Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting arguments regarding organizational restructuring and staffing changes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court of Athens. The appellant argued that the lower court erred in fact-finding regarding the lack of a new organizational chart and the continued single-staff operation of a specific department. The court rejected these claims as unfounded because the lower court's decision was based on the evidence presented without needing to independently verify every document or refute specific arguments. Consequently, the appeal was deemed inadmissible for attacking the substance of the judgment, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedΚώδικας Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) 552, 553, 556, 558, 564; Η αναίρεση απορρίπτεται όταν οι λόγοι αμφισβητούν την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας χωρίς να αποδεικνύεται πλάνη στην αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 410 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 410/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Καλλιόπη Πανά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Oκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Λ., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τοκατλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσας ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση Α.Ε." (ΕΡΤ - Α.Ε.)", που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα α) από τον Υπουργό Οικονομικών και β) από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Baker Tilly Greece Ορκωτοί Ελεγκτές, Λογιστές Ανώνυμη εταιρεία", όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Χ. Σ., ως Ειδικής Διαχειρίστριας του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της καταργηθείσας ΕΡΤ - ΑΕ, που μεταβιβάσθηκαν στο Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαλλά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 02-06-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 597/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 3797/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-09-2014 αίτησή του και τους από 07-11-2019 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου ανέγνωσε την από 28-02-2017 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Θεόδωρου Τζανάκη με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την από 28-11-2019 συμπληρωματική έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Νικόλαου Πιπιλίγκα με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των από 07-11-2019 προσθέτων λόγων αναίρεσης κατά της υπ' αριθμό 3797/27-6-2013 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[1] Η από 18-09-2014 και με αριθμό κατάθεσης 743/2014 αίτηση αναίρεσης κατά της 3797/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από την εναγομένη έφεσης κατά της 597/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών, επί της από 02-06-2008 (με αριθμό κατάθεσης 111156/2727/2008) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
[2] Κατά την διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 εδ. α του ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αντίγραφο αυτού του δικογράφου κοινοποιείται στον αναιρεσίβλητο και τους λοιπούς διαδίκους πριν από την προθεσμία αυτή. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, ως χρόνος συζήτησης της αναίρεσης, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι, θεωρείται η αρχικώς οριζόμενη δικάσιμος, κατά το άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ και όχι η τυχόν μεταγενέστερη δικάσιμος, η οποία έχει ορισθεί από το δικαστήριο ύστερα από την για τον οποιονδήποτε λόγο ματαίωση ή αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης, κατ` άρθρο 575 του ΚΠολΔ. Επομένως η άσκηση των προσθέτων λόγων σε χρόνο μετά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο επάγεται το απαράδεκτο των προσθέτων λόγων, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής τους (ΟλΑΠ 654/1984, ΟλΑΠ 143/1984, ΟλΑΠ 123/1972, ΑΠ 1319/2018, ΑΠ 939/2011, ΑΠ 1380/2008, ΑΠ 667/2007, ΑΠ 1792/2006, ΑΠ 655/2005).
[3] Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τ' ακόλουθα:
Με την από 19-09-2014 και με αριθ. κατάθεσης 743/30.9.2014 αίτηση αναίρεσης, στρεφομένη κατά του Ελληνικού Δημοσίου ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσας ΕΡΤ ΑΕ [άρθ. 2 παρ. 2 της με αριθ. ΟΙΚ 02/11.6.2013 Κοινής Υπουργικής Απόφασης του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β 1414) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 Β του Ν. 3429/2005, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 66 παρ. 1 του Ν. 4002/2001 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 8 της από 31.12.2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, κυρωθείσας με το άρθρο δεύτερο του Ν. 4047/2012], προσβλήθηκε η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 3797/14.5.2013 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 16.3.2009 και με αριθ.
καταθ. 2669/17.3.2019 έφεση της αρχικώς εναγομένης - εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε. (ΕΡΤ Α.Ε.)" και, αφού εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα υπ' αριθ. 597/27.2.2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε στο σύνολό της, ως κατ' ουσία αβάσιμη, την από 02-06-2008 και με αριθ.
