Supreme Court dismisses appeal in labor dispute, upholding employer liability for unpaid wages and severance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a labor court decision regarding unpaid wages and severance. The appellants argued the employer failed to pay wages and lawful termination benefits, claiming moral damages. The court rejected these claims, ruling that the employer is liable only for the second company that hired the workers and that non-payment of wages does not constitute a criminal offense or personal insult.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 et seq. of the Civil Code; The Supreme Court holds that distinct legal personality separates the two companies, making only the hiring company liable for employment obligations, and that failure to pay wages is a civil matter, not a criminal offense or personal insult.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 411 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 411/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) … και 72) …, οι οποίοι παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Χρυσούλας Μυλωνά, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Οι λοιποί με α/α αναίρεσης 3ος, 15ος, 24ος, 31ος, 32ος, 33ος, 40ος, 54ος, 55ος, 62ος δεν παραστάθηκαν.
Των αναιρεσίβλητων: 1) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, 2) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Κ. Π. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σταύρου Τόγια, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1834/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 69/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-12-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και προκειμένου περί υποθέσεων εργατικών διαφορών και με ιδιωτικό έγγραφο φέρον βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των διαδίκων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οιαδήποτε άλλη δημοσία ή δημοτική αρχή.
Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Με το άρθρο 62 του ν. 4139/12-3-2013 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3, το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που ή επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (Ολ.ΑΠ 7/2008, 39/2005 9/2003) και γ) εφόσον οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι' αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός έστω από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται, είτε δεν παρίστανται κατ' αυτήν, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους, αν οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικο τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση τυχόν ομοδίκους τους.
Αντιθέτως, σε περιπτώσεις απλής ομοδικίας ισχύει η ως άνω ρύθμιση της διάταξης του β' εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, οπότε η συζήτηση της αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους επισπεύδοντες αναιρεσείοντες εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νομίμως κλητευθεί και κηρύσσεται απαράδεκτη για τον απολειπόμενο επισπεύδοντα διάδικο, που δεν παρίσταται, ούτε εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε έχει νομίμως κλητευθεί (ΑΠ 319/2019, 1045/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, από τους αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία είχε προσδιοριστεί, με την κατ' άρθρ. 568 παρ. 2 έως 4 ΚΠολΔ Πράξη της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, για να συζητηθεί στην αρχική δικάσιμο της 2.2.2021, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη σημερινή δικάσιμο, της αναβολής εκ του πινακίου επεχούσης θέσης κλητεύσεως όλων των διαδίκων οι 3ος, 15ος, 24ος, 31η, 32ος, 33ος, 40ος, 54η, 55ος και 62η των αιτούντων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο διά πληρεξουσίου δικηγόρου. Γι αυτούς δεν προσκομίζεται σχετικό πληρεξούσιο για την κατάθεση και συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ούτε προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ότι έχουν κλητευθεί από άλλο διάδικο.
Συνεπώς, έστω και αν επισπεύδουν από κοινού με τους άλλους αναιρεσείοντες τη συζήτηση, εφόσον δεν αποδεικνύεται πληρεξουσιότητα αυτών σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση που προηγήθηκε και δεν συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός της δίκης και να κηρυχθεί ως προς αυτούς απαράδεκτη η συζήτηση.
Με την από 30.12.2019 [με αριθ. καταθ. 12411/1236/30.12.2019] αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 614, 591 ΚΠολΔ, υπ' αριθ. 69/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 1834/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη - πρώτη των αναιρεσιβλήτων ως ουσιαστικά αβάσιμη και ως προς τον τρίτο των εναγομένων τρίτο των αναιρεσιβλήτων ως νόμω αβάσιμη, ενώ δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως προς την δεύτερη εναγομένη - δεύτερη των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε ότι η τελευταία οφείλει να καταβάλει στον καθένα από τους ενάγοντες τα ποσά, που ειδικότερα αναφέρονται στο διατακτικό.
Στη συνέχεια το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 30.12.2019, εφόσον κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου προ της επιδόσεως [στις 14.1.2020] της προσβαλλομένης αποφάσεως [άρθρ. 552, 553, 556 παρ.1, 558, 564 παρ.1 ΚΠολΔ] και πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σε αυτήν λόγων [άρθρ. 577 παρ.1, 3 ΚΠολΔ].
