Supreme Court dismisses State's appeal against land registry correction ruling regarding unknown owner status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court order correcting land registry records to reflect co-ownership by private parties. The State argued the property was public domain, but the Court found the lower court properly considered all evidence and the State's late objection regarding public domain ownership was irrelevant to the correction of the initial registration error. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the plaintiffs' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a judgment correcting land registry entries for unknown owners is inadmissible if the appellant fails to demonstrate a violation of substantive law or procedural rules affecting the judgment's outcome, particularly when the lower court has already considered all relevant evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 411 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 411/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Π. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 3) Β. Τ. του Ι. κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Καλομπράτσου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-2-2009 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 25-1-2011 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4347/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 262/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-5-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αιτούντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 23.2.2009 αίτησή τους, την οποία κοινοποίησαν προς το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.
Με την αίτηση αυτή εξέθεταν, ότι είναι (συγ)κύριοι με παράγωγο τρόπο κατά ποσοστό 1//3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του περιγραφομένου σε αυτήν ακινήτου που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Δήμου Σαλαμίνας, πρώην κοινότητας Αιαντείου και συγκεκριμένα με αγορά με το νόμιμα μεταγραμμένο …συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών, Αλέξανδρου Αλεξανδρόπουλου.
Επικαλούμενοι δε ότι, κατά τη κτηματογράφηση της περιοχής και κατά τον κρίσιμο χρόνο των πρώτων εγγραφών για τα ακίνητα, που βρίσκονται στην περιοχή του Δήμου Σαλαμίνας, το εν λόγω ακίνητο καταχωρήθηκε στα οικεία Κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας με ΚΑΕΚ …ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", ζήτησαν να διαταχθεί η διόρθωση της εν λόγω ανακριβούς πρώτης εγγραφής ώστε στα οικεία κτηματολογικά φύλλα από το εσφαλμένο "αγνώστου ιδιοκτήτη" να αναγραφεί το ορθό δηλαδή το σχετικό δικαίωμα (συγ)κυριότητάς τους επί των συγκεκριμένου ακινήτου.
Στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την παραπάνω αίτηση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 25.1.2011 κύρια παρέμβασή του, με την οποία ισχυριζόμενο ότι το επίδικο ουδέποτε ανήκε στην κυριότητα (συγκυριότητα) των αιτούντων, αλλά, αντιθέτως, αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης εμβαδού 101,218 στρεμμάτων που είναι καταγεγραμμένη ως δημόσιο κτήμα, ζήτησε να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο οικείο κτηματολογικό φύλλο και διάγραμμα ώστε, αντί της ανακριβούς εγγραφής "άγνωστος ιδιοκτήτης", να καταχωριστεί το ίδιο ως αποκλειστικός κύριος του επίδικου ακινήτου (γεωτέμάχιο) με ΚΑΕΚ 050108310011/0/0.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας οι αιτούντες - καθ'ων η κύρια παρέμβαση, με τις νόμιμα ενώπιον αυτού κατατεθειμένες προτάσεις τους, ισχυρίσθηκαν ότι από το έτος 1977, οπότε προέβησαν στην αγορά του επίδικου ακινήτου άσκησαν επί αυτού τις αναλυτικά αναφερόμενες στις προτάσεις πράξεις νομής με διάνοια (συγ)κυρίων, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, ήτοι το ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ,για χρονικό διάστημα άνω των δέκα (10) ετών μέχρι το χρόνο έναρξης του Ν. 3127/2003 και συνεπώς έχουν καταστεί (συγ)κύριοι αυτού κατά τα ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστά, δυνάμει της ειδικής χρησικτησίας του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, δικάζοντας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας επί της αιτήσεως και της κυρίας παρεμβάσεως, με την 4347/2013 απόφασή του, δέχθηκε ως εν μέρει κατ'ουσίαν βάσιμη την αίτηση, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 4 του ως άνω Ν. 31272003, σύμφωνα με την ως άνω ένσταση που είχαν υποβάλλει οι αιτούντες και διέταξε τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής, ώστε, αντί της εσφαλμένης καταχώρισης "άγνωστος ιδιοκτήτης", να καταχωριστούν οι αιτούντες ως (συγ)κύριοι του επιδίκου ακινήτου, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ποσοστά ο καθένας, ενώ απέρριψε την κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση από το Ελληνικό Δημόσιο, οι λόγοι της οποίας αναφέρονταν σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, όσον αφορά στις παραδοχές της αποφάσεως αυτής περί κτήσεως της (συγ)κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τους αιτούντες με βάση τις διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003.
Επί της εφέσεως αυτής του Ελληνικού Δημοσίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 262/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά με την οποία αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής στρέφεται η από 2.5.2019 αίτηση αναιρέσεως, του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552 Κ.