κατάθ. 111156/2727/2008 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε αρμοδίως προς συζήτηση στο Β2 πολιτικό τμήμα του Αρείου Πάγου και ορίσθηκε αρχική δικάσιμος προς συζήτηση αυτής η 14η Μαρτίου 2017, οπότε η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 17ης Οκτωβρίου 2017, και κατ' αυτήν για τη δικάσιμο της 30ης Ιανουαρίου 2018, οπότε και ματαιώθηκε.
Ενόψει δε της αρχικώς ορισθείσας δικασίμου της 14ης Μαρτίου 2017 προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατατέθηκε η από 28-02-2017 έγγραφη εισήγηση του αρχικώς ορισθέντος Αρεοπαγίτη, ως εισηγητή, ο οποίος εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης. Με την από 16 Μαρτίου 2018 κλήση του Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσας ΕΡΤ ΑΕ, προσδιορίσθηκε νέα δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, μετά την ως άνω ματαίωση, η 9η Οκτωβρίου 2018, οπότε η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 14ης Μαΐου 2019, οπότε και ματαιώθηκε εκ νέου.
Ήδη δε με την από 25 Ιουνίου 2019 νέα κλήση του Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσας ΕΡΤ ΑΕ, προσδιορίσθηκε νέα δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, μετά την ως άνω ματαίωση, η 10η Δεκεμβρίου 2019. Με το από 7 Νοεμβρίου 2019 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου με αριθ.
κατάθ. 117/2019 στις 7 Νοεμβρίου 2019 και επιδόθηκε αυθημερόν στον υπογράψαντα την από 25-06-2019 κλήση δικηγόρο, ο αναιρεσείων ζητεί την παραδοχή των διαλαμβανομένων σε αυτό προσθέτων λόγων αναίρεσης για την αναίρεση της προσβαλλομένης υπ' αριθ. 3797/14.5.2013 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών. Όμως, εφόσον το δικόγραφο των προσθέτων λόγων δεν κατατέθηκε τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της 14ης Μαρτίου 2017, που είχε οριστεί για τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, αλλά πολύ αργότερα, οι υπό κρίση πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, απαράδεκτοι, διότι ασκήθηκαν εκπροθέσμως, και ως εκ τούτου πρέπει και αυτεπαγγέλτως να απορριφθούν.
[4] Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 02-06-2008 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρεία, (την οποία έχει ήδη διαδεχθεί το Ελληνικό Δημόσιο και ήδη αναιρεσίβλητο), στην αρχή του έτους 1983 με σύμβαση έργου και από το έτος 1987 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως μόνιμος υπάλληλος σε οργανική θέση, στο Τμήμα Προμηθειών Παγίων της Διεύθυνσης Προμηθειών της τελευταίας.
Ότι η υπηρεσιακή του εξέλιξη υπήρξε απρόσκοπτη και το έτος 1990 έγινε Προϊστάμενος στο Τμήμα Διαφόρων Υλικών της αυτής ως άνω Διεύθυνσης, το έτος 1994 τοποθετήθηκε Προϊστάμενος στο καίριας σημασίας Τμήμα Υλικών Παγίων Προμηθειών της ίδιας εν λόγω Διεύθυνσης, ενώ το 1999 παραιτήθηκε από τη Διεύθυνση Προμηθειών και τοποθετήθηκε ως Προϊστάμενος στο Κεντρικό Ταμείο της εναγομένης.
Ότι, παράλληλα, ασκούσε και έντονη συνδικαλιστική δράση, τόσο στο πρωτοβάθμιο επαγγελματικό του σωματείο με την επωνυμία "Πανελλήνιο Σωματείο Υπαλληλικού Προσωπικού- ΕΡΤ" (ΠΣΥΠ-ΕΡΤ), ως μέλος του Δ.Σ. αυτού, όσο και στο υπερκείμενο σωματείο της ΠΟΣΠΕΡΤ, από το Φεβρουάριο του 2003 μέχρι και το Φεβρουάριο του 2006, στο Δ.Σ.
του οποίου διετέλεσε εκλεγμένος Γενικός Γραμματέας. Ότι με τις προαναφερθείσες συνδικαλιστικές του ιδιότητες ασκούσε κατά καιρούς έντονη δημόσια κριτική για αδικαιολόγητα υψηλές μισθολογικές παροχές στελεχών της εναγομένης, καθώς ειδικότερα ανέφερε σ' αυτή (αγωγή), με αποτέλεσμα να περιέλθει σε δυσμένεια της τελευταίας.
