Legislator Case Law & Legislation
411/2015 AI generated

411/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 411/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

411/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια... Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με απαλλοτρίωση, καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών. Το δε άρθρο 17 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", ορίζει ότι ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως γίνεται με δικαστική απόφαση.

Keywords

AI generated
access road trunk road right of necessary way footpath and trail law international carriage by road right-of-way violation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 411 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 411/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 20-11-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Αφοί Τ. Κ. ΟΕ", που εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αργυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 118/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2013 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-11-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Χυτήρογλου διάβασε την από 6-11-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της με αύξ. αριθ. εκθ. καταθ. 27/2013 αίτησης αναίρεσης της 48/2013 απόφασης του Εφετείου Λαμίας. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 17 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος ορίζει: 1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση... 4.

Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια... Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με απαλλοτρίωση, καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών. Το δε άρθρο 17 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", ορίζει ότι ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως γίνεται με δικαστική απόφαση.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ερμηνευόμενης ενόψει της ως άνω διατάξεως του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος έχει αυξημένη, έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζει δε ότι "παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του...", αντικείμενο της δίκης του καθορισμού αποζημιώσεως είναι η αποζημίωση εν συνόλω λαμβανομένη, δηλαδή, η χορήγηση αποζημιώσεως σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο προσδιορισμός της ωφέλειας του ιδιοκτήτη αυτού, όπου η ύπαρξή της επηρεάζει τις εκ της απαλλοτριώσεως αξιώσεις του, κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και τη δικαστική δαπάνη.

Περαιτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγομένων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε, με το άρθ. 62 παρ. 9 και 10 Ν. 947/1979 και στις νέες χαράξεις και διαπλατώσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974 αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και της προαναφερόμενης διάταξης του ν. 653/1977 (άρθρ. 28 παρ. 1 Συντάγματος).

Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και συνεπώς, αν, οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση, ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/2001.

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγρ. 1 και 4 του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται, (ενδεικτικά), και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η κατά τις ισχύουσες διατάξεις αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άνω αριθμό λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση, συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση, προβάλλεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να περιλάβει ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το κρινόμενο ζήτημα της ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου των αναιρεσίβλητων κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεως των άρθ. 1 παρ. 1 και 3 του Ν. 653/1977, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 17 παρ. 1 και 2, 25 παρ. 1 και 28 παρ. 1 του Συντάγματος και υπέπεσε έτσι, στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου έγιναν δεκτά σχετικά με το προσβαλλόμενο θέμα τα εξής: "Με την υπ' αριθμ. 1125902/9641/ 0010/9-12-1998 κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, η οποία δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 1070/Δ'/31-12-1998 Φ.Ε.Κ. απαλλοτριώθηκε αναγκαστικώς, για λόγους δημοσίας ωφελείας και ειδικότερα για την κατασκευή της εισόδου Λαμίας από χ.θ. 0+000 έως χ.θ. 2+741,87, έκταση συνολικού εμβαδού 38.491‚91 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στο νομό Φθιώτιδας και εικονίζεται στο από Νοέμβριο 1997 κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Διευθύνσεως Δ12 του ΥΠΕΧΩΔΕ, τα οποία συνέταξε ο Ί.

Ν. και θεώρησε στις 26-3-1998 ο διευθυντής της παραπάνω υπηρεσίας Κ. Δ.. Η εν λόγω αναγκαστική απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες αυτού και των παροδίων ιδιοκτητών που ωφελούνται. Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων ακινήτων περιλαμβάνεται και το υπ. αριθμ. Κ.Π 15α ακίνητο της ενάγουσας, συνολικής εκτάσεως 16.955 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο βρίσκεται στην θέση "Καλάμι" της κτηματικής περιφερείας Ροδίτσας και περιήλθε στην ενάγουσα με την υπ.

