Legislator Case Law & Legislation
411/2019 AI generated

Supreme Court allows lawyer fee appeal, overturning lower court's hourly rate calculation based on incorrect statutory interpretation.

Case Number 411/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a lower court decision regarding lawyer fees, overturning the appellate court's ruling. The appellant argued that the lower court incorrectly applied hourly rate coefficients valid only from 2000, rather than those applicable during the 1995-2000 period when the legal work was performed. The court agreed that the lower court violated substantive law by misinterpreting the Code of Lawyers, which does not provide for hourly billing for out-of-court work, and remanded the case for further proceedings with a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 156(1) and 162 of the Code of Lawyers; The lower court violated substantive law by incorrectly applying hourly rate coefficients to out-of-court legal work, as the Code does not provide for hourly billing in such cases.

Keywords

AI generated
lawyer fees calculation hourly rate coefficients Code of Lawyers legal malpractice fees appellate review remittal to lower court legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 156(1) and 162 of the Code of Lawyers
Article 98 of the Code of Lawyers
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 411 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 411/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των καθ' ων η κλήση: 1) Σ. Α., το γένος Μ., κατοίκου ..., 2) Α. Π., το γένος Μ., κατοίκου ..., 3) Ε. - Μ. Τ. , το γένος Μ. , κατοίκου ..., και 4) Έ. Λ.), το γένος Μ., κατοίκου ..., απασών κληρονόμων εξ αδιαθέτου κατ' ισομοιρίαν (1/4 εκάστη) της Α.Μ., η οποία ήταν μοναδικής κληρονόμου του αρχικώς αναιρεσείοντος, ήδη αποβιώσαντος, Α. Μ., όπως αναφέρεται στην από 6-7-2017 κλήση. Οι 1η, 2η, και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπόκοτα και η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Του καλούντος - αναιρεσιβλήτου: Κ. Ρ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Κατσιρούμπα, η οποία ανακάλεσε την από 24/9/2018 δήλωσή της κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 182/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1427/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο Α. Μ. με την από 25/4/2010 αίτησή του. Στη συνέχεια ο ως άνω αναιρεσείων απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την σύζυγό του Α.Μ., η οποία επίσης απεβίωσε, όπως προκύπτει από το με αριθμό 24/2017 Πρακτικό του Δικαστηρίου τούτου. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 6/7/2017 κλήση του καλούντος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 10/5/2011 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτου Ασπασίας Καρέλλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου και δεύτερου λόγων αναιρέσεως και την παραδοχή των τρίτου και τέταρτου. Οι πληρεξούσιοι των δικαιοπαρόχων του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 27.04.2010 και με αριθ. καταθ.423/27.04.2010 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 1427/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος), που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της εφέσεως από 05.10.2007 του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και της εφέσεως από 05.03.2017 του πρώτου εναγομένου A. M. κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές δικηγόρων με αριθ. 182/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή. Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου απορρίφθηκε η έφεση του ενάγοντος, έγινε δεκτή η έφεση του πρώτου εναγομένου A. M., εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η από 29.12.2003 αγωγή. Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

Σημειώνεται ότι μετά τον θάνατο του ως άνω εναγομένου A. M., αυτός κληρονομήθηκε από την νόμιμη σύζυγό του A. M., η οποία μετά τον θάνατό της κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα της α) S. A., β) A. P., γ) E. - M. T., ... και δ) H. L., κάτοικο ... κατά ποσοστο 1/4 η καθεμια (βλ. α) το με αριθ. S….9/22.12.2016 πιστοποιητικό θανάτου του Ληξιαρχείου ...

Γερμανίας, β) το από με αριθμό ….55/19.09.2018 ειδικό πληρεξούσιο, που συντάχθηκε στο .. ενώπιον της Γενικής Προξένου Π. Κ., το ΒΚαρ. 10…/ss/21.03/2018 έγγραφο πληρεξούσιο που συντάχθηκε στη …. ενώπιον του αναπληρωτή Συμβολαιογράφου D. G.). Ηδη, η ένδικη υπόθεση εισάγεται για συζήτηση με την από 06.07.2017 κλήση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, στρεφομένη κατά των ως άνω νoμίμων κληρονόμων του αρχικού εναγομένου - αναιρεσείοντος A.

