεοναστική επίκληση ενός πραγματικού επιχειρήματος, που επιβεβαιώνει τη σαφή βούληση των συμβαλλόμενων μερών, όπως ανωτέρω διατυπώθηκε, στο ιδιωτικό συμφωνητικό, για την οποία δεν απαιτήθηκε προσφυγή σε ερμηνευτικές διατάξεις.
Επομένως οι πρώτος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για εσφαλμένη εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου και για ανεπαρκή αιτιολογία , είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.
Κατά την έννοια του άρθρου 562 § 2 του Κ.Πολ.Δ., για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νόμιμα ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της πρότασης αυτής, εκτός αν πρόκειται (α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και (γ) για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη (Α.Π. 705/2013, 1135/2012). Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 340 και 341 Α.Κ., ως προς την επιδίκαση των τόκων επί των οφειλόμενων μισθωμάτων, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 346 Α.Κ., με την παραδοχή ότι είχε συμφωνηθεί η προσωρινή αναστολή πληρωμής των επίδικων μισθωμάτων και δεν είχε χωρήσει προηγούμενη όχληση καταβολής αυτών πριν την επίδοση της ένδικης αγωγής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., διότι δεν προτάθηκε νόμιμα ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, όπως συνομολογεί η αναιρεσείουσα αλλά και προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, χωρίς να περιλαμβάνεται στις εξαιρέσεις του ως άνω άρθρου.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800 ευρώ ( άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος με το υπ1 αρ. 13184328, σειρά VI, διπλότυπο της ΙΘ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε1 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 662/2012 αίτηση για αναίρεση της 6239/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