αριθμ. .../4-5-1988 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου του συμβολαιογράφου Λαμίας Κωνσταντίνου Ντελή, που μεταγράφηκε νόμιμα με αριθμό 196 στον τόμο 202 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λαμίας. Από το ανωτέρω ακίνητο απαλλοτριώθηκε τμήμα του εκτάσεως 789,82 τετραγωνικών μέτρων, με τα περιμετρικά στοιχεία 316-318-329-312-316.

Με την υπ' αριθμ. 224/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας καθορίσθηκε προσωρινώς η τιμή μονάδας απαλλοτριώσεως και με την υπ' αριθμ. 82/2001 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου καθορίσθηκε οριστικώς η τιμή μονάδας απαλλοτριώσεως σε 190,75 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο. Για το ακίνητο αυτό παρακατέθηκε δημοσίως στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο υπέρ της ενάγουσας αποζημίωση για 40,50 τετραγωνικά μέτρα από το απαλλοτριωθέν ακίνητό της, ενώ για την υπόλοιπη απαλλοτριωθείσα έκταση των 749,32 τετραγωνικών μέτρων, από την οποία σε έκταση 310 τ.μ.

ισχυρίζεται ότι είναι κύριο το εναγόμενο Δημόσιο και ως προς το οποίο η ενάγουσα έχει επιφυλαχθεί να ζητήσει αποζημίωση, που εμφαίνεται στον προαναφερθέντα κτηματολογικό πίνακα με τα περιμετρικά στοιχεία 317-318-329-312-317, δεν αποζημιώθηκε. Και τούτο, διότι ως προς το τελευταίο τμήμα αυτό κρίθηκε, με βάση τα αναφερόμενα στον κτηματολογικό πίνακα, ότι πρέπει να αυτοαποζημιωθεί ως ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτήτρια ένεκα του ότι το ακίνητό της απέκτησε πρόσωπο επί της Εθνικής Οδού, δηλαδή κατ' εφαρμογή του τεκμηρίου που καθιερώνεται με το άρθρο 1 του Ν. 653/1977, το οποίο τότε η νομοθεσία (και η νομολογία) θεωρούσε ως αμάχητο.

Έτσι αποκλείσθηκε από τη δυνατότητα να ανταποδείξει το αντίθετο και καταρρίπτοντας το ανωτέρω τεκμήριο να λάβει αποζημίωση και για την έκταση αυτή. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1‚ 3 και 4 του Ν. 653/1977 αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου (Προσθέτου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) και, επομένως, το τεκμήριο αυτό που δεν καταργείται, εξακολουθεί να ισχύει αλλά πλέον ως μαχητό.

Συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση. μπορούν να το καταρρίψουν αποδεικνύοντας το αντίθετο και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση. Ήδη η ρύθμιση αυτή προβλέπεται ρητώς πλέον και από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001, που εφαρμόζεται για τις απαλλοτριώσεις, που δεν έχουν συντελεσθεί μέχρι την ισχύ του.

Για εκείνες τις απαλλοτριώσεις που είχαν συντελεσθεί μέχρι την ισχύ του προαναφερομένου άρθρου, όπως η ένδικη που συντελέσθηκε κατά το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στις 14 Δεκεμβρίου 2001, όπως προκύπτει από το ΦΕΚ τ. Δ της 14-12-2001, στο οποίο δημοσιεύθηκε η παρακατάθεση της αποζημιώσεως για απαλλοτριωθέν ακίνητο των ενάγουσας, επειδή υπάρχει νομοθετικό κενό, ο δικαιούχος της αποζημιώσεως μπορεί να αναζητήσει αυτή καταψηφιστική αγωγή ενώπιον του αρμοδίου κατά τις γενικές διατάξεις (πολιτικού) δικαστηρίου, η οποία δικάζεται κατά τη τακτική διαδικασία όπως άλλωστε έπραξε και η τελευταία.

