411/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 411 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 411/2011
Legislator headnote
AI generated411/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 411 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 411/2011
Full text
Απόφαση 411 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 411/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΠΑΠ ΧΟΤΕΛΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέργιο Σπυρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ", όπως μετονομάστηκε η αρχικά εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Τόμπρο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/12/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 3132/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου που κήρυξε εαυτόν καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την εκδίκαση της αγωγής στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Ακολούθως, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατά της ανωτέρω αποφάσεως, εκδόθηκε η 6605/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που διέταξε την αναπομπή της υπόθεσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1900/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1455/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/3/2010 αίτησή της και τους από 28/12/2010 προσθέτους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 28/1/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή κατά ένα μέρος των δευτέρων λόγων του κυρίως δικογράφου της από 4-3-2010 αίτησης αναίρεσης και του από 28/12/2010 δικογράφου προσθέτων λόγων, την απόρριψη των λοιπών λόγων και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1455/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά το εις το σκεπτικό μέρος της.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή μη εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε, δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27 και 28/1998). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, η έχει αιτιολογίες αντιφατικές, ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς. Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 574 έως 578 ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρ. 44 π.δ. 34/1995), συνάγεται ότι με τη διαρκή σύμβαση της μίσθωσης ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η μίσθωση. Επίσης έχει υποχρέωση όχι μόνο να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση, αλλά και να το διατηρεί κατάλληλο για τη χρήση αυτή σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, υποχρεούμενος σε άρση των πραγματικών του ελαττωμάτων και σε αποκατάσταση των συμφωνημένων ιδιοτήτων που λείπουν. Αν κατά το χρόνο παράδοσής του στο μισθωτή το μίσθιο έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίσθηκε τέτοιο ελάττωμα, ο μισθωτής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος. Το ίδιο ισχύει και αν λείπε από το μίσθιο μια συμφωνημένη ιδιότητα ή αν έλειψε τέτοια ιδιότητα όσο διαρκεί η μίσθωση. Επομένως, αν από την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος εμποδίστηκε ολικά, ή εν μέρει η συμφωνημένη χρήση, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, προβαλλόμενο και κατ' ένσταση, προς απόκρουση αγωγής του εκμισθωτή για καταβολή των μισθωμάτων να μη καταβάλλει το μίσθωμα όσο διάστημα διαρκεί η παρεμπόδιση της χρήσης του μισθίου από το ελάττωμα. Τέτοιο πραγματικό ελάττωμα εξάλλου αποτελεί και η αδυναμία χρήσης του μισθίου όπως συμφωνήθηκε, λόγω απαγόρευσης της χρήσης από δημόσια αρχή ή λόγω αδυναμίας χορήγησης της απαιτούμενης άδειας δημόσιας αρχής. Περαιτέρω, αν κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης λείπει η συμφωνημένη ιδιότητα του μισθίου ή ο εκμισθωτής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το πραγματικό ελάττωμα του μισθίου που υπήρχε κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης ή αν από υπαιτιότητα του εκμισθωτή έλειψε η συμφωνημένη ιδιότητα ή εμφανίσθηκε το