Legislator Case Law & Legislation
411/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor dispute judgments for vague grounds violating procedural rules.

Case Number 411/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against labor court judgments regarding employment disputes at Carrefour stores. The appellant argued that the lower courts violated legal principles and common sense by weighing witness testimonies unevenly, but the court found these grounds inadmissible. The court ruled that the appeal lacked specificity regarding which legal principles were breached and that the contested issues involved evidence evaluation, which is not reviewable on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on vague allegations of violated legal principles or common sense is inadmissible because it fails to specify the exact principles breached and does not challenge reviewable questions of evidence evaluation.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal grounds vague legal principles evidence evaluation review common sense violation procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 523(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 411 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 411/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΦΑΓΕ Ελλάδας Βιομηχανία Γάλακτος Μονοπρόσωπη Α.Ε." πρώην "ΦΑΓΕ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στη Μεταμόρφωση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Λινάρδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Φ. του Η., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δρακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/10/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 121/2019 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρία με την από 20/1/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. α) Ο από το άρθρο 559 αριθμό 14 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως. Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 523 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, εάν κατά της αυτής αποφάσεως ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις και η μία από αυτές είναι εμπρόθεσμη και παραδεκτή, ενώ η άλλη είναι εκπρόθεσμη, η τελευταία, εφόσον αφορά τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την άλλη έφεση ή συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, ισχύει ως αντέφεση, χωρίς να απαιτείται προς τούτο ειδικό αίτημα, αφού και η αντέφεση, αποβλέπουσα στο ίδιο, για τον ασκήσαντα εκπρόθεσμη έφεση εκκαλούντα, αποτέλεσμα, δεν χρειάζεται διαφορετικό αίτημα από εκείνο της έφεσης.

Θα πρέπει όμως να αναφέρεται στα κεφάλαια της απόφασης που έχουν εκκληθεί με την έφεση του αντιδίκου ή σε αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα κεφάλαια, δηλαδή η άσκησή της πρέπει να βρίσκεται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού με την άσκησή της δεν μεταβιβάζεται στο σύνολό της η υπόθεση στο Εφετείο, αλλά μόνο κατά τα διαγραφόμενα με την έφεση όρια.

Ως κεφάλαια δε κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι οριστικές διατάξεις της εκκαλουμένης πρωτοβάθμιας απόφασης που ενάγονται σε αυτοτελείς, αιτήσεις για παροχή έννομης προστασίας. Ως αναγκαίως δε συνεχόμενα προς τα εκκληθέντα κεφάλαια, θεωρούνται οι διατάξεις της εκκαλουμένης απόφασης, οι οποίες, έχουν τέτοια συνάφεια με τις εκκληθείσες, είτε γιατί αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα, είτε γιατί πηγάζουν από την αυτήν ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσδιορίζουν το περιεχόμενο εκείνων, έτσι ώστε τυχόν διάφορη επί των "συνεχομένων" αυτών κεφαλαίων κρίση του Εφετείου από εκείνη της πρωτόδικης απόφασης, να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων(ΑΠ 173/2018, ΑΠ 1322/2018, ΑΠ 978/2014, ΑΠ 684/2013, ΑΠ 1094/2009, ΑΠ 212/2006, ΑΠ 238/2001).

β). Περαιτέρω η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο, ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, καθόσον η μεν υπερεργασία περιορίζεται στις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδος και δεν επεκτείνεται και στις ημέρες ανάπαυσης (Κυριακή ή άλλη ημέρα ανάπαυσης, ή το Σάββατο ως έκτη ημέρα λόγω πενθημέρου) κατά τις οποίες τυχόν εργάστηκε ο μισθωτός, αφού η εργασία κατά τις ημέρες αυτές ρυθμίζεται αυτοτελώς, γεγονός που ισχύει και για την υπερωριακή απασχόληση.

Εξάλλου η παροχή εργασίας κατά το Σάββατο (ως 6η ημέρα) ότι υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (Δευτέρα έως και Παρασκευή), των 8 ωρών ημερησίως και των 40 συνολικά εβδομαδιαία, εκούσια ή εξαναγκασμένη είναι άκυρη και δημιουργεί απαίτηση του μισθωτού κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού για την απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη. (ΑΠ 506/2017).

2. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπό κρίση δίκης (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 1-10-2014 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εκτίθεται ότι η τελευταία, η οποία έχει ως αντικείμενο την πώληση γαλακτοκομικών ειδών και φυσικών χυμών, προσέλαβε τον ενάγοντα την 22-6-1992 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι το έτος 2001 μετατέθηκε από τη Θεσσαλονίκη, όπου εργαζόταν, στην Καλαμάτα, εκεί δε ότι εργάστηκε ως επιθεωρητής πωλήσεων, με καθήκοντα την προώθηση και πώληση αποκλειστικά προϊόντων της εναγόμενης, τη λήψη παραγγελιών, την επίσκεψη παλαιών και νέων πελατών και την επιμέλεια της ομαλής διανομής των προϊόντων της εναγόμενης στους νομούς Μεσσηνίας, Λακωνίας, Αρκαδίας, Ηλείας και Αργολίδας, έως την 19-7-2011, οπότε και απολύθηκε.

Ότι σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης εργασίας του, ήταν υποχρεωμένος να εργάζεται 40 ώρες την εβδομάδα, από τη Δευτέρα έως και την Παρασκευή, από τις 07:00 έως τις 15:00, έναντι μηνιαίου μισθού, ο οποίος ανερχόταν στα ποσά που εκεί αναφέρονται για κάθε έτος εργασίας του στην εναγομένη. Επίσης ότι παρά την συμφωνία αυτή, αυτός εργαζόταν στην πραγματικότητα 6 ημέρες την εβδομάδα, από τη Δευτέρα έως και το Σάββατο, καθώς και ότι για 2 ημέρες εντός του συμφωνηθέντος πενθημέρου εργασίας του, εργαζόταν από τις 05:00 έως τις 19:00, οπότε παρείχε την εργασία του για 64 ώρες από τη Δευτέρα έως και την Παρασκευή και 12 ώρες το Σάββατο.

Ότι, παρά το γεγονός ότι εργαζόταν πλέον του συμφωνηθέντος με την εργασιακή του σύμβαση χρόνου, η εναγόμενη εργοδότρια του δεν του κατέβαλε τα επιπλέον χρηματικά ποσά που δικαιούτο. Ειδικότερα ότι του οφείλεται ως αμοιβή 1) για υπερεργασιακή και παράνομη υπερωριακή του απασχόληση των ετών 2006-2011 (ήτοι μέχρι 19-7-2011) το ποσό των 165.888,31 ευρώ νομιμότοκα κατά τις εκεί διακρίσεις σύμφωνα με την σύμβαση και τον νόμο, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού 2) για την εργασία του κατά τα Σάββατα του ίδιου άνω χρονικού διαστήματος το ποσό των 60.050,56 ευρώ επίσης νομιμότοκα κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και 3) για αμοιβή του από αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση των ετών αυτών λόγω της εργασίας του κατά το Σάββατο, το ποσό των 30.025,28 ευρώ, νομιμότοκα, σύμφωνα με την σύμβαση και τον νόμο, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Ζήτησε δε μετά από παραδεκτή μετατροπή εν μέρει του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 17.273,36 ευρώ νομιμότοκα, καθώς επίσης και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της να του καταβάλει το ποσό των 238.690,79 ευρώ επίσης νομιμότοκα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, με την 11/2017 απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμο το αγωγικό αίτημα περί αμοιβής του ενάγοντα από την αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση(ρεπό) για την εργασία του κατά την ημέρα του Σαββάτου κατά αμφότερες τις βάσεις του και το αίτημά του ως προς την αμοιβή του για την εργασία του κατά τα Σάββατα ως ουσιαστικά αβάσιμο, έκανε στη συνέχεια εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη μόνο κατά το κεφάλαιό της, που αφορούσε αμοιβή του για υπερεργασία και παράνομη υπερωριακή του απασχόληση και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα για τις αιτίες αυτές, το ποσό των 14.570,09 ευρώ, και αναγνώρισε επίσης την υποχρέωσή της να του καταβάλει το ποσό των 133.234,90 ευρώ νομιμότοκα κατά τις εκεί διακρίσεις.

