Legislator Case Law & Legislation
411/2020 AI generated

411/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 411/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/7/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1100/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5835/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12/10/2017 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

411/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Keywords

AI generated
reconsideration of disability benefits restitution of expropriated property previous legal status deprivation of existing use property ownership recalculation of maintenance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 411 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 411/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ. του Α., 2) Π. συζύγου Ι. Κ. του γένος Δ. Ζ., κατοίκων ..., 3) Μ. συζύγου Χ. Θ. το γένος Λ. Γ., κατοίκου ..., 4α) Κ. χήρας Α. Γ., το γένος Δ. Σ., 4β) Π. Γ. του Α., 4) Δ. Γ. του Α., κατοίκων ... ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικά ενάγοντος Α. Γ. του Λ., 5) Π. χήρας Β. Β., το γένος Ε. Χ., 5) Γ. Β. του Β., 5) Μ. Β. του Β., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικά ενάγοντος Β. Β. του Π., 6) Π. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ενεργούσας ατομικά και ως δικαστικής συμπαραστάτριας της Α. Μ. του Δ., 7) Κ. συζύγου Π. Σ. το γένος Δ. Μ., 8) Α. Μ. του Δ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Σύρκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/7/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1100/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5835/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12/10/2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθ. 560 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.

ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13, ΑΠ 1976/2014, ΑΠ 1470/2017).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.6 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευσή της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε των παραδοχών του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1764/2007, ΑΠ 1008/2007, ΑΠ 3116/2006).

Εξάλλου στην παρ. 2 του άρθρου 91 του ν.δ. 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού" (ΦΕΚ 205) ορίζεται ότι "ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου δι' αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντα ποσά είναι τριών ετών και δια τα τελωνειακά έσοδα εν γένει ενός έτους, εφ' όσον υπό ετέρας διατάξεως δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής", στο δε άρθρο 93 του ιδίου ν.δ/τος ότι "η παραγραφή άρχεται από του τέλους του οικονομικού έτους, καθ' ο εγεννήθη η αξίωσις και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξις".

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ως αφετηρία του χρόνου παραγραφής της αξίωσης για απόδοση του αχρεωστήτως καταβληθέντος ορίζεται η καταβολή αυτού, ως συνιστώσα, κατά το συνήθως συμβαίνον, το γεγονός από το οποίο γεννάται η σχετική αξίωση. Όταν όμως η καταβολή παρίσταται νόμιμη κατά το χρόνο που λαμβάνει χώρα, η δε υποχρέωση για απόδοση των καταβληθέντων προκύπτει από επιγενομένους λόγους, ο χρόνος της παραγραφής αρχίζει όχι από την πληρωμή, αλλά από γένεση της αξίωσης για αναζήτηση των καταβληθέντων (ΣΤΕ 3055/2004, ΣΤΕ 429/1995, ΣΤΕ 2056/89).

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως προβάλλονται από το αναιρεσείον οι από το άρθρο 560 § § 1 και 6 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 904 ΑΚ 90,91,93 ν.2362/1995, 1,2,3 αν.2344/1940 και 115 πδ 11/12-11-1929, έκανε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη την κατ' αυτόν (αναιρεσείοντος) εγερθείσα και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσα ένδικη, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αγωγή των αναιρεσιβλήτων απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την προς απόκρουση αυτής προβληθείσα από το ίδιο (αναιρεσείον) ένσταση εκ του άρθρου 90 παρ.2 ν.2362/95 περί τριετούς παραγραφής δεχθείσα, με ελλιπείς αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθεισών ως άνω διατάξεων, αφενός τη κατάφαση των θεμελιωτικών του επικαλουμένου με την αγωγή αδικαιολογήτου, σε βάρος της περιουσίας των αναιρεσιβλήτων, πλουτισμού αυτού προϋποθέσεων και αφετέρου τη μη συνδρομή περιπτώσεως ουσιαστικής ευδοκιμήσεως της προβληθείσης ενστάσεως παραγραφής παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την παραπάνω, επ' αμφοτέρων των ζητημάτων, κρίση επιβάλλοντα την κατ' αποδοχή της ενστάσεως παραγραφής απόρριψη της αγωγής ως ουσιαστικά αβασίμου.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ'εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα τ' ακόλουθα: "Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες είναι ιδιοκτήτες των αναφερόμενων στην ένδικη αγωγή ακινήτων, που βρίσκονται στην περιοχή ...