ελάττωμα του μισθίου μετά τη συνομολόγηση της μίσθωσης ή αν ο εκμισθωτής έγινε υπερήμερος ως προς την άρση του πραγματικού ελαττώματος ή της έλλειψης της ιδιότητας, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, αντί για μείωση ή μη καταβολή του μισθώματος, να απαιτήσει αποζημίωση, για τη μη εκτέλεση της σύμβασης, η οποία περιλαμβάνει τη θετική και αποθετική ζημία που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το ελάττωμα ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας. Στις περιπτώσεις αυτές, όπως προκύπτει από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 306 εδ. α' Α.Κ. ο μισθωτής έχει κατ' επιλογή αγωγή για μείωση ή μη καταβολή του μισθώματος ή αγωγή για αποζημίωση. Οι αξιώσεις αυτές συρρέουν διαζευκτικά, με την έννοια ότι η επιλογή της μιας αποκλείει την άσκηση των λοιπών, με οποιαδήποτε μορφή είτε κυρίως είτε επικουρικώς, εφ' όσον, βεβαίως αφορούν το ίδιο χρονικό διάστημα, αφού από τη φύση της μίσθωσης ως διαρκούς σύμβασης και την υποχρέωση του μισθωτή όχι μόνο να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση, αλλά και να το διατηρεί κατάλληλο γι' αυτήν και απαλλαγμένο από ελαττώματα και ελλείψεις όσο διαρκεί η μίσθωση, προκύπτει ότι η ύπαρξη των διαζευκτικώς συρρεουσών αξιώσεων συνδέεται με το χρονικό διάστημα στο οποίο υπάρχουν τα ελαττώματα ή οι ελλείψεις, είναι δε ενδεχόμενο σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα να υπάρχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος, όχι όμως και δικαίωμα αποζημίωσης, διότι δεν συντρέχουν και οι ειδικές προϋποθέσεις, υπό τις οποίες, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, γεννάται το δικαίωμα αυτό, ενώ σε άλλο χρονικό διάστημα, όπως στην περίπτωση που σ'αυτό υφίσταται υπερημερία του εκμισθωτή ως προς την άρση του πραγματικού ελαττώματος ή της έλλειψης της ιδιότητας, να υπάρχει και αξίωση αποζημίωσης (Ολ.Α.Π. 50/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 584 Α.Κ. ο μισθωτής, με την επιφύλαξη των διατάξεων που ισχύουν για τα πραγματικά και τα νομικά ελαττώματα ή για την έλλειψη ιδιοτήτων, έχει δικαίωμα κατά τα λοιπά, αν δεν του παραδόθηκε ή του παρεμποδίστηκε η χρήση του μισθίου ολικά ή εν μέρει εκ μέρους τρίτων, ή εκ μέρους του εκμισθωτή, να απαιτήσει, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις, την εκτέλεση της σύμβασης ή αποζημίωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο μισθωτής "με την επιφύλαξη των διατάξεων για τα πραγματικά και νομικά ελαττώματα...." έχει το πιο πάνω δικαίωμα να απαιτήσει την εκτέλεση της σύμβασης ή αποζημίωσης κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 335, 336 και 343 Α.Κ., αν δεν του παραδόθηκε καθόλου η χρήση του μισθίου ή του παραδόθηκε μεν αλλά παρεμποδίστηκε μετά την παραδοχή της κατά την προαναφερθείσα έννοια χωρίς η παρακώλυση αυτή να συνδυάζεται με ελαττωματικότητα του μισθίου. Έτσι αν του παραδόθηκε η χρήση του μισθίου, αλλά αυτή είναι ελαττωματική, γιατί το μίσθιο έχει ελάττωμα πραγματικό ή νομικό, τότε θα εφαρμοστούν οι παραπάνω ειδικές διατάξεις των άρθρων 576-583 ΑΚ περί πραγματικών και νομικών ελαττωμάτων του μισθίου.
Συνεπώς, ο μισθωτής θα δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση στην τελευταία περίπτωση κατά τους όρους των άρθρων 577,578 και 583 Α.Κ. που συρρέει (αξίωση αποζημίωσης) διαζευκτικά με την αξίωση μη καταβολής ή μείωσης του μισθώματος, ή καταγγελίας της μίσθωσης υπό τους όρους του άρθρου 585 του Α.Κ., η οποία δεν συρρέει διαζευκτικά με αξίωση μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος (Α.Π. 1582/2008, 1068/2008). Τέλος επί μισθώσεως πράγματος δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί αδυνάτου παροχής των άρθρων 362 έως 364, γιατί η εφαρμογή τους αποκλείεται από τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 576, 577, 583 και 585 του Α.Κ., που ρυθμίζουν εξαντλητικά όλες τις περιπτώσεις της μη εκπλήρωσης εκ μέρους του εκμισθωτή των υποχρεώσεών του στο να παραδώσει το μίσθιο απηλλαγμένο νομικών ή πραγματικών ελαττωμάτων και με τις συμφωνημένες ιδιότητες. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση επί της ουσίας των αποδείξεων: "Κατόπιν διενέργειας δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού που προκηρύχθηκε από τον Ε.Ο.Τ. στις 26.1.1995 για την εκμίσθωση της ξενοδοχειακής μονάδας "ΞΕΝΙΑ" στην Ουρανούπολη Χαλκιδικής αναδείχθηκε πλειοδότρια η ενάγουσα Ανώνυμη Εταιρία και κατακυρώθηκε σ'αυτή η σύμβαση μίσθωσης με την υπ'αριθμό 207/12-21-3-1995 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ε.Ο.Τ., η οποία εγκρίθηκε με την υπ' αριθμό 526711/28.3.1995 απόφαση του Υπουργού Τουρισμού. Στις 31.3.1995 υπογράφηκε από τον Ε.Ο.Τ. και την ενάγουσα η σχετική σύμβαση μισθώσεως του ξενοδοχειακού συγκροτήματος με βάση την οποία ο ΕΟΤ εκμίσθωσε στην ενάγουσα εδαφική έκταση αποτελούμενη από τρία (3) εδαφικά τμήματα συνολικού εμβαδού 46.630 τ.μ. καθώς και μία ξενοδοχειακή μονάδα Β' κατηγορίας 42 δωματίων και 84 κλινών με τις κτιριακές της εγκαταστάσεις συνολικού εμβαδού 2.588 τ.μ., που σύγκειται από κεντρικό κτίριο του ξενοδοχείου και επτά περίπτερα εκ των οποίων τέσσερα (4) μονόροφα και τρία ( 3) διόροφα. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίσθηκε για 40 χρόνια, υπό την προϋπόθεση εκτέλεσης από τη μισθώτρια των νέων εργασιών επέκτασης, και αναβάθμισης του μισθίου που προβλέπονταν στο ανωτέρω μισθωτήριο, σε περίπτωση όμως μη εκτέλεσης των ανωτέρω εργασιών η διάρκεια της μίσθωσης ορίσθηκε για 20 χρόνια (βλ. άρθρο 5 του ανωτέρω συμφωνητικού). Το ετήσιο μίσθωμα ορίσθηκε σε 30.000.000 δρχ. ή 88.041 ευρώ μαζί με το αναλογούν σ' αυτό χαρτόσημο του ποσού 1.080.000 δρχ. ή 3.169,48 ευρώ καταβαλλόμενο σε δύο ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις, αναπροσαρμοζόμενο ανά τριετία κατά το μέσο όρο του τιμαρίθμου των τελευταίων τριών ετών, ενώ παράλληλα ορίσθηκε ότι σε περίπτωση ένταξης του ξενοδοχείου σε ανώτερη κατηγορία, το ετήσιο μίσθωμα θα αυξάνεται κατά ποσοστό 5% για κάθε ανώτερη κατηγορία και σε περίπτωση επέκτασης της ξενοδοχειακής μονάδας, θα αυξανόταν το μίσθωμα με νεώτερη συμφωνία των μερών (βλ. άρθρα 2, 4, 7 και 8 της σύμβασης μισθώσεως).
Με την ίδια σύμβαση δεσμεύθηκε η ενάγουσα να προβεί με δική της φροντίδα και δαπάνη στην αναβάθμιση της ξενοδοχειακής μονάδας κατά τις υποδείξεις και υπό την έγκριση του εκμισθωτή παρέχοντας ως ασφάλεια για την έγκαιρη και προσήκουσα εκτέλεση τους εγγυητική επιστολή της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος ύψους 16.000.000 δρχ. ή 46.955 ευρώ.
Με την ίδια σύμβαση ανέλαβε η ενάγουσα την υποχρέωση να προβεί επίσης με αποκλειστική της φροντίδα ευθύνη και δαπάνη στην επέκταση των υφισταμένων ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων εντός αποκλειστικών προθεσμιών και με συγκεκριμένες ποιοτικές προδιαγραφές, ώστε η ξενοδοχειακή μονάδα να καταστεί δυναμικότητας 300 κλινών εντός τριετίας από την κατάρτιση της σύμβασης με συνολικό κόστος επένδυσης 4.758.808 ευρώ, παρέχοντας ως ασφάλεια για την έγκαιρη και προσήκουσα εκτέλεση των έργων εγγυητική επιστολή της ανωτέρω Τράπεζας ύψους 16.000.000 δρχ. ή 46.955 ευρώ. Στη συνέχεια η ενάγουσα ολοκλήρωσε την πρώτη από τις συμβατικές της υποχρεώσεις, ήτοι προέβη εμπροθέσμως στην ανακαίνιση - αναβάθμιση της υφισταμένης ξενοδοχειακής μονάδας δυναμικότητας των 80 κλινών και όχι των 84 κλινών που είχε υποσχεθεί ο ΕΟΤ. Κατά την εγκατάσταση όμως της ενάγουσας στο μίσθιο την 1.4.1995 διαπιστώθηκε ότι η εκμισθωθείσα έκταση δεν ήταν εμβαδού 46.630 τ.μ., όπως είχε προκηρυχθεί και αναγραφεί στη σύμβαση μισθώσεως, αλλά 33.800 τ.μ. και η δομημένη επιφάνεια των κτιριακών εγκαταστάσεων της ξενοδοχειακής μονάδας δεν ήταν εμβαδού 2.588 τ.μ. αλλά 1.340 τ.μ. Στη συνέχεια στις 12.5.1995 η ενάγουσα διαπίστωσε, ότι η γραμμή του αιγιαλού πριν από την κατάρτιση της μίσθωσης είχε ήδη μετακινηθεί, έτσι ώστε η θάλασσα ανέβηκε προς την ξηρά εξαφανίζοντας 1.200 τ.μ. από το τουριστικό δημόσιο κτήμα, γεγονός το οποίο μετά την πάροδο δύο ετών ο ΕΟΤ αναγνώρισε καταρτίζοντας νέο τοπογραφικό στις 2.6.1997.