Κατά της οριστικής αυτής απόφασης ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις τόσο από τον ήδη αναιρεσίβλητο- ενάγοντα, με την οποίαν αυτός την προσέβαλε, κατά το μέρος της που απέρριψε την αγωγή του για αμοιβή του κατά τα Σάββατα των άνω ετών εργασίας του, ζητώντας να γίνει δεκτή η αγωγή του κατά το κεφάλαιο αυτό, όσο και από την αναιρεσείουσα- εναγομένη, με την οποία παραπονείτο ότι κακώς έγινε εν μέρει δεκτό το αίτημα του ενάγοντα για αμοιβή του από υπερεργασία και παράνομη υπερωριακή του απασχόληση των άνω ετών, ζητώντας την καθ'ολοκληρίαν απόρριψη του κονδυλίου αυτού.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του αναιρεσίβλητου-ενάγοντος, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, ενώ απέρριψε ως απαράδεκτη, την έφεση της αναιρεσείουσας-εναγομένης, με την αιτιολογία ότι αυτή είχε ασκηθεί μετά την πάροδο της προβλεπόμενης από το άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, τριακονθήμερης προθεσμίας, από την επίδοση της εκκαλουμένης, καθώς και ότι δεν μπορεί να ισχύσει ως αντέφεση, καθόσον δεν αναφέρεται στα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση του αντιδίκου της, ή σε κεφάλαια που συνέχονται αναγκαία με αυτά και το περιεχόμενό τους βρίσκεται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης.

Ειδικότερα ότι με την έφεση του ενάγοντος προσβάλλεται το κεφάλαιο της εκκαλουμένης απόφασης, με το οποίο απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημά του περί απασχολήσεώς του και κατά την ημέρα του Σαββάτου και της μη καταβολής αμοιβής για την παρασχεθείσα κατά την ημέρα αυτή εργασία του, ενώ με την εκπροθέσμως ασκηθείσα από την εναγομένη έφεση προσβάλλονται τα κεφάλαια της εκκαλουμένης, με τα οποία επιδικάστηκε αμοιβή στον ενάγοντα για πραγματοποιηθείσα υπερεργασία και υπερωρίες, κεφάλαια όμως που δεν συνέχονται αναγκαστικά με το προσβαλλόμενο με την έφεση του ενάγοντα κεφάλαιο και δεν βρίσκεται εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσής του.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 1 μείζονα σκέψη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 522 και 523 ΚΠολΔ και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ. Ειδικότερα διότι σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 1β' μείζονα σκέψη, η εργασία του ενάγοντος κατά το Σάββατο, ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, η εργασία του κατά την ημέρα αυτή ρυθμίζεται αυτοτελώς και αποζημιώνεται κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και επομένως το κεφάλαιο αυτό της αγωγής του, για την μη καταβολή αμοιβής για την παρασχεθείσα κατά την ημέρα αυτή εργασίας του, που απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμο και προσβλήθηκε με την έφεσή του, δεν συνέχεται αναγκαστικά με τα προσβαλλόμενα με την εκπρόθεσμη έφεση της εναγομένης κεφάλαια της υπερεργασίας και παράνομης υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντα και δεν βρίσκεται εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσής του(ενάγοντα).

Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας- εναγομένης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

3. Περαιτέρω ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το Δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του Δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).

Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ρητά για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1413/2010), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει "εκ του πράγματος", με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1014/2010), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 98/2020, ΑΠ 656/2016).

Για να είναι ορισμένος συμφώνως προς τις εν λόγω διατάξεις ο προαναφερόμενος εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο και ότι έχει γίνει νομίμως επίκληση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας του ισχυρισμού, ως προς τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι, ενώ ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν ελήφθη υπ` όψιν από το δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή ν` αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αν δε, συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ.

α`- γ` της παρ. 2 του άρθρου 562 να εκτίθεται στο αναιρετήριο ο λόγος αυτός (ΑΠ 275/2015, ΑΠ 442/2015, ΑΠ 391/2015). Περαιτέρω υπό το ισχύον επί αγωγών και ενδίκων μέσων κατατιθεμένων μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2015 δικονομικό καθεστώς (άρθρο ένατο παρ. 2 Ν. 4335/2015), συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1 εδ. β`, 664 επ., 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1δ` ΚΠολΔ, ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, προφορικά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται δηλονότι, σε κάθε περίπτωση, προφορική πρόταση των ισχυρισμών που, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις.