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει το προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης ελέγχεται και η παράλειψη του δικαστηρίου να προβεί σε ανάλογη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου παρά την ύπαρξη κενού στη ρύθμιση του νόμου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κατέφυγε σε επιτρεπτή από το νόμο ανάλογη εφαρμογή του κανόνα, που ισοδυναμεί με τη μη εφαρμογή του, ενώ αντιστρόφως συνιστά εσφαλμένη εφαρμογή του κανόνα, όταν αυτός εφαρμόζεται αναλόγως, μολονότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι όροι για την ανάλογη εφαρμογή του, δηλαδή ομοιότητα της αρρύθμιστης με τη ρυθμισμένη στο νόμο περίπτωση.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 34 του ΑΚ, ικανότητα δικαίου είναι η ικανότητα του φυσικού προσώπου να έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όμως και ενώσεις προσώπων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς επίσης και σύνολα περιουσίας για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, μπορούν κατά τη διάταξη του άρθρ. 61 του ΑΚ να αποκτήσουν προσωπικότητα, αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος, δηλαδή να αποκτήσουν ικανότητα δικαίου, η οποία πάντως δεν εκτείνεται κατά τη διάταξη του άρθρ. 62 του ίδιου Κώδικα σε έννομες σχέσεις που προϋποθέτουν ιδιότητες φυσικού προσώπου.
Επομένως νομική προσωπικότητα είναι η ικανότητα δικαίου, που απονέμεται από το νόμο σε οργανισμούς που επιδιώκουν ορισμένο σκοπό, οι οποίοι ανάγονται έτσι σε αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δηλαδή σε νομικά πρόσωπα με χωριστή περιουσία απ' αυτή των μελών τους, που τους προσδίδει αυθύπαρκτη στο χώρο και συνεχή στο χρόνο οντότητα.
Η νομική προσωπικότητα είναι δημιούργημα του δικαίου, με την οποία εξυπηρετούνται οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, όπως προπάντων είναι ο περιορισμός της ευθύνης και των κινδύνων κατά την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας με ανάλογη μείωση και του κόστους από τη συμμετοχή σ' αυτή. Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι συνεπώς το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, που εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρ. 70 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο.
Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικές και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνον η δική του περιουσία και όχι και η περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του.
Ωστόσο ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη του νόμου, όπως είναι η διάταξη του άρθρ. 83§2 του κ.ν. 2190/1920, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρ. 281, 288 και 200 του ΑΚ, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειάς του.
Ειδικότερα η εταιρεία ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, οφείλει να υπηρετεί και κοινωνικό σκοπό στο πλαίσιο και των συνταγματικών διατάξεων των άρθρ. 5§1 και 12§§1&3. Η χρησιμοποίηση της εταιρείας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας.
Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο. Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ και οι συνέπειές της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος. Κατά την έννοια αυτή δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης σε ένα μόνον πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά (ΟλΑΠ 5/1996), αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο ή μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία (ανώνυμη, ναυτική ή Ε.Π.Ε., βλ.
άρθρ. 1§3 κ.ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 3 του ν. 3604/2007, 41 §2 ν. 959/1979, 43α ν. 3190/1955, που προστέθηκε με το άρθρ. 2 του π.δ. 279/1993), η οποία και διατηρεί την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της. Δεν συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν ή περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητας τους, αφού το σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία.
Συνεπώς δεν λειτουργούν αθέμιτα οι διάφοροι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προαναφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι' αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.
