412/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 412 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated412/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 412 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 412 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 412/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "....Ε.Ε.", που εδρεύει στον... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας ....και διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιο δικηγόρο της τον Παναγιώτη Σκόρδο, ο οποίος δήλωσε ότι η επωνυμία της εταιρίας τροποποιήθηκε σε "...Ε.Ε".
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοφάνη Σαξώνη και 2)Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "VICTORIA ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΗΜΙΩΝ", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "COMPANIA DE SEGUROS IMPERIO S.A.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Πολυχρονόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-1990 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν : η 91/1991 πράξη και οι αποφάσεις 10361/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6164/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Απριλίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 3 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 202 του Εμπ.Ν., που εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση για το λόγο ότι η πρώτη των παρακάτω αναφερόμενων ασφαλιστικών συμβάσεων ανανεώθηκε και η δεύτερη συνάφθηκε πριν από την έναρξη ισχύος (16-11-1997) του Ν. 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις", κάθε ψευδής ή πεπλανημένη δήλωση και κάθε αποσιώπηση περιστατικών γνωστών στον ασφαλισμένο αποτελεί λόγο ακυρότητας της ασφαλίσεως, αν η δήλωση ή αποσιώπηση είναι τέτοιας φύσεως ώστε να θεωρηθεί ότι ο ασφαλιστής δεν θα συναινούσε στην ασφάλιση ή δεν θα την δεχόταν υπό τους ίδιους όρους, αν γνώριζε την αληθινή κατάσταση των πραγμάτων. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, που δίκασε την έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία έγινε δεκτή η κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και υποχρεώθηκαν οι πρώτες να καταβάλουν στη δεύτερη, για τη διαλαμβανόμενη σ αυτή (αγωγή) αιτία, τα αναφερόμενα ποσά, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Σε εκτέλεση της αναφερόμενης δικαστικής αποφάσεως, ο δικαστικός επιμελητής Αθηνών .... στις 21-10-1988 απέβαλε από το αναφερόμενο μίσθιο ακίνητο την μισθώτρια και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία, συνταχθείσης της 123/21-10-1988 εκθέσεως αυτού (δικαστικού επιμελητού). Ότι, δύο και πλέον μήνες μετά την άνω αποβολή και συγκεκριμένα τη νύκτα της 28 προς 29 Δεκεμβρίου 1988 στο μίσθιο ακίνητο εκδηλώθηκε πυρκαϊά από την οποία καταστράφηκαν όλα τα κινητά που βρίσκονταν σ αυτό. Ότι, η αναιρεσείουσα εταιρία ανανέωσε την μεταξύ αυτής και της ασφαλιστικής εταιρίας ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕΕ (καθολική διάδοχος της οποίας είναι η πρώτη αναιρεσίβλητη) υφιστάμενη ασφαλιστική σύμβαση, καλύπτουσα τα αναφερόμενα κινητά του μισθίου κατά του κινδύνου πυρκαϊάς, για το χρονικό διάστημα από 1-11-1988 μέχρι 1-11-1989, αποσιωπήσασα, δια του νομίμου εκπροσώπου της, την κατά τα ανωτέρω γενόμενη αποβολή της από το μίσθιο ακίνητο και δηλώσασα ψέμματα στον αρμόδιο εκπρόσωπο της άνω ασφαλιστικής εταιρίας ότι η βιοτεχνία της εξακολουθεί να λειτουργεί κανονικά στο ακίνητο αυτό (μίσθιο), τη δήλωση δε αυτή θεώρησε αληθινή η άνω ασφαλιστική εταιρία και δέχθηκε την ανανέωση της προαναφερθείσας ασφαλιστικής συμβάσεως για το άνω διάστημα. Ότι, η αναιρεσείουσα συνήψε με την αναφερόμενη ασφαλιστική εταιρία (καθολική διάδοχος της οποίας είναι η δεύτερη αναιρεσίβλητη) σύμβαση ασφαλίσεως, με την οποία ασφάλισε κατά του κινδύνου πυρκαϊάς τα αναφερόμενα κινητά πράγματα της αναιρεσείουσας, που βρίσκονταν στη βιοτεχνία της, για το χρονικό διάστημα από 6-12-1988 μέχρι 6-1-1989, αποσιωπώντας την αποβολή της από το μίσθιο ακίνητο και δηλώνοντας ψέμματα στον εκπρόσωπο της άνω εταιρίας ότι διατηρούσε βιοτεχνία που λειτουργούσε κανονικά στο επί της οδού .... στον ... Αττικής μίσθιο ακίνητο. Ότι η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) ισχυρίζεται ότι οι δύο προαναφερθείσες ασφαλιστικές εταιρίες γνώριζαν, δια των αρμοδίων εκπροσώπων και υπαλλήλων τους, ότι είχε αποβληθεί από το μίσθιο και ότι είχε διακόψει τη λειτουργία της βιοτεχνίας της και, παρόλα αυτά, δέχθηκαν, η μεν πρώτη την ανανέωση, η δε δεύτερη τη σύναψη των προαναφερθεισών συμβάσεων ασφαλίσεως. Ότι ο