Supreme Court dismisses appeal on car damage claims, rejecting arguments regarding insurance contract cancellation and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment regarding damages from a car accident and insurance contract issues. The appellant argued that the lower court erred in its assessment of the insurance contract's cancellation and procedural irregularities. The court rejected these claims, ruling that the alleged defects did not constitute grounds for appeal and that the lower court's findings on facts and evidence were final and binding.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the alleged defects in the lower court's reasoning do not constitute a violation of the law or a clear error in the assessment of evidence, but rather relate to the court's evaluation of facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 410 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 410/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταύρο Μάλαινο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και των αρχαιοτέρων της συνθέσεως Αρεοπαγιτών Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα), Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) …. και 8) Κ. Μ. του Α., χας Γ. Π., κατοίκου ..., εκ των οποίων ο 4ος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αριστέα - Φανουρία Σωτηροπούλου, ενώ οι 1ος, 2η, 3ος, 5ος, 6η, 7ος και 8η εκπροσωπήθηκαν από την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο τους Αριστέα - Φανουρία Σωτηροπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-8-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την με αριθμ. εκθ. καταθ. ... ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος.
Εκδόθηκε αρχικά η ... μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και ακολούθως, μετά τη συνεκδίκαση των ως άνω αγωγών με την από 27-12-2016 (νέα) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και ... του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-11-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 15-11-2022 (αριθμ.έκθ.κατ....) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681 Α Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 10-8-2012 (αριθ. έκθ. κατ. ...) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, απευθυνόμενη κατά του Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "...", ήδη αναιρεσείον, ισχυρίστηκαν ότι στις 13-1-2012, συνέβη τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα επί της αγροτικής οδού ..., από αποκλειστική υπαιτιότητα του Γ.
Π., οδηγού του ανασφάλιστου με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, της κυριότητας του υιού του Α. Π., ο οποίος οδηγώντας αμελώς, απώλεσε τον έλεγχο του άνω οχήματος, με αποτέλεσμα το τελευταίο να εκτραπεί της πορείας του, να ανατραπεί και να επιπέσει σε αρδευτικό κανάλι, με συνέπεια να επέλθει ο θάνατος δια πνιγμού τόσο του οδηγού, όσο και των επιβαινόντων σ' αυτό Χ.
Τ. και του ανήλικου αβάπτιστου θήλεος βρέφους της Π.-Τ., που ήταν μέλη της οικογένειας των εναγόντων και δη η πρώτη θανούσα θυγατέρα των δύο πρώτων εναγόντων, ήδη δύο πρώτων αναιρεσίβλητων, αδελφή του τρίτου, πέμπτου, έκτης και έβδομου των εναγόντων, ήδη τρίτου, πέμπτου, έκτης και έβδομου των αναιρεσίβλητων και μητέρα της ανήλικης τέταρτης των εναγόντων, ήδη τέταρτης των αναιρεσίβλητων (ως εκπροσωπείται από τον πατέρα της Α.
Π.), ενώ η δεύτερη θανούσα (αβάπτιστο βρέφος), ήταν εγγονή των δύο πρώτων εναγόντων, ήδη δύο πρώτων αναιρεσίβλητων και της όγδοης ενάγουσας, ήδη όγδοης αναιρεσίβλητης και αδελφή της τέταρτης ανήλικης ενάγουσας, ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να τους καταβάλει τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην αγωγή χρηματικά ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο των προαναφερομένων οικείων τους και ως αποζημίωση για τη στέρηση διατροφής της ανήλικης θυγατέρας της θανούσας Χ.
Τ., Κ. Π.-Τ.. Με την υπ' αριθμ. κατ.... ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή του, απευθυνόμενη κατά του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου ως άνω οχήματος Α. Π., το εναγόμενο της άνω αγωγής "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", του ανακοίνωσε και τον προσεπικάλεσε να παρέμβει υπέρ του στην ανοιγείσα με την κύρια αγωγή δίκη, σωρεύοντας στο ίδιο δικόγραφο παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία ζήτησε, μετά τον περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή του να του καταβάλει το συνολικώς αιτούμενο με την κύρια αγωγή ποσό, άλλως κάθε ποσό κατά κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα που θα υποχρεωθεί το ίδιο να καταβάλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθμ. ... μη οριστική του απόφαση, αφού συνεκδίκασε τις άνω κύρια αγωγή και προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης, διατάσσοντας την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομιστούν με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων τα αναφερόμενα στο διατακτικό της έγγραφα (ασφαλιστήριο συμβόλαιο και γνωστοποίηση ακύρωσης συμβολαίου).
Επίσης, οι ίδιοι ως άνω ενάγοντες της κύριας αγωγής, ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 27-12-2016 (αριθ. έκθ. κατ....) αγωγή τους ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, απευθυνόμενη κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...." (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη), επικαλούμενοι τα ίδια πραγματικά περιστατικά σχετικά με το ένδικο τροχαίο ατύχημα, υποστηρίζοντας όμως (σε αντίθεση με τον ισχυρισμό τους στην πρώτη αγωγή) ότι το ζημιογόνο όχημα, κατά τον ένδικο χρόνο ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ζήτησαν, να αναγνωρισθεί ότι η τελευταία οφείλει να τους καταβάλει τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και ως αποζημίωση για τη στέρηση διατροφής της ανήλικης θυγατέρας της θανούσης Χ.
Τ., Κ. Π.-Τ.. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, αφού συνεκδίκασε όλες τις ανωτέρω αγωγές (κύριες και παρεμπίπτουσα), με την υπ' αριθμ. ... οριστική απόφασή του: α) απέρριψε την 27-12-2016 (αριθ. έκθ. κατ....) (δεύτερη) αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "....", β) δέχθηκε εν μέρει την από 10-8-2012 (αριθ.
έκθ. κατ. ...) (πρώτη) αγωγή κατά του "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ", ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση του τελευταίου να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων τα αναφερόμενα σ' αυτήν ειδικότερα χρηματικά ποσά και γ) δέχθηκε την υπ' αριθμ. έκθ. κατ. ... προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή και αναγνώρισε ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στο παρεμπιπτόντως ενάγον ("ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ") όποιο ποσό, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα θα καταβάλει το ίδιο στους ενάγοντες της από 10-8-2012 (πρώτης) αγωγής.
