Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to clearly cite evidence in appeal briefs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance's decision, ruling it inadmissible. The appellants argued the lower court erred by considering evidence not formally cited in their submissions. The court found the appeal briefs failed to clearly and specifically identify the evidence relied upon, rendering the appeal vague and procedurally defective.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 560, 562, 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal must clearly and specifically cite the evidence relied upon to be admissible, otherwise it is deemed vague and rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 410 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 410/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. συζ. Χ. Κ. το γένος Π. και Κ. Δ., 2) Χ. Κ. του Ε. και της Ά., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Σκιαδαρέση, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Θ. Π. του Α. και της Σ. συζύγου Δ. Ρ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Επαμεινώνδα Βαγενά, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-2-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 488/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 51/2022 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-9-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 51/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά και εν μέρει κατ'ουσίαν δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της 488/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη η στρεφόμενη κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων διεκδικητική αγωγή της.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.) . Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 (ή 560) ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, άλλως, εν ελλείψει της ως άνω αναφοράς, η αναίρεση τυγχάνει αόριστη.
Η αοριστία αυτή, που ερευνάται και αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο, δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ 1602/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους πρώτο, ένατο και δέκατο λόγους αναίρεσης, μέμφονται το Εφετείο επικαλούμενοι ότι η αναιρεσιβαλλομένη εσφαλμένα εκτιμώντας το αποδεικτικό υλικό και κατά παράβαση κανόνων ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου έκανε δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης και ως κατ' ουσίαν βάσιμης και αναγνώρισε την κυριότητά της στο επίδικο.
Οι ανωτέρω λόγοι πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, εξαιτίας της αοριστίας τους, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ενάριθμα σε ποιο λόγο αναιρέσεως, υπάγονται οι επικαλούμενες με τους λόγους αυτούς αιτιάσεις, από εκείνους που, περιοριστικά, αναφέρονται με αριθμούς 1 έως και 20 στο άρθρο 559 ΚΠολ.Δ. (ΑΠ 374/2020, ΑΠ 527/2020, ΑΠ 1013/2021).
Σε κάθε περίπτωση εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι με τους λόγους αυτούς αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, και, μάλιστα, ενάριθμα, η διάταξη ή διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν ευθέως αλλά και εκ πλαγίου (ΑΠ 113/2011), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση των σχετικών λόγων, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 120/2017, 261/2016), αλλά ούτε και οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 17 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται όπως η αντίφαση των διατάξεων εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού. Η ύπαρξη δε αντιφάσεων στο διατακτικό της απόφασης ιδρύει τον συγκεκριμένο λόγο, όταν εξ αυτών προκαλείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπουμένης διάπλασης.
Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού εξ αιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητα ή η πρόκληση της σκοπουμένης διάπλασης ή η ύπαρξη αβεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΑΠ 854/2019, ΑΠ 537/2016, ΑΠ 309/2014, ΑΠ 87/2013). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Με τους δεύτερο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 πλημμέλεια. Ειδικότερα καταλογίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι αυτή είναι αντιφατική διότι, αναφέρεται σε αυτήν ότι ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο που την εξέδωσε, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, οι από 29-10-2008 τρεις υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 1559/1986, καίτοι σε άλλο σημείο αυτής (της προσβαλλομένης) αναφέρεται ότι η μαρτυρία που δίδεται με τη δήλωση ή βεβαίωση του άρθρου 8 του Ν. 1559/1986, αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Ο πιο πάνω λόγος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά τα προαναφερθέντα, διότι, η κατά τους αναιρεσείοντες αντίφαση, δεν αφορά το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης αλλά το αιτιολογικό αυτής.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναίρεσης, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος έφεσης, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους τρίτο και έκτο λόγους της αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη πλημμέλειες με την επίκληση της διάταξης του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφέροντας στο αναιρετήριο: "Η προσβαλλόμενη προδήλως κατά πρόχειρη και κακή εκτίμηση των αποδείξεων μη λαβούσα υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά παράβαση του αρθ 559 αρ. 8 β, έσφαλε δεχθείσα ότι το επίδικο ακίνητο επιφανείας 5.113,13 τ.μ.
που αποτελεί τμήμα του ευρύτερου ακινήτου επιφανείας 7.369,92 τ.μ. ανήκε στη μητέρα της ενάγουσας Σ. χήρα Α. Π.. .....Η κυριότητα της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας στο εν λόγω ακίνητο των 7.369,92 τ.μ. από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε. Η κατάθεση της στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρος της ενάγουσας...δεν αξιολογήθηκε όπως έπρεπε....". "Η προσβαλλόμενη θεωρεί κατά παράβαση του αρ 8 εδ 1 ΚΠολΔ ως προβληθέντες από εμάς ισχυρισμούς που δεν έχουν προταθεί ούτε προφορικά ούτε εγγράφως.