Περαιτέρω, αναφορικώς με το κρίσιμο ζήτημα κατά πόσο το ακίνητο της ενάγουσας ωφελήθηκε ή όχι από την κατασκευή του προαναφερθέντος έργου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Πριν την απαλλοτρίωση η ιδιοκτησία της ενάγουσας είχε άμεση πρόσβαση στην εθνική οδό Αθηνών - Λαμίας. Μετά την απαλλοτρίωση δεν επικοινωνεί με την εθνική οδό αλλά με παράπλευρη οδό αυτής.

Με την προαναφερθείσα 82/2001 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου δεν ορίσθηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν τμήμα του ακινήτου της ενάγουσας. Από το απαλλοτριωθέν τμήμα των 789,92 τ.μ., όπως προεκτέθηκε, παρακατέθηκε αποζημίωση για τα 40,50 τ.μ. και για τα υπόλοιπα 749.32 τ.μ. θεωρήθηκε ότι η ενάγουσα ωφελείται ως παρόδια ιδιοκτήτρια και δεν αποζημιώθηκε.

Το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση τμήμα εξακολουθεί να είναι μεγάλο και πρόσφορο για κάθε είδους δραστηριότητα. Εξακολουθεί επίσης να είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Δεν προσέλαβε, όμως, κάποια αξία μεγαλύτερη από εκείνη που ήδη είχε, διότι κανένα μεγαλύτερο προνόμιο δεν εξασφάλισε στην ενάγουσα, καθόσον, πριν την απαλλοτρίωση, είχε άμεση πρόσβαση στην εθνική οδό, ενώ, μετά την απαλλοτρίωση η πρόσβαση των οδηγών που κινούνται στο εθνικό δίκτυο δεν είναι άμεση και επιτυγχάνεται διά μέσου παράπλευρης οδού και κόμβου.

Τα ανωτέρω προκύπτουν και επιβεβαιώνονται και από την από 10-10-2009 τεχνική έκθεση του αρχιτέκτονα μηχανικού Δ. Π., ο οποίος εξετάσθηκε και ως μάρτυρας της ενάγουσας, ενώ επιβεβαιώνονται και από το μάρτυρα του εναγομένου, ο οποίος όμως θεωρεί ότι η πρόσβαση στο ακίνητο με την κατασκευή του κόμβου είναι ασφαλής, όπως δεν ήταν πριν την απαλλοτρίωση.

Άλλη μείωση της αξίας του ακινήτου της ενάγουσας λόγω απώλειας της προσβάσεως στην Εθνική οδό Αθηνών - Λαμίας και δημιουργίας υψομετρικής διαφοράς μεταξύ της τελευταίας οδού και του επιδίκου ακινήτου δεν αποδείχθηκε.

Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο ότι το ακίνητο αυτό ωφελήθηκε από την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου και την κήρυξη της απολλοτριώσεως, δεδομένου ότι η ενάγουσα, εκτός από την έμμεση ωφέλεια από την εκτέλεση του έργου, η οποία θα έχει αντίκρισμα τόσο στους περιοίκους της περιοχής όσο και στους χρήστες της οδού, δεν αποκτά άλλη άμεση ωφέλεια και γι' αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης και να επιβαρυνθεί με αποζημίωση όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο.

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, με την υπ' αριθμ. 82/2001 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου καθορίστηκε οριστικά η τιμή μονάδας απαλλοτριώσεως σε 190,75 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο. Επομένως η αξίωση της ενάγουσας έναντι του εναγομένου διαμορφώνεται σε 83.800,29 ευρώ (439,32 τ.μ. χ 190,75 ευρώ)...". Από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των άρθ. 1 παρ. 1 και 3 του Ν. 653/1977, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 17 παρ. 1 και 2, 25 παρ. 1 και 28 παρ. 1 του Συντάγματος νομικών αυτών διατάξεων για την τη θεμελίωση του αποδεικτικού του πορίσματος περί ελλείψεως τεκμηρίου ωφελείας της ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης και εντεύθεν υποχρέωσης αυτοαποζημιώσεώς της για το τμήμα των 439,32 τ.μ.