Μετά από εφέσεις που άσκησαν κατά των παραπάνω αποφάσεων (μη οριστικής και οριστικής) του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οι κυρίως ενάγοντες αμφοτέρων των αγωγών, ήδη αναιρεσίβλητοι, και το εναγόμενο της πρώτης κύριας αγωγής "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", ήδη αναιρεσείον, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμ. ...
απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως. Από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 6 παρ.1 και 2, 10 παρ.1, 11 παρ.1, 16 και 19 του ν. 489/76, που κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986, προκύπτει ότι το πρόσωπο στο οποίο προξενήθηκε ζημία από τροχαίο ατύχημα έχει ευθεία και αυτοτελή αξίωση κατά του υπαίτιου ασφαλισμένου και της ασφαλιστικής εταιρείας.
Στην περίπτωση που το ζημιογόνο όχημα είναι ανασφάλιστο κατά το χρόνο του ατυχήματος, το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει, μέχρι το κατώτατο όριο των ποσών της ασφαλιστικής κάλυψης, στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν αποζημίωση λόγω θανάτου, σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (Α.Π.
Ολομ. 9/1993, Α.Π. 612/2016). Ως ανασφάλιστο θεωρείται το ζημιογόνο όχημα: α) όταν δεν έχει συναφθεί γι' αυτό ποτέ κατά το παρελθόν σύμβαση ασφάλισης ή β) όταν αυτή έληξε και δεν ανανεώθηκε ή λύθηκε ή ακυρώθηκε ή ανεστάλη είτε μονομερώς με καταγγελία του ασφαλιστή ή του ασφαλισμένου είτε με (κοινή) συμφωνία τους (ΑΠ Ολομ. 3/2005).
Περαιτέρω, με το άρθρο 11 παρ. 2 του Π.Δ. 237/1986, [όπως το άρθρο αυτό είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 8 του Ν. 3557/2007 και ίσχυε κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος (13-1-2012) και πριν καταργηθεί με το άρθρο 169 παρ. 14 του Ν. 4261/2014 ] οριζόταν ότι: "2. Κατά ζημιωθέντος τρίτου, η ακύρωση, η λύση, η λήξη ή η αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης μπορεί να αντιταχθούν, μόνο εάν το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση, εκ μέρους του ασφαλιστή, της ακύρωσης, της λύσης, της λήξης ή της αναστολής της ασφαλιστικής σύμβασης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 11α".
Εξάλλου, με το άρθρο 9 του Ν. 3557/2007, ο οποίος τροποποίησε το Π.Δ. 237/1986, με το οποίο είχε κωδικοποιηθεί ο Ν. 489/1976, προστέθηκε άρθρο 11α, με την υπ' αριθμ. 1 παράγραφο του οποίου [όπως ίσχυε κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος (13-1-2012) και πριν το άρθρο αυτό αντικατασταθεί με το άρθρο 169 παρ. 15 Ν. 4261/2014 ] οριζόταν ότι: "1.
Τα μέρη που συμβάλλονται στην Ασφαλιστική σύμβαση μπορούν να λύουν αυτήν, οποτεδήποτε, με έγγραφη συμφωνία. Η λύση της σύμβασης γνωστοποιείται, με επιμέλεια του ασφαλιστή, στο Κέντρο Πληροφοριών, που προβλέπεται στο άρθρο 27β και ισχύει έναντι των τρίτων μετά την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή".
Από την εν λόγω διάταξη σαφώς προκύπτει ότι παρέχεται στα μέρη η δυνατότητα, με αντίθετη έγγραφη συμφωνία τους, χωρίς, δηλαδή, να υπάρξει καταγγελία από κάποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη, να λύσουν την ασφαλιστική σύμβαση (Α.Π. 418/2023, Α.Π. 625/2019, Α.Π. 612/2016, Α.Π. 1594/2012, Α.Π. 1304/2010, Α.Π. 1240/2010). Η ίδια, πάντως, διάταξη δεν υποβάλλει, κατά την ορθότερη άποψη, στο συστατικό τύπο του εγγράφου την (αντι)συμφωνία αυτή των μερών, αν ληφθεί υπόψη ότι η ασφαλιστική σύμβαση δεν καταρτίζεται οπωσδήποτε εγγράφως και το ασφαλιστήριο είναι αποδεικτικό έγγραφο (Α.Π.
Ολομ. 9/2014, Α.Π. 625/2019, Α.Π. 612/2016, Α.Π. 512/2014), οπότε και για την κατάργησή της δεν απαιτείται συστατικό έγγραφο (Α.Π. Ολομ. 24/1994, Α.Π. 418/2023, Α.Π. 625/2019, Α.Π. 612/2016, Α.Π. 564/1997). Για την κατά τα άνω λύση της σύμβασης ασφάλισης, όσον αφορά τις μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου σχέσεις, δεν απαιτείται η γνωστοποίησή της στο Κέντρο Πληροφοριών και η πάροδος της ως άνω προθεσμίας των δεκαέξι (16) ημερών, όπως αντίθετα απαιτείται για την περίπτωση που προβάλλονται αξιώσεις από το ζημιωθέντα τρίτο κατά του ασφαλιστή (Α.Π. 625/2019, Α.Π. 612/2016).
Ειδικότερα, για την ισχύ της λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης έναντι των τρίτων, απαιτείται η γνωστοποίηση αυτής από τον ασφαλιστή στο Κέντρο Πληροφοριών που προβλέπεται στο άρθρο 27β του ν. 489/1976 και παρέλευση 16 ημερών από την εν λόγω γνωστοποίηση. Κατά συνέπεια, αν δεν γίνει νομότυπα ή δεν γίνει καθόλου η γνωστοποίηση αυτή της λύσης της σύμβασης ασφάλισης στο Κέντρο Πληροφοριών, τότε ο ασφαλιστής, παρά τη λύση της έναντι του ασφαλισμένου, εξακολουθεί, κατά το νόμο, να ευθύνεται έναντι του τρίτου που ζημιώθηκε και, επομένως, δεν συντρέχει περίπτωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου (Α.Π.