Ότι αυτή, για να τον εκδικηθεί, προέβη στην έκδοση της υπ' αριθμ. …/4-10-2006 απόφασης του Πρωτοβάθμιου Υπηρεσιακού της Συμβουλίου (Π.Υ.Σ.), δυνάμει της οποίας αποφασίστηκε η απαλλαγή του από τα ως άνω καθήκοντα Προϊσταμένου και η απομάκρυνσή του από τις κεντρικές εγκαταστάσεις της στην Αγία Παρασκευή, όπου η κύρια αριθμητική δύναμη των εργαζομένων των υπαγομένων στη συνδικαλιστική οργάνωση στην οποία και ο ίδιος ανήκε, και η τοποθέτησή του στο κτίριό της επί της οδού Κατεχάκη, στην Αθήνα, στο οποίο υπηρετούσε μικρότερος αριθμός εργαζομένων και δη κυρίως τεχνικών υπαλλήλων, που είναι διαφορετικής ειδικότητας από τη δική του, αλλά και δεν ανήκουν στο σωματείο που ανήκει αυτός, αποσκοπώντας με την παραπάνω ενέργεια της στην απόλυτη συνδικαλιστική του απομόνωση και στην αποδυνάμωσή του.
Ότι εκτός από την απαλλαγή του από τα καθήκοντα Προϊσταμένου και την αναγκαστική του μετακίνηση σε άλλη εκμετάλλευση, υφίσταται και υποβιβασμό που συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, καθώς τοποθετήθηκε σε θέση υποδεέστερων καθηκόντων, ήτοι του απλού υπαλλήλου στο Τμήμα Διαχείρισης Υλικού της Διεύθυνσης Λειτουργίας Δικτύου της Γενικής Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών, αντί του Προϊσταμένου Τμήματος Ταμείου, που κατείχε, ενόψει και του γεγονότος ότι η εναγομένη μπορούσε να επιλέξει να τον τοποθετήσει ως Προϊστάμενο σε ένα από τα Τμήματά της, στα οποία δεν υπήρχε Προϊστάμενος.
Ότι κατά της παραπάνω απόφασης του Π.Υ.Σ., που δεν ελήφθη με σκοπό την εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών της εναγομένης, όπως η τελευταία υποστήριζε, αλλά αποκλειστικά για λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό του για την ως άνω συνδικαλιστική του δράση, και ως εκ τούτου υπήρξε αυτή άκυρη και καταχρηστική, υπέβαλε στις 23-10-2006 ένσταση ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Υπηρεσιακού Συμβουλίου (Δ.Υ.Σ.), η οποία, όμως, απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ.
…/9-11-2006 απόφασή του. Επικαλούμενος, στη συνέχεια, τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, που έλαβαν χώρα σε βάρος του, και ισχυριζόμενος ότι αυτά συνιστούσαν εκ μέρους της εναγομένης παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά εναντίον του, μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης, προσβολή στην προσωπικότητά του κατά την επαγγελματική, συνδικαλιστική και κοινωνική του υπόσταση, καθώς και στην εργασία του, κατά τα λεπτομερώς αναλυόμενα σ' αυτή (αγωγή), ζήτησε:
α) να αναγνωριστεί ότι οι αποφάσεις υπ' αριθμ. …/4-10-2006 του Π.Υ.Σ. και …/9-11-2006 του Δ.Υ.Σ. της εναγομένης ήταν άκυρες, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να τον απασχολεί στη θέση που κατείχε πριν την έκδοση των ανωτέρω αποφάσεων, ή σε αντίστοιχη του κλάδου, ειδικότητας, εμπειρίας και προσόντων του θέσης, αποδεχόμενη την εργασία του και καταβάλλοντας του το νόμιμο μισθό του, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει μηνιαίως το επίδομα διαχειριστικών λαθών, ποσού 78,60 ευρώ και το επίδομα θέσης ποσού 350 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα, μετατρέποντας το αίτημα αυτό με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου, που έχει καταχωρισθεί στα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης και περιέχεται και στις κατατεθείσες πρωτοδίκως έγγραφες προτάσεις του, από καθ' ολοκληρίαν καταψηφιστικό σε εν μέρει καταψηφιστικό μέχρι του συνολικού ποσού των 12.000 ευρώ, και το πέραν τούτου σε αναγνωριστικό, δ) να καταδικαστεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ και να αναγνωριστεί η υποχρέωσή της ότι οφείλει να του καταβάλει επιπλέον και το ποσό των 80.