Εξάλλου, υπό το προαναφερόμενο δικονομικό καθεστώς, που εφαρμόζεται εν προκειμένω ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αγωγής (1-10-2014), συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ ότι δεν είναι παραδεκτή στην κατ` έφεση δίκη η προβολή πραγματικών ισχυρισμών, οι οποίοι δεν έχουν προταθεί παραδεκτώς πρωτοδίκως, εκτός εάν προτείνονται από τον εφεσίβλητο προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως και δεν μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, ή έχουν γεννηθεί μετά την τελευταία συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπ` όψιν ή δεν έχουν προβληθεί από δικαιολογημένη αιτία ή αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου, και ότι την συνδρομή μιας των εν λόγω περιπτώσεων οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων τους νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, εκτός εάν πρόκειται περί ισχυρισμών λαμβανομένων αυτεπαγγέλτως υπ` όψιν, ενώ, εάν είναι εκκαλών, η εν λόγω επίκληση πρέπει να γίνει με το εφετήριο ή το δικόγραφο προσθέτων λόγων ή με τις προτάσεις, εφ` όσον η διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση, επιτρέπει να προτείνονται οι πρόσθετοι λόγοι και με τις προτάσεις, όπως η διαδικασία των εργατικών διαφορών συμφώνως προς την ισχύουσα υπό το προαναφερόμενο δικονομικό καθεστώς διάταξη του άρθρου 674 παρ. 1 ΚΠολΔ.

4. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παρέλειψε να εξετάσει τους προταθέντες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και παραδεκτώς επαναφερθέντες ενώπιόν του ως λόγους εφέσεως και με τις προτάσεις της προς αντίκρουση της εφέσεως του αντιδίκου της ισχυρισμούς της, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη α) την ένσταση εκκρεμοδικίας λόγω μη τελεσιδικίας της 140/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας και άσκηση της υπό κρίση αγωγής και β) την επικουρικά ασκηθείσα ένσταση παραγραφής, όσον αφορά τις αξιώσεις του ενάγοντος για την εργασία του κατά τις ημέρες του Σαββάτου, που παρείχε κατά τα έτη 2006 έως 2008.

Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του είναι απαράδεκτος, καθόσον ναι μεν η αναιρεσείουσα επικαλείται παραδεκτή προβολή του εν λόγω ισχυρισμού, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με καταχώρισή του στα πρακτικά συνεδρίασής του, και επικαλείται και επαναφορά του, κατά νόμιμο τρόπο, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, όμως από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη της με αριθμό 11/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, ήτοι του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η εν λόγω ένσταση εκκρεμοδικίας του αναιρεσείοντος, λόγω μη τελεσιδικίας της άνω 140/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας και άσκηση της υπό κρίση αγωγής πριν την τελεσιδικία αυτή, απορρίφθηκε απ'αυτό με την αιτιολογία ότι δεν θεωρείται ανεπίτρεπτη η άσκηση της υπό κρίση αγωγής, εφόσον δεν έχει τελεσιδικήσει η άνω 140/2014 απόφαση, κατά δε της απορριπτικής αυτής διάταξής του, δεν άσκησε έφεση η αναιρεσείουσα με σχετικό λόγο, καθόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση της άνω αναφερθείσας εκπρόθεσμης έφεσής της, δεν υπήρχε τέτοιος μεταξύ των λόγων της, ούτε εξάλλου από την επισκόπηση των προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι επαναφέρθηκε νόμιμα ο ισχυρισμός της αυτός περί εκκρεμοδικίας προς αντίκρουση της έφεσης του αντιδίκου της, ώστε να μπορεί να κριθεί από αυτό, αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός.

Όσον αφορά δε την αιτίαση, ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο ο επικουρικά προβαλλόμενος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί παραγραφής των ενδίκων άνω αναφερθέντων αξιώσεων του ενάγοντος, είναι απαράδεκτος, κατ` άρθρο 562 παρ. 2 KΠολΔ, καθόσον από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, [προκειμένης διαφοράς εκδικαζόμενης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, όπως ίσχυαν οι διατάξεις αυτές κατά τον χρόνο κατάθεσης της ένδικης αγωγής (άρθρο ένατο παρ. 2 Ν. 4335/2015), ήτοι 1-10-2014],δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε νομίμως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προφορικά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο ούτε καταχωρίσθηκε σ'αυτά σχετικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας.

