Legislator Case Law & Legislation
410/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against appeal court judgment due to failure to specify structural damages and value changes in the decision.

Case Number 410/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Third Chamber of Larissa Court of Appeal, ordering the case remitted for retrial. The appellants argued the lower court failed to specify the exact structural damages rendering the building unsalvageable and did not determine the property's value before and after the incident. The court found these omissions violated the principle of reasoned decisions, rendering the appeal admissible and the grounds valid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1), 559(1), 559(19), 580(3), 495(3) of the Code of Civil Procedure; A judgment must specify the exact nature of structural damages and the value of property before and after the incident to be legally sound.

Keywords

AI generated
structural damage assessment property value determination reasoned judgment requirement remittal for retrial appeal admissibility civil procedure code building stability

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 410 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 410/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μονοπρόσωπης Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Α. Ζ. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΧΑΝΙΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε." που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Ζ. του Φ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. χήρας Α. Α., το γένος Κ. Μ., κατοίκου ..., 2) α) Ι. συζύγου Ν. Λ., το γένος Α. Ν., β) Κ. Ν. του Α., κατοίκων ..., αμφοτέρων ως καθολικών και μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης αρχικά ενάγουσας Ε. χήρας Α. Ν., το γένος Κ. Μ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/4/2008 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου και της αποβιωσάσης δικαιοπαρόχου των λοιπών αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 251/2010 μη οριστική και 308/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 133/2017 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/9/2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της υπό κρίση από 25-9-2017 αίτησης αναίρεσης και των από 3-10-2018 προσθέτων λόγων αυτής κατά της υπ' αριθ. 133/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, επισπεύδεται με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επέδωσαν προς τους αναιρεσίβλητους νομοτύπως και εμπροθέσμως επικυρωμένα αντίγραφα της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, όπως τούτο προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους αναιρεσίβλητους παραπάνω δικόγραφα και τις κάτω από αυτά σχετικές παραγγελίες των διορισθέντων, δυνάμει των υπ' αριθ. .../2017 και .../2018 ειδικών πληρεξουσίων του συμβολαιογράφου Βόλου, Ευάγγελου Φυτίλη, πληρεξουσίων δικηγόρων των αναιρεσειόντων, Φανής Ζάχου και Νικολάου Εμμανουηλίδη, καθώς και τις επισημειώσεις επ' αυτών των δικαστικών επιμελητών της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Βασιλείου Μακρυγιάννη και Κωνσταντίνου Παππά και της Περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας, Κοραλίας Μωραϊτου και Αντωνίου Κανταρτζή, περί επίδοσής τους αντιστοίχως σε καθένα από τους αναιρεσίβλητους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων της, κατά την παραπάνω δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκαν, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες.

Πρέπει, συνεπώς, κατ' εφαρμογή της άνω διάταξης του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να ερευνηθούν σαν να ήταν παρόντες και οι αναιρεσείοντες. Η υπό κρίση από 25-9-2017 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 133/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Με την απόφαση αυτή, αφού συνεκδικάσθηκαν η από 29-3-2013 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και η με ιδιαίτερο δικόγραφο ασκηθείσα από 4-8-2015 αντέφεση των εναγόντων- εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της υπ' αριθ. 308/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, απορρίφθηκε η έφεση και έγινε δεκτή η αντέφεση, εξαφανίσθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και έγινε εν μέρει δεκτή η από 29-4-2008 αγωγή των αναιρεσίβλητων κατά των αναιρεσειόντων από αδικοπραξία, επιδικάζοντας στους αναιρεσίβλητους μεγαλύτερα ποσά σε σχέση με τα επιδικασθέντα για την περιουσιακή ζημία με την πρωτόδικη απόφαση.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Παραδεκτοί, εξάλλου, είναι και οι από 3-10-2018 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στους αναιρεσίβλητους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Πρέπει, επομένως, η αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να εξεταστούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους ( άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται: α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δίκαιου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) επέλευση ζημίας άλλου προσώπου (παθόντος) και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υπόχρεου και της ζημίας του παθόντος.

Για την κατάφαση της "παρανομίας", δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και, εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς, απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 346/2017, ΑΠ 1029/2015).

Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, η ανθρώπινη συμπεριφορά ως αντικειμενικό βασικό στοιχείο θεμελίωσης αδικοπρακτικής ευθύνης, μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη. Η παράλειψη, όμως, για να οδηγήσει σε υποχρέωση αποζημίωσης, πρέπει να είναι παράνομη. Τούτο συμβαίνει, όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε ορισμένη θετική ενέργεια έναντι συγκεκριμένου προσώπου ή της ολότητας, στην οποία έχει υποχρέωση να προβεί από το νόμο, από δικαιοπραξία ή από τη συναλλακτική καλή πίστη, κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, καθώς και όταν, από προηγούμενη συμπεριφορά του ιδίου, αυτός δημιούργησε πραγματική κατάσταση επικίνδυνη για τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα τρίτων (ΑΠ 664/2017, ΑΠ 821/2014, ΑΠ 139/2014).

Περαιτέρω, αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή, δηλαδή, που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη, στον κύκλο της αρμοδιότητας του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις (ΑΠ 96/2018, ΑΠ 1653/2010, ΑΠ 1500/2002).

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ), ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε, δε, πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 895/2019, ΑΠ 810/2017).

Η περιουσιακή ζημία συνίσταται στη διαφορά που προκύπτει από τη σύγκριση της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε, αν το γεγονός αυτό δεν είχε λάβει χώρα ( ΑΠ 642/1982). Έτσι, εκείνος που υπαιτίως και παρανόμως καταστρέφει εντελώς ξένο πράγμα, υποχρεούται σε αποζημίωση του παθόντος, ο οποίος δικαιούται, πλην άλλων, να απαιτήσει την ανόρθωση της θετικής ζημίας του, αναγόμενης στην αντικειμενική αξία του πράγματος κατά το χρόνο της πρώτης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτησης της αγωγής (Ολ ΑΠ 38/1996), για το ορισμένο της οποίας αρκούν τα στοιχεία αυτά, εφόσον τα περιστατικά, που προσδιορίζουν την αξία του πράγματος μπορούν να προκύπτουν και από τις αποδείξεις.