M., που συνεχίζουν την δίκη, υπεισερχόμενοι στην θέση αυτού (άρθρα 62, 313 παρ.1δ, 286 και επ,573 παρ.1 ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 1318/2010, ΑΠ 474/2006) H φύση της συμβάσεως ή της δικαιοπραξίας γενικότερα δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν οι δικαιοπρακτούντες. Ο νομικός χαρακτηρισμός της συμβάσεως ή της δικαιοπραξίας αποτελεί έργο του δικαστηρίου της ουσίας.

Σε περίπτωση που τα περιστατικά τα οποία δέχθηκε ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν τη μία ή την άλλη έννομη σχέση, όταν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας με βάση τα δεκτά γενόμενα από αυτό πραγματικά περιστατικά ,κατατάσσει τη σύμβαση ή τη δικαιοπραξία σε νομική κατηγορία άλλη και όχι εκείνη στην οποία ανήκει κατά νόμο, πρόκειται σε εσφαλμένο χαρακτηρισμό ο οποίος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Επί εσφαλμένου χαρακτηρισμού της δικαιοπραξίας από το δικαστήριο της ουσίας, υπάρχει παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που ρυθμίζουν τη σχετική δικαιοπραξία και ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως, ενώ αν δεν εκθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του, ως προς το χαρακτηρισμό της δικαιοπραξίας ή διαλαμβάνονται σ' αυτή ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το χαρακτηρισμό της δικαιοπραξίας, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 4, 92 παρ. 2 και 175 του Κώδικα περί Δικηγόρων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 3026 /1954, προκύπτει ότι η πρόσληψη δικηγόρου από φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως δικηγόρος, δηλαδή να παρέχει έργα από τα οριζόμενα με το άρθρο 39 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν. 1366/1983 , και τα άρθρα 42 και 166 του ίδιου Κώδικα, ενόψει της ιδιότητας του δικηγόρου ως άμισθου δημοσίου υπαλλήλου, θεωρείται ως έμμισθη εντολή .

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων , σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ. προκύπτει ότι για τη γένεση της αξιώσεως του δικηγόρου προς απόληψη ή συμπλήρωση του ελάχιστου ορίου της δικηγορικής αμοιβής του απαιτείται η κατάρτιση συμβάσεως μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέως , με περιεχόμενο την παροχή δικηγορικού έργου έναντι αμοιβής , σε περίπτωση δε ελλείψεως τέτοιας συμφωνίας έχουν εφαρμογή οι αναπληρωματικές της βουλήσεως των μερών διατάξεις των άρθρων 98, 99 και 100 επ.

του ίδιου Κώδικα. Περαιτέρω, από το άρθρο 703 παρ. 1 του Α.Κ. προκύπτει ότι μεσιτεία είναι η σύμβαση στην οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους υπόσχεται στον άλλο (μεσίτη) αμοιβή , για τη μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας συμβάσεως , η δε υποχρέωση να πληρώσει την αμοιβή δημιουργείται μόνο αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολαβήσεως ή υποδείξεως.

Τέλος κατά το άρθρο 63 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων , είναι ασυμβίβαστη προς το λειτούργημα του δικηγόρου η άσκηση άλλης επιστήμης, τέχνης ή εμπορίου και ιδιαίτερα μεσιτείας ,καθώς και κάθε εν γένει εργασία, υπηρεσία ή απασχόληση που απάδει στην αξιοπρέπεια και την ανεξαρτησία αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 29.12.2003 αγωγή, ο ενάγων δικηγόρος και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι το καλοκαίρι του 1995, καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και του δεύτερου εναγομένου δικηγόρου (που δεν μετέχει στην παρούσα δίκη), ενεργούντος στο όνομα και για λογαριασμό του πρώτου εναγομένου A.

M., προφορική σύμβαση έμμισθης εντολής, που επικυρώθηκε με το από 4-4-1998 πρωτόκολλο συμφωνίας, που υπογράφηκε μεταξύ των ως άνω διαδίκων στο ... Γερμανίας. Ότι με την σύμβαση αυτή ο ενάγων ανέλαβε να επιμεληθεί ως εντολοδόχος και πληρεξούσιος δικηγόρος στην Ελλάδα του πρώτου εναγομένου, για την πώληση ενός μεγάλης εκτάσεως και εμπορικής αξίας ακινήτου (οικοπέδου) ιδιοκτησίας του τελευταίου, κειμένου στον ..., όπως αυτό περιγράφεται ειδικότερα στην αγωγή και να προσφέρει παράλληλα τις νομικές του υπηρεσίες σ' αυτόν (πρώτο εναγόμενο A.