και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Κατά το άρθρο 4 ν.3127/2003 ("τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την κτηματογράφηση και το εθνικό κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις") αναγνωρίζεται κυριότητα υπό ορισμένες προϋποθέσεις (νομή για 10 έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, νομή για τριάντα χρόνια, εκτός αν ο νομεύς κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη) έναντι του Ελληνικού Δημοσίου για ακίνητα που βρίσκονται μέσα σε σχέδιο πόλεως, ή μέσα σε προϋφιστάμενο του έτους 1923 οικισμό, ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί).
Το κείμενο των παρ. 1 και 2 της εν λόγω διατάξεως έχει ως ακολούθως: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως, ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923, ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ", ήτοι μόνο αν γνώριζε ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαριά αμέλεια. (ΑΠ 187/2017).
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η κτήση δικαιώματος κυριότητας επί τέτοιου ακινήτου έναντι του Δημοσίου προϋποθέτει: 1) Να πρόκειται περί ακινήτου που ευρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως, ή εντός προϋφισταμένου του έτους 1923 οικισμού, ή εντός οριοθετηθέντος οικισμού, ο πληθυσμός του οποίου συμφώνως με την τελευταία (προ της ενάρξεως εφαρμογής του ν.3127/2003) απογραφή δεν υπερβαίνει τους 2000 κατοίκους. 2) Να πρόκειται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τετραγωνικών μέτρων, 3) να νέμεται αδιατάρακτα τούτο για δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ίδιου ή του δικαιοπαρόχου του που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945 εκτός αν κατά τη κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή να νέμεται αυτό για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην παρ. 1 περ.
α' και β' του ίδιου νόμου και όχι, εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου το νέμεται αδιατάρακτα επί τριάντα έτη οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο του Δημοσίου αδιατάρακτα και μετά την έναρξη της ισχύος του.
Τούτο προκύπτει τόσον από την γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων που χρησιμοποιούν τη φράση "νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα ετών" και όχι νεμήθηκε πριν από την έναρξη ισχύος αυτού, όσο και από το γενικότερο δικαιοπολιτικό σκοπό τους, ο οποίος συνίσταται στην κατ' εξαίρεση και υπό προϋποθέσεις νομιμοποίηση των αυθαιρέτως κατεχομένων δημοσίων κτημάτων που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλης ενόψει της σύνταξης του Εθνικού Κτηματολογίου, αλλά και στην προστασία των δημοσίων κτημάτων, η οποία δεν συντελείται με την ολική κατάργηση του κανόνα του απαράγραπτου των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των ακινήτων του που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλης για τον μετά την 11-9-1915 χρόνο, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση που γινόταν δεκτή η τελευταία εκδοχή.
Άλλωστε, στον ίδιο νόμο δεν περιέχεται όσον αφορά το άρθρο 4 η γενική καταργητική ρήτρα, που κατά κανόνα τίθεται στους νόμους, ότι κάθε διάταξη που είναι αντίθετη με τον παρόντα νόμο ή ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν καταργείται. Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας κατά πλάσμα του νόμου είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926, και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.
ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" και η ρύθμιση αυτή ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις. Οι προαναφερόμενες δε διατάξεις του ν. 3127/2003 εφαρμόζονται σε δημόσια κτήματα, ήτοι σε ακίνητα που ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 15/2011, ΑΠ 23/2019, ΑΠ 1813/2017) και προστατεύουν εκείνον που προβάλλει κυριότητα σε δημόσιο, με την παραπάνω έννοια, παρέχοντάς του τη δυνατότητα με την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων των εν λόγω διατάξεων να αποκτήσει την κυριότητα του κτήματος αυτού έναντι του Δημοσίου, την οποία, άλλως, χωρίς δηλαδή τις διατάξεις αυτές, μόνο με τη συνδρομή των αυστηρότερων προϋποθέσεων του, προ του νόμου αυτού, νομικού καθεστώτος, θα μπορούσε να αποκτήσει.
Επί πλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 Α Κ η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα. Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη, υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ* αυτό, συνιστά δε διατάραξη της νομής κάθε έμπρακτη θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του.
Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης. Η διατάραξη της νομής κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 984 του ΑΚ αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη κατά το άρθρο 989 ΑΚ.
Η έννοια όμως του "νέμεται αδιαταράκτως" στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Δημόσιο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά τον νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο.
Η παρενόχληση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 11/2015). Τέτοιος, δε, νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του Ελληνικού Δημοσίου επί του δημοσίου κτήματος είναι, πλην άλλων, και η κοινοποίηση της πράξεως της αρμόδιας αρχής περί καθορισμού αποζημιώσεως αυθαίρετης χρήσεως του δημοσίου κτήματος (Ολ.