Η αντικειμενική δε αξία του καταστραφέντος πράγματος και εντεύθεν η θετική ζημία του παθόντος υπολογίζονται με βάση την κατάσταση που βρισκόταν το πράγμα κατά το χρόνο της καταστροφής και όχι ανάλογα με την δαπάνη, η οποία απαιτείται για την απόκτηση ή κατασκευή άλλου ομοίου πράγματος καινούργιου. Τούτο δε διότι, στην τελευταία περίπτωση, ο ζημιωθείς θα αποκόμιζε και ωφέλεια, πράγμα που θα ήταν αντίθετο στην έννοια του διαφέροντος και τη διέπουσα αυτό γενική αρχή της αποκατάστασης του δανειστή στην προ του ζημιογόνου γεγονότος κατάσταση.

Κατά συνέπεια, επί καταστροφής πράγματος, που δεν είναι καινούργιο, εφόσον η αποζημίωση παρέχεται σε χρήμα, η ζημία και το εις αυτήν αντιστοιχούν διαφέρον πρέπει να υπολογίζεται με βάση την αξία του πράγματος σε τέτοια κατάσταση και όχι ανάλογα με την απαιτούμενη δαπάνη για την απόκτηση καινούργιου πράγματος (ΑΠ 839/2012, ΑΠ 68/2005).

Σε περίπτωση, αντίθετα, μερικής καταστροφής ή βλάβης πράγματος, όταν προκλήθηκαν φθορές που μπορούν να αποκατασταθούν και δεν αίρουν τελείως τη χρησιμότητα αυτού, η θετική ζημία συνίσταται στο ποσό των δαπανών που απαιτούνται για την αποκατάσταση των βλαβών και την επαναφορά του βλαβέντος πράγματος σε παρόμοια με την πριν από τη βλάβη κατάσταση κατά το χρόνο προσδιορισμού της αποζημίωσης (Ολ ΑΠ 705/1979).

Σε περίπτωση δε που η βλάβη υπήρξε μερική, αλλά σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορεί το πράγμα, παρά την επισκευή, να χρησιμοποιηθεί εξαιτίας της κατάστασης, στην οποία περιήλθε, τότε η χρηματική αυτή αποζημίωση μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να καθορισθεί με βάση την ολική αξία του πράγματος (ΑΠ 1744/2013, ΑΠ 1668/2012).

Όμως, για να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της, τα στοιχεία που συνιστούν την ολική καταστροφή αρκεί να προκύψουν από τις αποδείξεις. Συνακόλουθα τούτων, επί καταστροφής πράγματος, συνεπεία αδικοπραξίας, η αποζημίωση μπορεί να περιλαμβάνει τη διαφορά της εμπορικής αξίας του πράγματος μεταξύ των χρονικών σημείων πριν από την αδικοπραξία και μετά την αδικοπραξία, που τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την αδικοπραξία, αδιαφόρως αν η καταστροφή είναι ολική ή μερική.

Επομένως, η αγωγή, με την οποία ζητείται πλήρης η εμπορική αξία λόγω ολικής καταστροφής, περιλαμβάνει και την ελάσσονα αυτής μερική καταστροφή, το δε δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει μερικώς την απαίτηση, χωρίς από αυτό να μεταβάλλεται η βάση της αγωγής (ΑΠ 1273/2017). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε ( ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 2053/2014). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 319/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία τα ακόλουθα: " Η πρώτη ενάγουσα Ε. χα Α. Α. είναι κυρία ενός ακινήτου (οικοπέδου), εκτάσεως κατά τον τίτλο κτήσεως 900 τετρ.

μέτρων και κατά την πρόσφατη εμβαδομέτρηση 926,21 τετρ. μέτρων, που βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού ... στη θέση "..." και συνορεύει γύρωθεν, δυτικά με ιδιοκτησία Π., βόρεια με κοινοτικό δρόμο, νότια με ιδιοκτησία πρώτης εναγομένης και ανατολικά με ιδιοκτησία δεύτερης ενάγουσας, περιήλθε δε σε αυτήν δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1964 πωλητηρίου συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Βόλου Αντωνίου Δημητριάδη, που μεταγράφηκε νόμιμα, στα οικεία βιβλία μεταγραφών, στον τόμο … και αριθμό 6.

Στον ίδιο οικισμό και στην ίδια ακριβώς θέση και η δεύτερη ενάγουσα, Ε. χα Α. Ν., μετά το θάνατο της οποίας, στη δικονομική της θέση, υπεισήλθαν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, τα τέκνα της, Ι. συζ. Ν. Λ., το γένος Α. Ν. και Κ. Ν., οι οποίοι συνεχίζουν την ανοιγείσα από αυτήν δίκη, είναι κυρία ενός ακινήτου (οικοπέδου) εκτάσεως κατά τον τίτλο κτήσεως 900 τετρ.

μέτρων και κατά την πρόσφατη εμβαδομέτρηση 906,84 τετρ. μέτρων, που συνορεύει γύρωθεν, δυτικά με ιδιοκτησία πρώτης ενάγουσας, βόρεια με κοινοτικό δρόμο, νότια με ιδιοκτησία πρώτης εναγομένης και ανατολικά με ιδιοκτησία Β. Δ., επί του οικοπέδου δε αυτού υφίσταται διώροφη κατοικία, αποτελούμενη από ημιτελές ισόγειο και πρώτο όροφο, συνολικού εμβαδού 200 τετρ.

μέτρων περίπου. Το ως άνω ακίνητο περιήλθε στη δεύτερη ενάγουσα δυνάμει του υπ' αριθμ. …/1964 πωλητηρίου συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Βόλου Αντωνίου Δημητριάδη, που μεταγράφηκε νόμιμα, στα οικεία βιβλία μεταγραφών, στον τόμο … και αριθμό 98. Τα ακίνητα αυτά είναι άρτια και οικοδομήσιμα. Εξάλλου, με το υπ' αριθμ. .../2002 συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου Βόλου Νικόλαου Κλαψόπουλου, συστήθηκε η μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Α.