Ολομ. 3/2005, Α.Π. 94/2022, Α.Π. 612/2016, Α.Π. 232/2015). Η επιβαλλόμενη από τις ως άνω διατάξεις γνωστοποίηση στο Κέντρο Πληροφοριών της λύσης της σύμβασης ασφάλισης προκειμένου αυτή να ισχύει έναντι τρίτων, έχει σκοπό την άρση της αμφισβήτησης για το χρόνο παύσης της ευθύνης του ασφαλιστή και έτσι την αποτροπή συμπαιγνίας μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή σε βάρος τρίτων (Α.Π. 94/2022).
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 27β του κωδικοποιημένου Ν. 489/1976, που προστέθηκε με το άρθρο 6 του Π.Δ. 10/2003, σε συμμόρφωση προς τις διατάξεις του άρθρου 5 της οδηγίας 2000/26/ΕΚ, "Συνιστάται στο Υπουργείο Ανάπτυξης, Γενική Γραμματεία Εμπορίου, Κέντρο Πληροφοριών. 1.Το Κέντρο Πληροφοριών αποτελεί οργανική μονάδα της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου.
Η δημιουργία της οργανικής μονάδας, η ένταξη της στον Οργανισμό της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου, η οργάνωση και ο τρόπος λειτουργίας της, καθώς και τα ιδιαίτερα προσόντα που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του προϊστάμενου της μονάδας και του λοιπού προσωπικού, όπως σε θέματα ανάλυσης συστημάτων πληροφορικής, διαχείρισης βάσης δεδομένων, διαχείρισης δικτύων, χειρισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών, ρυθμίζονται με Προεδρικό Διάταγμα".
Ακολούθως, η παραπάνω παράγραφος 1 του άρθρου 27β αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 93557/2007, κατά το οποίο: "1. Συνιστάται στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης" (ΕΠ.Ε.Ι.Α.), που προβλέπεται στο άρθρο 1 του ν. 3229/2004 (ΦΕΚ 38 Α'), ως υπηρεσιακή μονάδα του, Κέντρο Πληροφοριών.
Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης, ρυθμίζονται η ένταξη του Κέντρου Πληροφοριών στον Οργανισμό της ΕΠ.Ε.Ι.Α., η διάρθρωση, η οργάνωση και η λειτουργία του, ο αριθμός των οργανικών θέσεων των υπαλλήλων του κατά κατηγορία, κλάδο, ειδικότητα και είδος σχέσης εργασίας, τα ειδικά προσόντα του προϊσταμένου του Κέντρου Πληροφοριών και των υπαλλήλων του και οι γνώσεις αυτών σε θέματα, όπως ανάλυσης συστημάτων πληροφορικής, διαχείρισης βάσης δεδομένων, διαχείρισης δικτύων, χειρισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών, καθώς και κάθε ειδικότερο θέμα και σχετική λεπτομέρεια".
Ήδη, το εν λόγω Κέντρο Πληροφοριών αποτελεί, από 1-12-2010, υπηρεσιακή μονάδα του "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 ν. 3867/2010 (ΦΕΚ Α' 128/3-8-2010) και 278 παρ.10 ν. 4364/2016 (ΦΕΚ Α' 13/5-2-2016) που αντικατέστησε, εκ νέου, το άρθρο 27β παρ.1 του κωδικοποιημένου ν. 489/1976 (Α.Π. 418/2023, Α.Π. 612/2016).
Εξάλλου, στο ως άνω άρθρο 11α παρ. 2 περ. α του ΠΔ 237/1986, όπως ίσχυε κατά το χρόνο του ατυχήματος οριζόταν ότι ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος μπορούν να καταγγέλλουν την ασφαλιστική σύμβαση, οποτεδήποτε, με γραπτή δήλωση η οποία επιδίδεται στον ασφαλιστή ή σε εξουσιοδοτημένο από αυτόν διαμεσολαβητή, επί αποδείξει.
Τα αποτελέσματα της καταγγελίας επέρχονται μετά την πάροδο τριάντα (30) ημερών από την περιέλευση αυτής στον ασφαλιστή. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Α.Π. 1034/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π 6/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 418/2023, Α.Π. 164/2021, Α.Π. 1034/2020, Α.Π. 192/2019, Α.Π. 19/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ... απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε ανέλεγκτα, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Εξάλλου αποδεικνύεται, ότι το ανωτέρω όχημα κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν ήταν ασφαλισμένο-αβασίμως δε διατείνεται το αντίθετο με τον πρώτο λόγο έφεσής του το εκκαλούν της δεύτερης έφεσης (πρώτο εφεσίβλητο της πρώτης), Επικουρικό Κεφάλαιο-(ήδη αναιρεσείον) αφού η προϋπάρχουσα σύμβαση ασφάλισής του εκ μέρους του εκπροσωπούντος την τέταρτη εκκαλούσα-τέταρτη εφεσίβλητη (ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη), Α.
Π., ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου, είχε ήδη ακυρωθεί νομοτύπως με αντισυμφωνία των μερών (ανωτέρω ιδιοκτήτη και ασφαλιστικής εταιρίας), μεταγενέστερη της σύναψης ασφάλισης και είχε παρέλθει το αναγκαίο χρονικό διάστημα των δέκα έξι (16) ημερών, από τη γνωστοποίηση της ακύρωσης της σύμβασης-με επιμέλεια του ασφαλιστή, ήτοι της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..."- στο Ελληνικό Κέντρο Πληροφοριών, η οποία γνωστοποίηση έλαβε χώρα την 27-12-2011, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα και ως εκ τούτου συμπληρώθηκε ο προαναφερόμενος απαιτούμενος χρόνος την 12η Ιανουάριου 2012, ήτοι μία ημέρα προ του ατυχήματος, έκτοτε δε ίσχυε η λύση της σύμβασης έναντι των τρίτων.
