411/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated411/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 10 1δ' Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι μοναδική προϋπόθεση για να ληφθεί υπόψη η ένορκη βεβαίωση από το δικαστήριο απαιτείται να συντάχθηκε πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως μετά προηγούμενη κλήτευση πριν από είκοσι τέσσερις ώρες του αντιδίκου του διαδίκου, που την επικαλείται.
Full text
Απόφαση 411 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 411/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..........ΕΠΕ" και ήδη μετασχηματισθείσης σε Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "Δ. ΔΡΑΚΟΥΛΑΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΤΕΧΝΙΚΗ - ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ - ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΜΟΝΑΔΩΝ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΣΤΙΑΣΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αναγνωστόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Πετρόγλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 925/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2977/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-11-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 10-12-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πέμπτου, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρη του, λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της αιτήσεως, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ή έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που δεν επιτρέπει ο νόμος ή αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν. Εξάλλου, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, καθώς και ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν νομότυπα κατά το άρθρο 671 παρ. 1δ' Κ.Πολ.Δ.
Οι βεβαιώσεις αυτές δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 442 επ. Κ.Πολ.Δ., αλλ' ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, που διακρίνεται από τα έγγραφα και γι" αυτό ακριβώς, αν η απόφαση του ουσιαστικού δικαστηρίου αναφέρει μόνο ότι λήφθηκαν υπόψη τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, δεν αποδεικνύεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις ένορκες βεβαιώσεις, που είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί οι διάδικοι και ιδρύεται έτσι ο ανωτέρω από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως.
Αν όμως αναφέρεται στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες βεβαιώσεις, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, αποδεικνύεται κατ' αρχή ότι λήφθηκαν υπόψη, έστω και αν δεν προσδιορίζονται με τον αριθμό τους και μόνο αν δημιουργηθούν αμφιβολίες για το αν λήφθηκε υπόψη κάποια απ' αυτές, ενόψει του ειδικού περιεχομένου της, που δεν καλύπτουν οι αιτιολογίες της αποφάσεως, μπορεί να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, όπως συμβαίνει και με τα έγγραφα.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 10 1δ' Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι μοναδική προϋπόθεση για να ληφθεί υπόψη η ένορκη βεβαίωση από το δικαστήριο απαιτείται να συντάχθηκε πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως μετά προηγούμενη κλήτευση πριν από είκοσι τέσσερις ώρες του αντιδίκου του διαδίκου, που την επικαλείται.
Έτσι, απαιτείται το δικαστήριο να αναφέρει στην απόφαση του την ένορκη βεβαίωση, που έλαβε υπόψη και ότι αυτή έχει συνταχθεί μετά την τήρηση της ως άνω προθεσμίας ή, γεγονός που είναι το ίδιο, ότι έχει συνταχθεί κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 671 παρ. 1δ' Κ.Πολ.Δ. Αν δεν συντρέχει η ανωτέρω προϋπόθεση συντάξεως αυτής, η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλ' ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη.
Αν όμως ο αντίδικος του εξετάζοντος, που κλητεύθηκε, δεν παραστεί και στην έκθεση του ειρηνοδίκη ή στην πράξη του συμβολαιογράφου βεβαιώνεται ότι ο διάδικος αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σύμφωνα με τη σχετική έκθεση επιδόσεως, η ένορκη βεβαίωση είναι παραδεκτή, έστω και αν στην έκθεση του ειρηνοδίκη ή στην πράξη του συμβολαιογράφου αναφέρεται από παραδρομή άλλη ημέρα και ώρα συντάξεως αυτής, αρκεί να προκύπτει με σαφήνεια και ακρίβεια η χρονολογία συντάξεως της.
Ακολούθως, από τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου 671 παρ. 1δ' και του άρθρου 670 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη (αρθρ. 674 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), σε συνδυασμό προς τις διατάξεις του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. β' και δ' Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάσταση της παρ. 1 του άνω άρθρου με το άρθρο 19 του Ν.2915/2001, στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών οι διάδικοι οφείλουν να προσαγάγουν στο εφετείο μέχρι το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο όλα τα αποδεικτικά τους μέσα (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα), ενώ μετά το πέρας της συζητήσεως και έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας απ' αυτή οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν προσθήκη και στις προτάσεις τους, με την οποία σχολιάζονται οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις κατά το άρθρο 390 Κ.Πολ.Δ.
μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών, που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση. Επομένως, επίκληση και προσκομιδή στην κατ' έφεση δίκη αποδεικτικών μέσων προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, άμεση ή έμμεση, των αγωγικών ή ανταγωγικών ισχυρισμών των διαδίκων και γενικώς των προταθέντων πρωτοδίκως ή προτεινομένων με την έφεση αυτοτελών ισχυρισμών αυτών εντός του τριημέρου από τη συζήτηση είναι απαράδεκτη και, σε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τέτοιες αποδείξεις, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.