M. ) με την παροχή των απαιτούμενων νομικών συμβουλών και την εκτέλεση των απαραίτητων εξώδικων εργασιών για την επίτευξη της κατά το ταχύτερο δυνατόν και με υψηλότερο τίμημα εκποίησης του, αντί αμοιβής (του ενάγοντος) που θα ήταν καταβλητέα με την κατάρτιση της πωλήσεως και θα προσδιοριζόταν αργότερα από τον ίδιο (ενάγοντα) κατά δίκαιη κρίση.

Ότι αφού απασχολήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα με την εκτέλεση της εντολής του ως άνω εντολέα του, αναθέτοντας σε μεσίτες την ανεύρεση και την υπόδειξη αγοραστών του ακινήτου, διαπραγματευόμενος ο ίδιος με τους υποψήφιους αγοραστές το τίμημα και τους όρους της πωλήσεως και προωθώντας την επίλυση των νομικών ζητημάτων και πολεοδομικών περιορισμών που δυσχέραιναν καθοριστικά την εκποίηση του ακινήτου, πέτυχε την κατά τον καλύτερο τρόπο επίλυση των ως άνω ζητημάτων κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή και ανεύρε τον αναφερόμενο στην αγωγή αγοραστή με τον οποίο έκλεισε συμφωνία πωλήσεως, για λογαριασμό του ως άνω εντολέα του.

Ότι με την από 05.11.1999 επιστολή, που απέστειλε προς τον πρώτο εναγόμενο, προσδιόρισε το ύψος των δαπανών και των υποχρεώσεών του προς τρίτους και κυρίως προς τον πολιτικό μηχανικό Ι. Χ., καθώς και της αμοιβής του, για την εκτέλεση της εντολής, στο συνολικό ποσό των 73.000.000 δραχμών ή 214.233,30 ευρώ, ποσό με το οποίο ρητώς συμφώνησε ο πρώτος εναγόμενος, απαντώντας με τη σχετική από 10-11-1999 επιστολή που του απέστειλε μέσω του δεύτερου εναγομένου.

Ότι από το Σεπτέμβριο του έτους 2000, οι δύο εναγόμενοι διέκοψαν αναίτια κάθε επικοινωνία μαζί του και παρά το ότι ο πρώτος εναγόμενος με βάση τις δικές του ενέργειες ( ενάγοντος ) πέτυχε την κατάρτιση στις 19-12-2000 της πωλήσεως του ακινήτου του στον ανωτέρω υποψήφιο αγοραστή, αρνήθηκε στη συνέχεια να καταβάλει στον ενάγοντα τα συμφωνηθέντα με την ένδικη σύμβαση ποσά, πλην ενός ποσού 5.878,20 ευρώ.

Ενόψει αυτών, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον και δη νομιμοτόκως από 19-12-2000, άλλως από την επίδοση της αγωγής: α) το ποσό των 208.355,10 ευρώ ως συμφωνηθείσα αμοιβή και δαπάνες του, β) επικουρικώς δε και για την περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι δεν καταρτίστηκε έγγραφη συμφωνία αμοιβής, να του καταβάλουν το ποσό των 143.936,74 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 128.340 ευρώ αφορά την αμοιβή του, (βάσει των διατάξεων του Κωδ.Δικ (ν.δ 3026/1954).

για τα ελάχιστα όρια αμοιβής, ανά ώρα εργασίας (και βάσει του ενσωματωμένου στην αγωγή του αναλυτικού πίνακα περιγραφής εργασιών και χρονικής διάρκειας σε ώρες, εκάστης εργασίας) και ποσό 15.596,74 ευρώ αφορά την αμοιβή του πολιτικού μηχανικού Ι. Χ. (βάσει πίνακα ωρών εργασίας και αντίστοιχης αμοιβής ανά ώρα εργασία), γ) άλλως, αν ήθελε θεωρηθεί άκυρη η ένδικη σύμβαση, να του καταβάλουν το πιο πάνω ποσό των 143.936,74 ευρώ, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο η πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο, ενώ ως προς τον πρώτο εναγόμενο (A. M.) έγινε εν μέρει δεκτή κατά την πρώτη επικουρική βάση της, απορριφθείσα κατά τα λοιπά. Κατόπιν αντιθέτων εφέσεων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ενάγοντος και έγινε δεκτή η έφεση του πρώτου εναγομένου A.