Συγκεκριμένα, για το επίδικο όχημα είχε αρχικά συναφθεί το υπ' αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με το οποίο τέθηκε σε ισχύ σύμβαση ασφάλισής του για την έναντι τρίτων ευθύνη από τη λειτουργία του, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ του ανωτέρω ιδιοκτήτη του και της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας, με χρονική διάρκεια αυτής από 14-07-2011 έως 14-10-2011.
Στη συνέχεια εκδόθηκε το με αριθμό ... ασφαλιστήριο, με το οποίο ανανεώθηκε η ασφάλιση από 14-10-2011 έως 14-01-2012, πλην όμως, την 08-11-2011 υποβλήθηκε από τον ασφαλιστικό πράκτορα-διαμεσολαβητή, στην ασφαλιστική εταιρία ..., η από 04-11-2011 αίτηση ακύρωσης ασφαλιστηρίου συμβολαίου, η οποία φαίνεται ότι φέρει την υπογραφή του ασφαλισμένου και του ασφαλιστικού πράκτορα και με την οποία ζητήθηκε από τον ασφαλισμένο, η ακύρωση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
Η ακύρωση έγινε δεκτή από την ασφαλιστική εταιρία, εκδοθείσης σχετικώς της υπ' αριθμ. ... πρόσθετης πράξης, με αναγραφείσα αιτιολογία "συμβατική ακύρωση". Η πράξη αυτή γνωστοποιήθηκε στο Ελληνικό Κέντρο Πληροφοριών την 08-11-2011 (σχετικό το με αριθμό ... έγγραφό του). Κατόπιν με νέα συμφωνία του άνω ιδιοκτήτη του οχήματος και της ίδιας ασφαλιστικής εταιρίας, ασφαλίστηκε εκ νέου το όχημα στην τελευταία και εκδόθηκε το με αριθμό ...
ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με χρονική διάρκεια από 05-12-2011 έως 05-03-2012. Ωστόσο, προφανώς λόγω της έλλειψης δυνατότητας καταβολής ασφαλίστρων εκ μέρους του ασφαλισμένου (όπως πιθανολογείται ότι συνέβη και την πρώτη φορά), ο τελευταίος αντιλαμβανόμενος ότι εξακολουθεί να αδυνατεί να ανταποκριθεί στις σχετικές οικονομικές υποχρεώσεις του, ζήτησε εκ νέου την ακύρωση της σύμβασης, καταρτίστηκε δε σχετικώς η από 23-12-2011 αίτηση ακύρωσης ασφαλιστηρίου συμβολαίου, με φερόμενη υπογραφή του ασφαλισμένου αφενός και του ασφαλιστικού πράκτορα-διαμεσολαβητή αφετέρου, με την οποία αποτυπώθηκε η σχετική πρόταση λύσης της ασφαλιστικής συμβάσεως, όπως συνέβη και την πρώτη φορά.
Η αίτηση αυτή, υποβλήθηκε από τον ασφαλιστικό πράκτορα, εν γνώσει του ασφαλισμένου και με τη συναίνεσή του, στην άνω ασφαλιστική εταιρία στις 27-12-2011. Τόσο η εν λόγω αίτηση, όσο και η προγενέστερη όμοια, φέρουν στη θέση υπογραφής του αιτούντος πανομοιότυπη υπογραφή, η οποία όπως κατωτέρω αναφέρεται, δεν ανήκει μεν στη υπογραφική συνήθεια αυτού και συνεπώς δεν τέθηκε από τον ίδιο αλλά από τρίτο πρόσωπο (πιθανώς από το πράκτορα), πλην όμως τούτο ουδόλως ασκεί έννομη επιρροή, ενόψει του ότι έγινε κατ' εντολή και κατ' εξουσιοδότησή του και σε κάθε περίπτωση με την γνώση και αποδοχή του, ήτοι έστω τη σιωπηρή συναίνεσή του και ως εκ τούτου δεσμεύει πλήρως αυτόν, δοθέντος ότι είχε προηγηθεί η προφορική σχετική πρότασή του προς τον ασφαλιστικό πράκτορα.
Η ασφαλιστική εταιρία, αποδεχόμενη τη σχετική πρόταση, εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... πρόσθετη πράξη με αναγραφόμενη αιτιολογία "συμβατική ακύρωση" και με τον τρόπο αυτό ολοκληρώθηκε η αντισυμφωνία των μερών περί λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης, η οποία κατά τα σχετικώς αναφερόμενα στην ....νομική σκέψη της παρούσης, δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, αλλά τα σχετικά έγγραφα έχουν απλώς αποδεικτικό χαρακτήρα.
Όπως προαναφέρθηκε η πράξη αυτή γνωστοποιήθηκε στο Ελληνικό Κέντρο Πληροφοριών στις 27-12- 2011 (βλ. το με αριθμό ... έγγραφο αυτού) και έκτοτε άρχισε να διαδράμει ο απαιτούμενος χρόνος των 16 ημερών, προκειμένου από τη λήξη του, να αρχίσει η ισχύς της λύσης της σύμβασης έναντι των τρίτων. Σημειωτέον, ότι κατά τον ένδικο χρόνο ίσχυε η διάταξη του άρθρου 11 α παρ. 1 του πδ 237/1986, όπως προστέθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 3557/2007 (ΦΕΚ Α' 100/14-05-2007) και πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 169 παρ. 15 του Ν. 4261/2014 (ΦΕΚ Α' 107/05-05-2014), σύμφωνα με την οποία για τη λύση της σύμβασης με αντισυμφωνία των μερών, έναντι των τρίτων, δεν απαιτείται οποιαδήποτε άλλη προϋπόθεση πλην της ανωτέρω (γνωστοποίηση στο Κέντρο Πληροφοριών και πάροδο 16 ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή), ενώ για τις μεταξύ των μερών σχέσεις δεν απαιτείτο η πάροδος της άνω προθεσμίας και ούτε καν η γνωστοποίηση της λύσης στο Κέντρο Πληροφοριών, αλλά αυτή ισχύει άμεσα, ήτοι μόλις γίνει αποδεκτή η υποβληθείσα πρόταση (...).Οι εκκαλούντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) της υπό στοιχείο α' έφεσης αμφισβήτησαν τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης την 09-10-2018, όσο και στο παρόν Δικαστήριο, την εγκυρότητα της λύσης της σύμβασης, διατεινόμενοι ότι η υπογραφή στην από 23-12-2011 αίτηση ακύρωσης ασφαλιστηρίου συμβολαίου δεν ανήκει στον Α.