Διαπιστώθηκε περαιτέρω από την ενάγουσα, ότι στο ΒΑ άκρο του γηπέδου του ΕΟΤ έχει κατασκευασθεί το αντλιοστάσιο βιολογικού καθαρισμού της Κοινότητας Ουρανούπολης (με ανοχή του ΕΟΤ) χωρίς να τηρηθούν οι νομικές διαδικασίες (προέγκριση χωροθέτησης και έγκριση μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων) και έχουν δημιουργηθεί επίσης δίοδοι καθόδου πεζών προς την θάλασσα δια μέσου της ιδιοκτησίας του ΕΟΤ και του τουριστικού Δημοσίου Κτήματος του οποίου ο ΕΟΤ έχει τη διοίκηση και διαχείριση (βλ. την εισήγηση της Διεύθυνσης εποπτείας τμήμα 2° του ΕΟΤ προς το Διοικητικό Συμβούλιο του ΕΟΤ με ημερομηνία 1999 με θέμα "τροποποίηση σύμβασης εκμίσθωσης του, Ξενία Ουρανούπολης - εκμίσθωση συμπληρωματικής έκτασης"). Ειδικότερα η Κοινότητα Ουρανούπολης και ήδη Δήμος Σταγείρων - Ακάνθου Χαλκιδικής μετά την υπογραφή της σύμβασης για την διάνοιξη του πρώτου δρόμου (διόδου) μέσα από το κτήμα του ΕΟΤ, κατέλαβε τμήμα του εν λόγω κτήματος-μισθίου μήκους 150 μ, και πλάτους 4 μέτρων, από το οποίο απέβαλε τον ΕΟΤ. Εναντίον του ανωτέρω Δήμου ο ΕΟΤ άσκησε την από 13.12.1995 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, πλην όμως η αξίωσή του για την αναγνώριση της νομής του επί του επιδίκου και απόδοση της σ' αυτόν υπέκυψε στην ετήσια, σε επιδικία παραγραφή, αφού από την 1.3.1995 που ασκήθηκε η ένδικη αγωγή και μέχρι τις 6.3.1996 που συζητήθηκε (η αγωγή) συμπληρώθηκε έτος χωρίς να μεσολαβήσει διαδικαστική πράξη των διαδίκων (βλ. την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη με αριθμό 2021/2001 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης). Όπως επίσης προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη με αριθμό πρωτ. 171/306/26.2.1997 απόφαση του τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών Αρναίας απορρίφθηκαν όσες ενστάσεις είχαν γίνει και διατάχθηκε η διάνοιξη όλων των προσβάσεων προς την θάλασσα μέσω του ακινήτου του ΕΟΤ και η κατεδάφιση της περίφραξης στα σημεία εκείνα, εκτός από την πρώτη, η οποία μετατίθεται στην εσωτερική πλευρά του ρέματος, δεδομένου ότι η πρόσβαση αυτή είναι περισσότερο προσβάσιμη. Ενόψει των ανωτέρω, η ενάγουσα απέστειλε στον ΕΟΤ την από 23/8/1999 (Αρ. Πρωτ. ΕΟΤ 30124/26/8/1999) επιστολή της με την οποία ζητούσε την μείωση του ετησίου μισθώματος στο 1/3 (του σημερινού). Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι, επειδή η συνολική έκταση των κτιριακών εγκαταστάσεων βάσει της σκοπούμενης επέκτασης του Ξενία υπερέβαινε τα 4.000 τ.μ. κατά 3900 τ.μ. δυνάμει του ΠΔ 20-1-88 ΦΕΚ 61 /Δ/88, η εναγομένη, που εν τω μεταξύ είχε διαδεχθεί τον ΕΟΤ, υπεχρεούτο να παραχωρήσει κατά κυριότητα στο Δήμο Σταγείρων έκταση ίση με το εμβαδόν της υπέρβασης, δηλαδή 3900 τ.μ., αυτή όμως υπεσχέθει στον ανωτέρω Δήμο έκταση 5161 τ.μ., δηλαδή 1261 περισσότερα από όσα υπεχρεούτο να παραχωρήσει. Λόγω των προαναφερθεισών ελλείψεων που προέκυψαν επί του εν λόγω κτήματος - μισθίου και επειδή στο εναπομένον εμβαδόν αυτού η ενάγουσα δεν ήταν δυνατόν να επεκτείνει τη ξενοδοχειακή μονάδα, η εναγομένη στις αρχές του 2000 πρότεινε στην ενάγουσα την εκμίσθωση - συμπληρωματικής όμορης έκτασης 40.100 τ.μ. με σκοπό την πραγματοποίηση της επένδυσης. Πράγματι στις 29.7.2003, καταρτίσθηκε μεταξύ της εναγομένης, στην οποία με την υπ' αριθ. 527964/10.12. 1990 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του ΕΟΤ ανατέθηκε η διαχείριση του Ξενία Ουρανούπολης και της ενάγουσας "Τροποποιητική σύμβαση μίσθωσης έκτασης και Ξενία Ουρανούπολης Χαλκιδικής" με την οποία εκμισθώθηκα απευθείας στην ενάγουσα συμπληρωματική έκταση 40.482 τ.μ. όμορης με το μίσθιο, ώστε να μπορέσει η ενάγουσα να υλοποιήσει την συμβατική της υποχρέωση προς επέκταση της υπάρχουσας ξενοδοχειακής μονάδος, σε συνολικής δυναμικότητα 300 κλινών.