Εξάλλου από την επισκόπηση της πρωτοβάθμιας άνω απόφασης προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την επικουρικά προτεινόμενη (απαράδεκτα) με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένσταση παραγραφής, ως μη νόμιμη, και κατά της απόρριψης αυτής δεν άσκησε έφεση ενώπιον του Εφετείου, ούτε εξάλλου από την επισκόπηση των προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι επαναφέρθηκε νόμιμα ο ισχυρισμός της αυτός περί παραγραφής προς αντίκρουση της έφεσης του αντιδίκου της, ώστε να μπορεί να κριθεί από αυτό, αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός.

Επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του είναι απορριπτέος.

5. Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως όπως προαναφέρθηκε, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί, που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).

Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ρητά για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1413/2010), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει "εκ του πράγματος", με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1014/2010), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 98/2020, ΑΠ 656/2016).

Εξάλλου ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 892/2019, ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1632/2007, ΑΠ 669/2007, ΑΠ 1654/2007).

6. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αίτησης κατά το τρίτο μέρος του, επίσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, δεν εξέτασε 1) τον ισχυρισμό του περί ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής λόγω μη επίκλησης από τον αντίδικό της εντολής, 2) τον ισχυρισμό της περί απόσβεσης δικαιώματος του ενάγοντος από τις επίδικες αξιώσεις, καθώς και 3)τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός του, ισχυρισμούς δηλαδή που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διότι η τυχόν παραδοχή εκάστου εξ αυτών θα οδηγούσε στην συνολική απόρριψη της αγωγής του αντιδίκου της.

Ότι τους ισχυρισμούς αυτούς παραδεκτά επανέφερε κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου προς αντίκρουση της εφέσεως του ενάγοντος. Ο λόγος αυτός κατά το τρίτο μέρος του είναι απαράδεκτος σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα με αριθμό 5 μείζονα σκέψη, και δη όσον αφορά τον πρώτο από τους άνω ισχυρισμούς διότι δεν αποτελεί "πράγμα", αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, όσον αφορά δε στους άλλους, διότι στην προκειμένη περίπτωση, που το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, έπρεπε να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι παραδοχές της προσβαλλομένης, καθόσον από τις παραδοχές της προκύπτει, εάν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς "εκ του πράγματος", με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τους συγκροτούν, ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τους απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό (από τις παραδοχές της), ότι όντως τους απέρριψε.

7. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 42/2002).

Ειδικότερα για τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται μνεία στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευσή της κάθε μιας από αυτές, πλην του ότι γι` αυτές τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Όσον αφορά τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον βέβαια, δεν λήφθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη.

Στην περίπτωση αυτή αρκεί να βεβαιώνεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται καμμιά αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης (ΑΠ 248/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1633/2009, ΑΠ 227/2008, ΑΠ 338/2007). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, εάν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν και καταθέσεις μαρτύρων που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, καθώς επίσης και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, έστω και αν λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει, εκτός αν αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη.

8. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τις με επίκληση προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις από αυτήν, προς απόδειξη των ισχυρισμών της περί σιωπηρής παραίτησης του ενάγοντος των επιδίκων αξιώσεών του, άλλως της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός του και συνακόλουθα και της αναγκαστικής σύνδεσης των κεφαλαίων, της ως αντέφεσης ληφθεισομένης εκπρόθεσμης έφεσής του, με τα εκκληθέντα κεφάλαια με την έφεση του ενάγοντος, και επέκεινα την απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης στο σύνολό της.

Ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τις με αριθμούς 23366/15-3-2012, 14294/16-3-2012 και 10134/19-3-2012 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Γ. Ζ., ενώπιον του Σ/φου Ιωαννίνων Θωμά Λέκκου, Κ. Τ. ενώπιον του Σ/φου Κοζάνης Ιωάννη Κοτσόπουλου και Θ. Μ. ενώπιον του Σ/φου Καλαμάτας Παναγιώτη Δουλλουμάκη αντίστοιχα. Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη "και τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια", καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν στο πλαίσιο άλλης πολιτικής δίκης του ενάγοντα κατά της εναγομένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας και δη για να χρησιμοποιηθούν ως ένορκες βεβαιώσεις κατά την συζήτηση της από 31-10-2011 (αριθ.

