Legislator Case Law & Legislation
411/2018 AI generated

411/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 411/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

411/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παρατάσεως της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα.

Keywords

AI generated
fire service exemption fee redundancy part-time gainful activity long-term unemployment unemployment insurance financing posted workers detachment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 411 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 411/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό των Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Παντελή Παπαδάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος ανακάλεσε την από 16-12-2016 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Αλεξ Β. του Γ., 2) Ν. Γ. του Κ., 3) Θ. Μ. του Θ. και 4) Ε. Σ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βασιλείου και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 551/2013 του ίδιου δικαστηρίου και 113/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-8-2015 αίτησή του και τους από 8-4-2016 πρόσθετους λόγους της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 28-4-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναίρεσης και οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι αυτής και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων της, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται (Ολ. Α.Π. 16 και 17/2015), εφόσον όμως παρέχουν την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (Ολ.

Α.Π. 13/2003). Εξ άλλου γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των αποδοχών κατηγοριών εργαζομένων που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες συντρέχουν όταν η κάθε κατηγορία παρέχει την εργασία κάτω από διαφορετικό νομικό καθεστώς, ήτοι όταν η μία κατηγορία παρέχει τις υπηρεσίες της με σχέση δημοσίου δικαίου και η άλλη με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή προκειμένου περί κατηγοριών απασχολουμένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όταν η μία απασχολείται στο Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και η άλλη σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου ή γενικώς στον ιδιωτικό τομέα (Α.Π. 1495/2012).

Περαιτέρω στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παρατάσεως της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα.

Προς μεταφορά της ανωτέρω οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο εκδόθηκε αρχικώς το π.δ. 81/2003 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου" (ΦΕΚ Α 77), το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 2-4-2003 και είχε αρχικά εφαρμογή τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα και στη συνέχεια, ειδικά όσον αφορά τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, το π.δ. 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α 134), το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 19-7-2004.

Με το τελευταίο προεδρικό διάταγμα ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Οι διατάξεις αυτού του διατάγματος εφαρμόζονται στο προσωπικό του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του παρόντος, καθώς και στο προσωπικό των δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων, το οποίο εργάζεται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας" (άρθρο 2 παρ. 1). "Για την εφαρμογή του παρόντος προεδρικού διατάγματος νοείται ως:

α) "Εργαζόμενος ορισμένου χρόνου", κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ή σύμβαση ή σχέση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας, η οποία έχει συναφθεί απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου και η λήξη της καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως ιδίως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας ή αποπεράτωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου αποτελέσματος.

β) "Αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου", κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στον ίδιο φορέα ή επιχείρηση και απασχολείται σε ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων του. Όπου δεν υπάρχει "αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου" στον ίδιο φορέα ή επιχείρηση, η σύγκριση γίνεται με αναφορά στην οικεία συλλογική σύμβαση ή όταν δεν υπάρχει τέτοια, με αναφορά στην εκάστοτε Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ή, εάν δεν υπάρχει, στην κείμενη νομοθεσία.

γ) "Δημόσιος τομέας", ο οριοθετούμένος από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α 101) ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων σε κάθε περίπτωση από αυτόν των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003.

δ) "Σύμβαση", η σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας. ε) Όπου αναφέρεται ο όρος "επιχείρηση" ή "εκμετάλλευση" ή "εργοδότης" νοείται και η δημόσια υπηρεσία, το Ν.Π.Δ.Δ. ή ο φορέας με τον οποίο έχει συναφθεί η αντίστοιχη σύμβαση" (άρθρο 3). "Όσον αφορά στους όρους και στις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται, εκ μόνου του λόγου ότι η σύμβαση τους είναι ορισμένου χρόνου, να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους αορίστου χρόνου.