M. και ακολούθως μετ' εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης έγινε δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε ο πρώτος εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα δικηγόρο 42.521,80 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως- μεταξύ των άλλων- και τα εξής : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος είναι δικηγόρος Αθηνών.

Κατά τα μέσα του έτους 1995, κατόπιν επαγγελματικής γνωριμίας με τον δικηγόρο Βόλφκαγκ Χέρμαν, δικηγόρο Αugsburg Γερμανίας, έλαβε εντολή από αυτόν, ο οποίος ενεργούσε ως πληρεξούσιος δικηγόρος και αντιπρόσωπος του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Α. Μ., εμπόρου και κατοίκου ... Γερμανίας, να προβεί σε όλες τις ενδεδειγμένες ενέργειες ώστε να επιτευχθεί η πώληση ενός ακινήτου του ανωτέρω πελάτη του, που βρίσκεται στην Ελλάδα (στον ...), εκτάσεως 20 περίπου στρεμμάτων, χωρίς τότε να γίνει μνεία για την αμοιβή του ενάγοντος.

Το ακίνητο αυτό είχε αποκτήσει ο εναγόμενος σε έκταση 31 στρεμμάτων και από αυτή πώλησε έκταση 11 στρεμμάτων στη " ... " , η οποία είχε όμορο ακίνητο. Επειδή όμως η ως άνω έκταση ήταν εκτός σχεδίου και δεν επιτρεπόταν η κατάτμησή της , συνέστησαν με την ως άνω αγοράστρια των 11 στρεμμάτων Α.Ε. κάθετη ιδιοκτησία επί του όλου ακινήτου των 31 στρεμμάτων και δημιούργησαν δύο αυτοτελείς και ανεξάρτητες μεταξύ τους κάθετες ιδιοκτησίες , ήτοι μία στην έκταση των 11 στρεμμάτων, την οποία απέκτησε η ως άνω Α.Ε.

και μία έκτασης 20 περίπου στρεμμάτων , την οποία κράτησε ο εναγόμενος. Σε εκτέλεση της ως άνω εντολής ο ενάγων ήλθε σε επαφή με διάφορους μεσίτες στην …, στους οποίους έδωσε μεσιτική εντολή για ανεύρεση αγοραστών του ακινήτου. Όμως από τον Ιανουάριο του 1996, ο ενάγων απευθυνόμενος προς την αρμόδια υπηρεσία πολεοδομίας του Δήμου … , πληροφορήθηκε ότι το ακίνητο του εντολέα του, που βρισκόταν στην περιοχή του " … " , με προεδρικό διάταγμα που είχε εκδοθεί περί τα τέλη του 1995 > είχε ενταχθεί στο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο με βάση τις διατάξεις του ν. 1337/1983 και ότι μέχρι της προβλεπόμενης εκδόσεως πράξεως εφαρμογής του εν λόγω σχεδίου είχε επιβληθεί στην περιοχή αναστολή των οικοδομικών αδειών, χωρίς να είναι γνωστό το χρονικό σημείο οριστικοποιήσεως του σχεδιασμού και της εκδόσεως της πράξεως εφαρμογής.

Μετά από έρευνα διαπίστωσε ότι με βάση το σχεδίασμά που είχε γίνει στο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο και σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις ,η έκταση που προβλεπόταν ως υποχρεωτική "εισφορά γης" για τη δημιουργία κοινοχρήστων χώρων πρασίνου, για τη συνολική έκταση των 31 ως άνω στρεμμάτων, ήταν 12 στρέμματα, πλην όμως η έκταση αυτή είχε προβλεφθεί να αφαιρεθεί ολόκληρη από το τμήμα του οικοπέδου του εναγομένου.

Επιπλέον της εισφοράς σε γη το ακίνητο του εναγομένου επιβαρυνόταν, βάσει του ν. 1337/1983, με εισφορά σε χρήμα το ύψος της οποίας ήταν δυνατό να ανέλθει στο ισόποσο της αντικειμενικής αξίας 2-3 στρεμμάτων του ακινήτου. Στο σχετικό δε προεδρικό διάταγμα, που αφορούσε την ένταξη του ως άνω ακινήτου στο ως άνω Πολεοδομικό Σχέδιο, αναφορικά με τις επιτρεπόμενες χρήσεις γης, το εν λόγω ακίνητο είχε χαρακτηρισθεί με στοιχείο Α, ήτοι επιτρέπονταν σ'αυτό χρήσεις που αφορούσαν βιομηχανικές και βιοτεχνικές εγκαταστάσεις, γεγονός που περιόριζε σημαντικά τον κύκλο των υποψηφίων αγοραστών.