κατ. 220/2011) προηγούμενης αγωγής του, επί της οποίας εκδόθηκε η 140/2014 απόφαση του άνω δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του ενάγοντος ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και στην συνέχεια ασκήθηκε η ένδικη αγωγή και οι οποίες (ένορκες αυτές βεβαιώσεις προηγούμενης δίκης) είναι έγγραφα και λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια και δεν χρειάζεται να κάνει ειδική μνεία αυτών το δικαστήριο, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωσή του, ότι έλαβε υπόψη " τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια".

Επομένως ο τρίτος λόγος της αίτησης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

9. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Με τη διάταξη του δε του ίδιου άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

β του ΚΠολΔ ορίζεται περαιτέρω ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 737/2008, ΑΠ 1300/2006, ΑΠ 1207/2005, ΑΠ 320/2003). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Τέλος από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 552 και 553 παρ.1 του ΚΠολΔ, η πρώτη των οποίων ορίζει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, η δεύτερη των οποίων ορίζει ότι με αναίρεση μπορεί να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων και η τρίτη των οποίων ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, συνάγεται ότι, εάν η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν μεταβιβάσθηκε στο σύνολό της στο εφετείο για το λόγο ότι δεν ασκήθηκε αντίθετη έφεση (ή αντέφεση) κατά το μη προσβληθέν μέρος της από τον έχοντα έννομο συμφέρον ηττηθέντα πρωτοδίκως κατά το μέρος αυτό διάδικο, σε αναίρεση υπόκειται από τον διάδικο αυτό τόσο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ως προς τις διατάξεις της που αναφέρονται στα μεταβιβασθέντα με την έφεση κεφάλαια, όσο και η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς τις οριστικές της διατάξεις (κεφάλαια) που δεν μεταβιβάσθηκαν στο Εφετείο με έφεση ή αντέφεση (ΑΠ 668/2019, ΑΠ 820/2017, ΑΠ 634/2017, ΑΠ 306/2009, ΑΠ 1565/2001).

Για το παραδεκτό όμως της σχετικής αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτήν πλήττεται η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ.1 και 566 παρ.2 ΚΠολΔ, η αναίρεση να στρέφεται και κατά της απόφασης αυτής και επί πλέον να κατατίθεται το δικόγραφο της αναίρεσης και στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που εξέδωσε την συμπροσβαλλόμενη οριστική απόφαση (ΑΠ 634/2017, ΑΠ 306/2009). 10.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγους αναίρεσης, αποδίδεται στην παραδεκτά (σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ.1 και 566 παρ.2 ΚΠολΔ) συμπροσβαλλομένη πρωτοβάθμια απόφαση 11/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, η από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι "παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 156, 173 και 174 ΑΚ με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε εσφαλμένη κρίση περί του σαφούς ή του ασαφούς της δήλωσης παραίτησης του αντιδίκου της και να ερμηνεύσει εσφαλμένα το περιεχόμενο της δικαιοπρακτικής δήλωσης βούλησης του σε σχέση με την παραίτησή του από τις ένδικες αξιώσεις....ότι είναι προφανώς αντίθετο με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής ένα διευθύνον στέλεχος της εταιρίας να χορηγήσει συστατική επιστολή προς απολυμένο εργαζόμενο εάν διατηρεί έστω και την παραμικρή αμφιβολία ότι ο απολυθείς πρόκειται να υπάρξει αντίδικος της εταιρίας ή πρόκειται να την σύρει στα δικαστήρια....

Επίσης τα διδάγματα της κοινής πείρας υπαγορεύουν τα εξής συμπεράσματα..........1) ότι ο ενάγων διαβεβαίωσε ρητά τον πρώην εργοδότη ότι δεν διατηρεί καμιά αξίωση από την καταγγελθείσα σύμβαση.....2)ότι ο εναγόμενος εργοδότης, λόγω προφανώς της ανωτέρω ρητής παραίτησης......δεν διατηρούσε την παραμικρή αμφιβολία ότι ο ενάγων δεν διατηρεί παράπονα και αξιώσεις έναντι της εταιρίας....3) ότι ο εμπορικός διευθυντής χορήγησε την συστατική επιστολή με τις θερμές συστάσεις διατηρώντας την παραπάνω πεποίθηση, επειδή είχε λάβει την σαφή δήλωση του εργαζομένου περί της παραίτησής του......