Κατ' εξαίρεση και μόνον επιτρέπεται διαφορετική αντιμετώπιση κάθε φορά που συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι, οι οποίοι την δικαιολογούν" (άρθρο 4 παρ. 1). Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως απαγορεύεται η διάκριση των "εργαζομένων ορισμένου χρόνου" σε σχέση με τους "αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου", όσον αφορά στις "συνθήκες απασχόλησης", που γίνεται από μόνο το λόγο ότι η σύμβασή τους είναι ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από "αντικειμενικούς λόγους".

Στην δε έννοια των "αντικειμενικών λόγων", που μπορούν κατ' εξαίρεση να δικαιολογήσουν την κατ' αρχήν απαγορευμένη διάκριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου, που ερείδεται αποκλειστικά στο χαρακτηρισμό της οικείας συμβάσεως ως αορίστου ή ορισμένου χρόνου, συγκαταλέγονται λόγοι ξένοι προς τη διάκριση που ερείδεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι πρόκειται για σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου.

Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 2, 3 και 12 ν. 3511/2006 "Αναδιοργάνωση του Πυροσβεστικού Σώματος, αναβάθμιση της αποστολής του και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, 1, 19, 22, 25 του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του Πυροσβεστικού Σώματος που κωδικοποιήθηκε με το άρθρο μόνο π.δ. 210/1992 (ΦΕΚ Α 99), 59, 119 π.δ. 174/1983 "Κανονισμός Πυροσβεστικής Σχολής" (ΦΕΚ Α 68), 1 π.δ. 314/1998 "Ρύθμιση θεμάτων πυροσβεστών εποχιακής απασχόλησης" (ΦΕΚ Α 217) και 1 π.δ. 124/2003 "Κανονισμός πρόσληψης προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Πυροσβεστικό Σώμα ως πυροσβεστών εποχικής απασχόλησης" (ΦΕΚ Α 108) προκύπτει ότι οι μόνιμοι πυροσβέστες αφενός και οι εποχικοί πυροσβέστες αφετέρου αποτελούν διαφορετικές κατηγορίες εργαζομένων.

Ειδικότερα οι μόνιμοι πυροσβέστες τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες απασχολήσεως όσον αφορά την πρόσληψη, την υπηρεσιακή εξέλιξη και τη λύση της εργασιακής τους σχέσεως, λαμβάνουν ειδική και αυστηρότερη εκπαίδευση, διαθέτουν αυξημένα προσόντα και δεξιότητες και έχουν ευρύτερες αρμοδιότητες και καθήκοντα σε σχέση με τους εποχικούς πυροσβέστες, οι οποίοι έχουν επιβοηθητικό ρόλο, καλύπτοντας κυρίως τις αυξημένες κατά τη διάρκεια του θέρους ανάγκες κατασβέσεως των δασικών πυρκαγιών, γεγονός που αποτελεί και το δικαιολογητικό λόγο της προσλήψεώς τους.

Τέλος οι ανωτέρω δύο κατηγορίες εργαζομένων (μόνιμοι πυροσβέστες αφενός και εποχικοί αφετέρου) παρέχουν την εργασία τους με διαφορετικό νομικό καθεστώς και ειδικότερα η μεν πρώτη υπό καθεστώς δημοσιοϋπαλληλικής μονιμότητας, η δε δεύτερη υπό καθεστώς εποχικής απασχολήσεως με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου.

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Οι ενάγοντες [ήδη αναιρεσίβλητοι] κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους προσλήφθηκαν από το εναγόμενο [ήδη αναιρεσείον] στην πυρόσβεση-διάσωση με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες ανανεώνονταν κάθε έτος και έκτοτε απασχολούνται έως σήμερα στις αντίστοιχες κατωτέρω εξειδικευόμενες ειδικότητες ο καθένας αυτών.