ισχυρισμός αυτός (αντένσταση) της ενάγουσας δεν αποδείχθηκε. Ότι, κανένας εκπρόσωπος ή υπάλληλος ασφαλιστικής εταιρίας δεν θα δεχόταν την ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης και τη σύναψη της νέας τέτοιας σύμβασης αν γνώριζε ότι είχε προηγηθεί η αποβολή της ενάγουσας από το μίσθιο ακίνητο, το οποίο είχε αποδοθεί στην εκμισθώτρια εταιρία ΔΕΛΤΑ ΑΕ, είχε διακοπεί η εκεί λειτουργία της βιοτεχνίας της και όσα κινητά δεν είχε αυτή παραλάβει είχαν τεθεί υπό δικαστική μεσσεγύηση και είχαν παραδοθεί στον διορισθέντα μεσεγγυούχο ..... Κατ ακολουθίαν των παραδοχών αυτών, σύμφωνα με τις οποίες η ενάγουσα αποσιώπησε την (γνωστή σ αυτή) αποβολή της από το άνω μίσθιο, δηλώνοντας ψέμματα στους εκπροσώπους των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστικών εταιριών ότι η βιοτεχνία της εξακολουθεί να λειτουργεί κανονικά σ αυτό (μίσθιο), η αποσιώπηση δε αυτή ήταν τέτοιας φύσεως ώστε, αν οι εναγόμενες-αναιρεσίβλητες ασφαλιστικές εταιρίες γνώριζαν την αληθινή κατάσταση δεν θα συναινούσαν στην, κατά τα ανωτέρω, ανανέωση και σύναψη των προαναφερθεισών συμβάσεων ασφαλίσεως, ώστε αυτές να καλύπτουν τον προαναφερθέντα χρόνο της πυρκαιάς και της επέλευσης του κινδύνου, το Εφετείο έκρινε ότι οι άνω δύο ασφαλιστικές συμβάσεις είναι άκυρες κατ εφαρμογή του άρθρου 202 του Εμπ.Νόμου. Οι άνω αιτιολογίες του Εφετείο, με τις οποίες αυτό δέχθηκε ως βάσιμη την εκ του άρθρου 202 του Εμπ.Ν. ένσταση των εναγομένων ασφαλιστικών εταιριών και απέρριψε ως αβάσιμη την άνω αντένσταση της ένάγουσας-αναιρεσείουσας, είναι επαρκείς. Επομένως, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, την άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 202 Εμπ.Ν. και οι εκ του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετοι πρώτος (κατά το δεύτερο μέρος) και δεύτερος (τελευταίος) λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Για να θεμελιωθεί ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ. θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Α.Π.73/2005, Α.Π. 387/2004).Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του 221018 (και όχι 220138 που από παραδρομή αναφέρεται στο αναιρετήριο) ασφαλιστηρίου συμβολαίου, διότι, ενώ από αυτό, που φέρει ημερομηνία εκδόσεως 20-10-1988, προκύπτει ότι η κατάρτιση της συμβάσεως ανανεώσεως της μεταξύ αυτής και της πρώτης αναιρεσιβλήτου ασφαλιστικής συμβάσεως έλαβε χώρα στις 20-10-1988, ημερομηνία κατά την οποία δεν είχε αποβληθεί από το μίσθιο και η επιχείρησή της λειτουργούσε κανονικά σ αυτό και ως εκ τούτου ουδέν περιστατικό αποσιώπησε και ουδέν ψευδές δήλωσε κατά την κατάρτιση της συμβάσεως ανανεώσεως της άνω ασφαλιστικής συμβάσεως, ώστε να τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 202 Εμπ.Ν., το Εφετείο, παραμορφώνοντας το άνω ασφαλιστήριο, δέχθηκε ότι η κατάρτιση της άνω συμβάσεως έγινε μετά την (κατά την 21-10-1988) αποβολή της από το μίσθιο και αυτή αποσιώπησε την αποβολή αυτή και δήλωσε ψέμματα στον εκπρόσωπο της πρώτης αναιρεσιβλήτου ότι η επιχείρησή της λειτουργούσε κανονικά στο μίσθιο. Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, χωρίς να αναφέρει το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως ανανεώσεως της άνω ασφαλιστικής συμβάσεως, δέχθηκε σχετικά ότι η ενάγουσα, δια του νομίμου εκπροσώπου της, αποσιώπησε τη γενόμενη αποβολή και δήλωσε (προδήλως μετά την κατά την 20-10-1988 αποβολή της) ψέμματα στον αρμόδιο εκπρόσωπο της πρώτης αναιρεσιβλήτου ασφαλιστικής εταιρίας ότι η βιοτεχνία της εξακολουθεί να λειτουργεί κανονικά στο μίσθιο, τη δήλωση δε αυτή θεώρησε αληθινή η άνω εταιρία και γι αυτό δέχθηκε την ανανέωση της ασφαλιστικής συμβάσεως για ένα ακόμη χρόνο και συγκεκριμένα για το διάστημα από 1-11-1988 έως 1-11-1988. Η παραδοχή του Εφετείου ότι η ενάγουσα δήλωσε (μετά την 21-10-1988) τα άνω ψέμματα στον εκπρόσωπο της πρώτης αναιρεσιβλήτου προέκυψε από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων της υπόθεσης, μεταξύ των οποίων το άνω ασφαλιστήριο, ανεξαρτήτως του αναφερόμενου σ αυτό χρόνου εκδόσεως.Εφόσον το Εφετείο, για να δεχθεί τα ανωτέρω, συνεκτίμησε, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης, το άνω ασφαλιστήριο, το οποίο δεν μνημονεύει ειδικά και δεν το εξαίρει αναφορικά με το άνω πόρισμα στο οποίο κατέληξε, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-4-2005 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία ".... Ε.Ε." για αναίρεση της 6164/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ για κάθε αναιρεσίβλητη.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 26 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