Περαιτέρω δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά κατά την παραπάνω έννοια ούτε η ταύτιση των συμφερόντων της εταιρείας με αυτά του βασικού μετόχου ή εταίρου της ή η συστηματική απ' αυτούς παροχή εγγυήσεων υπέρ της εταιρείας, ούτε η εμφάνισή τους ως των ουσιαστικών φορέων της ασκούμενης από την εταιρεία επιχείρησης, αφού η εταιρεία εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα των προσώπων αυτών, τα οποία με την παροχή από μέρους τους εγγυήσεων για λογαριασμό της εταιρείας διασφαλίζουν αντίστοιχα και τα δικά τους συμφέροντα κατά θεμιτό ασφαλώς τρόπο, ενώ αλληλένδετη με την ιδιότητα του βασικού μετόχου ή εταίρου είναι η εμφάνιση των προσώπων αυτών ως των ουσιαστικών φορέων της επιχειρηματικής εταιρικής δράσης.
Σε όλες τις περιπτώσεις αυτές, που δεν διαπιστώνεται κατάχρηση κατά τη λειτουργία του εταιρικού θεσμού, διατηρείται αναλλοίωτη και η αυτοτέλεια της εταιρείας ως νομικού προσώπου. Όμως η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων της υποχωρεί όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητάς της χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν οι πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται ή αντιστρόφως όταν οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν.
Η μορφή αυτή κατάχρησης του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο (λ.χ. να παρακάμψει απαγόρευση που τον δεσμεύει ως, φυσικό πρόσωπο) ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο (οπότε θα ανακύπτει και αδικοπρακτική ευθύνη του) ή για να αποφύγει την εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεών του, που δημιουργήθηκαν καθ' υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων του, κριτήρια δε ενδεικτικά μιας τέτοιας κατάχρησης είναι προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του, αφού εξ αιτίας μεν της ελλιπούς χρηματοδότησης ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρείας τους κινδύνους από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθέμιτα και στην περίπτωση της σύγχυσης των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες ή αντιστρόφως επωφελείται η εταιρεία σε βάρος των ατομικών του δανειστών.
Ασφαλώς καταχρηστική είναι και η συμπεριφορά του βασικού μετόχου ή εταίρου που συναλλάσσεται με παρένθετο πρόσωπο την εταιρεία, όταν η εταιρεία δεν έχει εταιρική οργάνωση ή δεν έχει αναπτύξει επιχειρηματική δράση και είναι αυτός στην ουσία που συναλλάσσεται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατάχρησης προσήκει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας ή κατ' άλλη έκφραση η διείσδυση στο υπόστρωμά της και η επέκταση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως η επέκταση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία, ιδιαίτερα όταν οι τρίτοι, που συμβλήθηκαν με την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο της, οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφανιζόμενης σ' αυτούς παραλλαγμένης κατάστασης.
Σε κάθε πάντως περίπτωση η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλειά της, με την έννοια ότι η εταιρεία ή αναλόγως ο βασικός μέτοχος ή εταίρος της παραμένουν οφειλέτες, που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρο (άρθρ. 481 ΑΚ) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρ. 926 ΑΚ) της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος ι οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές με κατεύθυνση είτε από την εταιρεία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο είτε με αντίστροφη κατεύθυνση.
Με διαφορετική άλλωστε εκδοχή, δηλαδή αν αποκλεισθεί η ευθύνη της εταιρείας ή αναλόγως του βασικού μετόχου ή εταίρου της και γίνει δεκτή η ευθύνη του ενός μόνον απ' αυτούς, θα υφίσταται το νομικό παράδοξο να διατηρείται μεν για την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο ο ενοχικός δεσμός από τη συναλλαγή τους, να μην αναδύονται όμως γι' αυτούς έννομες συνέπειες και μάλιστα στην περίπτωση αυτή θα μπορούν να επικαλεσθούν τη μεταφορά (μετακύλιση) των συνεπειών από την εταιρεία στο βασικό μέτοχο ή εταίρο της ή αντιστρόφως από το μέτοχο αυτό ή εταίρο στην εταιρεία και τον αποκλεισμό έτσι της ευθύνης του άλλου, όχι μόνον οι αντισυμβαλλόμενοι, αλλά και τρίτα πρόσωπα ως προς τη συγκεκριμένη συναλλαγή, μολονότι η κάμψη της νομικής προσωπικότητας δεν προϋποθέτει διαπλαστική δήλωση του ενδιαφερομένου, αλλά ως έννομη κατάσταση, που συνεπάγεται αντίστοιχες έννομες συνέπειες, προκύπτει αυτοδικαίως, εφόσον υπάρξει κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας [ΟλΑΠ 2/2013].