ΑΠ. 11/2015), η κοινοποίηση πρωτοκόλλου κατάληψης (ΑΠ 1647/2022, ΑΠ 826/2019), η με οποιοδήποτε τρόπο λήψη υπόψη από ιδιώτη, δήλωσης ιδιοκτησίας του Δημοσίου ότι η επίδικη έκταση έχει καταχωρηθεί ως δημόσια έκταση. (ΑΠ 727/2022, ΑΠ 712/2020), η γνωστοποίηση αποφάσεως επί ενστάσεως κατά της αποφάσεως της πρωτοβάθμιας επιτροπής που δικαιώνει τον εκείνον που προβάλλει δικαίωμα κυριότητας ιδιώτη. (ΑΠ 1647/2022, ΑΠ 807/2019).
Δηλαδή από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο νεμόμενος δημόσιο κτήμα λαμβάνει γνώση, με σχετική κοινοποίηση της Δημόσιας Αρχής, ότι υφίσταται παρενόχληση από τον κατά νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο , παύει να νέμεται αδιαταράκτως το δημόσιο κτήμα σε βάρος του Δημοσίου (ΟλΑΠ11/2015, ΑΠ 727/2022, ΑΠ 443/2021, ΑΠ 585/2021, ΑΠ807/2019, ΑΠ826/2018, ΑΠ 1813/2017).
Δεν συνιστά πράξη διατάραξης η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέα η οποία αντιμετωπίζεται με αναγνωριστική αγωγή, ούτε συνιστούν διαταρακτικές της νομής πράξεις η προβολή και μόνο δικαιώματος νομής από το Ελληνικό Δημόσιο σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων. Η απλή υποβολή, αρμοδίως έστω, δηλώσεως ιδιοκτησίας εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου δεν θεωρείται διαταρακτικό της νομής περιστατικό του νεμομένου καλοπίστως δημόσιο κτήμα, κατά τα ανωτέρω, εφόσον δεν συνοδεύεται από άλλη ενέργεια δια της οποίας δύναται να καταστεί αντιληπτή από τον τελευταίο η δήλωση αυτή του Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ 1647/2022, ΑΠ 769/2022).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013).
Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται ,δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 148/2020 ΑΠ 50/2020, ΑΠ 571/2017 ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).
Επίσης, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης,Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1 103/2011).
Η ως άνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος από αυτήν, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε το πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 214/2021, ΑΠ 549/2020, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 948/2019, ΑΠ 268/2018).
Οι από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί, θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. (ΑΠ 1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ' όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίον στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015).
Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1275/2018, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 168/2015).
Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013), ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 14/2017, ΑΠ 538/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Πειραιά, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 262/2017 αποφάσεως του, μετά την εκτίμηση των νομίμως προσκομισθέντων ενώπιόν του αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά το ενδιαφέρον εδώ αναιρετικό μέρος ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "....
Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο (πρώην αγροτεμάχιο) που βρίσκεται στη θέση …εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Δήμου Σαλαμίνας, πρώην κοινότητας Αιαντείου. Εμφαίνεται στο από 2.2.2009 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Γεωργίου Ανυφαντή με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ΑΒΓΔΕ, επί του οποίου υπάρχει υπεύθυνη δήλωση του Ν. 651/77 ότι το επίδικο οικόπεδο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με τους πολεοδομικούς κανόνες της περιοχής, ότι δεν αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, ότι υπάγεται στις διατάξεις του Ν. 1337/83 και έχει υποχρέωση εισφοράς σε γη και χρήμα.
Έχει δε, σύμφωνα με το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, έκταση μέτρα τετραγωνικά διακόσια τέσσερα (204) και, κατ' αυτό, συνορεύει..., έχει δε ήδη λάβει τον ΚΑΕΚ …και σύμφωνα με το οικείο κτηματολογικό φύλλο έχει έκταση 204 τ.μ., ενώ σύμφωνα με το οικείο απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος συνορεύει γύρωθεν με την …και την…, καθώς και με τα ακίνητα με ΚΑΕΚ….
Οι αιτούντες δυνάμει του υπ'αρ. …συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Αλέξανδρου Αλεξανδρόπουλου που έχει μεταγραφεί νόμιμα... απέκτησαν, αιτία πώλησης από τον Α. Δ. του Δ., τη συγκυριότητα του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο κάθε ένας. Στη δε κυριότητα του ως άνω δικαιοπαρόχου τους το επίδικο είχε περιέλθει αιτία πώλησης από τους α) Β.
