Legislator Case Law & Legislation
411/2010 AI generated

411/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 411/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Nοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

411/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): για το οποίο η εγγυήτρια είχε παραχωρήσει στην αναιρεσίβλητη (καθής η ανακοπή και επισιπεύδουσα την εκτέλεση) δικαίωμα εγγραφής υποθήκης στο εκπλειστηριασθέν ακίνητό της, δεν επήλθε εξόφλησή της, ασφαλιζόμενης και ανερχόμενης κατά τον χρόνο του πλειστηριασμού σε μεγαλύτερο ποσό, απαίτησης αυτής (αναιρεσίβλητης).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 411 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 411/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Χρυσόστομος Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Nοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Μπακόλα.

Της αναιρεσιβλήτου : Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", ως καθολικής διαδόχου, δια συγχωνεύσεως, της "Ιονικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσενέ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-1993 ανακοπή και τους από 20-12-1993 πρόσθετους λόγους ανακοπής του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 63/1994 του ίδιου Δικαστηρίου και 175/1995 του Εφετείου Ιωαννίνων. Ασκήθηκε αναίρεση επί της απόφασης αυτής και εκδόθηκε η 247/1998 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Ιωαννίνων.

Το Εφετείο εκείνο εξέδωσε τις αποφάσεις 80/2000, 247/2002 μη οριστικές και 306/2004 οριστική επί της οποίας ασκήθηκε αναίρεση από την ήδη αναιρεσιβλήτη επί της οποίας εκδόθηκε η 560/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την Εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση και πάλι στο Εφετείο Ιωαννίνων. Το Εφετείο Ιωαννίνων εξέδωσε την 371/2007 απόφαση του, την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 8-1-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 27-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους, στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.4 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", προκύπτει ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου είναι δεσμευτικές για όλα τα δικαστήρια, που επιλαμβάνονται της ίδιας υπόθεσης, δηλαδή και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ`αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής.

Kατά δε το άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με τον λόγο αυτόν προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε με την αναιρετική. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, συμμορφούμενο και με την αναιρετική 560/2006 απόφαση, έκρινε ότι, με την εκ μέρους του αναιρεσείοντος (ανακόπτοντος και μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της εγγυήτριας) καταβολή στην αναιρεσίβλητη του ποσού των 1.600.000 δρχ.

για το οποίο η εγγυήτρια είχε παραχωρήσει στην αναιρεσίβλητη (καθής η ανακοπή και επισιπεύδουσα την εκτέλεση) δικαίωμα εγγραφής υποθήκης στο εκπλειστηριασθέν ακίνητό της, δεν επήλθε εξόφλησή της, ασφαλιζόμενης και ανερχόμενης κατά τον χρόνο του πλειστηριασμού σε μεγαλύτερο ποσό, απαίτησης αυτής (αναιρεσίβλητης).

Με τον πρώτο υπό στοιχ. Α λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση ότι, με την ανωτέρω κρίση του, το Εφετείο ερμήνευσε εσφαλμένα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1261, 1269, 1274, 1276 και 1281 Α.Κ.. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι το ως άνω (νομικό) ζήτημα έχει λυθεί με την 560/2006 αρεοπαγιτική απόφαση, κατά τρόπο δεσμευτικό όχι μόνο για το δικαστήριο της παραπομπής (Εφετείο) αλλά και για τον Άρειο Πάγο, στον οποίο επανέρχεται η υπόθεση με νέα αίτηση αναίρεσης κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής.

Ως προς την εκ του ίδιου άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ απορρέουσα αιτίαση, ότι εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε πως η απαίτηση της αναιρεσίβλητης ήταν μεγαλύτερη από το ποσό των 1.600.000 δραχμών για το οποίο ενεγράφη η προσημείωση και με την καταβολή του οποίου δεν αποσβέσθηκε το αντίστοιχο χρέος του αναιρεσείοντος, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του πλήττει την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο ( άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ).