Με την ανωτέρω τροποποιητική σύμβαση, ορίσθηκε η διάρκεια της μισθώσεως σε 48 έτη, ήτοι από της υπογραφής του από 31-3-1995 μισθωτηρίου έως τις 31-3-2043, ενώ ορίσθηκε περαιτέρω, ότι σε περίπτωση που δεν εκτελεστούν οι νέες εργασίες αναβάθμισης και επέκτασης του μισθίου στο χρόνο που προβλεπόταν, η διάρκεια της μίσθωσης θα είναι 24 έτη και θα αρχίζει από τις 31-3-1995 και θα λήγει στις 31-3-2019. Επίσης ορίσθηκε το συμπληρωματικό ετήσιο μίσθωμα για την συμπληρωματική έκταση σε 53.133,80 € ετησίως, που συμφωνήθηκε να καταβάλλεται σε δύο ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις, ενώ τα παλαιά οφειλόμενα μισθώματα για την αρχικά μισθωμένη έκταση του χρονικού διαστήματος από 31-3-1995 έως 30-6-2003 διακανονίσθηκαν συμβιβαστικά, μετά από ανάλογη μείωση του μισθώματος και απαλλαγής της ενάγουσας - μισθώτριας από τους τόκους υπερημερίας . Ειδικότερα το συνολικό μίσθωμα της ανωτέρω χρονικής περιόδου ανερχόταν σε 790.027 €. Η ενάγουσα μισθώτρια έναντι αυτού είχε καταβάλλει 234.725,24 € και ήταν υπόλοιπο 555.301,90 ΕΥΡΩ. Για το οφειλόμενο, συμφωνήθηκε η μείωση του κατά το ήμισυ και ορίσθηκε η καταβολή του σε 277.650,95 €, που θα γινόταν με τρεις (3) ισόποσες άτοκες δόσεις ποσού 92.550,31 € εκάστης (βλ. άρθρο 7 της ανωτέρω συμβάσεως). Πρέπει να λεχθεί, ότι στην από 5/4/2002 επιστολή της η ενάγουσα-μισθώτρια με θέμα "Συμπληρωματική Σύμβαση Ξενοδοχείου Ξενία - Ουρανούπολης", αναφέρει για τα ανυπέρβλητα προβλήματα που προέκυψαν συνεπεία των πραγματικών και νομικών ελαττωμάτων της έκτασης που της παραχωρήθηκε προς χρήση από τον Ε.Ο.Τ., ενώ στην παράγραφο 5δ αυτής αναφέρει χαρακτηριστικά ότι "ως προς τα μισθώματα παρελθόντων χρονικών περιόδων πρέπει να αναφέρουμε ότι η ήδη πραγματοποιηθείσα μείωση επήλθε λόγω των άνω πραγματικών ελαττωμάτων του ακινήτου, που μας παραδόθηκε που όπως γνωρίζετε κατέστησαν μέχρι σήμερα αντικειμενικά αδύνατη την επέκταση του ξενοδοχείου ΞΕΝΙΑ, η οποία αποτέλεσε πρωταρχικό σκοπό της μεταξύ μας σύμβασης". Η ενάγουσα κατέθεσε νέα εγγυητική επιστολή της Τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ ύψους 571.155 ευρώ ως εγγύηση για την καλή εκτέλεση των όρων της σύμβασης καθώς και εγγυητική επιστολή της ίδιας ανωτέρω τράπεζας ύψους 151.546,29 ευρώ ως εγγύηση για την εμπρόθεσμη και πλήρη εξόφληση των μισθωμάτων, τις οποίες ανέλαβε να ανανεώσει κατά τη λήξη τους. Το φθινόπωρο του 2003 η ενάγουσα ζήτησε από το Δασαρχείο Αρναίας να της χορηγηθεί πιστοποιητικό περί του μη δασικού χαρακτήρα της συμπληρωματικής έκτασης που είχε μισθώσει, γιατί αυτό απαιτείτο για την πληρότητα του φακέλου της άδειας ανοικοδόμησης της επέκτασης του Ξενία. Το Δασαρχείο Αρναίας προέτρεψε την ενάγουσα να δημοσιεύσει την υπ' αριθμ. 6216 βεβαίωση - πιστοποιητικό σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν.9981/79 που της είχε χορηγήσει στις 7-10-1997 σ' ανάλογη αίτηση της για τις εκτάσεις που είχε μισθώσει με την πρώτη μισθωτική σύμβαση και στην οποία (βεβαίωση) περιλαμβάνονταν και έκταση μέρος της οποίας ήταν και το κτήμα που είχε μισθώσει με τη δεύτερη σύμβαση, ώστε αυτή να αποκτήσει ισχύ πράξης χαρακτηρισμού. Στην βεβαίωση η οποία προσκομίζεται αναφέρεται ότι έκταση 109 στρεμμάτων είναι αγροελαιώνας και 15 στρέμματα καλύπτονται από δασική βλάστηση. Μετά τη δημοσίευση η Διεύθυνση Δασών Νομού Χαλκιδικής είχε αντιρρήσεις και προσέβαλε την πιο πάνω βεβαίωση με την 4705/19-12-2003 αντίρρησήτης.
