Legislator Case Law & Legislation
410/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for property damage, rejecting claims of insufficient reasoning and misapplication of law.

Case Number 410/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for property damage, ordering him to pay court costs. The appellant argued the lower court lacked specific reasoning and misapplied the law regarding the charge of self-help, but the court found the judgment sufficiently detailed. The court held that the lower court correctly identified the damaged property as foreign and the defendant's intent to damage it, thus rejecting the arguments for changing the charge to self-help.

Legislator headnote

AI generated

Articles 464, 466, 473, 474, 504, 505 of the Code of Civil Procedure; Article 510 of the Code of Criminal Procedure; Article 381 of the Penal Code: An appeal is inadmissible if the grounds are unfounded, and a conviction stands when the lower court provides specific reasoning and correctly applies substantive law regarding the nature of the damaged property and the defendant's intent.

Keywords

AI generated
property damage conviction insufficient reasoning appeal misapplication of law self-help defense court costs order Code of Criminal Procedure Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Articles 464, 466, 473, 474, 504, 505 of the Code of Civil Procedure
Article 510 of the Code of Criminal Procedure
Article 381 of the Penal Code
Article 578 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 410 / 2026 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 410/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαρίας Γκανέ (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Σ. του Ι. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αυγερινό, για αναίρεση της υπ' αριθ. 151/2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης. Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1. Σ. Σ. του Γ. και 2. Α. Δ. του Μ. , κατοίκους ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ράπτη.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κοζάνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται από 05.09.2023 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου … , Ε. Κ. - Τ. , έλαβε αριθμό .../2023, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2023.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση, με αριθμό .../2023, αίτηση του αναιρεσείοντος, Α. Σ. του Ι. , κατοίκου ... , η οποία ασκήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τζήκα του Στεργίου (AM ...), Δικηγόρο Κοζάνης (AM ...), κατόπιν του από 25/8/2023 ειδικού πληρεξουσίου του αναιρεσείοντος προς αυτόν, ενώπιον της γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου … , για αναίρεση της υπ` αριθμ. 151/2023 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό και με την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων για την πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας σε φυλάκιση 4 μηνών ανασταλείσα επί τριετία. ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ), στις 5-9-2023, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 εδάφ. α' ΚΠΔ την 17-7-2023, μεσολαβούντος του χρονικού διαστήματος αναστολής των προθεσμιών του μηνός Αυγούστου. Είναι, συνεπώς, αυτή παραδεκτή, εφόσον ασκήθηκε από δικαιούμενο πρόσωπο, έχον συμφέρον για την άσκησή της (άρθρ. 464 ΚΠΔ), στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης και συγκεκριμένα: την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' Κ.Ποιν.Δ.) και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης ( άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ).

Κατά το άρθρο 381 παρ.1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, "'Οποιος με πρόθεση καταστρέφει ή βλάπτει ξένο (ολικά ή εν μέρει) πράγμα ή με άλλον τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών", ενώ κατά την αντίστοιχη επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 378 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, πέραν της απειλούμενης και από τις δύο διατάξεις ποινής φυλάκισης έως δύο έτη, απειλείται διαζευκτικά χρηματική ποινή. Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, απαιτείται αφ' ενός μεν αλλοτριότητα του φθειρόμενου πράγματος, η οποία κρίνεται κατά τις περί κυριότητας διατάξεις του Αστικού Κώδικα, αφ' ετέρου δε φθορά του ξένου πράγματος και δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο και στη βούληση ή αποδοχή της καταστροφής ή βλάβης του. Το έγκλημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας αποσκοπεί στην προστασία της ιδιοκτησίας, δεδομένου ότι με αυτό (έγκλημα) καταλύεται, ολικώς ή μερικώς το δικαίωμα κυριότητας είτε δια της καταστροφής, είτε δια της βλάβης είτε δι' αχρηστεύσεως του ξένου εν όλω ή εν μέρει πράγματος, που είναι το αντικείμενό του. Πρόκειται, δηλαδή, για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, που μπορεί να τελεστεί δια της καταστροφής ή βλάβης ή της καθ' οιονδήποτε τρόπο αχρηστεύσεως του πράγματος.