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, οι αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν με αυτήν ότι προσλήφθηκαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τη δεύτερη εναγομένη εταιρεία εντός του χρονικού διαστήματος από 8.2.2012 έως 1.9.2015 προκειμένου να απασχοληθούν με τις ειδικότητες που ειδικότερα αναφέρουν και ότι παρείχαν την εργασία τους μέχρις ότου οι συμβάσεις τους έληξαν, κάποιων εξ αυτών λόγω οικειοθελούς αποχώρησης και άλλων λόγω καταγγελίας από την δεύτερη εναγομένη.
Ότι διατηρούν αξιώσεις από τη σύμβαση εργασίας τους [δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Οκτωβρίου και Νοεμβρίου του έτους 2015, αποδοχές αδείας του έτους 2015, δώρο Χριστουγέννων 2015 κλπ] και όσοι απολύθηκαν δια καταγγελίας, αξίωση για καταβολή αποζημιώσεως απολύσεως. Ότι "οι εναγόμενες εταιρείες μαζί με άλλες συγκροτούν τον όμιλο επιχειρήσεων "...", στον οποίο εμφανίζεται ως μητρική εταιρεία η εταιρεία "κέλυφος" "... ..." ενώ στην πραγματικότητα μητρική εταιρεία είναι η πρώτη εναγομένη που μόνη αυτή από όλες τις εταιρείες του ομίλου εμφανίζει δραστηριότητα.
Ότι το 2007 το σύνολο των μετοχών της "... ..." - πρώτης εναγομένης αποκτήθηκε από την ... ... και στα τέλη του 2012 το 51% των μετοχών της ... ... μεταβιβάσθηκε στην κυπριακή εταιρεία ..., μέτοχοι της οποίας είναι υπάλληλοι της ... ... και το υπόλοιπο 49% στην ... ... που είναι θυγατρική κατά 100% της ... .... Ότι το Νοέμβριο του 2008 η πρώτη εναγομένη ίδρυσε την δεύτερη και κατείχε το 100% των μετοχών της, ενώ στις 22.11.2012 το 1% των μετοχών της δεύτερης εναγομένης "... ..." ανήκε στην ... ...
και το 99% στην ... ..., που είναι θυγατρική κατά 100% της ... .... Ότι Πρόεδρος του ΔΣ της δεύτερης "... ..." ήταν ανέκαθεν ο τρίτος εναγόμενος που διετέλεσε μέχρι τον Δεκέμβριο του 2012 Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της "..." μητρικής εταιρείας του ομίλου και συνεχίζει να συμμετέχει στο ΔΣ αυτής χωρίς την παραπάνω ιδιότητα, ενώ είναι και μόνος μέτοχος Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ... ...
και νόμιμος εκπρόσωπος της ... ... και είναι επικεφαλής όλου του ομίλου ..., που τον ελέγχει, καρπώνεται κέρδη από τη δράση του και τον διοικεί, ενώ ειδικότερα τις εναγόμενες εταιρείες διοικεί μέσω αχυρανθρώπων που μετέχουν στο ΔΣ αυτών. Ότι οι δύο εναγόμενες εταιρείες λειτουργούν ως τμήματα της ίδιας ενιαίας επιχείρησης ευρισκόμενες σε διοικητική, λειτουργική και οικονομική ενότητα, ενώ το προσωπικό και των δύο εταιρειών χαρακτηρίζεται με τον τίτλο "εργαζόμενοι του ομίλου ...", χωρίς να γίνεται διαφοροποίηση ανάμεσα στα δύο νομικά πρόσωπα.
Ότι οι ενάγοντες παρείχαν εργασία υπό τις εντολές, οδηγίες και κατευθύνσεις του τρίτου εναγομένου και παρότι είχαν προσληφθεί από την "... ...",την εργασία τους αξιοποιούσε η "...", η οποία παρείχε υπηρεσίες και εκμεταλλευόταν εμπορικά τα προϊόντα των οποίων την ανάπτυξη, τον έλεγχο και την υποστήριξη εκτελούσαν οι ενάγοντες, επωφελούμενη με τον τρόπο αυτο άμεσα από την εργασία τους για την επίτευξη των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων καθώς η "... ...",δεν διέθετε δικά της προϊόντα και υπηρεσίες στην αγορά, ούτε είχε δραστηριότητα ανεξάρτητη από αυτή της "...", αλλά αποτελούσε τμήμα της τελευταίας.