Δεν είναι απαραίτητο για την πληρότητα των αιτιολογιών η περαιτέρω εξειδίκευση των δραστηριοτήτων που είναι δυνατό να αναπτυχθούν στην περιοχή μετά την απαλλοτρίωση ενώ η ασφαλέστερη πρόσβαση των οδηγών στο ακίνητο της αναιρεσίβλητης στο νέο εθνικό δίκτυο, ως στοιχείο ωφέλειας για την διατήρηση του τεκμηρίου, που προέβαλε το αναιρεσείον, λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο και αξιολογήθηκε αρνητικά.

Επομένως, το δικαστήριο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις άνω διατάξεις και θα πρέπει ο σχετικός από το άρθ. 559 αριθ.19 ΚΠολΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με την παράγραφο 1 εδάφιο α' του άρθ. 39 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων (ΑΝ 1731/1939 όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 29/30-4-1953 και τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως) ο οποίος εφαρμόζεται και στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου κήρυξης της ένδικης απαλλοτρίωσης, μετά πενταετία από τον τελεσίδικο προσδιορισμό της αποζημιώσεως ή της δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της γενομένης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων καταθέσεως της προσωρινής ή οριστικής μονάδος αποζημιώσεως παραγράφεται η αξίωση του δικαιούχου προς απόληψη αυτής, κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου η παραπάνω βραχυπρόθεσμη παραγραφή δεν χωρεί κατά του δικαιώματος για το δικαστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως.

Από την διάταξη αυτή συνάγεται (βλ ήδη και άρθ. 10 ν.δ. 797/1971 και ν. 28882/2001) ότι σε αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου το δικαίωμα (αξίωση) του ενδιαφερομένου για τον δικαστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως υπόκειται πλέον στην γενική παραγραφή η οποία μετά την εισαγωγή του ΑΚ είναι εικοσαετής κατά το άρθ. 249 αυτού ενόψει της διατάξεως του άρθ. 18 Εισ.Ν.ΑΚ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή, όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 άρθ. 559 ΚΠολΔ διότι, το Εφετείο κρίνοντας ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθ. 90 παρ. 1 και 91 ν. 2362/1955 που προβλέπουν πενταετή χρόνο παραγραφής της ένδικης αξίωσης αλλά εκείνη εκ του άρθ. 249 ΑΚ, απέρριψε την σχετική προβληθείσα ένσταση, παραβίασε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Ο λόγος, όμως, αυτός σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιό πάνω πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού η ένδικη αξίωση, αφορώσα το δικαίωμα της αναιρεσίβλητης για καθορισμό αποζημιώσεως λόγω απαλλοτριώσεως, μετά την ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας, υπόκειται στην εκ του ΑΚ 249 προβλεπόμενη εικοσαετή παραγραφή, η οποία με δεδομένη την κήρυξη της απαλλοτρίωσης το έτος 1998 συμπληρώνεται το 2018. 'Ετσι το Εφετείο εφαρμόζοντας την άνω διάταξη και απορρίπτοντας την προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση παραγραφής ορθά εφάρμοσε το νόμο και δεν υπέπεσε στην εκ του άνω αριθμού 1 άρθ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν αντικείμενο της παρούσας δίκης είναι η αποκατάσταση της ζημίας των αναιρεσιβλήτων από την μη καταβολή της αποζημίωσης στην ουσία, δηλαδή πρόκειται για δίκη με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Επομένως, αναφορικά με τη δικαστική δαπάνη θα εφαρμοστούν οι διατάξεις που εφαρμόζονται στη δίκη της απαλλοτρίωσης, εκείνες, δηλαδή, των άρθ. 176, 189, 191 ΚΠολΔ και 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και 100, 107, 109 και 114 του Κώδικα.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές η δικαστική δαπάνη επιβάλλεται πάντοτε σε βάρος του υποχρέου για την καταβολή της αποζημίωσης και είναι πλήρης, δηλαδή ανέρχεται σε ποσοστό 3% επί του ποσού της αποζημίωσης που επιδικάζεται και συγκεκριμένα σε 2% για την σύνταξη της αίτησης και 1% για την σύνταξη των προτάσεων με την παράσταση του δικηγόρου και τα λοιπά αναγκαία για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα.