η ορθή κρίση στην οποία θα έπρεπε να οδηγούν οι πραγματικές παραδοχές του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είναι ότι ο αντίδικος έλαβε αφού εισέπραξε, χωρίς να διατηρήσει καμιά επιφύλαξη, την αποζημίωσή του, δήλωσε σαφώς και ρητώς ότι δεν διατηρεί καμιά άλλη αξίωση......" (τέταρτος λόγος), ότι "δεχόμενο τους ισχυρισμούς του ενάγοντος ότι εργαζόταν δύο φορές εβδομαδιαίως από ώρα 5.00 πμ μέχρι 19.00 μμ προκειμένου να μεταβαίνει εκτός έδρας στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης λόγω ελαττώματος του αποδεικτικού συλλογισμού στην σχέση των αποδεικτικών λόγων προς το αποδεικτικό πόρισμα(πέμπτος λόγος) και ότι "οι ώρες εργασίας του αποδεικνύονται κυρίως από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα.....ότι όλες οι καταθέσεις έχουν ληφθεί από πρόσωπα τα οποία εργάζονταν κατά την επίδικη περίοδο σε καταστήματα της αλυσίδας σούπερ μάρκετ Carrefour Μαρινόπουλος σε θέσεις προϊσταμένων ή και σε διευθυντικές θέσεις και έχουν συνεργαστεί επαγγελματικά με τον ενάγοντα......οι δε δεύτερη και τρίτη ως επιθεωρητές πωλήσεων της εναγομένης με περιοχές ευθύνης στην βόρεια Ελλάδα, λόγω της προφανούς σχέσης εργασιακής και οικονομικής εξάρτησης όλων των ανωτέρω μαρτύρων από την εναγομένη.....

προσέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος, έναντι των καταθέσεων των μαρτύρων της εναγομένης...., παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και συγκεκριμένα " αυτό βάση του οποίου η σύνταξη των ενόρκων βεβαιώσεων γίνεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του διαδίκου....

Έτσι είναι κοινό φαινόμενο οι ένορκες βεβαιώσεις πολλές φορές να παρουσιάζουν ίδια διατύπωση με τους ισχυρισμούς των διαδίκων , χωρίς αυτό να στερεί από την κατάθεση την ειλικρίνεια και την βάση της αλήθειας"(έκτος λόγος). Οι λόγοι αυτοί, πρέπει ν` απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφενός μεν λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα κοινής πείρας εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ή ποιά συγκεκριμένα διδάγματα κοινής πείρας παραβιάστηκαν ή δεν χρησιμοποιήθηκαν, για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, (δεν αναφέρει καν τον κανόνα δικαίου στον έκτο λόγο), και ποιά έννοια προσδόθηκε στον κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε(τέταρτο λόγο) από το δικαστήριο της ουσίας και ποιά είναι η ορθή έννοια κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ούτε επίσης διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι επικαλούμενες παραβιάσεις, πλην της παράθεσης, σ` αυτό, περιορισμένων και κατ` επιλογή της αναιρεσείουσας αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, σε ορισμένα φύλλα της και του κατά την εκδοχή της (αναιρεσείουσας) πραγματικού της μέρους, αφετέρου δε διότι ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι και διότι τα περιστατικά, τα οποία διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, για τη θεμελίωσή τους, δεν αποτελούν ζητήματα, αλλά αξιολόγηση των αποδείξεων, εκ μέρους της αναιρεσείουσας και επιχειρήματά της, ώστε με το πρόσχημα των επικαλουμένων πλημμελειών, να πλήττεται απαράδεκτα(άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) η αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα.

11. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-1-2020 αίτηση περί αναιρέσεως των 11/2017 και 121/2019 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας και Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας αντίστοιχα.-

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα σε χίλια οκτακόσια(1.800) ευρώ, για δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