Ότι για τις ανωτέρω αξιώσεις των εναγόντων από τη σύμβαση εργασίας είναι σε ολόκληρο υπεύθυνοι και οι τρείς εναγόμενοι ως εργοδότες, οι μεν δύο εναγόμενες εταιρείες μητρική και θυγατρική που λειτουργούν ως τμήματα της ίδιας ενιαίας επιχείρησης, ο δε τρίτος που διευθύνει , εκπροσωπεί και εκμεταλλεύεται το αποτέλεσμα των εργασιών αμφότερων των εταιρειών και των κερδών από τη δράση τους και χρησιμοποίησε την "... ...", καταχρηστικά ως κέντρο κόστους, επιβαρύνοντάς την με προσωπικό 164 ατόμων και καθιστώντας την εγγυήτρια για δάνεια των τραπεζών ...
και ... σχεδόν 60.000.000 €, χωρίς νά διαθέτει η εταιρεία αυτή την ανάλογη οικονομική δύναμη προς βλάβη των δανειστών της "... ...", στους οποίους συγκαταλέγονται και οι εναγόμενοι". Ακόμη ότι την 22.10.2015 μετά την αποκάλυψη απάτης του οικονομικού ομίλου που τον εμφάνιζε ως οικονομικά ισχυρό με συνέπεια να λαμβάνει μεγάλα δάνεια με πρωτοφειλέτη την ... ...
και εγγυήτρια την "... ...", την 24.10.2015 ανεστάλη η διαπραγμάτευση της μετοχής στο χρηματιστήριο της πρώτης [...], ο τρίτος παραιτήθηκε από τη θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου της και αυτή τέθηκε σε έλεγχο από την Βρετανική Αρχή Χρηματοπιστωτικής Συμπεριφοράς, ενώ την 25.10.2015 αποφασίσθηκε από το ΔΣ της εγγυήτριας "... ...",να κινηθεί η διαδικασία πτώχευσης και την 6.11.2015 για πρώτη φορά δεν καταβλήθηκαν στους αναιρεσείοντες οι αποδοχές του Οκτωβρίου του 2015 λόγω οικονομικής αδυναμίας, όπως τους ανακοινώθηκε.
Περαιτέρω, ότι νομική βάση της ευθύνης των εναγομένων πλην της "... ...", κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, είναι η άρση της νομικής αυτοτέλειας του νομικού προσώπου λόγω κατάχρησης του θεσμού της εταιρείας. Όμως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται η αγωγή με το πιο πάνω περιεχόμενο είναι μη νόμιμη όσον αφορά τον τρίτο εναγόμενο φυσικό πρόσωπο, διότι δεν θεμελιώνεται ευθύνη του με βάση τις διατάξεις περί άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου.
Συνεπώς, το Μονομελές Εφετείο, το οποίο έκρινε μη νόμιμη την αγωγή ως προς τον τρίτο εναγόμενο και απέρριψε τον λόγο της έφεσης κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, αφού αφενός δεν συνιστά κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας ,παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, η επιλογή από τον τρίτο εναγόμενο κεφαλαιουχικής εταιρείας ,όπως είναι η ανώνυμη, για την άσκηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, αφού κατ' αυτόν τον τρόπο εξυπηρετείται ο σκοπός της απορρόφησης των δυσμενών συνεπειών αυτής, ούτε η παροχή εγγυήσεων εκ μέρους του υπέρ της εν λόγω εταιρείας ούτε ότι ο ίδιος ήταν ο ουσιαστικός φορέας της επιχειρηματικής της δράσης, αφετέρου τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες περί οικονομικής ζημίας της δεύτερης εναγομένης, την οποία ηθελημένα προκάλεσε για να καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας τους και να μην καταβάλει τις αποδοχές των δύο τελευταίων μηνών είναι αόριστα και αντιφατικά και δεν πληρούν το πραγματικό των ως άνω διατάξεων, γι αυτό ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση, του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την. εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο .περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 319/2017, 1420/2013, 1703/2009, 1202/2008).