Εξάλλου, απαιτείται δόλος του δράστη (αρκεί και ο ενδεχόμενος), που συνίσταται στη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο εν όλω ή εν μέρει, και στη θέληση της καταστροφής ή της βλάβης ή της αχρήστευσης αυτού (ΑΠ 675/2020, ΑΠ 1642/2016). Το ανωτέρω έγκλημα, στη βασική του μορφή, που, υπό τον προγενέστερο ΠΚ διωκόταν κατ' έγκληση (άρθρ. 381 παρ. 1, 383 προϊσχύσαντος ΠΚ), όπως και κατά την εισαγωγή του ν. 4619/2019, ενώ υπό την ισχύ του ν. 4947/2022 αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 378 παρ. 1, 381 παρ.1), ενώ ήδη , υπό την ισχύ του ν. 5090/2024, επανήλθε η κατ'έγκληση δίωξη. Το δικαίωμα δε για έγκληση για το έγκλημα αυτό ανήκε μόνο στον ιδιοκτήτη του φθαρέντος πράγματος και όχι σε άλλον (ΑΠ 659/2025, ΑΠ 1517/2022, ΑΠ 609/1993).

Εξάλλου, από την αντιπαραβολή των στοιχείων, που στοιχειοθετούν την κάθε μια από τις άδικες πράξεις της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και της αυτοδικίας, προκύπτει ότι δεν υπάρχει μεταξύ τους καμία διαφορά, εκτός από το υποκειμενικό στοιχείο, ήτοι αυτό της ελλείψεως από τον δράστη προθέσεως προς φθορά ξένης ιδιοκτησίας, εκ της οποίας η πράξη δεν φέρει τον χαρακτήρα ποινικώς κολασίμου φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, υπήρχε όμως πρόθεση του δράστη προς τέλεση του εγκλήματος της αυτοδικίας.

Συνεπώς δεν αποκλείεται η δυνατότητα όπως η αυτή πράξη μη ενεργηθείσα υπό τους υποκειμενικούς όρους της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας να ενεργήθηκε με τους υποκειμενικούς όρους της αυτοδικίας, ώστε η αυτή αντικειμενική ενέργεια να μη συνιστά στοιχείο του εγκλήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, να περιέχει όμως εκδήλωση περί δικαιώματος το οποίο ο πράττων ή έχει πράγματι ή άλλως οικειοποιείται εκ πεποιθήσεως (ΑΠ 1517/2022, ΑΠ 123/1992, ΑΠ 1597/1990), αλλά, τα ανωτέρω, υπό την προϋπόθεση ότι προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός ότι η φθορά ενεργήθηκε υπό τους υποκειμενικούς όρους της αυτοδικίας και, επιπλέον, το δικαστήριο να μην καταλήγει σε θετική κρίση περί προθέσεως τελέσεως της πράξεως της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, διότι, εφόσον δεν προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός (περί αυτοδικίας), η απλή αφηγηματική αναφορά σε κατ'αρχήν τέτοια ενδιάθετη βούληση του κατηγορουμένου, που θα μπορούσε να συνιστά και αυτοδικία, δεν μπορεί, άνευ ετέρου και εφόσον υπάρχει θετική κρίση περί του ότι η ιδιοκτησία ήταν ξένη, να άγει σε μεταβολή της κατηγορίας.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' αναιρετικό λόγο, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (Ολ.

ΑΠ 1/2005). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά στον δόλο, που απαιτείται κατ' άρθρο 26 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που, κατά τον νόμο, απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ιδιαίτερης αιτιολογίας του, διότι αυτός ενυπάρχει στην πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, τα οποία έγιναν δεκτά με την προσήκουσα αιτιολογία και προκύπτει από αυτήν, εκτός αν γίνεται δεκτός ενδεχόμενος δόλος, οπότε απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία.