Ζ. Μονοπρόσωπη Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης" και το διακριτικό τίτλο "Χ. Μονοπρόσωπη ΕΠΕ", που εδρεύει στον οικισμό …, του Δημοτικού Διαμερίσματος ..., του Δήμου ... και αντικείμενο έχει την εκμετάλλευση ξενοδοχειακών και τουριστικών επιχειρήσεων και των τμημάτων τους. Ο δεύτερος εναγόμενος Α. Ζ. του Φ.

είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της πρώτης εναγομένης μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης. Η ως άνω εταιρία, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../19-7-2002 αγοραπωλητηρίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Νηλείας, στον τόμο … και αριθμό 11, κατέστη κυρία ενός ακινήτου- γηπέδου συνολικής εκτάσεως 9.459,62 τετρ.

μέτρων, στην ίδια ως άνω προαναφερόμενη περιοχή, το οποίο αναπτύσσεται κατά μήκος της εθνικής οδού Βόλου-Χανίων, σε ορθογώνιο περίπου σχήμα, είναι επικλινές και έχει πρόσωπο 161,50 μέτρων επί της εθνικής οδού. Τούτο στη βόρεια πλευρά του είναι όμορο με τις ιδιοκτησίες των εναγουσών και συγκεκριμένα επί τεθλασμένης γραμμής με στοιχεία Ε1,Ζ1, Θ1, I1, Β2, συνολικού μήκους 32,09 μέτρων με την ιδιοκτησία της δεύτερης ενάγουσας Ε.

χας Α. Ν. και επί τεθλασμένης γραμμής με στοιχεία Κ1, Α2, Β2 συνολικού μήκους 25,08 μέτρων, με την ιδιοκτησία της πρώτης ενάγουσας Ε. χας Α. Α., όπως τα ανωτέρω στοιχεία αποτυπώνονται στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει τη συνταχθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης του προαναφερθέντος πολιτικού μηχανικού Δ.

Γ.. Επίσης, το ως άνω ακίνητο συνορεύει βόρεια σε ευθεία γραμμή με στοιχεία 29,30, συνολικού μήκους 34,59 μέτρων, με την ιδιοκτησία Π., δυτικά σε ευθεία γραμμή με στοιχεία A3, Β3, Γ3 με κοινοτική έκταση, νότια σε τεθλασμένη γραμμή με στοιχεία Γ3....Φ3 με τριτεύον εθνικό δίκτυο, ανατολικά σε τεθλασμένη γραμμή με στοιχεία Φ3, Χ3, Ψ3, Ω3 με κοινοτική έκταση και βορειοανατολικά σε τεθλασμένη γραμμή με στοιχεία Α4, Γ4, Ε1 με ιδιοκτησία Δ..

Αξίζει να σημειωθεί ότι το προαναφερόμενο ακίνητο βρίσκεται στο κατώτερο μέρος της πλαγιάς, η οποία έχει έντονη κλίση, ενώ τα ακίνητα των εναγουσών κείνται στο ανώτερο μέρος αυτής, και από το νότιο όριο των ιδιοκτησιών των εναγουσών έως το δημόσιο δρόμο υφίσταται σημαντική υψομετρική διαφορά. Η εναγομένη εταιρία, στο κατώτερο επίπεδο του οικοπέδου της, στο υψόμετρο της οδού Πορταριάς-Χανίων, απεφάσισε να ανεγείρει συγκρότημα κτιρίων (δύο συνεχόμενα διώροφα κτίρια με στοιχεία Α και Β) με υπόγειους αποθηκευτικούς χώρους, εσωτερική πισίνα, γκαράζ και φέροντα οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα, για τη στέγαση και λειτουργία ξενοδοχειακής μονάδας Α' τάξης, συνολικού εμβαδού 2.670,14 τετρ.

μέτρων και όγκου 12.057,73 κυβ. μέτρων. Προς τούτο, μετά από αίτησή της, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. .../2001 οικοδομική άδεια, της Πολεοδομίας Νομαρχίας Μαγνησίας. Στη συνέχεια δε, η πρώτη εναγομένη, ενεργώντας δια του δευτέρου εναγομένου, κατά το χρονικό διάστημα από το θέρος του έτους 2002 μέχρι το τέλος του έτους 2003, ανήγειρε επί του οικοπέδου διώροφη οικοδομή και συγκεκριμένα κατασκεύασε, τη μία εκ των δύο οικοδομών (κτίριο Α), δυναμικότητας είκοσι ενός (21) δωματίων, όπως αυτή περιγράφεται στα εγκεκριμένα σχέδια της παραπάνω οικοδομικής άδειας, συνολικού εμβαδού 874,29 τετρ.

μέτρων. Η οικοδομή αυτή κατασκευάσθηκε στο νοτιοανατολικό τμήμα του οικοπέδου, στο κάτω μέρος αυτού, στο υψόμετρο της οδού Πορταριάς-Χανίων. Όμως, κατά την ανέγερση της οικοδομής, οι εναγόμενοι δεν τήρησαν, όπως όφειλαν, τους όρους επιμέλειας, που προβλέπονταν από τον γενικό πολεοδομικό κανονισμό και τους εν γένει κανόνες επιμέλειας της οικείας δραστηριότητας, με συνέπεια οι όμορες ιδιοκτησίες των εναγουσών να υποστούν σοβαρές βλάβες, όπως πιο κάτω εκτίθεται.