Περαιτέρω, ο όμιλος εταιρειών [βλ. άρθρο 42Ε παρ.5 ν. 2190/20 και οδηγία 94 - 145/ΕΚ του Συμβουλίου της 22.9.1994] χαρακτηρίζεται από κοινή διεύθυνση, κοινή οικονομική πολιτική, κοινή χρηματοδότηση, δηλ. κοινά οικονομικά συμφέροντα. Ενώ συντίθεται από πολλά αυτοτελή νομικά πρόσωπα, αποτελεί μια οικονομική ενότητα. Ο όμιλος εταιρειών κατά το ελληνικό δίκαιο δεν μπορεί να θεωρηθεί, όμως, ενιαίος εργοδότης, έτσι που για διάφορα δικαιώματα του μισθωτού [μισθοί, αποζημιώσεις κλπ] να είναι υπεύθυνες όλες οι εταιρείες ανεξαρτήτως του ποια εταιρεία τον απασχολεί σε κάθε συγκεκριμένη χρονική στιγμή [ΑΠ 10/2018, 650/1982]. Έτσι, επί ομίλου εταιρειών, πού έχουν κοινά οικονομικά συμφέροντα, ακόμη και στην περίπτωση που η σύμβαση εργασίας του μισθωτού καταρτίσθηκε σε μία από τις εταιρείες του ομίλου και η αξιοποίηση της εργασίας του γίνεται και από άλλες εταιρείες, του ιδίου ομίλου, εργοδότης παραμένει, η αντισυμβαλλομένη του μισθωτού εταιρεία, η οποία ασκεί διευθυντικό έλεγχο επί της εργασίας του και ευθύνεται για την πληρωμή των πάσης φύσεως αποδοχών του [ΑΠ 10/2018, 1222/2003].
Στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη "οι δύο εναγόμενες εταιρείες ανήκουσες στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων, περίπου λειτουργούσαν στις ίδιες κτιριακές μέχρι τον Φεβρουάριο του 2013 εγκαταστάσεις στο ...
επί της οδού ..., ενώ στη συνέχεια η πρώτη εναγομένη εταιρεία ...μετέφερε την έδρα της και την δραστηριότητά της στην οδό ... και .... Η εταιρεία "... κλπ"... δημιουργήθηκε κυρίως με σκοπό την παροχή υπηρεσιών στην κινητή τηλεφωνία, ενώ η "... κλπ......"..... ασκούσε επιχείρηση πληροφορικής, παρείχε υπηρεσίες internet, ανέπτυσσε λογιστικές εφαρμογές και λογισμικά προγράμματα.
Κάθε μία από τις δύο εταιρείες είχε το δικό της προσωπικό, το οποίο μισθοδοτούσε μόνο αυτή....Τόσο πριν όσο και μετά την μετακίνηση της πρώτης εναγομένης στις εγκαταστάσεις της οδού ... το 2013 οι δύο εταιρείες συνεργάζονταν επί τη βάση συμφωνιών για την υλοποίηση των οποίων ήταν απαραίτητη η σύμπραξη των υπαλλήλων τους, η οποία όμως γινόταν στο πλαίσιο εκτέλεσης των συμβατικών τους υποχρεώσεων, που ανέλαβε η εταιρεία που τους προσέλαβε - εργοδότης τους, και όχι επειδή οι εργαζόμενοι παρείχαν υπηρεσίες και στις δύο εταιρείες.
Μετά το έτος 2013 μάλιστα υπήρχε συνεργασία μεταξύ των εταιρειών σε παροχή υπηρεσιών στην οποία περιλαμβάνονταν και τεχνική υποστήριξη από την "......" στην εταιρεία "......", στις εγκαταστάσεις της οποίας στην οδό ... στο ... είχε στείλει προσωπικό της που βρισκόταν εκεί διαρκώς για να παρέχει τεχνική υποστήριξη.