Β. του Μ. β) Γ. χήρα Μ. Β. γ) Κ. Β. του Μ. δ) Ν. Β. του Μ., ε) Δ. Β. του Μ. στ) Π. Β. του Μ. και ζ) Α. Β. του Μ. δυνάμει του υπ' αριθμ. …συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Αλέξανδρου Αλεξανδρόπουλου που έχει μεταγραφεί νόμιμα... Στη δε συγκυριότητα των ως άνω το επίδικο είχε περιέλθει, σε μείζονα έκταση, υπό την ιδιότητά τους ως κληρονόμους του πατέρα τους Μ.
Β. του Β., κληρονομιά την οποία αποδέχθηκαν δυνάμει της υπ' αρ. …πράξης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Παρασκευά Χαραλάμπους που έχει μεταγραφεί νόμιμα..., στη δε κυριότητα του ως άνω αποβιώσαντος πατρός τους το επίδικο είχε περιέλθει, σε μείζονα έκταση, δυνάμει των υπ' αρ. …και …συμβολαίων του συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Κυριάκου Μηνά Μπόγρη που έχουν μεταγραφεί νόμιμα...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι .... Από την 11.10.1977, ημεροχρονολογία που οι ως άνω αγόρασαν από τον Α. Δ. του Δ. και δυνάμει του υπ' αρ. 69979/1977 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Αλέξανδρου Αλεξανδρόπουλου που έχει μεταγραφεί νόμιμα... ασκούσαν και εξακολουθούν να ασκούν επ' αυτού, με διάνοια συγκυρίων, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, συνεχώς και αδιαλείπτως και δίχως να οχληθούν από οιονδήποτε όλες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του ως ακινήτου, ήτοι το περιέφραξαν, το καθαρίζουν από ξερά χόρτα, το αποψιλώνουν, το περιποιούνται, το επέβλεπαν και εξακολουθούν να το επιβλέπουν και εποπτεύουν, φύτεψαν σε αυτό δέντρα, τα οποία επίσης φροντίζουν, το επισκέπτονται τακτικά ενώ στο πάρελθόν είχαν τοποθετήσει εντός του τροχόσπιτο, όπου και συστηματική διέμεναν τα καλοκαίρια για τις καλοκαιρινές διακοπές τους με τις οικογένειές τους, χωρίς ουδέποτε να οχληθούν από οποιονδήποτε.
Το κυρίως παρεμβαίνον ισχυρίζεται ότι το επίδικο αποτελεί μέρος του …46 δημόσιου κτήματος συνολικής έκτασης 101,218 στρεμμάτων, η οποία έκταση αποτελούσε τμήμα δημοσίου κτήματος μείζονος έκτασης 603,220 στρεμμάτων και το οποίο ως άνω μικρότερο τμήμα της έκτασης των 101,218 στρεμμάτων απέμεινε μετά την παραχώρηση σε αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) έκτασης 502,002 στρεμμάτων προς διάφορους ιδιώτες τρίτους με παραχωρητήρια.
Ωστόσο, ο εξετασθείς μάρτυράς του ομολογεί ότι αδυνατεί να εντοπίσει το διεκδικούμενο δημόσιο κτήμα με …46 στην ευρύτερη περιοχή των 603,220 στρεμμάτων λόγω έλλειψης τεχνικών στοιχείων, ήτοι τοπογραφικών διαγραμμάτων , σταθερών ορίων κλπ... Εξάλλου, προς αντίκρουση της καλής πίστης με την οποία νέμονταν οι αιτούντες το επίδικο ακίνητο καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα το κυρίως παρεμβαίνον ισχυρίζεται ότι αφενός οι απώτατοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι τους υπέβαλαν στη Διεύθυνση Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών και στον έφορο Σαλαμίνας τις αναφερόμενες στις προτάσεις του αιτήσεις των ετών 1940 και 1968 περί εξαγοράς της μείζονος έκτασης, τμήμα της οποίας αποτελούσε και το επίδικο και αφετέρου ότι κατά των απωτέρων δικαιοπαρόχων τους εκδόθηκαν τα με αρ. 4//1969, 8/1974 και 19/1974 πρωτόκολλα καθορισμού αποζημιώσεως του Οικονομικού Εφόρου Σαλαμίνας για αυθαίρετη χρήση της εκτάσεως των 101,218 στρεμμάτων, πλην όμως το κυρίως παρεμβαίνον δεν επικαλείται ούτε φυσικά και αποδεικνύει όπ οι αιτούντες έλαβαν γνώση των παραπάνω εγγράφων και μάλιστα κατά το χρόνο κτήσης της νομής του επιδίκου (το έτος 1977) που είναι και ο κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη καλής πίστης στο πρόσωπό τους, ως συννομέων.
Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι το κυρίως παρεμβαίνον ουδέποτε όχλησε τους αιτούντες κατά την άσκηση της συννομής τους επί του επιδίκου, ως ουσιαστικά καταθέτει και ο εξετασθείς μάρτυράς του, ούτε άσκησε οιαδήποτε διακατοχική πράξη σε αυτό. Εξάλλου είναι χαρακτηριστικό ότι η ευρύτερη περιοχή, ως εμπίπτουσα εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης Αιαντείου Σαλαμίνας έχει ανοικοδομηθεί, εξυπηρετείται από όλα τα δίκτυα κοινής ωφελείας και έχουν δημιουργηθεί δρόμοι για τη διευκόλυνση των κατοίκων.
Επομένως οι αιτούντες ... συμπλήρωσαν μέχρι την 19//3/2003 (χρόνος έναρξης ισχύος του Ν. 3127/2003 περί χρησικτησίας έναντι του δημοσίου) εικοσιπέντε χρόνια συνεχούς και αδιάλειπτης συννομής στο επίδικο, που βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως από επαχθή αιτία, ήτοι το υπ' αρ. …συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αλέξανδρου Αλεξανδρόπουλου που έχει μεταγραφεί νόμιμα...
και με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι έχουν αποκτήσει τη συγκυριότητα του ακινήτου, κατά ποσοστό 1//3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, η οποία καλή πίστη,... τεκμαίρεται και εν όψει του γεγονότος ότι το κυρίως παρεμβαίνον δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος απόδειξης της κακής πίστης αυτών, καθόσον αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο κτήσης της νομής του επιδίκου, οι αιτούντες είχαν την εύλογη πεποίθηση ότι με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση αυτού απέκτησαν τη συγκυριότητά του, κατά τα ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστά τους ο κάθε ένας.
Συνεπώς, απορριπτομένου ως ουσία αβάσιμου του ισχυρισμού του κυρίως παρεμβαίνοντος περί συνδρομής κακής πίστης στο πρόσωπο των καθ'ών η παρέμβαση και δεκτής γενομένης της σχετικής ενστάσεως των τελευταίων του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, η ασκηθείσα κύρια παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσία αβάσιμη.
Επομένως οι αιτούντες κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο ήτοι με τα προσόντα της χρησικτησίας του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003. Ωστόσο, κατά τις γενόμενες εγγραφές στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας, το ως άνω επίδικο ακίνητο φέρεται ως αγνώστου ιδιοκτήτη και όχι των αιτούντων ...ώστε η εγγραφή αυτή να είναι ανακριβής και να προσβάλλει το δικαίωμα συγκυριότητας τους επ' αυτού και τούτο διότι εμφαίνεται δικαιούχος αυτού "άγνωστος" ..." Με βάση τα παραπάνω το Μονομελές Εφετείο Πειραιά, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου και είχε διατάξει τη διόρθωση της ως άνω ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας, ώστε να αναγραφούν ως (συγ)κύριοι του αναφερομένου ακινήτου - γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ …οι αιτούντες κατά ποσοστό1//3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με τα προσόντα της χρησικτησίας του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003.
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο που την εξέδωσε παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003.
Με τους λόγους αυτούς αιτιάται το αναιρεσείον ότι το Μονομελές Εφετείο Πειραιά αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αξιώνουν για την εφαρμογή τους οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, τις οποίες έτσι παραβίασε ευθέως, καθόσον δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ουσιαστικές παραδοχές αναφορικά με τη συνδρομή της προϋπόθεσης της παραγράφου 1 του Ν. 3127/2003, περί αδιατάρακτης νομής των αναιρεσιβλήτων εκ μέρους αυτού (Ελληνικού Δημοσίου), η οποία πρέπει να συντρέχει σωρευτικά, με τις λοιπές οριζόμενες στον ως άνω νόμο προϋποθέσεις για την εφαρμογή του.
Επί πλέον δε ότι παραβίασε πλαγίως τις ίδιες ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν ελλιπείς αιτιολογίες περί της ύπαρξης της αδιατάρακτης νομής των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο. Ειδικότερα, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, αν το Εφετείο ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και διαλάμβανε πλήρεις αιτιολογίες στην απόφασή του θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι το ίδιο διατάραξε τη νομή των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου, με την υποβολή πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003 (19.3.2003) από την Κτηματική Υπηρεσία Πειραιά προς τον Ο.Κ.Χ.Ε., τόσο της, με αριθμό πρωτοκόλλου…, δήλωσης ιδιοκτησίας του ευρύτερης έκτασης δημοσίου κτήματος με Β.Κ. 46, στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο, όσο και της με αριθμό πρωτοκόλλου 31921/13.3.2003 σχετικής ένστασης, ενέργειες που, κατά τα όσα υποστηρίζει, αποτελούν παρενόχληση των νεμομένων το δημόσιο κτήμα αναιρεσιβλήτων, και αποκλείουν τη συνδρομή στο πρόσωπό τους αδιατάρακτης νομής αυτού.