Ειδικότερα, οι εναγόμενοι, προκειμένου να ανεγείρουν την ανωτέρω οικοδομή, λόγω της υφιστάμενης κατωφέρειας και του επικλινούς του εδάφους, προέβησαν σε διενέργεια εκτεταμένης τομής μεγάλων διαστάσεων, μήκους περίπου 65 μέτρων και ύψους 12 μέτρων επί του υφισταμένου πρανούς της πλαγιάς και σε εκσκαφή και αποκομιδή μεγάλου όγκου χωμάτων (εκ του πρανούς), ώστε να διανοίξουν και να διαμορφώσουν το έδαφος σε χώρο επίπεδο, κατάλληλο για την ανέγερση ενός τέτοιου οικοδομήματος.

Καθ' όλο το μήκος της ανωτέρω εκσκαφής, οι εναγόμενοι κατασκεύασαν παράλληλα με το ανεγειρόμενο κτίριο με στοιχείο Α του ξενοδοχείου και σε μέση απόσταση δύο (2) μέτρων, ένα τοιχίο, συνεχούς μήκους άνω των 50 μέτρων, από οπλισμένο σκυρόδεμα, το οποίο συνέδεσαν με τον όπισθεν ευρισκόμενο τοίχο του ως άνω κτιρίου, δημιουργώντας έτσι έναν ανοικτό διάδρομο πίσω από το κτίριο με στοιχείο Α.

Με τον τρόπο, όμως, αυτό και χωρίς οι εναγόμενοι, ως όφειλαν, να λάβουν όλα τα κατάλληλα και αναγκαία τεχνικά μέτρα στηρίξεως και σταθεροποιήσεως της πλαγιάς και των ανάντι της τομής εδαφών, λόγω της κατωφέρειας του εδάφους, των δυσμενών καιρικών συνθηκών που επικρατούν στην περιοχή με έντονες και συχνές βροχοπτώσεις και χιονοπτώσεις, του ανάγλυφου της περιοχής και του όγκου του κατασκευαζόμενου έργου, διατάραξαν σε μέγιστο βαθμό τη φυσική απορροή του υψηλού φορτίου των επιφανειακών και των υπόγειων υδάτων.

Όπως ευστόχως αναφέρεται στη συνταχθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης, οι εναγόμενοι παρέλειψαν να προβούν σε τεχνικές επεμβάσεις περιμετρικά του κτιρίου του ξενοδοχείου, έτσι ώστε να εξασφαλίσουν τη στοχευμένη παροχέτευση του επιφανειακού και του υπόγειου ύδατος, με αποτέλεσμα, το υψηλό φορτίο του υπόγειου και επιφανειακού ύδατος, λόγω των βροχοπτώσεων και των χιονοπτώσεων να παροχετεύεται στην αδόμητη επιφάνεια του γηπέδου-οικοπέδου, ιδιοκτησίας τους, δυτικά του ξενοδοχείου.

Στο σημείο αυτό (αδόμητο δυτικό μέρος), οδηγούν και οι φυσικές κλίσεις του εδάφους, βρίσκεται δε τούτο κάτω από τις ιδιοκτησίες των εναγουσών, με συνέπεια τη διάβρωση των πρανών-βάσεων αυτών (ιδιοκτησιών) και την ανατροπή της γεωλογικής και στατικής ισορροπίας των εδαφών τους. Μάλιστα, ο ορισθείς πραγματογνώμονας στη συνταχθείσα από αυτόν πραγματογνωμοσύνη αναφέρει ότι διαπίστωσε σημάδια έντονης υγρασίας στο τοιχίο αντιστήριξης και στον πίσω τοίχο του κτιρίου Α, τα οποία επιβεβαιώνουν την ύπαρξη υπόγειου ύδατος και υπόγειας απορροής σε όλη την έκταση του κτιρίου με στοιχείο A και στην αδόμητη επιφάνεια της ιδιοκτησίας των εναγομένων.

Μπορούσαν λοιπόν και έπρεπε οι εναγόμενοι να διαπιστώσουν ότι η υψηλή διαπερατότητα των επιφανειακών εδαφικών σχηματισμών σε συνδυασμό με τις μικρές μηχανικές αντοχές και το βραχώδες υπόβαθρο θα καθιστούσαν την ευστάθεια του εδάφους οριακή και άμεσα εξαρτώμενη από την παρουσία του υπόγειου και επιφανειακού ύδατος.

Με την κατασκευή, λοιπόν, της ξενοδοχειακής τους μονάδας και του τοιχίου αντιστήριξης, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, τα επιφανειακά ύδατα του πρανούς ανάντι αυτού, οδηγούνται με ελεύθερη ροή ακολουθώντας τη φυσική κλίση του εδάφους, ενώ τα υπόγεια ύδατα εκτονώνονται κατά ένα μικρό ποσοστό στο τοιχίο αντιστήριξης και ακολουθούν τις διαδρομές του υπόγειου δικτύου.

Έτσι στο τμήμα του ακινήτου των εναγομένων, που βρίσκεται δυτικά του ξενοδοχείου, τα επιφανειακά ύδατα παροχετεύονται από την οπίσθια πλευρά του ξενοδοχείου, συντελώντας κατ' αυτόν τον τρόπο στην αύξηση της υπόγειας και της επιφανειακής απορροής των υδάτων. Επίσης, όπως αποδείχθηκε, οι εναγόμενοι, κατά τη σύνταξη του φακέλου προς απόκτηση της οικοδομικής άδειας για την ανέγερση στην ιδιοκτησία τους ενός τόσο μεγάλου έργου (ξενοδοχειακή μονάδα) και μάλιστα σε περιοχή με μεγάλη κλίση του εδάφους και την ανάντι του δικού τους χώρου, άλλων ιδιοκτησιών, δεν προσκόμισαν γεωλογική μελέτη, ούτε προκύπτει ότι συντάχθηκε τέτοια, ή αναλύσεις από δείγματα γαιών, οι οποίες θα εξασφάλιζαν στους μελετητές μια ολοκληρωμένη εικόνα για τη στρωματογραφία του υπεδάφους, την επικινδυνότητα αυτού και την ύπαρξη υπόγειου ύδατος.