Ο ενάγων με την από 8 - 11 - 1997 επιστολή του προς τον εναγόμενο, τον ενημέρωσε για την ύπαρξη των παραπάνω επιβαρύνσεων, που καθιστούσαν δυσχερή την εκποίηση του ως άνω ακινήτου. Παράλληλα συναντούσε υποψήφιους αγοραστές , μεταξύ των οποίων και την δημόσια επιχείρηση εκμετάλλευσης λεωφορείων ΟΑΣΑ/ΕΘΕΛ,η οποία διατηρούσε αμαξοστάσιο σε όμορο οικόπεδο.

Τον Απρίλιο του 1998 ο ενάγων μετέβη στο ... της Γερμανίας, όπου καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και του εναγομένου το από 04.04.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό, που ονομάσθηκε " πρωτόκολλο συνεργασίας" , στο οποίο μεταξύ άλλων αναφέρονται τα εξής: " Ο κ. Μ. σεβόμενος τα προέχοντα δίδει στον κ. Ρ. την εντολή να διαθέσει τις επαφές και τις σχέσεις του για την πώληση του οικοπέδου και να διαπραγματευθεί κατά τη σύνταξη του συμφωνητικού αγοράς μία έγκυρη εμπορική συνθήκη.

Η εντολή δίδεται κατ' αρχήν μέχρι 30- 6 -1999 και δεν καθίσταται δυνατή η πριν του χρονικού αυτού διαστήματος λύση της. Τρίτοι επιτρέπεται να δραστηριοποιηθούν (ενεργήσουν για κάτι αντίστοιχο ) μόνον με τη συγκατάθεση του κ. Ρ.υ. Από τη στιγμή κατά την οποία ο αγοραστής θα είναι βέβαιος, καθώς επίσης και η τιμή αγορά θα έχει συμφωνηθεί, ο κ.

Ρ.ς θα πληροφορήσει τον κ. Μ., ο οποίος θα αποφασίσει εάν δέχεται τη συμφωνηθείσα τιμή πώλησης. Τα έξοδα, δαπάνες και η αμοιβή του κ. Ρ.υ θα καλυφθούν με την πληρωμή του ποσού αγοράς". Εκτοτε ο ενάγων συνέχισε πιο εντατικά τις προσπάθειες αφενός για την εξεύρεση αγοραστή, που θα προσέφερε ικανοποιητικό τίμημα αγοράς για το ακίνητο του εντολέα του , αφετέρου για την επίλυση των πολεοδομικών προβλημάτων του ως άνω ακινήτου.

Ετσι, παράλληλα με τις διαπραγματεύσεις που είχε με νέους υποψήφιους αγοραστές του ακινήτων, μεταξύ των οποίων η γαλλική εταιρεία ..., η αλυσίδα εμπορικών καταστημάτων ...l και η γερμανική εταιρεία αυτοκινήτων ..., επιχειρούσε με παραστάσεις που πραγματοποιούσε από τα τέλη του 1998 μέχρι τα τέλη του 1999 στον Οργανισμό της …, την πολεοδομία του Δήμου …., το Υπουργείο ΠΕΧΩΔΕ, να επιτύχει να ληφθεί υπόψη από τις αρμόδιες Αρχές η συσταθείσα επί του όλου ακινήτου των 31 στρεμμάτων κάθετη συνιδιοκτησία με τη Βιομηχανία Παπαδοπούλου, ώστε η εισφερόμενη έκταση των 12 στρεμμάτων να κατανεμηθεί και στα δύο τμήματα του συνολικού ακινήτου ανάλογα με την έκταση εκάστου.

Επίσης, επιδίωξε, με ανάλογες παραστάσεις στις αρμόδιες Αρχές και στο γραφείο του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, να επιτύχει τη μεταβολή του χαρακτηρισμού των χρήσεων του ακινήτου από Α σε Β που επέτρεπε πολύ μεγαλύτερο αριθμό χρήσεων. Το Δεκέμβριο του ίδιου έτους εκδόθηκε η αναμενόμενη Πράξη Εφαρμογής του πιο πάνω Πολεοδομικού Σχεδίου, με την οποία λόγω και των παρεμβάσεων του ενάγοντος και λήψη υπόψη της συσταθείσας κάθετης συνιδιοκτησίας, το ακίνητο του ενάγοντος επιβαρύνθηκε τελικώς με εισφορά σε γη 7,5 στρεμμάτων αντί των αρχικώς προβλεφθέντων 12 στρεμμάτων και η εναπομείνασα προς εκποίηση καθαρή επιφάνεια του ακινήτου του εναγομένου ανερχόταν σε 12.474 τ.μ Λόγω της εμφανίσεως , κατά τον Μάιο του 1999 του νέου σημαντικού υποψηφίου αγοραστή Λ.