Στα άρθρα 1294 και 1297 ΑΚ ορίζεται, αντιστοίχως, ότι "ο τρίτος κύριος που παραχώρησε την υποθήκη καθώς και κάθε τρίτος που νέμεται με νόμιμο τίτλο το ενυπόθηκο, υπόκειται στην εμπράγματη αγωγή του δανειστή με την αναγκαστική εκτέλεση πάνω στο κτήμα, αν δεν προτιμά να εξοφλήσει όλες τις ενυπόθηκες απαιτήσεις στην έκταση που ασφαλίζονται με την υποθήκη" και ότι "αν δοθεί υποθήκη για εξασφάλιση εγγύησης, ο τρίτος κύριος ή νομέας του ενυπόθηκου κτήματος έχει δικαίωμα να απαιτήσει να εναχθεί πρώτα ο πρωτοφειλέτης".

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1295 και 1296 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι τρίτος κύριος ή νομέας του ενυπόθηκου ακινήτου είναι αυτός που παραχώρησε υποθήκη σε ακίνητό του με σκοπό την εξασφάλιση πληρωμής αλλότριου χρέους ή αυτός που απέκτησε το ακίνητο βεβαρημένο με την υποθήκη, χωρίς όμως να διαδεχθεί και την οφειλή και ο οποίος, συνεπώς, δεν ευθύνεται ο ίδιος ενοχικώς, αλλά υπόκειται απλώς στην αναγκαστική εκτέλεση επί του ακινήτου του, για την πληρωμή του ξένου χρέους.

Ως εκ τούτου ο εγγυητής, που παραχώρησε υποθήκη σε ακίνητό του για την εξασφάλιση της οφειλής του από την εγγύηση, δεν είναι τρίτος κύριος ή νομέας του ενυποθήκου, αφού η υποθήκη δεν ασφαλίζει την πληρωμή ξένου χρέους αλλά χρέους για το οποίο ενέχεται ο ίδιος προσωπικώς. Γίνεται έτσι φανερό ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος, που παραχώρησε δικαίωμα εγγραφής προσημείωσης, (τραπείσας σε υποθήκη), για την εξασφάλιση της εκ της εγγυήσεως οφειλής της, δεν είναι "τρίτη" κατά την έννοια του άρθρου 1294 Α.Κ.

και ότι, άρα, η καταβολή του ποσού των 1.600.000 δραχμών δεν επέφερε εξόφληση του αντίστοιχου χρέους του αναιρεσείοντος, καθώς και ότι εν προκειμένω δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 1279 ΑΚ, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ως προς την περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ απορρέουσα, αιτίαση, ο ίδιος (πρώτος) λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, καταλογίζεται έλλειψη νόμιμης βάσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, το οποίο ειδικότερα: α) με το να δεχθεί ότι, για το ποσό των 1.600.000 δρχ. που εγγυήθηκε η δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος και ήταν εξοφλητέο σε 12 εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις κάθε δόση ανέρχονταν σε 186.634 δρχ., επί των οποίων δόσεων υπολόγισε τόκους υπερημερίας, προμήθεια, ΕΦΤΕ και τόκους τόκων, και έτσι υπολόγισε ότι, μέχρι την επίδοση στις 24-11-1991 της διαταγής πληρωμής, το χρέος του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη ανερχόταν σε 3.839.608 δρχ.