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την ανωτέρω συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης, νομιμοτόκως καταβαλομένων των άνω ποσών από την επίδοση της αγωγής και ε) να απειληθεί σε βάρος της εναγομένης χρηματική ποινή ποσού 300 ευρώ για κάθε παράβαση της απόφασης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε μεν το αίτημα της αγωγής ως προς τις μισθολογικές αξιώσεις του ενάγοντος επί των επιδομάτων διαχειριστικών λαθών και θέσης ως αόριστο, δέχτηκε, όμως, κατά τα λοιπά, κατά ένα μέρος, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή, και αφού έκρινε ότι η εναγομένη προέβη σε μονομερή και βλαπτική, σε βάρος του ενάγοντος, μεταβολή των όρων της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, α)αναγνώρισε την ακυρότητα των υπ' αριθμ.
…/2006 και …/2006 αποφάσεων του Πρωτοβαθμίου και Δευτεροβαθμίου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της εναγομένης, αντίστοιχα, β) υποχρέωσε την εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, σύμφωνα με τους προ της 04-10-2006 μεταβολής όρους, καταδικαζόμενη για κάθε άρνησή της σε χρηματική ποινή ποσού 100 ευρώ, και γ) υποχρέωσε την τελευταία (εναγομένη) να καταβάλει στον ενάγοντα, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής του βλάβης, το ποσό των 10.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφλησή του.
Ακολούθως, μετά την άσκηση της από 26-03-2009 εφέσεως εκ μέρους της εναγομένης ΕΡΤ Α.Ε. εκδόθηκε 3797/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την ως άνω έφεση, εξαφάνισε την 597/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της από 02-06-2008 αγωγής του αιτούντος και ακολούθως απέρριψε την αγωγή και δέχθηκε το αίτημα της ΕΡΤ Α.Ε.
για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, υποχρέωσε τον αιτούντα να καταβάλει στην ΕΡΤ Α.Ε. το ποσό των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000 €), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της εν λόγω απόφασης. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την υπό κρίση από 18-09-2014 αίτηση αναίρεσης ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων.
[4] Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. Γ’ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, (στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008,ΑΠ 232/2018, ΑΠ 515/2017, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).
[5] Στη προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ.γ’ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια, ότι από αυτήν δεν προκύπτει αδιαστίκτως ότι έλαβε υπόψη της τα έγγραφα που αυτός προσκόμισε και επικαλέσθηκε τόσο με τις πρωτόδικες προτάσεις του, όσο και με τις προτάσεις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, προς απόδειξη του κρισίμου αγωγικού ισχυρισμού του, ότι υπήρξε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας του. Ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε:
α) το από 27-09-2006 δελτίο τύπου της συνδικαλιστικής οργάνωσης ΠΑΣΚΕ-Δ/ΠΣΥΠ-ΕΡΤ,
β) το από 01-10-2006 άρθρο της εφημερίδας "ΤΟ ΠΑΡΟΝ" με τίτλο " Πως μπορεί μία ζημιογόνος ΔΕΚΟ να δίνει μπόνους",
γ) την από 03-10-2006 ανακοίνωση της ΠΑΣΚΕ-Δ/ΠΣΥΠ-ΕΡΤ με τίτλο "Δυστυχώς δικαιωνόμαστε",
δ) το από 03-10-2006 δελτίο τύπου της ΕΡΤ Α.Ε προς τον εκδότη της εφημερίδας "Το Παρόν", ε) την υπ' αριθμ. Πρωτ. 495/03.2006 Εισήγηση της Διευθύντριας Οικονομικών της ΕΡΤ με θέμα την απαλλαγή του αναιρεσείοντος από τα καθήκοντα του Προϊσταμένου του Τμήματος Αρχείου,
στ) την υπ' αριθμ. …/04.10.2006 του ΠΥΣ της ΕΡΤ ΑΕ.