Η κατασκευή βέβαια του συγκεκριμένου ξενοδοχείου δεν είναι η γενεσιουργός αιτία του φαινομένου, αλλά με την κατασκευή του και με τη μη λήψη εκ μέρους των εναγομένων των κατάλληλων μέτρων, διαταράχθηκε η φυσική απορροή του υπόγειου και επιφανειακού ύδατος. Το γεγονός ότι δεν έχουν εμφανιστεί κατολισθητικά φαινόμενα στο χώρο κοντά στο ξενοδοχείο οφείλεται στο ότι το τοιχίο που, όπως προαναφέρθηκε, κατασκευάσθηκε όπισθεν του ξενοδοχείου λειτουργεί σαν υδατοφράκτης για το ξενοδοχείο, ενώ η παροχέτευση των υδάτων γίνεται κατάντι των ιδιοκτησιών των εναγουσών, στο δυτικό μέρος του ξενοδοχείου.

Οι εναγόμενοι, για την κατασκευή ενός τέτοιου μεγάλου διαστάσεων έργου, έπρεπε να κατασκευάσουν τοιχία αντιστήριξης, ικανού όγκου και διαστάσεων, ώστε να στηρίξουν επαρκώς και να σταθεροποιήσουν στο μέγιστο βαθμό τα εδάφη και την επιφάνεια της πλαγιάς. Εξαιτίας των ανωτέρω παραλείψεων των εναγομένων, την Άνοιξη του 2004, εμφανίστηκαν μεγάλης εκτάσεως φαινόμενα κατολισθήσεως και αποσαθρώσεως των εδαφών της πλαγιάς και των εδαφών των ακινήτων των εναγουσών.

Ειδικότερα, στα οικόπεδα των εναγουσών, διαπιστώθηκαν δύο μέτωπα μετακινήσεων εδαφών (κοιτώντας προς το δρόμο) με τοξοειδείς διαρρήξεις (καθιζήσεις), οι οποίες ξεκινάνε από τα όρια της ιδιοκτησίας Δ. και καταλήγουν στην ιδιοκτησία Π., σε βάθος από 0,50 μέτρα έως 1,20 μέτρα. Οι διαρρήξεις μάλιστα των εδαφών, οι οποίες εμφανίζονται σε ολόκληρη την επιφάνεια των ιδιοκτησιών των εναγουσών, συνεχίζονται και εντός του οικοπέδου ιδιοκτησίας της εναγομένης εταιρίας, στη δυτική, αδόμητη, πλευρά του οικοπέδου.

Οι διαρρήξεις αυτές των εδαφών με τη μορφή αναβαθμών συμπλέκονται, διακρίνονται δε σε δύο μέτωπα, το ένα με κατεύθυνση προς τη δεξιά γωνία του ξενοδοχείου (κοιτώντας προς την Ε.Ο. Βόλου-Χανίων) και το δεύτερο δεξιότερα του πρώτου προς το σημείο που δεν υπάρχει λιθόκτιστο τοιχίο αντιστήριξης (τμήμα Ε3, 73 μήκους 15,60 μέτρων) επί της Ε.Ο.

Βόλου-.... Περαιτέρω, οι κατολισθήσεις και οι καθιζήσεις του εδάφους που εμφανίστηκαν σε όλη την επιφάνεια των ακινήτων, ιδιοκτησίας των εναγουσών, προκάλεσαν ανεπανόρθωτη ζημία σε αυτά κυρίως λόγω της έντονης αστάθειας του εδάφους από την ολίσθηση των εδαφικών μαζών. Συγκεκριμένα, δεν είναι δυνατή η αξιοποίηση και η οικοδόμηση των ακινήτων των εναγουσών λόγω των προαναφερόμενων κατολισθήσεων και καθιζήσεων, καθόσον η μετακίνηση των εδαφών είναι διαρκής και συνεχιζόμενη, έχει δηλαδή επέλθει χαλάρωση της συνεκτικότητας του εδάφους, χωρίς μέχρι και σήμερα να έχει επιτευχθεί η σταθεροποίηση των πρανών.

Άλλωστε για τη σταθεροποίησή τους απαιτείται η εκπόνηση ειδικής γεωλογικής μελέτης για την εξειδίκευση των μέτρων αντιστήριξης των πρανών και η διενέργεια εργαστηριακών και γεωτεχνικών ερευνών για τον καθορισμό των εδαφολογικών χαρακτηριστικών και της υδατοπερατότητας, πλην όμως το μεγάλο κόστος των προαναφερόμενων εργασιών υπερβαίνει κατά πολύ την αξία των οικοπέδων και καθιστά την επένδυση οικονομικά ασύμφορη.

Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ζημίες στα ακίνητα των εναγουσών δεν προκλήθηκαν από την ανέγερση της ξενοδοχειακής τους μονάδας, γιατί όμορα ακίνητα από αυτά των εναγουσών ήτοι του Δ. και του Π. δεν υπέστησαν καμία ζημιά. Πράγματι τα ακίνητα αυτά είναι γειτονικά των ακίνητων των εναγουσών και συγκεκριμένα βόρεια του ξενοδοχείου είναι η ιδιοκτησία Δ., η οποία διαθέτει και διώροφη κατοικήσιμη οικία 99 τετρ.

μέτρων, δίπλα σ' αυτήν βόρεια και δυτικά του ξενοδοχείου είναι η ιδιοκτησία Ν. η οποία διαθέτει την προαναφερόμενη οικία, δίπλα σε αυτήν επίσης βόρεια και δυτικά είναι η ιδιοκτησία Α. και τέλος επίσης βόρεια και δυτικά είναι η ιδιοκτησία Π. η οποία διαθέτει ομοίως κατοικήσιμη οικία. Οι ιδιοκτησίες δηλαδή των εφεσιβλήτων βρίσκονται ανάμεσα στις ιδιοκτησίες Δ.

και Π.. Όμως και η ιδιοκτησία Δ., παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους εναγομένους, υπέστη ζημίες, παρόμοιες με αυτές της οικίας Ν. και συγκεκριμένα ρωγμή στο εφελκυόμενο πέλμα δοκού και κατά μήκος αυτής, η οποία βρίσκεται στη νότια πλευρά του κτιρίου, ρηγματώσεις, αποφλοίωση της επικάλυψης του οπλισμού του σκυροδέματος στο εφελκυόμενο πέλμα δοκού, αστοχία στον τοίχο αντιστήριξης κ.λ.π...Μάλιστα, ο Β.