Οι ως άνω πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη περί εφαρμογής του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ., είναι πρωτίστως απαράδεκτοι. Τούτο δε, διότι, το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος που προσβάλλει απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίον στηρίζονται οι συγκεκριμένοι λόγοι αναίρεσης, ήτοι ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις του Ν. 3127/2003, σχετικά με το ζήτημα της ύπαρξης ή μη της διαλαμβανόμενης στην παράγραφο (α) αυτού προϋποθέσεως της αδιατάρακτης νομής εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου, επειδή στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν γίνεται αναφορά των παραπάνω ενεργειών του ίδιου, περί της υποβολής πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 3127/2003, της με αριθμό πρωτοκόλλου 015852/13.6.2000 δήλωσης ιδιοκτησίας του επιδίκου ως δημοσίου κτήματος και της με αριθμό πρωτοκόλλου 31921/13.3.2003 σχετικής ένστασης, ενέργειες οι οποίες, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ,αποτελούν παρενόχληση εκ μέρους του των νεμομένων από αυτούς επίδικο ακίνητο, είχε προταθεί από αυτό στο Εφετείο με λόγο έφεσής του κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ανεξάρτητα από το αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από αυτό , ούτε αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με αν ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ήταν παραδεκτός και νόμιμος.
Επί πλέον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της από 16.4.2015 εφέσεως του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά δεν προσβλήθηκε με λόγο εφέσεως το ζήτημα της αδιατάρακτης ή μη νομής των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου με μνεία των ως άνω φερομένων στο αναιρετήριο ως διαταρακτικών της νομής των αναιρεσιβλήτων, ενεργειών του ίδιου, πολύ δε περισσότερο ουδόλως αναφέρθηκε ότι οι συγκεκριμένες ενέργειες περιήλθαν με οποιονδήποτε τρόπο σε γνώση αυτών.
Αντιθέτως , στην έφεσή του το αναιρεσείον επικαλέσθηκε μόνο ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί δημόσιο κτήμα με Α.Β.Κ. 46, χωρίς μνεία του χρόνου που δηλώθηκε ως τέτοιο, και ως διαταρακτικές πράξεις της (συν)νομής των αναιρεσιβλήτων επί αυτού, τις αιτήσεις των απώτατων και απώτερων δικαιοπαρόχων των τελευταίων, των ετών 1940 και 1968 προς τη Διεύθυνση Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών και στον έφορο Σαλαμίνας περί εξαγοράς της μείζονος έκτασης, τμήμα της οποίας αποτελούσε και το επίδικο και την έκδοση κατά των απωτέρων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων των με αριθμούς 4/1969, 8/1974 και 19/1974 πρωτοκόλλων καθορισμού αποζημιώσεως του Οικονομικού Εφόρου Σαλαμίνας για αυθαίρετη χρήση της μείζονος εκτάσεως των 101,218 στρεμμάτων.
Εξάλλου τις ως άνω μοναδικές επικαλούμενες ως διαταρακτικές ενέργειες της νομής των αναιρεσιβλήτων, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ανέφερε σε σχετικό λόγο της εφέσεώς του, προς αντίκρουση άλλης προϋποθέσεως που πρέπει να συντρέχει για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, ήτοι της καλής πίστης με την οποία νέμονταν οι αναιρεσίβλητοι το επίδικο ακίνητο καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα.