Π., ο οποίος ουδέποτε υπέβαλε πρόταση για λύση της σύμβασης στην ασφαλιστική του εταιρία. Πράγματι, όπως προαναφέρθηκε, αποδεικνύεται ότι η υπογραφή που τέθηκε επί του εγγράφου αυτού δεν είναι γνήσια υπογραφή του ασφαλισμένου, αφού από την μακροσκοπική επισκόπηση τόσο της υπογραφής αυτής, όσο και της όμοιας τεθείσης επί του εγγράφου της προγενέστερης, από 04-11-2011 αίτησης ακύρωσης προκύπτει, ότι έχει εμφανείς διαφορές από την γνήσια υπογραφή του, η οποία υπάρχει σε σωρεία προσκομιζομένων εκ μέρους των εκκαλούντων της υπό στοιχείο α' έφεσης, εγγράφων και δη α) στο από 12-04- 2012 αποδεικτικό επίδοσης εγγράφου προς διορισμό πραγματογνώμονα προανακριτικά, β) στην από ...
συμβολαιογραφική εκούσια αναγνώριση τέκνου, γ) στο δελτίο της αστυνομικής ταυτότητας αυτού, δ) στην από 12-04-2012 προανακριτική κατάθεσή του. Ειδικότερα, στη γνήσια υπογραφή του που φέρουν τα εν λόγω έγγραφα, προτάσσεται το γράμμα "Θ" σε σχέση με το γράμμα "Π" και όχι το αντίστροφο, όπως συμβαίνει με τις υπογραφές του σε αμφότερες τις αιτήσεις ακυρώσεως.
Ωστόσο, ο μάρτυρας της ασφαλιστικής εταιρίας, Ν. Φ., ο οποίος κατά το έτος 2011 ήταν υπεύθυνος ανάληψης κινδύνων και λοιπών κλάδων και διευθυντής πωλήσεων της εταιρίας "...", καθώς επίσης το άτομο που υπέγραψε για λογαριασμό της ασφαλιστικής εταιρίας τις επίδικες αιτήσεις ακυρώσεως, καταθέτει μετά λόγου γνώσεως ότι δεν αποτελούσε ασυνήθη πρακτική να θέτει ο διαμεσολαβητής την υπογραφή του ασφαλισμένου που προβαίνει στην πρόταση ακύρωσης της ασφαλιστικής σύμβασης, με τη γνώση και τη συναίνεση του τελευταίου (βλ.
κατάθεσή του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο). Κατά την κρίση δε του Δικαστηρίου, στην προκειμένη περίπτωση έγινε ακριβώς αυτό, καθόσον ούτε στην προγενέστερη, από 04-11-2011 αίτηση ακύρωσης υπήρχε γνήσια υπογραφή του ασφαλισμένου, πλην όμως ο τελευταίος, ουδόλως αντέδρασε όταν εκδόθηκε το νέο, υπ' αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με χρονική διάρκεια από 05-12-2011 έως 05-03-2012, μετά την ακύρωση του προγενεστέρου, ούτε είχε προβάλει τότε, σε ανύποπτο χρόνο, ισχυρισμό περί σχετικής άγνοιάς του σε σχέση με την ακύρωση του προγενέστερου αυτού συμβολαίου κατόπιν δικής του πρότασης, αλλά αποδέχτηκε τούτο χωρίς εναντίωση, γεγονός που δηλώνει ότι όλη η διαδικασία έγινε εν γνώσει και με τη συναίνεση αυτού.
Για τον ίδιο δε λόγο, δεν προσκομίστηκε μετά το ατύχημα και κατά τη διάρκεια της προανάκρισης που έλαβε χώρα, ασφαλιστήριο συμβόλαιο στην αρμόδια τροχαία, αντιθέτως όλοι οι ενάγοντες και μάλιστα η τέταρτη αυτών ανήλικη θυγατέρα του Α. Π. εκπροσωπούμενη από τον ίδιο, κατέθεσαν άμεσα και αυτοβούλως αγωγή σε βάρος του Επικουρικού Κεφαλαίου, ισχυριζόμενοι την έλλειψη έγκυρης ασφαλιστικής σύμβασης του οχήματος, ενέργεια στην οποία προφανώς και δεν θα είχαν προβεί, εάν ο ασφαλισμένος που εκπροσωπεί την ανήλικη στην υπ' αριθμ. ..., ως άνω αγωγή, είχε την πεποίθηση ότι υφίσταται ενεργός ασφάλιση του οχήματος του.
Συμπεραίνεται επομένως ευχερώς από την κίνηση αυτή, ότι τόσο ο ίδιος εξ' ιδίας γνώσης, όσο και οι λοιποί ενάγοντες με βάση την πληροφόρηση που είχαν απ' αυτόν, γνώριζαν καλώς, στον ανύποπτο ως άνω χρόνο μετά την επέλευση του ατυχήματος, ότι η προγενεστέρως καταρτισθείσα σύμβαση ασφάλισης με την προαναφερόμενη ασφαλιστική εταιρία, είχε ήδη λυθεί κατόπιν πρότασης του ασφαλισμένου, ο οποίος είχε σε κάθε περίπτωση, προ της εγέρσεως της άνω αγωγής, λάβει τη σχετική νομική συμβουλή εκ μέρους του πληρεξουσίου δικηγόρου του και δεν είχε καμία αμφιβολία, ότι κατά τον ένδικο χρόνο το όχημά του ήταν πράγματι ανασφάλιστο, δοθέντος και του ότι είχε ανεμπόδιστη πρόσβαση στα στοιχεία ασφάλισης του οχήματος του, ως άμεσα ενδιαφερόμενος.