Με την υπ' αριθμό 45/2004 απόφασή της η Α/ΒΑΘΜΙΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΑΣΙΚΩΝ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΕΩΝ δέχθηκε, ότι η έκταση που είχε μισθώσει η εναγομένη στην ενάγουσα χαρακτηρίζεται "ως κοινόχρηστο δάσος" με αποτέλεσμα να μη δύναται να εκδοθεί οικοδομική άδεια για την επέκταση του ξενοδοχείου ΞΕΝΙΑ. Η σχετική υπόθεση θα εκδικασθεί και σε δεύτερο βαθμό από τη δευτεροβάθμια επιτροπή. Η απαγόρευση όμως της χρήσης του μισθίου από δημόσια αρχή ή η αδυναμία χορήγησης της απαιτούμενης άδειας συνιστά πραγματικό ελάττωμα αυτού, οπότε τυγχάνουν εφαρμογής οι σχετικές διατάξεις των άρθρων 576 έως 577 Α.Κ., ως προς τα δικαιώματα του μισθωτή. Στη συνέχεια η ενάγουσα με την από 22/12/2004 εξώδικη δήλωση της, την οποία επέδωσε στην εναγομένη στις 27/12/2004 (βλ. την υπ' αριθμό 12769/27-12-2004 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Τρύφωνα Χιουτέα) αφού αναφέρει ότι οι εκτάσεις που τις εκμισθώθηκαν με την αρχική και τη νεώτερη σύμβαση έχουν, πραγματικά και νομικά ελαττώματα και ότι αντί να εκμεταλλεύεται 304 κλίνες, όπως θα έπρεπε μετά την επένδυση την οποία εμποδίζεται να εκτελέσει λόγω των πραγματικών και νομικών ελαττωμάτων του μισθίου ακινήτου και ότι εκμεταλλεύεται μόνο 80, δηλαδή 73,7% λιγότερες, δήλωσε ότι προτίθεται να καταβάλλει τα επόμενα μισθώματα, όταν αυτά καταστούν ληξιπρόθεσμα μειωμένα κατά 73,7%, μέχρις ότου αρθούν τα πραγματικά και νομικά ελαττώματα του μισθίου. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αφού η ενάγουσα λόγω των ελαττωμάτων του μισθίου (πραγματικών και νομικών) είχε σύμφωνα με τα άρθρα 576, 577 και 578 του Α.Κ. κατ' επιλογή το δικαίωμα είτε μείωσης, είτε μη καταβολής του μισθώματος, είτε αποζημίωσης για μη εκτέλεσης της συμβάσεως και αυτή επέλεξε της μειώσεως του μισθώματος, το οποίο δήλωσε προς την εναγομένη με την από 23.8.1999 επιστολή της, δεύτερον με την από 29.7.2003 Τροποποιητική Σύμβαση της μισθώσεως και τρίτον με την από 22.12.2004 εξώδικη δήλωσή της, επομένως αυτή δεν είχε δικαίωμα να ζητήσει και αποζημίωση, το οποίο και έπραξε με την έγερση της κρινόμενης αγωγής, αφού η επιλογή της μίας αξιώσεώς της αποκλείει την άσκηση των λοιπών". Α).Το Εφετείο με το να κρίνει με τις ανωτέρω σκέψεις ότι εφαρμοστέες στην ένδικη μίσθωση ήταν οι διατάξεις των άρθρων 576, 577 και 578 του Α.Κ, και όχι η διάταξη του άρθρου 584 του Α.Κ. μετά την παραδοχή ότι μεσολάβησε παράδοση της εκμισθωθείσας έκτασης που βαρυνόταν με πραγματικό ελάττωμα, κατ' ότι η αναιρεσείουσα μισθώτρια κατέστη υπερήμερη στην άρση του πιο πάνω ελαττώματος, ώστε να γεννάται υπέρ της αναιρεσείουσας μισθώτριας διαζευκτικά η αξίωση αποζημίωσης για οποιαδήποτε θετική ή αποθετική ζημιά ή μείωσης του μισθώματος, από τις οποίες ασκώντας το δικαίωμα επιλογής για το χρονικό διάστημα της μίσθωσης από 31.3.1995 έως 30.6.2003 με συμβατικό διακανονισμό επέλεξε τη δεύτερη για το χρονικό διάστημα μέχρι 30.6.2033 ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 306, 576, 577 και 578 του Α.