Δ. με την υπ' αριθμ. πρωτ. .../9-6-2004 αίτησή του απευθυνόμενη προς το ΤΕΕ Μαγνησίας ζήτησε την καταγραφή των ζημιών στην οικία του μετά την ανέγερση του ξενοδοχείου. Από κανένα δε έγγραφο δεν προκύπτει ότι οι ζημίες που αφορούν την οικία του και αναφέρονται λεπτομερώς στην παραπάνω τεχνική έκθεση δεν συνδέονται αιτιωδώς με την ανέγερση του ξενοδοχείου.

Ακόμη οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τα ακίνητα των εναγουσών ουδέποτε ήταν αξιοποιήσιμα και δεν είχαν οικονομική αξία, γιατί πάντοτε επ' αυτών συνέβαιναν κατολισθητικά φαινόμενα. Όμως τούτο είναι αβάσιμο, καθόσον πριν τη διενέργεια των οικοδομικών εργασιών από την εναγομένη εταιρία, οι επιφάνειες των ακινήτων των εναγουσών δεν εμφάνιζαν φαινόμενα ολίσθησης, κατολίσθησης ή αποσάρθρωσης...Εξάλλου, και στην προσκομιζόμενη από 10-8-2001 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε κατ' εντολή και με δαπάνες της εναγομένης εταιρίας ο πολιτικός μηχανικός Σ.

Μ., ουδεμία αναφορά γίνεται σε φαινόμενα κατολίσθησης στις ιδιοκτησίες των εναγουσών, γεγονός που θα είχε επισημανθεί αν τούτο πράγματι συνέβαινε. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εξοχική κατοικία που βρίσκεται εντός της ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας Ε. Ν., η οποία ιδιοκτησία, σημειωτέον βρίσκεται πλησιέστερα προς το κτίριο των εναγομένων, έχει συνολική κάλυψη 200,24 τετρ.

μέτρα και αποτελείται από ημιτελές ισόγειο και όροφο εμβαδού 123 τετρ. μέτρων. Κατασκευάστηκε στις αρχές του έτους 1960, χωρίς να έχει εκδοθεί γι' αυτήν η σχετική οικοδομική άδεια, από κανένα δε στοιχείο δεν προκύπτει ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ανοικοδομείτο υπό την επίβλεψη πολιτικού μηχανικού. Η κατασκευή της είναι σύμμεικτη με θεμέλια από οπλισμένο σκυρόδεμα και όροφο από φέρουσα τοιχοποιία, ενώ η επιστέγαση αυτού είναι με ξύλινη στέγη και επικάλυψη κυματοειδούς λαμαρίνας.

Πλην, όμως, όπως αποδείχθηκε, ήδη από το έτος 2001 δηλαδή πριν την έναρξη οποιοσδήποτε οικοδομικής δραστηριότητας από την πρώτη των εναγομένων, η ως άνω κατοικία, είχε παρουσιάσει σημαντικές ρωγμές σε στοιχεία του φέροντας οργανισμού της (κολώνες, τοιχία, δοκοί), οφειλόμενες κυρίως στην πλημμελή θεμελίωσή της και στη φύση του υπεδάφους, η δε αρχική ενάγουσα Ε.

Ν. στο χώρο του ισογείου είχε προβεί στην κατασκευή επιπρόσθετων στοιχείων αντιστήριξης υπό τη μορφή τοιχίων εγκάρσιων (κάθετα στην κλίση του εδάφους) από οπλισμένο σκυρόδεμα. Μετά την κατασκευή της ξενοδοχειακής μονάδας έχει υποστεί έντονες βλάβες, που δεν επιδέχονται επισκευής και ως εκ τούτου το κτίσμα είναι στατικά ανεπαρκές και κατεδαφιστέο.

Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ανωτέρω ζημίες της κατοικίας οφείλονται στις συνεχείς κατολισθήσεις στην περιοχή. Όμως, αν πράγματι η περιοχή εμφάνιζε συνεχώς κατολισθητικά φαινόμενα, τότε από το έτος 1968 που κατασκευάσθηκε η οικία έως και το έτος 2001 που συντάχθηκε η προαναφερθείσα πραγματογνωμοσύνη του πολιτικού μηχανικού Σ.

Μ., η έκταση των ζημιών και των φθορών που θα εμφάνιζε η οικοδομή θα ήταν τόσο μεγάλη ώστε θα έφθανε μέχρι την ολοκληρωτική καταστροφή. Ο ανωτέρω πραγματογνώμονας διενήργησε αυτοψία στην παραπάνω οικοδομή τόσο κατά το έτος 2005 όσο και κατά τον Ιούνιο του έτους 2011 και τότε διαπίστωσε επιδείνωση και περαιτέρω εξέλιξη των υφιστάμενων βλαβών μεταξύ των δύο αυτοψιών.

Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται στο δικαστήριο ότι η γενεσιουργός αιτία των εκτεταμένων ζημιών των ακινήτων των εναγουσών υπήρξε η παράλειψη εκ μέρους των εναγομένων κατά την ανέγερση του ξενοδοχείου να κατασκευάσουν τα επιβαλλόμενα τεχνικά έργα, ώστε να προστατεύσουν από διαβρώσεις και κατολισθήσεις τα εδάφη των γειτονικών ιδιοκτησιών.

Συνεπεία των ανωτέρω βλαβών, που υπέστησαν τα προαναφερόμενα ακίνητα των εναγουσών, από τις υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις των εναγόμενων και συγκεκριμένα από την κατασκευή του τοιχίου αντιστήριξης όπισθεν του ξενοδοχείου και της αδυναμίας να αξιοποιηθούν μειώθηκε η προ των τοιούτων βλαβών αντικειμενική αγοραία αξία αυτών, λόγω της ακαταλληλότητάς τους πλέον προς αξιοποίηση και οικοδόμηση.

