411/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 411 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 411/2012
Legislator headnote
AI generated411/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 411 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 411/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 411 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 411/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. Κωνσταντίνο Κηπουρό, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις και πρόσθετους λόγους.
Της αναιρεσιβλήτου: ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Βικτωρίας Βασιλείου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2007 αίτηση της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Το ήδη αναιρεσείων κατέθεσε κύρια παρέμβαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου την 19-3-2007. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 527/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 394/2009 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-11-2009 αίτησή του καθώς και των από 7-11-2011 πρόσθετων λόγων αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 18-1-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής.
Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον: α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945 εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ. οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά 32.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1042 ΑΚ, ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου που ανήκει στο Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 του Ν. 3127/2003 πρέπει ο νομέας, μεταξύ άλλων, να έχει την πεποίθηση, χωρίς να τον βαρύνει βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου και η πεποίθησή του αυτή, πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο κτήσης της νομής του ακινήτου. Ο νομέας θεωρείται κακής πίστης μόνο αν γνωρίζει ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαριά αμέλεια. Αν μεσολάβησε διαδοχή στη νομή, ο χρόνος νομής που διανύθηκε, με τις ίδιες προϋποθέσεις, στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου, συνυπολογίζεται στο χρόνο νομής του διαδόχου. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής, αυτών στο νόμο ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε δεν αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά υπάγονται. Τέλος, κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε αντιδιαστολή με τις υπάρχουσες ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων εφ' όσον το εξ αυτών πόρισμα εκτίθεται σαφώς.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ανέλεγκτως και τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο, με αριθμό 198, εμβαδού 614 τμ, το οποίο βρίσκεται στο Ο.Τ. 31 του προϋφισταμένου του έτους 1900 ΔΔ Ελευθερών του Δήμου Ελευθερών του Νομού Καβάλας, συνορεύει δε ολόγυρα, βορειοανατολικά με το ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., ανατολικά με τα ακίνητα με ΚΑΕΚ ... και ..., νότια με το ακίνητο με ΚΑΕΚ ... και δυτικά με δρόμο. Αυτό ανήκε κατά κυριότητα στον Ι. Γ., ο οποίος λίγο πριν από την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και δη κατά το έτος 1938 το πώλησε ατύπως στο πατέρα της αιτούσας, Η. Π.. Ο τελευταίος από τον ανωτέρω χρόνο αγοράς του επιδίκου είχε δηλώσει ότι προέβη στην εν λόγω αγορά για λογαριασμό της θυγατέρας του, Σ.. Πράγματι η αιτούσα από το έτος 1950 μέχρι και τον χρόνο συζητήσεως της επιδίκου αιτήσεως ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατέχει και νέμεται το επίδικο ακίνητο αδιαλείπτως και αδιαταράκτως, πιο συγκεκριμένα δε, αφού προέβη σε περίφραξη αυτού, το καλλιεργεί με διάφορα οπωροκηπευτικά (ντομάτες, πιπεριές). Μάλιστα προ τουλάχιστον τριάντα (30) ετών κατασκεύασε εντός αυτού μια αποθήκη πετρόκτιστη εμβαδού 15 τμ., την οποία χρησιμοποιεί ως χώρο εναπόθεσης των γεωργικών της εργαλείων. Η αιτούσα κατά την, πιο πάνω, κτήση της νομής του επιδίκου ακινήτου βρισκόταν σε καλή πίστη, καθόσον γνώριζε πολύ καλά ότι ο πατέρας της (Η. Π.) το είχε αγοράσει, έστω και ατύπως, από τον Ι. Γ., ο οποίος το καλλιεργούσε επί πολλά έτη πριν από την πώληση του με καπνά, η ίδια δε από το έτος 1950 ασκούσε συνεχώς τις αναφερόμενες πιο πάνω πράξεις νομής στο επίδικο. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι (πέραν των προαναφερθέντων) το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε όχλησε την αιτούσα στην, κατά τα ανωτέρω, άσκηση της νομής της στο επίδικο οικόπεδο ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σ' αυτό. Τέτοια όχληση ή άσκηση οποιασδήποτε διακατοχικής πράξεως στο επίδικο δεν επικαλείται ούτε το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο, απλώς ισχυρίζεται ότι κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1938 επί των δημοσίων κτημάτων νομέας θεωρείται το Δημόσιο έστω και αν ουδεμία ενήργησε επ' αυτών πράξη νομής. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον στην υπό κρίση υπόθεση ερευνητέον τυγχάνει εάν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις κτήσεως κυριότητος έναντι του Δημοσίου ακινήτων που βρίσκονται μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του έτους 2003, σύμφωνα με τις διατάξεις του εφαρμοζομένου Ν. 3127/2003 (άρθρο 4 παρ. 1 και 2). Βέβαια από τον προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από το κυρίως παρεμβαίνον (Ελληνικό Δημόσιο) πίνακα οριστικής διαμονής του έτους 1965 του Συνοικισμού Ελευθερών Παγγαίου Καβάλας προκύπτει ότι το επίδικο οικόπεδο, λόγω έλλειψης τίτλων από την εποχή της τουρκοκρατίας, χαρακτηρίσθηκε ως διαθέσιμο, ήτοι ανήκον στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, κατεχόμενο όμως από την αιτούσα και διαχειριζόμενο έκτοτε, τύποις μόνον, από τη Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης (Τμήμα Πολιτικής Γης) της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. 06/2046/13-3-2006 έγγραφο της άνω Υπηρεσίας). Το γεγονός όμως αυτό ουδόλως καταδεικνύει ότι η αιτούσα από βαριά αμέλεια αγνοούσε ότι δεν ήταν κύρια του επιδίκου οικοπέδου, όπως επίσης αβασίμως ισχυρίζεται το Ελληνικό Δημόσιο, πολύ περισσότερο μάλιστα αφού, πέραν των προαναφερθέντων, η Κτηματική Υπηρεσία του Νομού Καβάλας με το υπ' αριθμ. πρωτ. 383/2006 έγγραφό της - απάντηση προς το ερωτών Δικαστικό Γραφείο Καβάλας, το οποίο (έγγραφο) σημειωτέον, έχει ημερομηνία 15-6-2006, ήτοι μεταγενέστερη του ανωτέρω εγγράφου της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης, που φέρει ημερομηνία 13-3-2006, βεβαιώνει ότι, μετά από έρευνα που πραγματοποίησε στα αρχεία που τηρούνται στην Υπηρεσία της δεν προκύπτουν δικαιώματα του Δημοσίου στο επίδικο οικόπεδο. Εφόσον λοιπόν η ως άνω Κτηματική Υπηρεσία βεβαιώνει, με κατηγορηματικό μάλιστα τρόπο, την ανυπαρξία οποιουδήποτε δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου στο επίδικο οικόπεδο, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι η αιτούσα από βαριά αμέλεια είχε την πεποίθηση ότι είναι κυρία αυτού (όπως αβασίμως ισχυρίζεται το κυρίως παρεμβαίνον), ενόψει του ότι, κατά τα προαναφερόμενα, ουδέποτε οχλήθηκε στην άσκηση της νομής της για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πενήντα (50) ετών. Οι επικαλούμενες από το εκκαλoύν με τον σχετικό λόγο εφέσεώς του διατάξεις του Οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν "περί γαιών", οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες με το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 147/1914, δεν έχουν εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση, καθόσον η ένδικη αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Ν. 3127/2003, το οποίο ορίζει, όπως αναφέρεται πιο πάνω, τις προϋποθέσεις κτήσεως κυριότητος έναντι του Δημοσίου των αναφερομένων σ' αυτόν ακινήτων. Κατά συνέπεια η αιτούσα έγινε κυρία του επιδίκου οικοπέδου πρωτοτύπως με χρησικτησία, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 και 2 του Ν. 3127/2003, αφού αποδείχθηκε ότι νεμόταν αυτό μέχρι την έναρξη ισχύος του άνω νόμου αδιατάρακτος για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, τελούσε δε σε καλή πίστη, έχοντας την πεποίθηση, χωρίς να την βαρύνει βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του άνω ακινήτου, της πεποιθήσεώς της αυτής υφισταμένης κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής αυτού. Δεν έσφαλε, επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία, ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο και εκτιμώντας προσηκόντως τις αποδείξεις, οδηγήθηκε στην αυτή κρίση και διέταξε στη συνέχεια τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο Κτηματολογικό Βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Παγγαίου ως προς το επίδικο οικόπεδο, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό αυτής (εκκαλουμένης αποφάσεως) και γι' αυτό πρέπει οι σχετικοί λόγοι εφέσεως, με τους οποίους το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζει τα αντίθετα, να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν. Έτσι που έκρινε το Εφετείο σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αναφορικά με την αδιατάρακτη άσκηση πράξεων νομής από την αναιρεσίβλητη για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003 επί του επίδικου οικοπέδου, διατελώντας σε καλή πίστη υπό την προεκτεθείσα του όρου έννοια και μετά τον κατ' έτος 1965 διοικητικό χαρακτηρισμό αυτού στον πίνακα οριστικής διανομής του Συνοικισμού Ελευθέρων Παγγαίου Καβάλας "ως διαθεσίμου" και την απόκτηση κυριότητας επ' αυτού από την αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 και 2 του Ν. 3127/2003 που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Πρέπει επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης ευθέως και εκ πλαγίου των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 4 παρ.1 και 2 του Ν. 3127/2003 που προαναφέρθηκαν, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή οι ένορκες βεβαιώσεις, που έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, πριν από την άσκηση της αγωγής, και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, δεν αποτελούν τα ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, που προβλέπονται από το άρθρο 