Ειδικότερα ο πρώτος αυτών προσλήφθηκε ως εργάτης πυρόσβεσης-διάσωσης την 1-6-1999, ο δεύτερος αυτών ως εργάτης πυρόσβεσης-διάσωσης την 25-5-2001, ο τρίτος αυτών προσλήφθηκε ως οδηγός την 12-6-2003 και ο τέταρτος αυτών ως οδηγός την 1-6-1999. Καθ' όλο το διάστημα της απασχόλησής τους με τις συμβάσεις αυτές, οι ενάγοντες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους με τις ιδιότητες που παρατίθενται ο καθένας αυτών, εκτελώντας εργασία ανάλογη με αυτή που παρείχαν οι μόνιμοι υπάλληλοι της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας της αντίστοιχης με αυτούς ειδικότητας, η δε εργασία τους είχε κύριο και όχι βοηθητικό ρόλο.

Η Πυροσβεστική Υπηρεσία χρειαζόταν σε σταθερή βάση τις υπηρεσίες των εναγόντων κυρίως κατά την περίοδο του θέρους, οπότε ο κίνδυνος των πυρκαγιών που είναι γνωστός και αναμενόμενος εμφανίζεται αυξημένος, αλλά και καθ' όλη τη διάρκεια του έτους για την αντιμετώπιση των αστικών πυρκαγιών που μπορεί να εκδηλωθούν ανά πάσα στιγμή.

Ακόμη στους ενάγοντες διανέμονταν και ήταν εξοπλισμένοι με τα κατάλληλα μέσα ατομικής προστασίας (μάσκες, προστατευτικά γυαλιά, μπουφάν εργασίας, γάντια, φόρμα κλπ), σύμφωνα μάλιστα με τις προδιαγραφές χορήγησής τους στο μόνιμο προσωπικό κατά τα προβλεπόμενα στις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας που υπέγραφε η Πανελλήνια Ομοσπονδία Συμβασιούχων Πυρόσβεσης-Διάσωσης με το Ελληνικό Δημόσιο (βλ.

και άρθρο 5... 25/2006 διαιτητικής απόφασης). Υπάγονταν μάλιστα και στο ίδιο ακριβώς αυστηρό καθεστώς που υπαγόταν και το αντίστοιχο μόνιμο προσωπικό του εναγομένου και στις ίδιες ακριβώς πειθαρχικές διαδικασίες και κυρώσεις του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας Πυροσβεστικού Σώματος-Κ.Ε.Υ.Π.Σ., σύμφωνα με το άρθρο 5 π.δ. 124/2003 (σχετικά και άρθρο 6 π.δ. 124/2003 για την αξιολόγησή τους και τις συνέπειες τυχόν κακής αξιολόγησης).

Συνάγεται συνεπώς ότι η εργασία των εναγόντων δεν διαφέρει από την εργασία του μονίμου προσωπικού του εναγομένου της ειδικότητάς τους και ως εκ τούτου όφειλε να τους καταβάλλεται και η ίδια αμοιβή, σύμφωνα με τη ρήτρα 4 της συμφωνίας πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου που προσαρτήθηκε στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ και μεταφέρθηκε στο ελληνικό δίκαιο αρχικά με το άρθρο 4 π.δ. 81/2003 και ακολούθως με το άρθρο 4 π.δ. 164/2004.

Εξ άλλου η διαφορετική μισθολογική μεταχείριση των εναγόντων δεν μπορεί, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, να δικαιολογηθεί από κανέναν αντικειμενικό λόγο κατά την έννοια της ρήτρας 4 της ως άνω συμφωνίας πλαισίου και των διατάξεων με τις οποίες αυτή μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη... Ειδικότερα προκύπτει ότι οι μισθολογικές διαφορές για τα έτη 2008, 2009 και 2011, με βάση τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου που ισχύουν για τους αντίστοιχους με τους ενάγοντες μόνιμους πυροσβέστες, ανέρχονται για τον πρώτο ενάγοντα Β.