και στις 15-12-1993 -ημέρα του πλειστηριασμού- σε 5.600.831 δρχ., διέλαβε ανεπαρκή και ασαφή αιτιολογία, αφού πολλαπλασιαζόμενο το ποσό της δόσης των 186.634 δρχ. προς 12 δίνει γινόμενο 2.239.608 δρχ. και όχι 1.600.000 δρχ., που είναι το κεφάλαιο του δανείου για το οποίο εγγυήθηκε η δικαιοπάροχός του και έτσι υπάρχει ασάφεια για το πραγματικό ύψος της οφειλής του και της εξόφλησης ή μη αυτής με το ποσό των 5.400.000 δρχ., β) δέχθηκε ότι το συνολικό ύψος της οφειλής του αναιρεσείοντος κατά τον χρόνο του πλειστηριασμού ανερχόταν στο ποσό των 5.600.000 δρχ., συνυπολογιζομένων και των τόκων με βάση τη διαταγή πληρωμής, χωρίς να διαλαμβάνει ότι ο ανατοκισμός είχε συμφωνηθεί ή ότι ζητήθηκε με αγωγή και αφορά τόκους ολόκληρου έτους και γ) σχημάτισε την κρίση του, για το ύψος της οφειλής του αναιρεσείοντος κατά το χρόνο του πλειστηριασμού, από το περιεχόμενο δύο εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το Εφετείο πραγματογνώμονα ..., οι οποίες, όπως το ίδιο (Εφετείο) δέχθηκε παρουσιάζουν διαφορές ως προς το ύψος της οφειλής του αναιρεσείοντος, χωρίς να αναφέρει σε τι συνίστανται οι διαφορές και πως δικαιολογούνται.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Κατά το υπό στοιχ. α' σκέλος του, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η δόση των 186.634 δρχ. υπολογίσθηκε μόνο επί του κεφαλαίου, ενώ αυτό δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι πρόκειται για τοκοχρεολυτική δόση, όπως αναφέρεται και στο αναιρετήριο, δηλαδή ότι η δόση περιλαμβάνει κεφάλαιο και συμβατικούς τόκους.

Κατά το υπό στοιχ. β' σκέλος του, διότι, πέραν του ότι κατά το άρθρο 8 παρ. 5 του Ν. 1083/1980, επί τραπεζικών δανείων επιτρέπετο, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 296 Α.Κ. και 110 Εισ.ΝΑΚ, ανατοκισμός από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης των οφειλομένων, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η πρωτοφειλέτρια είχε συμφωνήσει με τη σύμβαση δανείου ανατοκισμό, για τον οποίο υπέχει ευθύνη και η εγγυήτρια και ότι εντεύθεν ο αναιρεσείων ευθύνεται για τους τόκους τόκων που παρήγαγε από 22-10-1987 το ποσό των 1.600.000 δρχ.

για το οποίο εγγυήθηκε η δικαιοπάροχός του και οι οποίοι επιδικάσθηκαν με την διαταγή πληρωμής. Κατά το υπό στοιχ. γ' σκέλος του, διότι το Εφετείο το αποδεικτικό του πόρισμα στήριξε κυρίως στην ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ανωτέρω δικαστικού πραγματογνώμονα, με την οποία αυτός προσδιορίζει το κατά τον χρόνο του πλειστηριασμού υφιστάμενο συνολικό υπόλοιπο οφειλής του αναιρεσείοντος στο ποσό των 2.065.176 δρχ., το οποίο μάλιστα στην...

αρχική έκθεσή του, την οποία δεν υιοθέτησε και απλά ανέφερε, αναβίβαζε σε μεγαλύτερο ποσό, δεν χρειαζόταν δε σε κάθε περίπτωση να προσδιορίσει η απόφαση σε τι ποσό συνίστατο η διαφορά ως προς το ύψος της οφειλής μεταξύ των δύο εκθέσεων και πως αυτή δικαιολογείται, αφού κρίσιμο ήταν ότι και στις δύο περιπτώσεις το οφειλόμενο ποσό υπερέβαινε τις επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα καταβολές και επομένως δεν επηρέαζε το κύρος της εκτέλεσης.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α )....., β ).... και γ ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1 του Ν. 3259/2004, η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος.

Κατά δε την παρ.2 τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.

Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, ο αναιρεσείων δεν προέβαλε στο Εφετείο τον ισχυρισμό (που δεν αφορά τη δημόσια τάξη), ότι είχε υποβάλει στο πιστωτικό ίδρυμα αίτηση για υπαγωγή του στη ρύθμιση του Ν. 3259/2004 και ότι η οφειλή του παρέμενε ανεκκαθάριστη.

Επομένως, είναι απαράδεκτος ο τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρεβίασε τη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1 του Ν. 3259/04, παραλείποντας να την εφαρμόσει. Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-1-2008 αίτηση του ... περί αναιρέσεως της 371/2007 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίυ 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