Όταν όμως αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης, είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία των στοιχείων αυτών του δόλου.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί δε λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 482/2023, ΑΠ 452/2023).

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφαση αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ. ΑΠ 1/2020, ΑΠ 806/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κοζάνης), με την προαναφερόμενη υπ` αριθμ. 151/2023 απόφασή του, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αναφερόμενα, ως προς το είδος τους, αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις χωρίς όρκο και ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία του κατηγορουμένου), δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος στην Ερμακιά Εορδαίας, στις 16-9-2018, με πρόθεση κατέστρεψε ξένο ολικά πράγμα.

Συγκεκριμένα, κατέστρεψε την αποτελούμενη από δομικό πλέγμα και σιδερόβεργες, περίφραξη, μήκους 9,98 μέτρων, τοποθετημένης επί του όμορου με το υπ' αρ. 110 οικόπεδο του κατηγορουμένου οικοπέδου, εμβαδού 338 τ.μ., της ψιλής κυριότητας της Α. Δ. του Μ. και της επικαρπίας του Σ. Σ. του Γ. , δηλαδή των παρασταθέντων προς υποστήριξη της κατηγορίας, οι οποίοι και νομιμοποιούνταν ως έχοντες άμεσο έννομο συμφέρον για την υποβολή της από 13-12-2018 έγκλησής τους (ABM : ...) σε βάρος του κατηγορουμένου για το αδίκημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, του αντίθετου ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί απαραδέκτου της ασκηθείσας σε βάρος του ποινικής δίωξης λόγω μη υποβολής έγκλησης από το κατά το νόμο νομιμοποιούμενο πρόσωπο, απορριπτομένου ως αβάσιμου.

Η ζημία, δε, που προκλήθηκε στους εγκαλούντες από την αξιόποινη πράξη του κατηγορουμένου εκτιμάται ότι ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των 350 ευρώ, όπως προσδιόρισε την αξία της καθαιρεθείσας περίφραξης ο προταθείς από τους παρασταθέντες προς υποστήριξη της κατηγορίας μάρτυρας, Γ. Σ. του Σ. , γιος τους, ο οποίος έχει την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού, ήταν αυτόπτης μάρτυρας της παράνομης ενέργειας του κατηγορουμένου και είχε άμεση αντίληψη της επίδικης τοποθεσίας, καθώς και της ευρισκόμενης επί του ακινήτου των γονέων του περίφραξης.

Συνεπώς και ο έτερος ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί ευτελούς αξίας του αντικειμένου της προκληθείσας φθοράς κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, η παράνομη ενέργεια του κατηγορουμένου αποσκοπούσε μεν στην κατά τη δική του πεποίθηση αποκατάσταση της ιδιοκτησιακής διαφοράς που είχε με τους παρασταθέντες προς υποστήριξη της κατηγορίας και ειδικότερα, με τον πρώτο εξ αυτών, Σ. Σ. , και επομένως, τέλεσε και το αδίκημα της αυτοδικίας (άρθρο 331 ΠΚ), το οποίο όμως είναι αδιάφορο στην προκειμένη περίπτωση, πλην όμως, για να ασκήσει με τον κατά τα άνω αυθαίρετο τρόπο το δικαίωμα που είχε την πεποίθηση ότι έχει, με πρόθεση προκάλεσε και την ως άνω περιγραφόμενη φθορά ξένης ιδιοκτησίας και ειδικότερα, αφαίρεσε την ευρισκόμενη από πολλών ετών, τουλάχιστον από το έτος 1979, οπότε ο πρώτος των παρασταθέντων προς υποστήριξη της κατηγορίας άρχισε να νέμεται το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου, συρμάτινη περίφραξη, αποτελούμενη από πλέγμα και σιδηροπασσάλους, την οποία συντηρούσε επιμελώς για την οριοθέτηση του ακινήτου του με το όμορο οικόπεδο του κατηγορουμένου.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας για την οποία κατηγορείται, του υποβληθέντος ισχυρισμού του για επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας σε αυτήν της αυτοδικίας, ώστε να παύσει στη συνέχεια, η ασκηθείσα σε βάρος του ποινική δίωξη, απορριπτομένου ως νομικά αβάσιμου".