του Δήμου Μεγαρέων Αττικής. Με τα αναφερόμενα στην αγωγή Πρωτόκολλα Καθορισμού Αποζημίωσης Χρήσης Δημοσίου Κτήματος της Κτηματικής Υπηρεσίας Δυτικής Αττικής καθορίσθηκαν τα αναφερόμενα ποσά ως καταβλητέα αποζημίωση υπέρ του Δημοσίου για την αυθαίρετη εκ μέρους των εναγόντων χρήση τμημάτων των ακινήτων τους που βρίσκονταν εντός των ορίων του αιγιαλού, όπως η γραμμή του είχε καθορισθεί κατά τον νόμο.

Οι ενάγοντες κατέβαλαν εντός των ετών 2005 - 2008 τα σχετικά ποσά που βεβαιώθηκαν το έτος 2005 για την παραπάνω αιτία. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατόπιν αίτησης που υποβλήθηκε το έτος 2003 από τους πρώτο, δεύτερη, τρίτη, τέταρτο και πέμπτο των αρχικών εναγόντων, καθώς και από τον Δήμο Μεγαρέων και από άλλους ιδιοκτήτες ακινήτων της εν λόγω περιοχής, για επανακαθορισμό της οριογραμμής του αιγιαλού και προσφυγής του πρώτου ενάγοντος και έτερων μη διαδίκων στην παρούσα δίκη προσώπων στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά της άρνησης της αρμόδιας Επιτροπής να το πράξει, εκδόθηκε η με αρ. 1250/2006 απόφαση του ΣτΕ, με την οποία ακυρώθηκε η άρνηση της διοίκησης να εξετάσει το ζήτημα αυτό και ανέπεμψε την υπόθεση στη διοίκηση για νέα κρίση.

Ακολούθως, η αρμόδια Επιτροπή αιγιαλού και παραλίας της Δυτικής Αττικής με την από 26.04.2010 έκθεσή της, που επικυρώθηκε με τη με αρ. 42052/23805/27.10.2010 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής και δημοσιεύθηκε στο με αρ. 629/22.11.2010 ΦΕΚ, αποφάσισε τον επανακαθορισμό των ορίων του αιγιαλού και παραλίας δε δύο υποπεριοχές της συνολικής επίδικης έκτασης, κρίνοντας και ότι δεν απαιτείται καθορισμός παλαιού αιγιαλού διότι δεν διαπιστώθηκε συνεπεία φυσικών φαινομένων ότι δημιουργήθηκε νέος αιγιαλός διάφορος του αρχικώς υφιστάμενου, με την μετατόπιση της ακτογραμμής προς τη θάλασσα, ώστε να απαιτηθεί χάραξη οριογραμμής παλαιού αιγιαλού, με αποτέλεσμα τα τμήματα των ακινήτων των εναγόντων, για τα οποία είχαν εκδοθεί τα εν λόγω ΠΚΚΑΑΧΔΚ και είχαν καταβληθεί από αυτούς τα αντίστοιχα ποσά ως αποζημίωση αυθαίρετης χρήσης, να βρίσκονται εκτός των ορίων της νέας υφιστάμενης χάραξης.

Στη συνέχεια, οι ενάγοντες υπέβαλαν ενώπιον της Κτηματικής Υπηρεσίας Δυτικής Αττικής εντός του έτους 2010 αιτήσεις ζητώντας την επιστροφή των χρηματικών ποσών που είχαν καταβάλει για την εν λόγω αιτία, καθότι καταβλήθηκαν αχρεωστήτως, αφού ο αρχικός καθορισμός της γραμμής αιγιαλού στη συγκεκριμένη περιοχή κρίθηκε το έτος 2010 ότι είχε γίνει εσφαλμένως από τη διοίκηση, πλην όμως δεν έλαβαν απάντηση.

Το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι η αξίωση των εναγόντων έχει υποπέσει στην προβλεπόμενη από τη διάταξη 90 παρ. 2 του ν. 2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" τριετή παραγραφή, η οποία άρχισε κατά τους ισχυρισμούς του από το τέλος 2005, κατά το οποίο έγινε η σχετική ταμειακή βεβαίωση, και συμπληρώθηκε το έτος 2008, και έτσι κατά τον χρόνο υποβολής των ανωτέρω αιτήσεων των εναγόντων προς την Κτηματική Υπηρεσία Δυτικής Αττικής για επιστροφή των επίδικων ποσών το έτος 2010, η αξίωσή τους είχε ήδη παραγραφεί.