671 § 1 εδ. τελευταίο του ΚΠολΔ, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Έτσι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις, που δεν έχουν ληφθεί για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα σε συγκεκριμένη δίκη αλλά λήφθηκαν πριν από την έναρξη αυτής εξ αφορμής άλλης, δεν απαιτείται να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση αλλά αρκεί να βεβαιώνεται σ' αυτήν γενικώς ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και να μη καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο που δίκασε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 741 έως 781 ΚΠολΔ) κατά την οποία εκδόθηκε και η πρωτοβάθμια απόφαση για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος του σε κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα για την έκβαση της δίκης έλαβε υπόψη τις υπ' αρ. .../27.2.2006 και .../15.9.2006 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της συμ/φου Παγγαίου Μαριάννας Σπαθάρη, για τη σύνταξη των οποίων, δεν προέκυπτε η τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 650 παρ.1 ΚΠολΔ, ήτοι μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον όπως προκύπτει, από την αναιρεσιβαλλόμενη που παραδεκτώς επισκοπείται (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις δόθηκαν στα πλαίσια διεξαγωγής άλλης προγενέστερης δίκης μεταξύ των αυτών διαδίκων και επομένως, δεν ήταν αναγκαία η ειδική αυτών μνεία στην αναιρεσιβαλλόμενη αλλά αρκούσε η διαλαμβανόμενη σ' αυτή διαβεβαίωση περί λήψεως υπόψη όλων των επαναπροσκομιζόμενων με επίκληση από τους διαδίκους εγγράφων.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος. Με τη διάταξη αυτή εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και μη προταθέντων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πιο συγκεκριμένα, στην εκούσια δικαιοδοσία ισχύει η ελεύθερη απόδειξη και στο πλαίσιο αυτής ο δικαστής για τη δικαστική του πεποίθηση λαμβάνει; υπόψη κάθε πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο, ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και αποδεσμεύεται από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης τόσο ως προς το επιτρεπτό των αποδεικτικών μέσων και την αποδεικτική τους δύναμη, όσο και ως προς τους τηρητέους κανόνες της αποδεικτικής διαδικασίας. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ. α ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, ενώ, ο λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν παραβιάστηκαν οι ορισμοί του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα όταν πρόκειται για δημόσιο έγγραφο για το παραδεκτό του σχετικού λόγου πρέπει ο συντάκτης του εγγράφου να ήταν καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιος για τη βεβαίωση αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος η πλημμέλεια από τους αριθμούς 11 εδ. α και 12 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επίδικου οικοπέδου πρωτοτύπως με χρησικτησία, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 και 2 του ν.327/2003 έλαβε υπόψη και προσέδωσε αποδεικτική ισχύ στην υπ' αρ. 383/15.6.2006 έγγραφη βεβαίωση της Κτηματικής Υπηρεσίας του Νομού Καβάλας καίτοι η εν λόγω Υπηρεσία ήταν αναρμόδια προς έκδοσή της και η χορηγηθείσα βεβαίωση εστερείτο οιασδήποτε αποδεικτικής ισχύος, ήτοι μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο. Ο πρόσθετος αυτός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει κατά το ως άνω μέρος να απορριφθεί ως απαράδεκτος εφ' όσον στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (αρθρ. 739 ΚΠολΔ) κατά την οποία δικάστηκε η ένδικη διαφορά το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει τη δικανική του πεποίθηση λαμβάνει υπόψη και άκυρα αποδεικτικά μέσα.
Επειδή κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ "ως πράγματα" η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση η παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή τα επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα. Ο δεύτερος επομένως πρόσθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον ως άνω αριθμό διότι δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος στο δικαστήριο της ουσίας ότι η Κτηματική Υπηρεσία του Νομού Καβάλας εστερείτο αρμοδιότητας προς έκδοση της 383/15.6.2006 ως ανωτέρω βεβαίωσης και ως εκ τούτου είναι μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, ως παρά αναρμόδιου οργάνου εκδοθείσα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα του όρου έννοια, αλλά νομικό επιχείρημα σχετικά με το κύρος του ως άνω εγγράφου.
Επειδή, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η από 24.11.2009 και με αρ. κατ. 65/2009 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου και οι από 7.11.2011 πρόσθετοι λόγοι αυτής κατά της 394/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ, 22 παρ.1 ν. 3693/1957) όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.11.2009 και με αρ.κατ.65/2009 αίτηση αναιρέσεως της 394/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης και τους από 7.11.2011 πρόσθετους λόγους αυτής.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