Η μεταστροφή της στάσης του εκ των υστέρων και η άσκηση νέας (πανομοιότυπης με την αρχική) αγωγής των ιδίων εκκαλούντων κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με μεγάλη καθυστέρηση, ήτοι πέντε έτη αργότερα και δη το έτος 2017 (υπ' αριθμ. ... αγωγή), επεξηγείται επαρκώς από το γεγονός, ότι κατά τη συζήτηση της πρώτης αγωγής, προβλήθηκαν από το Επικουρικό Κεφάλαιο ισχυρισμοί περί ασφαλιστικής κάλυψης του ζημιογόνου οχήματος από την ανωτέρω ασφαλιστική εταιρία, λόγω μη έγκυρης ακύρωσης της ασφαλιστικής σύμβασης.
Κατά το χρόνο εκείνο, ήτοι κατά τη συζήτηση της πρώτης αγωγής τους την 18-01-2017, οι εκκαλούντες είχαν υποστηρίξει με το έγγραφο της προσθήκης-αντίκρουσής τους, ότι δεν καταβλήθηκαν τα αντίστοιχα ασφάλιστρα και για το λόγο αυτό δεν ίσχυσαν οι ασφαλιστήριες συμβάσεις, ενώ τόνισαν, επικαλούμενοι σχετική νομολογία, ότι για τη λύση της σύμβασης δεν απαιτείται απαραίτητα καταγγελία αλλά επιτρέπεται να λάβει χώρα αυτή και με απλή δήλωση του αντισυμβαλλομένου περί μη επιθυμίας του για συνέχιση της ασφαλιστικής σύμβασης, υποδηλώνοντας με τον τρόπο αυτό την, στην δίκη εκείνη θέση τους, ότι δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση, επήλθε η λύση της επίδικης σύμβασης με τη σχετική δήλωση του ασφαλισμένου.
Υπό τα άνω αποδειχθέντα περιστατικά και σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής, καθίσταται αδιαμφισβήτητο κατά την κρίση του δικαστηρίου, το ότι, η άνω όψιμη μεταστροφή της στάσης του άνω ασφαλισμένου - κυρίου του ζημιογόνου οχήματος, όπως και των λοιπών εκκαλούντων, υποκινήθηκε αποκλειστικά και μόνον από τον κίνδυνο απόρριψης της αγωγής τους κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, ενώ είναι σαφές, ότι στην περίπτωση που ο ίδιος ο ασφαλισμένος, είχε εδραία την πεποίθηση περί μη λύσης της σύμβασης με τον προαναφερόμενο τρόπο, ήτοι περί της μη χορήγησης της συναίνεσής του, ως προς το να τεθεί η υπογραφή του από τρίτο άτομο (ασφαλιστικό πράκτορα) στην ανωτέρω αίτηση ακύρωσης για λογαριασμό του, αφενός μεν θα είχε εξ' αρχής ασκήσει την αγωγή (για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας του) σε βάρος της ασφαλιστικής εταιρίας και αφετέρου θα είχε προβεί σε κάθε νόμιμη ενέργεια για την πράξη της πλαστογραφίας σε βάρος του, στην οποία όμως, μέχρι και σήμερα που έχει μεταβληθεί η στάση του, δεν έχει προβεί.
Εξάλλου, κατά το χρόνο αμέσως μετά το ατύχημα, εάν πράγματι εν αγνοία του είχε ακολουθηθεί η ως άνω διαδικασία ακύρωσης της ασφαλιστικής σύμβασης, θα μπορούσε στρεφόμενος κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, να στηρίξει ευχερώς τον ισχυρισμό του ότι αυτή πάσχει, δοθέντος ότι ουδέποτε ο ίδιος υπέγραψε την ως άνω πρόταση και σε κάθε περίπτωση, εάν ήθελε θεωρηθεί ότι η σύμβαση καταγγέλθηκε εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρίας, δεν θα είχε συμπληρωθεί ο αναγκαίος χρόνος που ορίζει ο νόμος για την επέλευση των αποτελεσμάτων της στους τρίτους (ήτοι επιστολή καταγγελίας απευθυνόμενη στον ασφαλισμένο, πάροδο 30 ημερών από την επίδοσή της σ' αυτόν, προκειμένου να γνωστοποιηθεί η ακύρωση στο κέντρο πληροφοριών και εν συνεχεία πάροδος 16 επιπλέον ημερών, ώστε να μπορεί να προταθεί η λύση της σύμβασης έναντι των τρίτων, σύμφωνα με τη παρ.3 του άρθρου 11 Α του ανωτέρω νόμου), γεγονός που οπωσδήποτε είχαν πληροφορηθεί οι εκκαλούντες-ενάγοντες, πριν προβούν στην άσκηση της πρώτης αγωγής τους.
Αντιθέτως αυτοί, όπως προαναφέρθηκε, αποδεχόμενοι αβίαστα τη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης του οχήματος, με τον προαναφερόμενο τρόπο που υποστηρίζει η ασφαλιστική εταιρία και γνωρίζοντας καλώς, ότι κατόπιν προτάσεως του ασφαλισμένου επήλθε αυτή, ισχυρισμό που οι ίδιοι προβάλλουν κατά του επικουρικού κεφαλαίου κατά τα ανωτέρω, ουδόλως άσκησαν την αγωγή τους κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, ή τουλάχιστον και κατ' αυτής, στον ίδιο, ως άνω χρόνο (αμέσως μετά το ένδικο ατύχημα), αλλά προέβησαν στην έγερση της αγωγής εναντίον της με μεγάλη καθυστέρηση και μόνον υπό την πίεση του κινδύνου της απόρριψης της πρώτης αγωγής τους.
Μετά ταύτα δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, περί του ότι το ζημιογόνο όχημα, δεν ήταν ασφαλισμένο κατά τον ένδικο χρόνο, αφού η σύμβαση ασφάλισης αυτού είχε νομοτύπως λυθεί ήδη, από την προτεραία του ατυχήματος και συνακόλουθα ο οικείος, ως άνω, περί του αντιθέτου λόγος έφεσης του εκκαλούντος Επικουρικού Κεφαλαίου πρέπει να απορριφθεί, δοθέντος ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στην ίδια κρίση, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και σωστά αξιολόγησε το ενώπιον του τεθέν αποδεικτικό υλικό...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχτηκε τυπικά, απέρριψε κατ'ουσίαν: α) την από 10-10-2020 (αριθμ. έκθ. κατ. ...) έφεση (κύρια και επικουρική) των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", ήδη αναιρεσείοντος και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...." (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη) και β) την από 9-5-2021 (αριθμ.