[6] Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης, το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
«| Aπό την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων (ενός από κάθε πλευρά), που εξετάστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του, και οι οποίες (καταθέσεις) περιέχονται στα υπ' αριθμ. 597/5-9-2008 πρακτικά συνεδρίασής του, σε συνδυασμό με τις επικαλούμενες και προσαγόμενες από τον ενάγοντα-εφεσίβλητο υπ' αριθμ. …, … και …/6-12-2006 ένορκες βεβαιώσεις των εξετασθέντων μαρτύρων του ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που δόθηκαν μεν στα πλαίσια άλλης προγενέστερης δίκης, ασφαλιστικών μέτρων, μεταξύ των αυτών διαδίκων, αλλά θα χρησιμεύσουν και στην παρούσα δίκη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από τα έγγραφα που αυτοί (διάδικοι) νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος προσλήφθηκε αρχικά στην εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩNΊΑ-ΤΉΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε. (ΕΡΤ-ΑΕ)" το έτος 1983 με σύμβαση έργου και τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Προμηθειών της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών, ενώ στις 18-10-1987 μονιμοποιήθηκε ως υπάλληλος αυτής, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της με τη σχετική από 01-05-1989 απόφαση του Δ.Σ.
της, και δη στον κλάδο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΔΕΔ), στην ειδικότητα ΔΕΔ 1 Διοικητικού-Οικονομικού, τοποθετηθείς στο Τμήμα Μηχανογραφικού Εξοπλισμού της Υποδιεύθυνσης Προμηθειών στην ίδια ως άνω Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών (Δ.Ο.Υ.). Στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. 18/12-11-1990 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου (Π.Υ.Σ.) της εναγομένης αυτός (ενάγων) μετακινήθηκε στο Τμήμα Έρευνας και Αγοράς της Υποδιεύθυνσης Προμηθειών της ίδιας Διεύθυνσης και στις 16-05-1991 με την υπ' αριθμ.
…/1991 απόφαση του Π.Υ.Σ. τοποθετήθηκε ως Προϊστάμενος του Τμήματος Έρευνας και Αγοράς της Υποδιεύθυνσης Προμηθειών της Γενικής Διεύθυνσης Διοίκησης-Διαχείρισης (Γ.Δ.Δ.Δ.). Περαιτέρω με την υπ' αριθμ. …/19-4-1994 απόφαση του Π.Υ.Σ. μετακινήθηκε στο Τμήμα Προμηθειών Παγίων της ίδιας ως άνω Υποδιεύθυνσης και Γ.Δ.Δ.Δ.
και από 01-07-1994 του ανατέθηκαν καθήκοντα Προϊσταμένου στο Τμήμα αυτό. Ο εν λόγω ενάγων, με αλλεπάλληλες αποφάσεις του Π.Υ.Σ., ασκούσε τα καθήκοντα Προϊσταμένου στο τελευταίο ως άνω Τμήμα μέχρι τις 16-11-2000, οπότε αυτός παραιτήθηκε από τη θέση Προϊσταμένου και επανήλθε στο βασικό προσωπικό. Στις 30-05-2001 με σχετική απόφαση του Π.Υ.Σ.
του ανατέθηκαν πάλι καθήκοντα Προϊσταμένου στο προαναφερθέν Τμήμα Προμηθειών Παγίων, τα οποία άσκησε μέχρι τις 05-02-2002, έκτοτε δε με την υπ'αριθμ. …/15-2-2002 απόφαση του Π.Υ.Σ. τοποθετήθηκε στο Τμήμα Ταμείου της αυτής Γενικής Διεύθυνσης (Γ.Δ.Δ.Δ.), επίσης ως Προϊστάμενος, ενώ με την υπ' αριθμ. …/4-10-2006 απόφαση του Π.Υ.Σ.