Εμείς αμφισβητήσαμε μόνο την αποκλειστική κυριότητα της ενάγουσας στο επίδικο ήτοι στο τμήμα των 5.113,13 τ.μ. και όχι σε ολόκληρο το ακίνητο που ισχυρίζεται η αντίδικος ότι της ανήκει κατά κυριότητα. Το αληθές είναι...." Και συνεχίζουν με την παράθεση των επιχειρημάτων τους. Οι παραπάνω λόγοι, από τον αριθμό 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες ή παρά το νόμο ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης αλλά αναφέρονται στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και στην αξιολόγησή τους από το δικαστήριο και σε επιχειρήματα και συμπεράσματα των αναιρεσειόντων από την εκτίμηση τούτων.
Κατά το άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.
Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋπόθεσης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρο 14 του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν τίθεται θέμα παραβίασης του υποκειμενικού βάρους απόδειξης και ίδρυσης του από το άρθ. 559 αρ.13 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου εφόσον το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ορίζει ποιος από τους διαδίκους φέρει το βάρος απόδειξης εκτιμά ελεύθερα τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και κρίνει εάν αποδείχθηκαν ή όχι οι προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί.
Αντίθετα αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 233/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο τέταρτος λόγο της αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) είναι απαράδεκτος.
Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο έκρινε, ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, επειδή αποδείχθηκε η κυριότητα της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας στο επίδικο, τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και απέρριψε ως αναπόδεικτη την ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσειόντων - εναγομένων.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης, κατά τα προεκτεθέντα. Από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, συνάγεται ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος.
Τέτοια περίπτωση συντρέχει εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στη δικαστική ομολογία ή στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 601/2020, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011). Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρ. 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι έχουν, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 601/2020, ΑΠ 430/2016, ΑΠ 1596/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στη προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, υπό την επίκληση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου για την αποδεικτική δύναμη αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα των προσκομισθέντων από αυτόν δηλώσεων Ε9 που υπέβαλε τα έτη 1997 και 2005 στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
Πατρών και αφορούν το επίδικο. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα παραπάνω έγγραφα, ως ιδιωτικά, δεν έχουν από το νόμο αυξημένη αποδεικτική δύναμη και συνεκτιμώνται ελεύθερα με τα λοιπά, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 242/2014, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 701/2008) χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 217/2016, 2031/2007, ΑΠ 499/2007).
Οι αναιρεσείοντες με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη πλημμέλειες με την επίκληση της διάταξης του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος όμως αυτός είναι απαράδεκτος επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στην παραπάνω διάταξη, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από τον συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ.1 εδ. β', 346 και 453 παρ.1 του ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά, διά των προτάσεων αυτών, σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ που αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμού", έχει όμως εφαρμογή και για επίκληση αποδεικτικών μέσων, για την ταυτότητα του νομικού λόγου.
Εν προκειμένω, με τον ενδέκατο λόγο οι αναιρεσείοντες καταλογίζουν στο Εφετείο, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στη κατ' άρθρ. 559 αρ. 11 β ΚΠολΔ πλημμέλεια, ως εκ του ότι έλαβε υπόψιν μη προσκομισθέντα και επικληθέντα από την αναιρεσίβλητη αποδεικτικά μέσα και δη 1) τα υπ' αριθμ. 488/2014 πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, 2) την υπ' αριθμ. 451/2013 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα, 3) την υπ' αριθμ. 452/2013 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα και 4) την υπ' αριθμ. 15751/2005 δήλωση αποδοχής κληρονομίας.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού από τις από 8-2-2021 προσκομιζόμενες προτάσεις που η αναιρεσίβλητη υπέβαλε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, τις οποίες, ως διαδικαστικά έγγραφα, παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ) για να ελέγξει τη βασιμότητα του λόγου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη στη σελίδα 1 και 2 των προτάσεων αυτών αναφέρει: "Προς υποστήριξη της υπό κρίση έφεσης προσάγω και επικαλούμαι και πάλι όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν κατά την εκδίκαση της αγωγής μου ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ειδικότερα: 1) ...2) Επικυρωμένο αντίγραφο της με αριθμό 488/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας και των ταυτάριθμων πρακτικών (σχετικό 2 και 2α)....5) Της με αριθμό 15751/13-12-2005 δήλωση αποδοχής κληρονομίας....(σχετικό 5) ....10) τις υπ' αριθμ. 451/14-11-2013 και 452/14-11-2013 ένορκες βεβαιώσεις ....(σχετ. 11 και 11α).
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚπολΔ ως ισχύει). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚπολΔ), όπως αυτά ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-9-2022 αίτηση αναίρεσης της 51/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