β' Κ.Πολ.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος, όπως προκύπτει από τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, που παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, επικαλέσθηκε μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων για την απόδειξη των αγωγικών αιτημάτων του περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της από 6.2.2004 έγγραφης καταγγελίας από μέρους της αναιρεσειουσας της συμβάσεως του εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υποχρεώσεως της τελευταίας προς καταβολήν σ' αυτόν των μισθών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 7.2.2004 έως 6.2.2005, καθώς και την ανταπόδειξη των λόγων της εφέσεως της αναιρεσείουσας, την υπ' αριθ. 865/2006 ένορκη βεβαίωση, που συντάχθηκε στις 17 Ιανουαρίου 2006 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών μετά προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου του, κατά την υπ' αριθ. .....
έκθεση επιδόσεως της αρμόδιας στο Πρωτοδικείο Αθηνών δικαστικής επιμελήτριας ........ Ο αναιρεσίβλητος τις έγγραφες προτάσεις του επί της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατέθεσε αρμοδίως στις 16 Ιανουαρίου 2006 και ώρα 13.30, όπως προκύπτει από την επισημείωση επ' αυτών της αρμοδίας Γραμματέα του Εφετείου και η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, όπως προεκτίθεται, συντάχθηκε στις 17 Ιανουαρίου 2006 και ώρα 08.30 (από παραδρομή αναφέρεται σ' αυτή ότι συντάχθηκε στις 17 Ιανουαρίου 2005, αφού η κλήτευση της αναιρεσείουσας προς παράσταση της κατ' αυτή έγινε στις 13 Ιανουαρίου 2006), ενώ η συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του Εφετείου έγινε αυθημερόν, ήτοι στις 17 Ιανουαρίου 2006 και ώρα 11.00.
Και ναι μεν στο κύριο σώμα των εν λόγω προτάσεων σημειώνεται ότι ο αναιρεσίβλητος επικαλείται και προσκομίζει, μεταξύ άλλων, και την ως άνω υπ' αριθ. 865/2006 ένορκη βεβαίωση, της οποίας ο αριθμός 865 έχει συμπληρωθεί με το χέρι, όμως η επίκληση και προσκομιδή αυτής σε χρόνο που δεν είχε ακόμη συνταχθεί (16.1.2006) αποδεικνύει, χωρίς άλλο, ότι δεν προσκομίσθηκε πράγματι την ημέρα καταθέσεως των προτάσεων.
Εξάλλου, κατά τη συζήτηση της εφέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Πετρόγλου με βάση δήλωση αυτής του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και γι' αυτό ακριβώς αποκλείεται και η προσκομιδή της ως άνω ένορκης βεβαιώσεως κατά τη συζήτηση.
Άρα, η εν λόγω ένορκη βεβαίωση προσκομίσθηκε από τον αναιρεσίβλητο κατά την προβλεπόμενη από το νόμο τριήμερη προθεσμία μετά τη συζήτηση για την προσθήκη και την αντίκρουση των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας και για το λόγο αυτό ήταν απαράδεκτη, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, το δε Εφετείο, το οποίο έλαβε υπόψη αυτή, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο σχετικός πέμπτος, κατά τα δεύτερο και τρίτο μέρη του, λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.
Επειδή, κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως, που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο Άρειος Πάγος για να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει η εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της, που κατέθεσε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 7.1.2008, προβάλλει παραδεκτώς ότι η ίδια, προς συμμόρφωση με την αναιρούμενη ως άνω υπ' αριθ. 2977/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και προς ολοσχερή εξόφληση της οφειλής της κατά κεφάλαιο και τόκους, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο στις 28.6.2007 το ποσό των 14.184,48 ευρώ συνολικώς.
Ζητεί δε να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκούσια εκτέλεση της αναιρούμενης αυτής αποφάσεως και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να επιστρέψει σ' αυτή το εν λόγω χρηματικό ποσό με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από τα επικαλούμενα δε και προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνύεται ότι, κατόπιν της αναιρούμενης υπ' αριθ. 2977/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο α) το ποσό των 17.223,43 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα κάθε επόμενου μήνα, που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό και β) 2000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Ακολούθως, η αναιρεσείουσα, προς συμμόρφωσή της με την ανωτέρω απόφαση, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο στις 28.6.2007 το ποσό των 14.184,48 ευρώ συνολικώς προς ολοσχερή εξόφληση των επιδικασθέντων με την αναιρούμενη απόφαση ως άνω ποσών, αφού από τα ποσά αυτά αφαιρέθηκαν οι νόμιμες κρατήσεις, ποσού 11.628,98 ευρώ, που αναλύονται σε 3.349,95 ευρώ (ΙΚΑ - βαρέα - ΤΕΑΜ), 4.346,32 ευρώ (ΟΑΕΔ), 2774,70 ευρώ (φόρος 20% μισθών υπερημερίας), 1026,20 ευρώ (φόρος 20% τόκων μισθών υπερημερίας) και 131,81 ευρώ (φόρος 20% τόκων ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης), γεγονότα που συνάγονται από τη με ημερομηνία .......
απόδειξη της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου Παναγιώτας Πετρόγλου, της οποίας η γνησιότητα δεν αμφισβητείται. Κατόπιν των ανωτέρω εκτιθεμένων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη στην ουσία της και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να επιστρέψει στην αναιρεσείουσα το αναφερόμενο στο διατακτικό χρηματικό ποσό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2977/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.
Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να επιστρέψει στην αναιρεσείουσα το ποσό των δέκα τεσσάρων χιλιάδων εκατόν ογδόντα τεσσάρων ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (15.184,48) με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της παρούσας μέχρι την εξόφληση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