Β., οι διάδικοι συμφώνησαν, στα μέσα Ιουνίου 1999, να παραταθεί η σύμβαση μέχρι 31.12.1999. Έτσι, συνεχίστηκαν οι διαπραγματεύσεις του ενάγοντος για την πώληση του ως άνω ακινήτου, με τους υποψήφιους αγοραστές, κυρίως ΕΘΕΛ και Λ. Β., με ανταλλαγή προτάσεων, διευκρινίσεις τεχνικών θεμάτων και πολλές συναντήσεις με τους εκπροσώπους των αγοραστών, καθώς και η συνεχής και διεξοδική ενημέρωση του εναγομένου από τον ενάγοντα,για όλα τα ανακύπτοντα ζητήματα, μέσω συνεχούς γραπτής επικοινωνίας του τελευταίου με τον Β.

Χέρμαν με FAX. Στις αρχές Νοεμβρίου 1999 ο ενάγων, με το από 5.11.1999 FAX, παρουσίασε στον εναγόμενο πρόταση τιμήματος πωλήσεως του Λ. Β., για ποσό 850.000.000 δρχ. , από το οποίο, μετ' αφαίρεση των δαπανών και της αμοιβής του (17.000.000 και 31•000.000 δρχ. αντίστοιχα και διαφόρων άλλων εξόδων, θα απέμεινε καθαρό ποσό εκ δρχ. 750.000.ooo ή 4, 4 εκατ.

Γερμανικών μάρκων. Ο εναγόμενος με το από 10.11.1999 FAX που απέστειλε, μέσω του Β. Χέρμαν, ενέκρινε την πώληση, για καθαρό ποσό τιμήματος 4,4 εκατ. Γερμανικών μάρκων. Ενόψει όμως του ότι οι διαπραγματεύσεις με τον Λ. Β., για τον τρόπο πληρωμής συνεχίζονταν μέχρι και τα μέσα του έτους 2000, χρόνο κατά τον οποίο είχε παρέλθει η προθεσμία που είχε τεθεί για την κατάρτιση της συμβάσεως πωλήσεως, ο εναγόμενος το Σεπτέμβριο του 2000 διέκοψε τη συνεργασία του με τον ενάγοντα και συνέχισε τις διαπραγματεύσεις με τον υποψήφιο αγοραστή μόνος του και στις 19.12.2000 καταρτίσθηκε η σύμβαση πωλήσεως του ως άνω ακινήτου με τον Λ.

Β.. Για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες του ο εναγόμενος κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 2.943,51 ευρώ στις 29.02.2000 και το ποσό των 2.934,70 ευρώ στις 08.03.2000 και συνολικά το ποσό των 6.8768, 20 ευρώ.....Oτι με την ένδικη σύμβαση δεν είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ορισμένο ποσό αμοιβής του ενάγοντος, αλλά η αμοιβή του τόσο για την εκτέλεση της εντολής πωλήσεως του ως άνω ακινήτου , όσο και για την παράλληλη παροχή νομικών συμβουλών και υπηρεσιών του, που προϋπέθεταν νομική ενασχόληση και επιμέλεια, όπως και για τις δαπάνες του, είχε αφεθεί να καθορισθεί κατά το χρόνο καταρτίσεως της πωλήσεως, με κοινή συμφωνία των συμβαλλόμενων και να πληρωθεί από το τίμημα της πωλήσεως.

Ειδικότερα, από το προεκτεθέν περιεχόμενο του από 04.04.1998 "πρωτοκόλλου συνεργασίας" ενάγοντος και εναγόμενου, ερμηνευoμένου, βάσει των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., όπως απαιτεί η καλή πίστη και λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, λόγω της ασάφειας που παρουσιάζει, ως προς το τι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, αναφορικά με την αμοιβή του ενάγοντος, προκύπτει ότι, με αυτό α) τέθηκε προθεσμία καταρτίσεως της πωλήσεως μέχρι τις 30.06.1999, β) συμφωνήθηκε ότι το τελικό ύψος του τιμήματος που θα έχει διαπραγματευθεί ο ενάγων με τον υποψήφιο αγοραστή , θα το εγκρίνει ο εναγόμενος και γ) ότι τα έξοδα, οι δαπάνες και η αμοιβή του ενάγοντος θα πληρώνονταν από το τίμημα πωλήσεως.