Κ., καθ' όσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την εφαρμογή των ίδιων διατάξεων και όχι εκείνης του άρθρου 584 και 343 του Α.Κ. Ειδικότερα, με βάση τι προαναφερθείσες επί της ουσίας ανέλεγκτες παραδοχές: 1) Εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας μεσολάβησε η παράδοση της εκμισθωθείσας έκτασης, στην οποία μετά την παράδοση και σε μέρος της όλης έκτασης διαπιστώθηκε η ύπαρξη ελαττώματος, που παρεμπόδιζε ένα μέρος της συμφωνημένης χρήσης, δηλαδή την ανέγερση του νέου κτιρίου δυναμικότητας 300 κλινών, 2) το ελάττωμα αυτό ήταν πραγματικό, γιατί προέκυψε από την άρνηση της αρμόδιας αρχής να εκδώσει αντίστοιχη βεβαίωση, που ήταν απαραίτητα για τη έκδοση της οικοδομικής άδειας, 3)Το ελάττωμα αυτό του μισθίου που ανεφάνη μετά την παράδοσή του στην αναιρεσείουσα μισθώτρια, δεν ήταν νομικό, ούτε συνιστούσε αδυναμία παροχής μόνιμη και βεβαιωμένη, εφ'όσον κατά τις ίδιες παραδοχές της προσβαλλόμενης η σχετική διαδικασία, στην οποία θα κρινόταν το εάν στο μίσθιο υπήρχε ή όχι δάσος, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 14 του ν. 998/1979, κατά τις ίδιες παραδοχές εκκρεμούσε συνεπεία προσφυγής στη δευτεροβάθμια επιτροπή επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, 4) Η αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια αποδέχτηκε το αρχικό αίτημα της αναιρεσείουσας μισθώτριας που διατυπώθηκε εγγράφως για πρώτη φορά την 23.9.1999, με το οποίο ζητούσε τη μείωση του μισθώματος, και συμβατικά μειώθηκε το μίσθωμα αυτό (παραδεκτά και αναδρομικά) για μέρος του ένδικου χρονικού διαστήματος παρακώλυσης της χρήσης του μισθίου, από την έναρξη της μίσθωσης στις 31.3.1995 μέχρι την 30.6.2003, σε τρόπο ώστε η συμφωνία αυτή να αποτελεί για την αναιρεσείουσα μισθώτρια επιλογή των μέχρι τότε διαζευκτικά συρρεουσών αξιώσεών της και συγκέντρωση αυτών στην επιλεγείσα μείωση του οφειλομένου μισθώματος. Επομένως, τα όσα αντίθετα συναφώς υποστηρίζει η αναιρεσείουσα μισθώτρια, με τον πρώτο λόγο του κυρίως δικογράφου, και τον πρώτο και δεύτερο κατά το ένα μέρος του λόγους του δικογράφου προσθέτων λόγων υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, γιατί στηρίζονται επί εσφαλμένων προϋποθέσεων, που δεν επιβεβαιώνονται από τις προαναφερθείσες ανέλεγκτες επί της ουσίας παραδοχές της προσβαλλόμενης. Επίσης, με τις ίδιες επί της ουσίας παραδοχές κρίνονται αβάσιμοι κατά το ένα μέρος τους και ο δεύτερος λόγος του κυρίως δικογράφου και ο δεύτερος λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 306 του Α.