Η μείωση της αξίας κατά τον κρίσιμο χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής (12-1-2010) ανέρχεται για μεν το ακίνητο της πρώτης ενάγουσας Ε. χας Α. Α. στο ποσόν των 50.000 ευρώ, για δε το ακίνητο της δεύτερης ενάγουσας Ε. χας Α. Ν., στο ποσό των 74.000 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνεται και η μείωση της αξίας των κτισμάτων (49.000 κτίσμα το οικόπεδο + 25.000 ευρώ το κτίσμα) ενόψει του γεγονότος ότι, όπως προαναφέρθηκε, η οικοδομή είχε υποστεί φθορές και ζημίες και προ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων.

Οι προκληθείσες λοιπόν ζημίες και η εξαιτίας αυτών βλάβη των ακινήτων των εναγουσών οφειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγομένων, όπως προαναφέρθηκε, κυρίως διότι ο δεύτερος εναγόμενος, νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της πρώτης εναγομένης κατασκευάστριας εταιρίας δεν επέδειξε τη συμπεριφορά την οποία θα επεδείκνυε ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, αν βρισκόταν υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες βρέθηκε αυτός κατά τον παραπάνω χρόνο, αλλά, ενεργώντας αντιθέτως προς τους κοινώς παραδεδεγμένους κανόνες, δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα προστασίας των γειτονικών ακινήτων, η δε συμπεριφορά του αυτή βρίσκεται σε άμεση και αιτιώδη συνάφεια με τα επελθόντα ζημιογόνα αποτελέσματα.

Ενόψει των ανωτέρω και ειδικότερα του είδους, της φύσεως και της εκτάσεως των ζημιών των εναγουσών από την παραπάνω αιτία, της ελλείψεως υπαιτιότητας αυτών στην πρόκληση των εν λόγω ζημιών τους, των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η επίδικη αδικοπραξία, του βαθμού του πταίσματος του δεύτερου εναγομένου κατά την τέλεση της αδικοπραξίας και της στεναχώριας την οποία δοκίμασαν από την παραπάνω αιτία οι ενάγουσες, αυτές υπέστησαν ηθική βλάβη από την επίδικη αδικοπραξία και της συνέπειες της, για την ικανοποίηση της οποίας, ενόψει των στοιχείων τα οποία προαναφέρθηκαν, όπως και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων απαιτείται, ως εύλογο, το ποσό των 3.000 ευρώ σε καθεμία ενάγουσα.

Κατόπιν των ανωτέρω η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι έχουν υποχρέωση, εις ολόκληρον ο καθένας να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 53.000 ευρώ (50.000 ευρώ +3.000 ευρώ) και στους νομίμους κληρονόμους της δεύτερης ενάγουσας, οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη το ποσό των 77.000 ευρώ (74.000 ευρώ +3.000 ευρώ) κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα τους, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε, ότι υπαίτιοι της άδικης πράξης και της εξ αυτής προκληθείσας ζημίας των εναγουσών είναι οι εναγόμενοι, όπως είχε κρίνει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για την αποκατάσταση όμως της περιουσιακής ζημίας, που υπέστησαν οι ενάγουσες έκρινε, ότι έπρεπε να τους επιδικαστούν μεγαλύτερα ποσά, από εκείνα που είχε επιδικάσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ακολούθως απέρριψε την έφεση των εναγομένων και δέχτηκε την αντέφεση των εναγουσών.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή τους και εσφαλμένα υπήγαγε αυτά στις άνω διατάξεις, επιπλέον δε διέλαβε στην ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού αιτιολογίες ανεπαρκείς και αντιφατικές, σε σχέση με ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όσον αφορά την παράνομη συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, κατά τη διενέργεια των οικοδομικών εργασιών στο οικόπεδό τους, ώστε να προστατεύσουν από διαβρώσεις και κατολισθήσεις τα εδάφη των ομόρων ιδιοκτησιών των αναιρεσίβλητων, καθώς και τον προσδιορισμό της ζημίας, που οι τελευταίοι υπέστησαν.

Ειδικότερα, το Εφετείο θεμελιώνει το στοιχείο του παράνομου της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δεύτερου αναιρεσίβλητου, που ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης αναιρεσίβλητης, στην παράλειψη της οφειλόμενης από αυτόν θετικής ενέργειας για τήρηση των προβλεπομένων όρων επιμέλειας, με βάση το γενικό πολεοδομικό κανονισμό και τους εν γένει κανόνες της οικείας δραστηριότητας, κατά την ανέγερση του ξενοδοχειακού συγκροτήματος επί επικλινούς εδάφους.

Με δεδομένο όμως, ότι ως παράνομη συμπεριφορά που τελείται με παράλειψη νοείται η παράλειψη ενέργειας που επιβάλλεται διαζευκτικά από το νόμο, από τη δικαιοπραξία, από τη συναλλακτική καλή πίστη και τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις ή ακόμη και από προηγούμενη επικίνδυνη συμπεριφορά του δράστη, δεν αναφέρει οι κανόνες αυτοί ποιά συγκεκριμένα μέτρα προβλέπουν, ότι έπρεπε να ληφθούν στην προκείμενη περίπτωση, τα οποία παρέλειψε να λάβει ο δεύτερος αναιρεσείων, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του, ώστε να αποφευχθεί η διάβρωση και κατολίσθηση των εδαφών των ομόρων ιδιοκτησιών, ούτε σε κάθε περίπτωση αναφέρει, ότι τα μέτρα αυτά επιβάλλονταν από τη συναλλακτική καλή πίστη ή από προηγούμενη επικίνδυνη συμπεριφορά του δράστη.