έκθ. κατ. ...) έφεση του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου κατά των εναγόντων, ήδη αναιρεσίβλητων, επικυρώνοντας τις πρωτόδικες υπ' αριθμ. ... (οριστική) και ... (μη οριστική) αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχαν κρίνει ομοίως. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, με την υπ' αριθμ. ...
οριστική απόφαση: α) έγινε εν μέρει δεκτή η από 10-8-2012 αγωγή των αναιρεσίβλητων και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει σε έκαστο των δύο πρώτων εξ αυτών το ποσό των 33.000 ευρώ, σε έκαστο των 3ου,5ου,6ης,7ου το ποσό των 10.000 ευρώ, στην 8η το ποσό των 8.000 ευρώ και στην 4η το ποσό των 58.760 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 57.860 ευρώ καταβαλλόμενο εφάπαξ και ποσό 900 ευρώ σε 15 δόσεις των 60 ευρώ από 1-11-2018 έως 31-1-2020 και β) έγινε δεκτή η υπ' αριθμ.
κατ. ... προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή του αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου και αναγνωρίσθηκε ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος Α. Π. (μη διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη) υποχρεούται να καταβάλει στο αναιρεσείον όποιο ποσό κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, θα καταβάλει το ίδιο στους αναιρεσίβλητους, απέρριψε δε την από 27-12-2016 αγωγή των αναιρεσίβλητων κατά της ασφαλιστικής εταιρείας "....".
Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 εδάφιο α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 2, 11α του Ν. 489/76 και του άρθρου 361 του Α.Κ., γιατί δέχθηκε ότι η λύση της επίμαχης ασφαλιστικής σύμβασης, επήλθε με αντισυμφωνία των συμβαλλομένων μερών, παρότι δεν υπήρχε κοινή συμφωνία των μερών, αλλά μονομερής καταγγελία της σύμβασης ασφάλισης από την ασφαλιστική εταιρεία "...", η οποία δεν κοινοποιήθηκε στον ασφαλισμένο, ούτε γνωστοποιήθηκε στο κέντρο πληροφοριών μετά την πάροδο των τριάντα ημερών από την κοινοποίησή της στον ασφαλισμένο, όπως ορίζει το άρθρο 11α παρ. 2, με αποτέλεσμα η ασφαλιστική σύμβαση να μην έχει λυθεί νομότυπα και να εξακολουθεί η ασφαλιστική εταιρεία να ευθύνεται έναντι των ζημιωθέντων τρίτων και εν προκειμένω έναντι των αναιρεσίβλητων.
Ωστόσο, το Εφετείο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε ότι, κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος (13-1-2012), δεν υπήρχε ενεργής και ισχυρή ασφαλιστική σύμβαση, επειδή είχε λυθεί, από τις 27-12-2011, με αντισυμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών (ασφαλιστικής εταιρείας ... και του ασφαλισμένου Α.
Π.), ότι εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... πρόσθετη πράξη περί "συμβατικής ακύρωσης", η οποία (πράξη) γνωστοποιήθηκε την ίδια ημέρα στο Ελληνικό Κέντρο Πληροφοριών και έκτοτε άρχισε να διαδράμει ο απαιτούμενος χρόνος των δεκαέξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 11 α παρ. 1 του Π.Δ. 237/1986, όπως προστέθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 3557/2007 και πριν την κατάργησή του με το άρθρο 169 παρ. 15 του Ν. 4261/2014, προκειμένου από τη λήξη της να αρχίσει η ισχύς της λύσης της σύμβασης έναντι των τρίτων, η προθεσμία δε αυτή συμπληρώθηκε στις 12-1-2012, ήτοι μία ημέρα πριν από το ένδικο ατύχημα.
Με την προαναφερθείσα κρίση του και ειδικότερα δεχόμενο το Εφετείο ότι το αναιρεσείον είναι υπόχρεο ως προς τις, με την ένδικη αγωγή, ασκούμενες αξιώσεις των αναιρεσίβλητων, για το λόγο ότι κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, δεν υπήρχε ενεργής και ισχυρή ασφαλιστική σύμβαση, επειδή είχε λυθεί, η μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας και του ασφαλισμένου της σύμβαση ασφάλισης με αντισυμφωνία και ότι πληρούνται οι ανωτέρω κατά νόμο προϋποθέσεις, ήτοι ότι έλαβε χώρα η ανωτέρω απαιτούμενη από την ως άνω διάταξη γνωστοποίηση της λύσης της σύμβασης στο Ελληνικό Κέντρο Πληροφοριών και η παρέλευση δεκαέξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη του άρθρου 11α παρ. 1 του Π.Δ. 237/1986, όπως ίσχυε κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος και 361 Α.Κ., υπό την έννοια ότι αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί η προπαρατιθέμενη αυτή διάταξη και ορθώς δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 11α παρ. 2 του ως άνω Π.Δ., η οποία δεν ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέα, διότι η ασφαλιστική σύμβαση δεν λύθηκε μετά από καταγγελία κάποιου συμβαλλόμενου μέρους.
Ούτε, εξάλλου, η ασφαλιστική εταιρεία είχε τη νόμιμη υποχρέωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11α παρ. 2 του Π.Δ. 237/1986, όπως ίσχυε κατά το χρόνο του ατυχήματος, να γνωστοποιήσει τη λύση της ασφαλιστικής αυτής σύμβασης στον ασφαλισμένο της-αντισυμβαλλόμενο Α. Π., όπως υποστηρίζει το αναιρεσείον. Άλλωστε, μία τέτοια γνωστοποίηση θα ήταν χωρίς νόημα, αφού η λύση της ασφαλιστικής σύμβασης προκλήθηκε με τη σύμπραξη του αντισυμβαλλόμενου στην καταργητική σύμβαση (Α.Π. 612/2016, Α.Π. 638/2007) και όχι με καταγγελία από την ασφαλιστική εταιρεία.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος ως άνω λόγος, είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Α.Π. 1416/2012, Α.Π. 1208/2011, Α.Π. 44/2003, Α.Π. 1702/2001).
Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 151/2014, Α.Π. 1942/2013, Α.Π. 2075/2007, Α.Π. 44/2003). Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (Α.Π. 301/2021, Α.Π. 1361/2013, Α.Π. 1266/2011).
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 219/2025, Α.Π. 271/ 2013).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την επίκληση ότι αυτή έχει ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, διότι: α) ενώ δέχεται ότι η από 23-12-2011 αίτηση ακύρωσης ασφαλιστηρίου συμβολαίου δεν φέρει την υπογραφή του ασφαλισμένου Α.
Π., αλλά τρίτου προσώπου, στη συνέχεια δέχεται ότι η ασφαλιστική εταιρεία, αποδεχόμενη τη σχετική πρόταση του ασφαλισμένου της για ακύρωση, εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... πρόσθετη πράξη με αναγραφόμενη αιτιολογία "συμβατική ακύρωση" και ότι με τον τρόπο αυτό ολοκληρώθηκε η αντισυμφωνία των μερών περί λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης, χωρίς να αναφέρει, αν η ασφαλιστική εταιρεία ...
γνωστοποίησε στον ασφαλισμένο της ότι αποδέχθηκε την πρόταση για ακύρωση της ασφαλιστικής σύμβασης, απαραίτητη προϋπόθεση για τη συμβατική ακύρωση, κατ' άρθρο 361 Α.Κ., β) δεν αναφέρει το όνομα του προσώπου που συνέταξε την από 23-12-2011 αίτηση ακύρωσης, ούτε το όνομα του προσώπου προς το οποίο ο Α. Π. έδωσε εντολή και εξουσιοδότηση να υπογράψει την αίτηση ακύρωσης, ούτε αναφέρει το περιεχόμενο της αίτησης, γ) δεν αναφέρει αν πληρώθηκαν τα ασφάλιστρα και αν η ασφαλιστική εταιρεία στην περίπτωση που είχαν πληρωθεί τα ασφάλιστρα επέστρεψε τα μη δεδουλευμένα στον ασφαλισμένο της και δ) ενώ δέχεται ότι η υπογραφή στην από 23-12-2011 αίτηση ακύρωσης ασφαλιστηρίου δεν ανήκει στον Α.
Π., αλλά σε τρίτο πρόσωπο και ότι τέθηκε με τη γνώση και τη συναίνεση του τελευταίου, καθώς ούτε σε προγενέστερη από 4-11-2011 αίτηση ακύρωσης υπήρχε γνήσια υπογραφή του ασφαλισμένου, πλην όμως ο τελευταίος ουδόλως αντέδρασε, δεν αναφέρει αν η ασφαλιστική εταιρεία είχε γνωστοποιήσει την ακύρωση τον ασφαλισμένο της, ούτε αναφέρει αν είχε παραδώσει στον τελευταίο το νέο υπ' αριθμ. ...
ασφαλιστήριο συμβόλαιο και αν είχε γνωστοποιήσει σ' αυτόν την ακύρωσή του. Ο παρών λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις προπαρατιθέμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το παραπάνω ζήτημα (της ασφάλισης ή μη του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος και της ύπαρξης και της εγκυρότητας ή μη αντισυμφωνίας για λύση της ασφαλιστικής σύμβασης) που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Συγκεκριμένα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως, ανελέγκτως, προέκυψαν από τη συναξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, των εγγράφων κ.λ.π., με σαφήνεια και πληρότητα αιτιολογείται: α) ότι κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος (13-1-2012) η προϋπάρχουσα σύμβαση ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου είχε ακυρωθεί, νομοτύπως, με αντισυμφωνία των μερών (ιδιοκτήτη και ασφαλιστικής εταιρείας), β) ότι το με αριθμό ...
ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που εκδόθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία "...", με χρονική διάρκεια από 5-12-2011 έως 5-3-2012, προφανώς λόγω έλλειψης δυνατότητας καταβολής ασφαλίστρων εκ μέρους του ασφαλισμένου, κατόπιν της από 23-12-2011 σχετικής αίτησης του τελευταίου, ακυρώθηκε, και ότι ναι μεν στην αίτηση ακύρωσης η υπογραφή δεν ανήκει στον ασφαλισμένο (Α.
Π.), αυτή όμως τέθηκε κατ' εντολή του, από τρίτο πρόσωπο που κατονομάζεται (ασφαλιστικό πράκτορα Ν. Φ.), με τη γνώση και τη συναίνεση αυτού, όπως τούτο είχε συμβεί σε προγενέστερη αίτηση ακύρωσης, χωρίς ο ασφαλισμένος να προβάλει ισχυρισμό περί άγνοιάς του για την ακύρωση του προγενέστερου συμβολαίου και γ) ότι η ασφαλιστική εταιρεία, αποδεχόμενη τη σχετική πρόταση του ασφαλισμένου, εξέδωσε την υπ' αριθμ. ...
πρόσθετη πράξη με αναγραφόμενη αιτιολογία "συμβατική ακύρωση" και με τον τρόπο αυτό ολοκληρώθηκε η αντισυμφωνία των μερών περί λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης, η οποία δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, αλλά τα σχετικά έγγραφα έχουν απλώς αποδεικτικό χαρακτήρα, χωρίς να απαιτείται γνωστοποίηση στον ασφαλισμένο της ακύρωσης.
Εξάλλου, οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με τον άνω λόγο για ελλείψεις και ασάφειες στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης είναι και απαράδεκτες, διότι οι φερόμενες ως ελλείψεις και ασάφειες δεν συνιστούν τέτοιες, αλλά με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.
πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την πληρέστερη κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με τα πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από το αναιρεσείον παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-11-2022 (αριθμ. έκθ. κατ. ...) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από το αναιρεσείον παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