Α. του Γ. στο ποσό των 14.362,4 ευρώ [4.552,48 ευρώ (διαφορές αποδοχών έτους 2008) + 5.587,36 ευρώ (διαφορές αποδοχών έτους 2009) + 4.222,56 ευρώ (διαφορές αποδοχών έτους 2011)], για τον δεύτερο ενάγοντα Γ. Ν. του Κ. στο ποσό των 12.551,36 ευρώ [4.552,48 ευρώ διαφορές αποδοχών έτους 2008 + 4.552,48 ευρώ διαφορές αποδοχών έτους 2009 + 3.446,40 ευρώ διαφορές αποδοχών έτους 2011], για τον τρίτο ενάγοντα Μ.

Θ. του Θ. στο ποσό των 12.218,34 ευρώ [3.736,48 ευρώ διαφορές αποδοχών έτους 2008 + 4.739,36 ευρώ διαφορές αποδοχών έτους 2009 + 3.742,50 ευρώ διαφορές αποδοχών έτους 2011] και για τον τέταρτο ενάγοντα Σ. Ε. του Γ. στο ποσό των 13.093,16 ευρώ [4.739,36 ευρώ διαφορές αποδοχών έτους 2008 + 4.764,24 ευρώ διαφορές αποδοχών έτους 2009 + 3.589,56 ευρώ διαφορές αποδοχών έτους 2011]...".

Με βάση αυτές τις παραδοχές και άλλες που αφορούν την παραγραφή των αγωγικών αξιώσεων του έτους 2010, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την έφεση του εναγομένου κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε εν μέρει ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες τα προαναφερθέντα ποσά των 14.362,4, 12.551,36, 12.218,34 και 13.093,16 ευρώ αντίστοιχα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 29-12-2009 προγενέστερης αγωγής τους.

Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη και ειδικότερα κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών δέχθηκε ότι το εναγόμενο όφειλε να καταβάλει στους ενάγοντες εποχικούς πυροσβέστες αποδοχές αντίστοιχες με εκείνες των μονίμων, δεχόμενο ότι οι πρώτοι παρείχαν την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία με τους δεύτερους, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες, ενώ σύμφωνα με τα προεκτεθέντα οι μόνιμοι πυροσβέστες αφενός και οι εποχικοί πυροσβέστες αφετέρου αποτελούν διαφορετικές κατηγορίες εργαζομένων που εργάζονται κάτω από διαφορετικές συνθήκες και με διαφορετικό καθεστώς.

Επομένως ο τρίτος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος αναιρέσεως και οι πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές αυτές πλημμέλειες, είναι βάσιμοι.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή των ανωτέρω λόγων αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών. Εφόσον δε η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α Κ.Πολ.Δ.), να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η έφεση του εναγομένου κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να γίνει αυτή δεκτή, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση και να απορριφθεί η αγωγή (με την οποία οι ενάγοντες εξέθεσαν ότι με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου προσελήφθησαν στις 1-6-1999, 25-5-2001, 12-6-2003 και 1-6-1999 αντίστοιχα από το εναγόμενο και απασχολήθηκαν από αυτό στην Πυροσβεστική Υπηρεσία Άρτας ως εποχικοί πυροσβέστες με τις ειδικότητες του εργάτη πυρόσβεσης-διασώστη οι πρώτος και δεύτερος και του οδηγού πυροσβετικών οχημάτων οι τρίτος και τέταρτος, ότι είχαν το ίδιο αντικείμενο και τις ίδιες συνθήκες εργασίας με αυτές του αντίστοιχου τακτικού προσωπικού του εναγομένου και ότι το εναγόμενο, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, τους κατέβαλε αποδοχές κατώτερες εκείνων των μονίμων πυροσβεστών, ζήτησαν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά για οφειλόμενες διαφορές αποδοχών των ετών 2008 έως και 2011) ως μη νόμιμη για τους λόγους που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη.

Τέλος πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων των πρώτου και δευτέρου βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 113/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Δέχεται την έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη 551/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Άρτας.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Απορρίπτει την αγωγή. Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων των πρώτου και δευτέρου βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιανουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