Στη συνέχεια δε, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας (άρθρ. 378 παρ. 1 ΠΚ) και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, που ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό:

....."ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον παραπάνω κατηγορούμενο ένοχο του ότι στην Ερμακιά Εορδαίας, στις 16-9-2018, με πρόθεση κατέστρεψε ξένο ολικά πράγμα. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο κατέστρεψε την αποτελούμενη από δομικό πλέγμα και σιδερόβεργες, περίφραξη, μήκους 9,98 μέτρων, τοποθετημένης επί του όμορου με το υπ' αρ. 110 οικόπεδο του κατηγορουμένου οικοπέδου, εμβαδού 338 τ.μ., της ψιλής κυριότητας της Α.

Δ. του Μ. και της επικαρπίας του Σ. Σ. του Γ. , δηλαδή των εγκαλούντων, της προκληθείσας ζημίας από τη φθορά αυτή ανερχόμενης στο ποσό των 350 ευρώ". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ.

ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις (με βάση τη γενική και κατ' είδος αναφορά αυτών) από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις περί φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή, ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία και έτσι, δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης.

Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του προαναφερθέντος εγκλήματος, κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις. Ειδικότερα δε, έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι υφίστατο στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου πρόθεση προς φθορά ξένης ιδιοκτησίας [ως προς την οποία υφίσταται παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος "...αφαίρεσε την ευρισκόμενη από πολλών ετών, τουλάχιστον από το έτος 1979, οπότε ο πρώτος των παρασταθέντων προς υποστήριξη της κατηγορίας άρχισε να νέμεται το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου, συρμάτινη περίφραξη, αποτελούμενη από πλέγμα και σιδηροπασσάλους, την οποία συντηρούσε επιμελώς για την οριοθέτηση του ακινήτου του με το όμορο οικόπεδο του κατηγορουμένου", εκ της οποίας προκύπτει, αφ'ενός μεν, η γνώση του κατηγορουμένου ότι επρόκειτο περί ξένου πράγματος, το οποίο (συρμάτινη περίφραξη) είχε τοποθετηθεί για την οριοθέτηση του ακινήτου των παρασταθέντων προς υποστήριξη της κατηγορίας με το όμορο οικόπεδο του κατηγορουμένου, αφ'ετέρου δε, ότι η κατάσταση αυτή υφίστατο επί μακρόν στο όμορο με του κατηγορουμένου διανοία κυρίων ακινήτου των παραστάντων προς υποστήριξη της κατηγορίας και, ως εκ τούτου, η ως άνω συμπεριφορά αυτού (κατηγορουμένου) συνιστά το αδίκημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, για το οποίο και καταδίκασε αυτόν, σημειουμένου και ότι δεν προεβλήθη (ούτε στο πρωτοβάθμιο ούτε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο σχετικός αρνητικός - εκ του άρθρου 331 ΠΚ - της κατηγορίας ισχυρισμός - σχετ.

σελ. 2 πρωτοβάθμιας υπ' αριθμ. 161/2020 απόφασης Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Εορδαίας και σελ. 2 αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ενώ επιπλέον είναι ενδεικτικό ότι, στο ίδιο σημείο της διαδικασίας, προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ισχυρισμός περί μεταβολής της κατηγορίας σε φθορά αντικειμένου μικρής αξίας, από το οποίο προκύπτει ότι το καταστραφέν αντικείμενο ήταν ξένο)].