Ανεξάρτητα όμως από τα παραπάνω, οι ίδιοι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως είναι και αβάσιμοι. Τούτο δε, διότι , το Μονομελές Εφετείο Πειραιά, το οποίο δέχθηκε την ένσταση των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων περί συνδρομής στο πρόσωπό τους των προϋποθέσεων του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, για την κτήση κυριότητας επί δημοσίων κτημάτων και έκρινε ότι αυτοί απέκτησαν την (συγ)κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με τουλάχιστον δεκαετή νομή αυτού, από επαχθή αιτία ήτοι το 69979/1977 συμβόλαιο αγοράς του συμβολαιογράφου Αθηνών Αλέξανδρου Αλεξανδρόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, και αδιατάρακτη καλόπιστη νομή του από οποιονδήποτε, ούτε από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, διαλαμβάνοντας ειδικότερα στις παραδοχές του, σχετικά με το ζήτημα της αδιατάρακτης νομής αυτών πριν από τον χρόνο έναρξης της ισχύος του ως άνω νόμου (19.3.2003), ότι οι αναιρεσίβλητοι κατά το χρόνο κτήσεως της νομής του επιδίκου ακινήτου ήτοι το έτος 1977, οπότε προέβησαν στην αγορά του, βρίσκονταν σε καλή πίστη και ουδέποτε έλαβαν γνώση των παραπάνω εγγράφων, ενώ το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε τους ενόχλησε κατά την άσκηση της (συν)νομής τους επί αυτού, μέχρι την 19.3.2003, οπότε άρχισε η ισχύς του Ν. 3127/2003,εφόσον δεν γίνεται επίκληση από το ίδιο, ούτε αποδεικνύεται ότι οι ίδιοι έλαβαν γνώση των ως άνω εγγράφων (αιτήσεως των δικαιοπαρόχων τους για εξαγορά της μείζονος έκτασης δημοσίου κτήματος στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο και έκδοση σε βάρος τους των πρωτοκόλλων αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσεώς της κατά το έτος 1974), απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς αυτούς του αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Ειδικότερα, με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα σχετικά με το ότι το επίδικο ακίνητο, το οποίο διεκδικείται από το Ελληνικό Δημόσιο, απέκτησαν οι αναιρεσίβλητοι, κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου, ο καθένας με πρωτότυπο τρόπο ήτοι με τα προσόντα της ειδικής χρησικτησίας του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, νεμόμενοι αυτό καλόπιστα από την αγορά του με το νόμιμα μεταγραμμένο 69979/1977 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αλέξανδρου Αλεξανδρόπουλου, με διάνοια (συγ)κυρίων συνεχώς και αδιαλείπτως και δίχως να οχληθούν από οιονδήποτε, ενεργώντας όλες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του ως ακινήτου, για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τη δεκαετία.
Επίσης ορθά δέχθηκε το Εφετείο, αποφαινόμενο εν τέλει ότι η εγγραφή του επιδίκου ακινήτου στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας, ως αγνώστου ιδιοκτήτη είναι ανακριβής και προσβάλλει το δικαίωμα (συγ)κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί αυτού και ότι πρέπει να διαταχθεί η διόρθωση της ,ώστε να αναγραφούν στα οικεία βιβλία ως (συγ)κύριοι του αναφερομένου ακινήτου - γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 050108310011/0/0 οι αναιρεσίβλητοι κατά ποσοστό1//3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με τα προσόντα της χρησικτησίας του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003.
Κατά τα λοιπά , οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, με τις ειδικότερες αιτιάσεις των οποίων το αναιρεσείον καταλογίζει στο Εφετείο, παράβαση όλων των ως άνω διατάξεων, διότι δέχθηκε ότι συνέτρεξαν στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους , είναι απαράδεκτοι, καθόσον υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκαν ευθέως και εκ πλαγίου οι ως άνω κανόνες δικαίου, και επί πλέον ότι το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από το νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας σε αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, περί της ύπαρξης αδιατάρακτης και με καλή πίστη νομής της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου, πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του αριθμού 11 γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Δεν αρκεί η προσκόμιση του εγγράφου ή άλλου αποδεικτικού μέσου, αλλά πρέπει να γίνεται και νόμιμη επίκληση αυτού με σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία, ώστε να αναγνωρίζεται η ταυτότητα του εγγράφου, η δε επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε, κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 13812019, ΑΠ 759/2018, ΑΠ 5232018).
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια αποδεικτικά μέσα έμμεση απόδειξη αρκεί να καθίσταται αναμφιβόλως (ΟλΑΠ 2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 14/2005) βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 833/2020, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 64/2019).