Από τα παραπάνω συνάγεται, λαμβανομένων υπόψη και των αναφερομένων στην μετέπειτα, με FAX, αλληλογραφία των διαδίκων , κατά το διάστημα από 24-6-1999 έως 10.11.1999, ότι ο προσδιορισμός της αμοιβής του ενάγοντος δεν ανατέθηκε στον ενάγοντα, κατά δίκαιη κρίση, αλλά η αμοιβή του θα καθοριζόταν κατά την κατάρτιση της πωλήσεως με συμφωνία των διαδίκων και θα πληρωνόταν από το τίμημα αυτής.

Επίσης,......δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος ενέκρινε το ύψος της αμοιβής και των δαπανών που προσδιόρισε ο ενάγων σε 73.000.000 δρχ., αλλά ότι ενέκρινε να ανέλθει το ύψος του καθαρού ποσού του τιμήματος της πωλήσεως στα 4,4, εκατ. Γερμ. Μάρκα, χωρίς αναφορά στην αμοιβή του τελευταίου.

Συνεπώς, ότι εφόσον μέχρι την κατά τα άνω διακοπή της συνεργασίας των διαδίκων δεν καταρτίσθηκε συμφωνία για την αμοιβή των νομικών υπηρεσιών του ενάγοντος , του οφείλεται αμοιβή γι' αυτές, βάσει των άρθρων 98 - 99 επ. του Κώδικα Δικηγόρων. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο και συγκεκριμένα , ότι η συνδέουσα τους διαδίκους έννομη σχέση ήταν αυτή της έμμισθης εντολής για παροχή εξωδίκων εργασιών και ότι οι εργασίες αυτές είναι δικηγορικού χαρακτήρα, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 63 παρ. 4, 92 παρ. 2 ,175 και 39 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και όχι οι διατάξεις του άρθρου 703 επ. AΚ και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος. Επίσης αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, καθόσον το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά, οι οποίες στηρίζουν πλήρως το αποδεικτικό πόρισμα και το διατακτικό.

Κατά το άρθρο 91 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026 /1954), "Ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως αυτού , πλην της δαπάνης , δικαστηριακής ή άλλης, την οποία εξ ίδιων κατέβαλε και αμοιβήν δια πάσαν εργασίαν αυτού δικαστικήν ή εξώδικον ". Εξάλλου , κατά το άρθρο 98 παρ. 1 και 2 του ίδιου κώδικα, "ελλείψει ειδικής συμφωνίας το ελάχιστον ποσόν της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των επομένων άρθρων, αυξανομένων, κατά την κρίση του δικαστού ή του δικαστηρίου, αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσης υποθέσεως, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών αυτή περιστάσεων και εν γένει καταβληθεισών δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών.

Κατά τον προσδιορισμό τούτου η αποτίμησις εκάστης πράξεως και ενεργείας δεν δύναται να ορισθεί υπό των δικαστηρίων και των δικαστικών αρχών κατωτέρα της εν τοις επομένοις άρθροις". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 99 του ίδιου κώδικα, "το ελάχιστον όριον της αμοιβής επί των πολιτικών υποθέσεων,.. και των εξωδίκων, πλην των εν άρθροις 160 και 161 (τα άρθρα αυτά αφορούν αμοιβή για έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας ακινήτων και αμοιβή για σύνταξη συμβολαίου αντίστοιχα) είναι ίσον προς το γινόμενον των δραχμών, αίτινες αναγράφονταιο εν τω παρόντι δι' εκάστην ειδικήν εργασίαν , επί συντελεστήν οριζόμενον δι' αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης...

Ο ανωτέρω υπολογισμός επί τη βάσει του συντελεστού δεν λαμβάνει χώραν όπου, κατά τον παρόντα νόμον, η αμοιβή ορίζεται κατά ποσοστόν επί της αξίας του αντικειμένου, πλην άλλως ορίζεται εις ειδικάς περιπτώσεις". Τέλος κατά το άρθρο 156 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, "Δια την παροχήν συμβουλής, μετά μελέτην εγγράφων ή μετ' απόφασιν προς προφορικήν ανάπτυξιν υποθέσεως ή ζητήματος , το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχ. 30 προκειμένου περί της πρώτης συμβουλής και δρχ. 15 προκειμένου περί εκάστης των επομένων " και κατά το άρθρο 162 του ίδιου κώδικα, "Δια την σύνταξιν εξωδίκων προσκλήσεων , διαμαρτυριών, απαντήσεως δηλώσεων ή άλλης νομικής φύσεως εγγράφων , κοινοποιουμένων ή μη το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δρχ. 30".