Η ένσταση αυτή είναι νόμιμη, πλην όμως πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν, διότι από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 90 (παρ. 2) και 91 του ν. 2362/1995, συνάγεται ότι ως αφετηρία του χρόνου παραγραφής της αξίωσης για απόδοση του αχρεωστήτως καταβληθέντος ορίζεται η καταβολή αυτού, ως συνιστώσα, κατά το συνήθως συμβαίνον, το γεγονός από το οποίο γεννάται η σχετική αξίωση.

Όταν, όμως, η καταβολή παρίσταται νόμιμη κατά τον χρόνο που λαμβάνει χώρα, η δε υποχρέωση για απόδοση των καταβληθέντων προκύπτει από επιγενόμενους λόγους, ο χρόνος της παραγραφής αρχίζει όχι από την πληρωμή, αλλά από τη γένεση της αξίωσης για αναζήτηση των καταβληθέντων. Στην προκείμενη, δε, περίπτωση, οι ενάγοντες κατέβαλαν κατά τα έτη 2005 - 2008, όπως προαναφέρθηκε, τα επίδικα ποσά δυνάμει πρωτοκόλλων καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημοσίου κτήματος και με βάση τη γραμμή αιγιαλού όπως αυτή είχε ορισθεί με το από Αυγούστου 1974 τοπογραφικό διάγραμμα καθορισμού αιγιαλού των τοπογράφων μηχανικών I.

Σ. και Κ. Φ., που κυρώθηκε με τη με αρ. 19115/1977 απόφαση του Νομάρχη Αττικής, πριν δηλαδή συμμορφωθεί η διοίκηση στην ως άνω με αρ. 1250/2006 απόφαση του ΣτΕ και προβεί στον επανακαθορισμό των οριογραμμών αιγιαλού - παραλίας της επίδικης περιοχής με την ως άνω από 26.04.2010 έκθεση της αρμόδιας Επιτροπής επαναχάραξης αιγιαλού και την ως άνω με αρ. 42052/23805/27.10.2010 επικυρωτική απόφαση του Γ.Γ.

Περιφέρειας Αττικής, που δημοσιεύθηκε την 22.11.2010.

Συνεπώς, αφού η καταβολή των επίδικων ποσών κατά τον χρόνο καταβολής τους ήταν νόμιμη, αλλά από τον ανωτέρω επιγενόμενο λόγο ήρθη το νόμιμο θεμέλιο της καταβολής, δεδομένου ότι επανακαθορίσθηκε ο αιγιαλός και τα επίδικα τμήματα ακινήτων των εναγόντων ήταν εκτός της οριογραμμής του, αφενός προκύπτει υποχρέωση του εναγομένου για επιστροφή των καταβληθέντων ποσών ως αχρεωστήτως καταβληθέντων, αφετέρου η παραγραφή των ένδικων αξιώσεων αρχίζει από τον χρόνο επέλευσης του επιγενόμενου αυτού λόγου, ήτοι από τη δημοσίευση της ανωτέρω απόφαση του Γ.Γ.

Περιφέρειας Αττικής (22.11.2010), οπότε γεννήθηκε και έγινε απαιτητή η αξίωση των εναγόντων. Επομένως, κατά τον χρόνο που οι ενάγοντες υπέβαλαν (το έτος 2010) αίτηση προς την αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία για επιστροφή των ποσών που είχαν καταβάλει, αλλά και κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής (12.07.2012) δεν είχε συμπληρωθεί η τριετής παραγραφή.".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες με τους παραπάνω (από το άρθρο 560 §§ 1 και 6 ΚΠολΔ) αναιρετικούς λόγους πλημμέλειες καθόσον μετ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών διατάξεων έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την κατά του αναιρεσείοντος εγερθείσα και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσα εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αγωγή δεχθείσα με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αφενός τη συνδρομή των καταφασκουσών του αδικαιολόγητο πλουτισμό του αναιρεσείοντος σε βάρος της περιουσίας των αναιρεσιβλήτων προϋποθέσεων και αφετέρου την ουσιαστική αβασιμότητα της προβληθείσης από το αναιρεσείον ενστάσεως τριετούς παραγραφής.

Ειδικότερα δέχθηκε α) τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του αναιρεσείοντος σε βάρος της περιουσίας των αναιρεσιβλήτων με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή αιτιολογία ότι "τα από τους τελευταίους κατά τα έτη 2005-2008 καταβληθέντα στο πρώτο χρηματικά ποσά ως αποζημίωση για την αυθαίρετη χρήση τμημάτων των ακινήτων τους που βρισκόνταν εντός των ορίων του αιγιαλού της περιοχής ...