Κ. ως προ τις συρρέουσες αξιώσεις αποζημίωσης και μείωσης του μισθώματος για το ένδικο χρονικό διάστημα από 31.3.1995 μέχρι 30.6.2003, γιατί στηρίζονται επί των εσφαλμένων προϋποθέσεων, ότι το δικαίωμα μειώσεως ασκήθηκε την 23.8.1999, που όμως δεν επιβεβαιώνεται από τις προαναφερθείσες ανέλεγκτες επί της ουσίας παραδοχές της προσβαλλόμενης, ότι η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για τη μείωση του μισθώματος, που αποτελεί για την αναιρεσείουσα μισθώρια και επιλογή των αντίστοιχων αξιώσεών της, και συγκέντρωση αυτών στην επιλεγείσα μείωση του οφειλομένου μισθώματος παραδεκτά ανέτρεξε αναδρομικά στο χρόνο έναρξης της μίσθωσης στις 31.3.1995 και μέχρι την 30.6.2003. Β). Στη συνέχεια όμως με τις ίδιες επί της ουσίας παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του το Εφετείο παραβίασε, καθόσον αφορά το ένδικο αγωγικό χρονικό διάστημα αποζημίωσης από 1.7.2003 έως 31.12.2009, ευθέως και εκ πλαγίου με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 306, 574, 577, 578 και 343 του Α.Κ., ως προς την ασκούμενη αξίωση αποζημίωσης. Ειδικότερα, δέχθηκε η προσβαλλόμενη ότι με την από 29.7.2003 τροποποιητική σύμβαση της μίσθωσης και την από 22.12.2004 επιστολή της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια για τη μείωση του μισθώματος, καταλύθηκε η αγωγική της αξίωση αποζημίωσης (εκτός από το διάστημα μέχρι την 30.6.2003, περί του οποίου τα αναφερόμενα στην προηγούμενη παράγραφο με στοιχείο Α) και κατά το μέρος του επίδικου χρονικού διαστήματος από 1.7.20003 έως 30.12.2005. Όμως η συμφωνία της 29.7.2003 κατά τις ίδιες παραδοχές δεν είχε ενέργεια και για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από της επομένης της κατάρτισής της, ενώ η επιστολή της αναιρεσείουσας για μείωση του μισθώματος που κατά τις ίδιες ουσιαστικές παραδοχές επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη την 27.12.2004, δεν ήταν δυνατό χωρίς συμβατική αποδοχή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, περί της οποίας δεν υφίσταται αντίστοιχη παραδοχή, να ισχύσει αναδρομικά για το ένδικο χρονικό διάστημα αποζημίωσης από 1.7.2003 έως 26.12.2004. Περαιτέρω, με βάση τις ίδιες παραδοχές του Εφετείου δεν διαπιστώνεται εάν η ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας είναι προγενέστερη ή μεταγενέστερη ως προς την άσκησή της σε σχέση με τη διαπιστούμενη επίδοσή της από 22.12.2004 εξώδικης δήλωσης της αναιρεσείουσας στις 27.12.2004, αφού δεν διαπιστώνεται στην προσβαλλόμενη ο χρόνος επίδοσης της ένδικης αγωγής, που φέρει χρονολογία 16.12.2004 και χρονολογία κατάθεσης 23.12.2004, ενώ η μέσω αυτής άσκηση του ίδιου δικαιώματος επιλογής εκ μέρους της αναιρεσείουσας ανατρέχει στο χρόνο επίδοσης της αγωγής, από της οποίας ασκείται και το δικαίωμα επιλογής για την αξίωση αποζημίωσης, που δεν προσδιορίζεται όμως στην προσβαλλόμενη. Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει η αναιρεσείουσα (επικουρικά) υπό την επίκληση πλημμελειών από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τους δεύτερο κατά το ένα μέρος του δικογράφου προσθέτων λόγων κρίνονται βάσιμα, και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που αφορά τις ένδικες αγωγικές αξιώσεις αποζημίωσης της αναιρεσείουσας μισθώτρια του χρονικού διαστήματος από 1.7.2003 έως 31.12.2005, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδιακσθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1455/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς το εις το σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡE ΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