Αντίθετα, στην δίκη αυτή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθ. 22 παρ. 1 και 2 του ν. 3693/1957 για το συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων ή για τον περιορισμό τους μέχρι του ποσού των 294 ευρώ. Και τούτο, διότι έτσι φαλκιδεύεται η πλήρης αποζημίωση με συνέπεια την παραβίαση του άρθ. 17 του Συντάγματος που την προβλέπει.

Με την αντίθετη εκδοχή, αν μεν το δικαστικό στάδιο της απαλλοτριωτικής διαδικασίας είχε προχωρήσει ομαλά στην αποζημίωση του δικαιούχου θα περιλαμβανόταν η πλήρης δικαστική δαπάνη του, ενώ όταν αυτός αναγκάζεται λόγω υπαιτιότητας του υποχρέου να διεκδικήσει όχι με την απλούστερη απαλλοτριωτική διαδικασία αλλά με την τακτική, την αποζημίωσή του, να περιορίζεται αυτή με τον κατακερματισμό της δικαστικής του δαπάνης (ΑΠ 2161/2013).

Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι δεν καθόρισε μειωμένη δικαστική δαπάνη κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 αλλά εκείνη που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθ. 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και του άρθ. 18 παρ. 4 εδ.

γ' του ν. 2882/2001, ήτοι στο ποσό των 400 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, διότι ναι μεν σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις και στις υποθέσεις που αφορούν την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας εφαρμόζεται η διάταξη του άρθ. 18 παρ. 4 ν. 2882/2001, ως προς τον καθορισμό της δικαστικής δαπάνης του καθού η απαλλοτρίωση, πλην, όμως, στην προκειμένη υπόθεση που με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και επικυρώθηκε η απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ως προς την άρση του τεκμηρίου ωφελείας και υπολογισμού του ποσού της αποζημιώσεως, ο υπολογισμός της δικαστικής δαπάνης πρέπει να γίνει κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 22 ν. 3693/1957 που προβλέπει την μειωμένη δικαστική δαπάνη σε δίκες με διάδικο το Δημόσιο, αφού ο σκοπός της πλήρους αποζημίωσης με την αυξημένη δικαστική δαπάνη του άρθ. 18 παρ. 4 ν. 2882/2001 πληρώθηκε με την απόφαση του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αναίρεση και δη μόνο κατά το κεφάλαιο προσδιορισμού της δικαστικής δαπάνης σε βάρος του αναιρεσείοντος απορριπτομένων των λοιπών λόγων αναιρέσεως, αναιρεθεί, μόνο, κατά τούτο η προσβαλλομένη απόφαση και αφού διακρατηθεί δεδομένου ότι δεν χρειάζεται περαιτέρω άλλη διευκρίνιση η υπόθεση (άρθ. 580 παρ. 3 εδ.

β' ΚΠολΔ) και δικαστεί κατά τούτο, καθοριστεί η δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης στο ποσό των 300 ευρώ. Τέλος, η δικαστική δαπάνη της αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 48/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας μόνο κατά το κεφάλαιο περί επιβολής δικαστικής δαπάνης στο εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ποσού τετρακοσίων (400) ευρώ.

Κρατεί και δικάζει επί της από 21-10-2011 έφεσης κατά της 118/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας κατά το άνω αναιρεθέν μέρος.

Επιβάλλει τη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης σε βάρος του εκκαλούντος την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Συμψηφίζει την μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη της αναιρετικής δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