απηλλάγη των τελευταίων εν λόγω καθηκόντων του και επανήλθε στο προσωπικό βάσης. Παράλληλα με την ίδια απόφαση μετακινήθηκε από το Τμήμα Ταμείου στο Τμήμα Διαχείρισης Υλικού της Διεύθυνσης Λειτουργίας Δικτύου της Γενικής Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών, κατόπιν αιτήματος του Γενικού Διευθυντή Τεχνικών Υπηρεσιών, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες του Τμήματος αυτού.
Κατά της απόφασης αυτής του Π.Υ.Σ. ο ενάγων άσκησε ένσταση ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, το οποίο με την υπ' αριθμ. …/9-11-2006 απόφαση του απέρριψε την ένσταση και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση. Σύμφωνα δε με τα προεκτεθέντα στη οικεία νομική σκέψη της παρούσας η ανωτέρω απομάκρυνση του ενάγοντα, η οποία έγινε νομότυπα κατά τα οριζόμενα από τις σχετικές διατάξεις του Κανονισμού της εναγομένης, δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, όπως έγινε δεκτό και με αντίστοιχη σκέψη της εκκαλουμένης απόφασης, και η οποία δεν αποκρούεται από τον ενάγοντα με ίδιο λόγο έφεσης ή αντέφεσης, αφού σύμφωνα με την παρ. 14 του άρθρου 18 αυτού "Το προσωπικό που δεν ασκεί ή έπαψε να ασκεί καθήκοντα προϊσταμένου αποτελεί βασικό προσωπικό και εκτελεί υπηρεσιακό έργο της ειδικότητάς του, ανεξάρτητα από το βαθμό ή το μισθολογικό κλιμάκιο που κατέχει", καθοριζομένης έτσι ρητώς της υπηρεσιακής θέσης του προσωπικού που έπαψε να ασκεί καθήκοντα προϊσταμένου.
Ούτε το γεγονός ότι ο ενάγων δεν δικαιούται πλέον τις αυξημένες αποδοχές του Προϊσταμένου αποτελεί γι' αυτόν βλαπτική, εξ αυτού του λόγου, μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης, καθώς τις αυξημένες αποδοχές (επίδομα θέσης) τις παίρνει ο εκάστοτε προϊστάμενος θέσης και για όσο χρόνο ασκεί τα αντίστοιχα καθήκοντα, δεδομένου ότι κατά την παράγραφο 15 του άρθρου 18 του ΓΚΠ/ΕΡΤ Α.Ε.
η εκτέλεση των καθηκόντων Προϊσταμένου δεν διαφοροποιεί το μισθολογικό κλιμάκιο του υπαλλήλου που ασκεί τα καθήκοντα και κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 6 του ΓΚΠ/ΕΡΤ Α.Ε. στους υπαλλήλους που ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου καταβάλλεται κατά το χρόνο άσκησης των καθηκόντων τους επίδομα, το ύψος του οποίου καθορίζεται με απόφαση του Δ.Σ.
της εναγομένης, μετά από γνώμη της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης. Επομένως η εναγομένη είχε το δικαίωμα να απαλλάξει τον ενάγοντα από τα καθήκοντά του, δικαίωμα που δεν περιοριζόταν, ούτε από την ατομική σύμβαση του ενάγοντα, ούτε από τον Υπηρεσιακό Οργανισμό της εναγομένης, ενώ η αφαίρεση των χρηματικών ποσών από το μισθό του, που αντιστοιχούν στα επιδόματα που λάμβανε ως Προϊστάμενος υπήρξε αυτόθροη συνέπεια της απώλειας της σχετικής θέσης-τίτλου και εντάσσεται σε όρο του Οργανισμού της εργοδότριάς του.
Επίσης αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια λειτουργίας της παραπάνω σύμβασής του ο ενάγων, παράλληλα με τα εκ της συμβάσεως εργασίας του καθήκοντα, ανέπτυξε συνδικαλιστική δράση από το έτος 1989 και εφεξής. Ειδικότερα, το έτος 1989 εξελέγη πρώτος αναπληρωματικός στο Δ.Σ. του συνδικαλιστικού σωματείου της ΠΣΥΠ-ΕΡΤ και το ίδιο έτος εξελέγη στη συνέχεια τακτικό μέλος του Δ.Σ του ίδιου σωματείου, ιδιότητα την οποία διατήρησε και σε επόμενες εκλογές, ενώ το Φεβρουάριο του 2006 εξελέγη μέλος του Δ.Σ.