Η μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγμαπκό ισχυρισμό , που να διαμορφώνει το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1381/2019, ΑΠ 793/2015), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1476//2022, ΑΠ 13812019). Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, ο Άρειος Πάγος, συνεκτιμώντας το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καταλήγει ότι δεν λήφθηκε υπόψη το αποδεικτικό μέσο που νόμιμα προσκομίσθηκε μετ' επικλήσεως, το οποίο αν το είχε λάβει υπόψη θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό πόρισμα (ΑΠ 1476/2022, ΑΠ 180/2017, ΑΠ 176/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει την προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που το ίδιο προσκόμισε μετ' επικλήσεως με τις ενώπιον αυτού κατατεθειμένες νομίμως έγγραφες προτάσεις του, που είχαν ουσιώδη επίδραση για την έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος: α) την με αριθμό πρωτοκόλλου 015852/13.6.2000 δήλωση ιδιοκτησίας του ευρύτερης έκτασης δημοσίου κτήματος με Β. Κ. 46, στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο και β) την με αριθμό πρωτοκόλλου 31921/13.3.2003 σχετικής ένστασης, προς τον Ο.Κ.Χ.Ε., τα οποία το ίδιο προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις από 01.02.2017 έγγραφες προτάσεις του, προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι η νομή των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου δεν υπήρξε αδιατάρακτη, προϋπόθεση που απαιτείται να συντρέχει συγχρόνως με τις λοιπές προϋποθέσεις που τάσσονται από τον ν. 31272003, για την εφαρμογή του, ενώ αν τα ελάμβανε υπόψη θα κατέληγε σε διαφορετικό συμπέρασμα, ήτοι στο ότι το αναιρεσείον με τις ως άνω ενέργειές του, που έγιναν πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003 (19.3.2003) και οι οποίες, όπως αυτό υποστηρίζει, συνιστούν διαταρακτικές πράξεις των νεμομένων το δημόσιο κτήμα αναιρεσιβλήτων, παρενόχλησε τους ίδιους, αποκλείοντας τη συνδρομή στο πρόσωπό τους αδιατάρακτης νομής επί αυτού.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη: "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως οι διάδικοι, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...".
Από την επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά προκύπτουν τα εξής: Το αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο πράγματι προσκόμισε και επικαλέσθηκε τα προαναφερόμενα έγγραφα, αναφερόμενο στα πλαίσια του ισχυρισμού του περί ιδίας κυριότητάς του επί του επιδίκου δημοσίου κτήματος.
Ουδεμία αναφορά έγινε στις προτάσεις του περί του ότι η προσκόμιση και επίκληση των παραπάνω εγγράφων γίνεται προς απόδειξη του ισχυρισμού του, περί διατάραξης της νομής των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου δημοσίου κτήματος, πριν από την ισχύ του ν. 3127/2003, ούτε ότι οι ενέργειες, στις οποίες αναφέρονται τα έγγραφα αυτά ήτοι η δήλωση ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος ότι η επίδικη έκταση έχει καταχωρηθεί ως δημόσια έκταση, και η υποβολή σχετικής ένστασης στον Ο.Κ.Χ.Ε., συνιστούν παρενόχληση των νεμομένων αυτήν αναιρεσιβλήτων, ούτε ότι οι συγκεκριμένες ενέργειες περιήλθαν σε γνώση των ιδίων με σχετική κοινοποίηση της Δημόσιας αρχής, ώστε από το χρονικό σημείο της λήψης της γνώσης τους, ότι υφίσταται παρενόχληση από τον κατά νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο να παύσουν να νέμεται αδιαταράκτως το δημόσιο κτήμα σε βάρος αυτού.
Άλλωστε, όπως ήδη εκτέθηκε, το αναιρεσείον, δεν είχε προσβάλλει την εκκαλούμενη απόφαση, με λόγο εφέσεως που να αφορά στην διατάραξη της νομής των αναιρεσιβλήτων, με την επίκληση των ως άνω εγγράφων. Επί πλέον, από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει αναμφιβόλως ότι αυτή έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως έγγραφα των διαδίκων, αναφερόμενη μάλιστα ειδικά στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι το επίδικο αποτελεί μέρος του …46 δημοσίου κτήματος μείζονος έκτασης, δηλαδή στο έγγραφο περί δήλωσης ιδιοκτησίας του επιδίκου ακινήτου, ως τμήματος δημόσιου κτήματος.
Το έγγραφο του αναιρεσείοντος περί της υποβολής σχετικής ενστάσεως προς τον Ο.Κ.Χ.Ε., η οποία, σημειωτέον, έγινε έξι (6) μόλις ημέρες πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003, δεν μνημονεύθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλην όμως από τη μη ειδική αναφορά του στις παραδοχές της δεν προκύπτει αναμφιβόλως ότι αυτό δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος.
Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι το έγγραφο αυτό, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν αφορούσε στην απόδειξη νόμιμου και ορισμένου ισχυρισμού προταθέντος ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου περί διαταράξεως της νομής των αναιρεσιβλήτων, ώστε, όπως συνάγεται και από τη συνεκτίμηση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης, η παράλειψή του ως αποδεικτικού μέσου να οδηγούσε σε διαφορετική διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος που στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, με το οποίο διατάχθηκε η διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας, ώστε σε αυτά, αντί του εσφαλμένου "άγνωστος" ιδιοκτήτης, να αναγραφούν οι αναιρεσίβλητοι ως (συγ)κύριοι του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με τα προσόντα της χρησικτησίας του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003.
Επομένως είναι αβάσιμος ο τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 02.05.2019 ένδικη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 262/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά και να καταδικαστεί το αναιρεσείον ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β711/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 02.05.2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 262/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