Κατά την αληθινή έννοια των παραπάνω διατάξεων ως συντελεστής νοείται αυτός που ισχύει κατά το χρόνο που ο δικηγόρος επιχειρεί τη δικαστική ή εξώδικη ενέργεια, για την οποία δικαιούται αμοιβή και όχι αυτός που θα ισχύει κατά τον τυχόν μεταγενέστερο χρόνο πληρωμής της αμοιβής ή άλλο μεταγενέστερο χρόνο.

Η καθυστέρηση καταβολής της αμοιβής από τον εντολέα θα έχει ως συνέπεια να καταστεί ενδεχομένως αυτός υπερήμερος οφειλέτης χρηματικής οφειλής, κατά το άρθρο 345 Α.Κ. και όχι την εφαρμογή του νέου συντελεστή. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων δικηγόρος σε εκτέλεση της εντολής που του έδωσε ο εναγόμενος εκτέλεσε εξώδικες εργασίες για τις οποίες του οφείλεται με βάση τον κώδικα περί δικηγόρων, ελλείψει ειδικότερης συμφωνίας, η αντίστοιχη αμοιβή ανά υπόθεση : "A ) Το έτος 1995 εκτέλεσε τις εξής εξώδικες εργασίες ...

Β) Κατά το έτος 1996 εκτέλεσε τις κατωτέρω εξώδικες εργασίες... Γ) Κατά το έτος 1997 εκτέλεσε τις κατωτέρω εξώδικες εργασίες... Δ) Κατά το έτος 1998 εκτέλεσε τις κατωτέρω εξώδικες εργασίες... Ε) Το έτος 1999 πραγματοποίησε τις κατωτέρω εργασίες ... και" Το έτος 2000 ( μέχρι τον Αύγουστο) ο ενάγων πραγματοποίησε τις εξής εργασίες...

Επομένως, ο ενάγων δικαιούται αμοιβής, η οποία πρέπει να κανονιστεί κατά το άρθρα 156 παρ.1, 162 του Κώδικος περί Δικηγόρων, σε συνδυασμό με την ΑΥ Οικ. Δικ. ΠΙ 8877/2240/Α0012 Πολ.1314/- 21 -12 - 2000. Έτσι ανέρχεται στο ποσό των 48,400 ευρώ , 484 ώρες X 100 ευρώ ανά ώρα , το εν λόγω ποσό είναι προσαυξημένο κατ' άρθρο 98 του Κώδικα περί Δικηγόρων , ενόψει της πολυπλοκότητας της υποθέσεως και του χρόνου που καταναλώθηκε ...".

Επομένως το Εφετείο, με το να λάβει ως βάση για τον υπολογισμό της οφειλόμενης στον αναιρεσίβλητο δικηγόρο αμοιβής τους συντελεστές που ίσχυαν από τις 21-12-2000 κι' εντεύθεν, με βάση την ως άνω ΚΥΑ και όχι τους συντελεστές που ίσχυαν κατά το χρόνο που αυτός επιχείρησε τις επιμέρους εξώδικες ενέργειες ( από το έτος 1995 έως και τον Αύγουστο του 2000), παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ είναι βάσιμος.

Επίσης βάσιμος είναι και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως , από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, καθόσον το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 162 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026 /1954), τα οποία δεν προβλέπουν αμοιβή ανά ώρα, υπολογίζοντας την οφειλόμενη αμοιβή του αναιρεσίβλητου δικηγόρου για εξώδικες ενέργειες ανά ώρα απασχολήσεως, η οποία προσαυξήθηκε, κατ' άρθρο 98 του ίδιου κώδικα, λόγω της πολυπλοκότητας της υποθέσεως και του χρόνου που καταναλώθηκε.

Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή των ως άνω τρίτου και τετάρτου λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας του πέμπτου ασκηθέντος, αναιρετικού λόγου. Μετά από αυτά, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των νομίμων κληρονόμων του αρχικώς αναιρεσείοντος, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1427/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος)

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των ως άνω κληρονόμων του αρχικώς αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Απριλίου 2019.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