Οι αόριστες αναφορές και μόνον, ότι παρέλειψε α) να λάβει όλα τα κατάλληλα και αναγκαία τεχνικά μέτρα στήριξης και σταθεροποίησης της πλαγιάς και των ανάντι της τομής των εδαφών, β) να προβεί σε τεχνικές επεμβάσεις περιμετρικά του κτιρίου του ξενοδοχείου, έτσι ώστε να εξασφαλίσουν τη στοχευμένη παροχέτευση του επιφανειακού και του υπόγειου ύδατος και γ) να κατασκευάσει τοιχία αντιστήριξης ικανού όγκου και διαστάσεων, δεν αρκούν, αλλ' ούτε αιτιολογούν το αποδεικτικό πόρισμά του.

Επιπλέον η παραδοχή της προσβαλλόμενης, "ότι η γενεσιουργός αιτία των εκτεταμένων ζημιών των ακινήτων των εναγουσών υπήρξε η παράλειψη εκ μέρους των εναγομένων κατά την ανέγερση του ξενοδοχείου να κατασκευάσουν τα επιβαλλόμενα τεχνικά έργα, ώστε να προστατεύσουν από διαβρώσεις και κατολισθήσεις τα εδάφη των γειτονικών ιδιοκτησιών" αντιφάσκει προς εκείνη "συνεπεία των ανωτέρω βλαβών, που υπέστησαν τα προαναφερόμενα ακίνητα των αναιρεσίβλητων από τις υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις των αναιρεσειόντων και συγκεκριμένα από την κατασκευή του τοιχίου αντιστήριξης όπισθεν του ξενοδοχείου ...", καθόσον συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης σχετικά με τη γενεσιουργό αιτία των βλαβών των ακινήτων των εναγουσών και την υπαγωγή τους ή μη στο πραγματικό των άνω κανόνων δικαίου.

Περαιτέρω, ανεπαρκείς αιτιολογίες παρουσιάζει η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το ουσιώδες στοιχείο για την έκβαση της δίκης του προσδιορισμού της ζημίας των αναιρεσίβλητων. Ειδικότερα, το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραδοχές του, κατέληξε, ότι από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, συνεπεία των βλαβών που υπέστησαν τα οικόπεδα των αναιρεσίβλητων, μειώθηκε η προ των βλαβών αυτών αντικειμενική αγοραία αξία τους, λόγω της ακαταλληλότητάς τους πλέον προς αξιοποίηση και οικοδόμηση και προσδιόρισε τη μείωση της αξίας αυτών κατά τον κρίσιμο χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής στο ποσό των 50.000 ευρώ για το ακίνητο, ιδιοκτησίας της πρώτης αναιρεσίβλητης και στο ποσό των 49.000 ευρώ για το ακίνητο, ιδιοκτησίας της αρχικώς δεύτερης ενάγουσας, στη θέση της οποίας υπεισήλθαν η δεύτερη και ο τρίτος αναιρεσίβλητοι, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής και τη μείωση της αξίας του κτίσματος επί του τελευταίου οικοπέδου στο ποσό των 25.000 ευρώ.

Με δεδομένο δε, ότι επί καταστροφής πράγματος, συνεπεία αδικοπραξίας, η αποζημίωση μπορεί να περιλαμβάνει τη διαφορά της εμπορικής αξίας του πράγματος, μεταξύ των χρονικών σημείων πριν από την αδικοπραξία και μετά την αδικοπραξία, δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα προσδιοριστικά στοιχεία αυτής και συγκεκριμένα δεν αναφέρονται α) σε σχέση με τα οικόπεδα, πέραν της αδυναμίας ανοικοδόμησής τους, γιατί ήταν ακατάλληλα προς αξιοποίηση, μετά το ζημιογόνο γεγονός, για άλλη χρήση, καθώς και ποιά ήταν η αξία τους πριν από το ζημιογόνο γεγονός και ποιά μετά από αυτό και β) σε σχέση με το κτίσμα επί του τελευταίου οικοπέδου, ενώ αναφέρει, ότι αυτό, πριν την έναρξη της οικοδομικής δραστηριότητας επί του οικοπέδου των αναιρεσειόντων, είχε παρουσιάσει σημαντικές ρωγμές σε στοιχεία του φέροντος οργανισμού (κολώνες, τοιχία, δοκοί), οφειλόμενες κυρίως στην πλημμελή θεμελίωσή του και στη φύση του υπεδάφους και ότι η αρχική ενάγουσα είχε προβεί στην κατασκευή επιπρόσθετων στοιχείων αντιστήριξης υπό τη μορφή τοιχίων εγκάρσιων (κάθετα στην κλίση του εδάφους) από οπλισμένο σκυρόδεμα και ότι αυτό, μετά την κατασκευή της ξενοδοχειακής μονάδας υπέστη έντονες βλάβες, που δεν επιδέχονται επισκευής και ως εκ τούτου αυτό είναι στατικά ανεπαρκές και κατεδαφιστέο, δεν αναφέρει ποιές συγκεκριμένες έντονες βλάβες υπέστη, που το κατέστησαν ανεπίδεκτο επισκευής, στατικά ανεπαρκές και κατεδαφιστέο και προσδιόρισε τη μείωση της αξίας του στο ποσό των 25.000 ευρώ, χωρίς όμως να αναφέρει ποια ήταν η αξία του πριν από το ζημιογόνο γεγονός, ενόψει ότι , κατά τις παραδοχές του, είχε υποστεί και πριν από αυτό σημαντικές ρωγμές.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, καθώς και οι πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι αυτής, από τους αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ψέγουν την προσβαλλόμενη απόφαση για τις παραπάνω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι. Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια των άνω λόγων στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών αιτιάσεων των παραπάνω λόγων από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.

Δικαστικά έξοδα υπέρ των αναιρεσειόντων, που νίκησαν, δεν επιδικάζονται, διότι αυτοί δεν παρέστησαν στη συζήτηση και δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 133/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς, που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Υπογράφει η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ως Προϊσταμένη του καθόσον ο διευθύνων τη συζήτηση και όλα τα μέλη του Δικαστηρίου που αναφέρονται στην αρχή της παρούσης έπαψαν να είναι τοποθετημένα στο Δικαστήριο τούτο λόγω συνταξιοδότησης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