Οι ενάγοντες μετά το 2013 συνεργαζόταν με υπαλλήλους της "... κλπ..." και εν γένει εκτελούσαν τα καθήκοντά τους με εντολές του τρίτου εναγομένου....... ο οποίος ασκούσε το διευθυντικό δικαίωμα ως νόμιμος εκπρόσωπος της μόνης εργοδότριάς τους εταιρείας "......κλπ" και διακριτικό τίτλο "..." και προς το συμφέρον αυτής και ποτέ ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης εταιρείας, η οποία δεν υπήρξε εργοδότης τους,.....και ουδεμία ευθύνη φέρει από οποιαδήποτε αιτία για την ικανοποίηση των αξιώσεών τους...
ούτε εξάλλου αποδείχθηκε η ιδιότητα της μητρικής εταιρείας της πρώτης εναγομένης εταιρείας και της θυγατρικής της της δεύτερης, αφού ούτε μέτοχος είναι η πρώτη της δεύτερης, ούτε αποδείχθηκε ότι ασκεί σ' αυτήν οποιονδήποτε έλεγχο με οποιονδήποτε τρόπο. Τέλος οι δύο εταιρείες είναι σαφώς διακεκριμένες, αφού διοικούνται από διαφορετικά Δ.Σ., έχουν διαφορετική έδρα, άλλη δραστηριότητα, ξεχωριστό προσωπικό και διαφορετικό λογιστήριο - λογιστική οργάνωση και δεν πρόκειται για μία ενιαία επιχείρηση, ώστε οι υπάλληλοι που προσελήφθησαν από τη μία εταιρεία να μην έχουν εργοδότη και τη δεύτερη".
Με αυτές τις παραδοχές η προσβαλλομένη απόφαση ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις εφαρμοζόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ , αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες διαχωρίζει τη νομική προσωπικότητα των εναγομένων εταιρειών ως αυτοτελών φορέων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και τη σχέση εργοδότη - εργαζομένου, καταλήγοντας ότι εργοδότρια των εναγόντων και υπεύθυνη για τις απαιτήσεις από τη σύμβαση εργασίας τους είναι μόνον η δεύτερη εναγομένη, που τους προσέλαβε.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αιτίαση της ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 914 και 932 ΑΚ, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το αίτημά τους για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης, πού υπέστησαν από την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας τους εκ μέρους της ... ... χωρίς την καταβολή των αποδοχών και των νομίμων αποζημιώσεων απολύσεώς τους. Επειδή κατά το άρθρο μόνο παρ. 1 του α.ν. 690/1945 ανάγεται σε ποινικό αδίκημα η παράλειψη του εργοδότη να εκπληρώσει την υποχρέωσή του από τη σχέση εργασίας προς πληρωμή του μισθού, σε περίπτωση καθυστερήσεως ή μη καταβολής οφειλομένων νομίμων αποδοχών και δεν παρέχεται στον υπάλληλο αγωγή αποζημιώσεως από αδικοπραξία, αλλά ευθεία αγωγή από το νόμο για την πληρωμή των αποδοχών αυτών (ΑΠ 259/1981), σε περίπτωση δε καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και μη εκπληρώσεως εκ μέρους του εργοδότου των ενοχικών υποχρεώσεων, που τον βαρύνουν, όπως είναι η καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών, δεν αποτελεί καθ' εαυτό αδίκημα, ούτε προσβολή προσωπικότητας του εργαζομένου (ΑΠ 983/2009, ΑΠ 1540/2006). Η προσβαλλομένη απόφαση, που έκρινε το σχετικό αίτημα μη νόμιμο και απέρριψε τον λόγο της έφεσης ορθά εφάρμοσε το νόμο, γι' αυτό και ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας των στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις [άρθρα 176, 180 παρ.1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει τον χωρισμό της δίκης ως προς τους 3°, 15°, 24°, 31η, 32°, 33°, 40°, 54η, 55° και 62η των αναιρεσειόντων.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς αυτούς.
Απορρίπτει την από 30.12.2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 69/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες, ως προς του οποίους απορρίπτεται η αναίρεση τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων [1800] ευρω.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