του Δήμου Μεγάρων Αττικής κατεβλήθηκαν αχρεωστήτως αφού ο αρχικός καθορισμός της γραμμής του αιγιαλού στη συγκεκριμένη περιοχή κρίθηκε το έτος 2010 ότι είχε γίνει εσφαλμένως από τη διοίκηση με αποτέλεσμα τα τμήματα αυτά των ακινήτων τους για τα οποία είχαν καταβληθεί τα ποσά αποζημιώσεως αυθαίρετης χρήσης να βρίσκονται εκτός των ορίων της νέας χάραξης.".

και β) την ουσιαστική αβασιμότητα της προβληθείσης ενστάσεως τριετούς παραγραφής της ενδίκου αξιώσεως των αναιρεσιβλήτων με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή ορθή αιτιολογία ότι "Συνεπώς, αφού η καταβολή των επίδικων ποσών κατά τον χρόνο καταβολής τους (2005-2008) ήταν νόμιμη, αλλά από τον ανωτέρω επιγενόμενο λόγο ήρθη το 2010 νόμιμο θεμέλιο της καταβολής, δεδομένου ότι επανακαθορίσθηκε ο αιγιαλός και τα επίδικα τμήματα ακινήτων των εναγόντων ήταν εκτός της οριογραμμής του, αφενός προκύπτει υποχρέωση του εναγομένου για επιστροφή των καταβληθέντων ποσών ως αχρεωστήτως καταβληθέντων, αφετέρου η παραγραφή των ένδικων αξιώσεων αρχίζει από τον χρόνο επέλευσης του επιγενόμενου αυτού λόγου, ήτοι από τη δημοσίευση της ανωτέρω απόφαση του Γ.Γ.

Περιφέρειας Αττικής (22.11.2010), οπότε γεννήθηκε και έγινε απαιτητή η αξίωση των εναγόντων. Επομένως, κατά τον χρόνο που οι ενάγοντες υπέβαλαν (το έτος 2010) αίτηση προς την αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία για επιστροφή των ποσών που είχαν καταβάλει, αλλά και κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής (12.07.2012) δεν είχε συμπληρωθεί η τριετής παραγραφή.".

Υπό τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης απόφασης οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες από το άρθ. 560 αρ. 1 και 6 ΚΠολΔ αιτιάσεις οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.

Ο από το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, [όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν.4335/2015] λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται τόσο οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι της εφέσεως (Ολ.

ΑΠ 3/08, ΑΠ 1434/10, ΑΠ 1586/08) όσο και οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, [μεταξύ των οποίων και αυτός της αοριστίας (ΑΠ 669/07)] που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008), μεταξύ των οποίων και αυτός της προκλήσεως δικονομικής βλάβης από την ακυρότητα της λαβούσας χώρα κλητεύσεως (Ολ.ΑΠ 2/2001).

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί αόριστοι, εκπρόθεσμοι, μη νόμιμοι, αλυσιτελείς και γενικά απαράδεκτοι (Ολ. ΑΠ 2/89, ΑΠ 867/1988, ΑΠ 1058/98) καθώς και ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ή που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).

Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007) έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ ΑΠ 11/96, ΑΠ 434/10, ΑΠ 148/2009) δια των, περί του αντιθέτου, παραδοχών αυτού (ΑΠ 1434/10, ΑΠ 1994/14).

Κατ' ακολουθίαν αυτών ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από το αναιρεσείον η, από το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη της προς απόκρουση της ενδίκου αγωγής των αναιρεσιβλήτων προβληθέντες ισχυρισμούς αυτού (νόμιμη έκδοση πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης χρήσης, μη διατύπωση επιφύλαξης για την καταβολή των με αυτά ορισθέντων ποσών ούτε και άσκηση ανακοπών κατά αυτών, καθορισμός αποζημίωσης χρήσης με τήρηση των αρχών του αδικ. πλουτισμού) κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού οι κατά την προβαλλομένη αιτίαση μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως αλλά αιτιολογημένη άρνηση της θεμελιωτικής της αγωγής βάσεως η οποία, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν μπορεί να ιδρύσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο. Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) μειωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 22 ν.3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την [από 12-10-17 και με αριθμ. καταθ. 500099/17 αίτηση αναιρέσεως της 5835/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτ. Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από διακόσια ενενήντα (290) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