Περαιτέρω, προκύπτει σαφώς ότι οι σχετικές με το παρακάτω, αλλά και κατά τα ανωτέρω, αδίκημα αναφορές στο σκεπτικό της πρωτοβάθμιας απόφασης έχουν αφηγηματικό χαρακτήρα, γι' αυτό και κατατείνουν στο ότι ..."το αδίκημα της αυτοδικίας (άρθρο 331 ΠΚ),....είναι αδιάφορο στην προκειμένη περίπτωση" και..."με πρόθεση προκάλεσε και την ως άνω περιγραφόμενη φθορά ξένης ιδιοκτησίας", με αναφορά, στο σκεπτικό και διατακτικό του μόνο, σε απόρριψη σχετικού περί μεταβολής της κατηγορίας σε αυτοδικία ισχυρισμού, τον οποίο, όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (φύλλο 11ο αυτής) δεν προέβαλαν ούτε ο συνήγορος του κατηγορουμένου ούτε ο κατηγορούμενος απολογούμενος, κατά τη δευτεροβάθμια δίκη (όπως, άλλωστε, δεν τον είχαν προτείνει στην πρωτοβάθμια δίκη), αλλά έγινε αναφορά σε αυτήν μόνο με την εισαγγελική πρόταση της δευτεροβάθμιας δίκης.

Τέλος, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος "κατέστρεψε την αποτελούμενη από δομικό πλέγμα και σιδερόβεργες, περίφραξη, μήκους 9,98 μέτρων, τοποθετημένης επί του όμορου με το υπ' αρ. 110 οικόπεδο του κατηγορουμένου οικοπέδου, εμβαδού 338 τ.μ.", καθώς και ότι "Η ζημία, δε, που προκλήθηκε στους εγκαλούντες από την αξιόποινη πράξη του κατηγορουμένου εκτιμάται άτι ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των 350 ευρώ, όπως προσδιόρισε την αξία της καθαιρεθείσας περίφραξης", οπότε υφίσταται πλήρης περιγραφή του καταστραφέντος ξένου πράγματος.

Επίσης, το δικαστήριο για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα κατ' είδος στο προοίμιο του σκεπτικού μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα χωρίς ουδέν να εξαιρέσει και δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη, να αναφέρει το καθένα ιδιαιτέρως και από πού ή από ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ενώ με την επίκληση αυτών ο κατηγορούμενος, κατά τα λοιπά, πλήττει απαραδέκτως την ανέλεγκτη περί τα πράγματα εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της αποφάσεως, ανεξαρτήτως, κατά τα λοιπά, αφηγηματικών αναφορών, όπως παραπάνω εκτίθενται, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 381 παρ. 1 ΠΚ και ήδη 378 παρ. 1 του νέου ΠΚ (ν. 4619/2019), απορρίπτοντας με ειδική αιτιολογία την προβληθείσα με την εισαγγελική πρόταση (και όχι κατόπιν αρνητικού ισχυρισμού του κατηγορουμένου) μεταβολή της κατηγορίας από φθορά ξένης ιδιοκτησίας σε αυτοδικία, μη ιδρυομένου του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγου αναίρεσης, ούτε παραβίασε εκ πλαγίου την αυτή ουσιαστική διάταξη στερώντας την απόφαση νομίμου βάσεως, καθόσον παρά τις, κατά ανωτέρω, αφηγηματικού χαρακτήρα αναφορές και στο αδίκημα της αυτοδικίας, είναι σαφής και χωρίς αντιφάσεις η απόρριψη της κατά τα ανωτέρω πρότασης περί μεταβολής της κατηγορίας στο αδίκημα αυτό, αφού κρίθηκε ότι το καταστραφέν αντικείμενο ήταν ξένο και υπήρχε πρόθεση φθοράς του, μη ιδρυομένων των από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχεία Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ. συναφών λόγων αναίρεσης.

Κατά συνέπεια, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. , προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει έτερος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 §1ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από .../2023, αίτηση του αναιρεσείοντος, Α. Σ. του Ι. , κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ` αριθμ. 151/2023 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην καταβολή των εξόδων της ποινικής διαδικασίας ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης, ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2026.

O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