της ΠΡΟΣΠΕΡΤ.
Συνεπώς, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην αρχή, στην αντίστοιχη νομική σκέψη της παρούσας, η επίδικη μετακίνηση του ενάγοντος από τις εγκαταστάσεις της Αγίας Παρασκευής στις εγκαταστάσεις της εναγομένης επί της οδού Κατεχάκη και μάλιστα όχι σε μακρινή απόσταση, εφόσον λογίζεται ότι δεν αποτελεί μετάθεση, δοθέντος ότι πραγματοποιήθηκε στη ίδια έδρα της εναγομένης, που είναι εντός του λεκανοπεδίου Αττικής, και συγκεκριμένα από το Ραδιομέγαρο της Αγίας Παρασκευής επί της οδού Μεσογείων αρ.432 στις εγκαταστάσεις της εναγομένης επί της ιδίας οδού, που είναι στη συμβολή της οδού Κατεχάκη, ήτοι σε όμορη περιοχή του λεκανοπεδίου Αττικής και της ευρύτερης περιοχής της Αθήνας, δεν απαιτούνταν γι' αυτή (τη μετακίνηση) η συγκατάθεση της αντίστοιχης συνδικαλιστικής οργάνωσης στην οποία ανήκε ο ενάγων.
Ακολούθως, όπως προεκτέθηκε, στις 04-10-2006 το Πρωτοβάθμιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο (Π.Υ.Σ.) της εναγομένης με την υπ' αριθμ. …/4-10-2006 απόφαση του απήλλαξε τον ενάγοντα από τα καθήκοντα του Προϊσταμένου του Τμήματος Ταμείου της Δ.Ο.Υ. της Γ.Δ.Δ.Δ. και αποφάσισε τη μετακίνηση του στο Τμήμα Διαχείρισης Υλικού της Διεύθυνσης Λειτουργίας Δικτύου της Γενικής Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών, ενώ κατόπιν ασκήσεως ενστάσεως από αυτόν (ενάγοντα) ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ.
…/9-11-2006 απόφαση του τελευταίου Συμβουλίου, με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση και επικυρώθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση. Σύμφωνα με τις ανωτέρω αποφάσεις ο ενάγων απηλλάγη των καθηκόντων του, λόγω ολοκλήρωσης της τριετούς θητείας του ως Προϊσταμένου, των περιορισμένων αρμοδιοτήτων του, καθόσον στο ως άνω Τμήμα Ταμείου υπηρετούσε μόνο ένας υπάλληλος και αυτός (ενάγων) ως Προϊστάμενος του, υποαπασχολούμενος, αλλά και εξαιτίας της επικείμενης αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών της εναγομένης, συνεπεία της οποίας οι λειτουργίες του συγκεκριμένου Τμήματος Ταμείου επρόκειτο να ενταχθούν στις δραστηριότητες άλλης οργανικής Μονάδας.
Οι ανωτέρω λόγοι αποδείχθηκαν ως κατ' ουσίαν βάσιμοι και ειλικρινείς και δικαιολογούσαν τη μετακίνηση του ενάγοντος στη νέα του θέση, η δε εναγομένη ενήργησε μέσα στα νόμιμα πλαίσια καλόπιστης άσκησης του διευθυντικού της δικαιώματος. Περαιτέρω η εναγομένη, επικαλείται, ως εκ περισσού, και πρόσθετους λόγους, που έγιναν σ' αυτή γνωστοί μεταγενέστερα, όταν ολοκληρώθηκαν οι σχετικές διενεργηθείσες έρευνες, που δικαιολογούσαν, σε κάθε περίπτωση τη λήψη των άνω αποφάσεων των αρμοδίων οργάνων της και εξ αυτών των λόγων, αφορούσαν δε σε πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του ενάγοντος στην ανωτέρω θέση του Ταμείου, στην οποία υπηρετούσε ως Προϊστάμενος.
Συγκεκριμένα, κατά την καταμέτρηση του ταμείου, που έγινε από ορκωτούς λογιστές στις 30-06-2006 βρέθηκε έλλειμμα ποσού 390,78 ευρώ, ενώ στις 04-10-2006 έγινε νέα καταμέτρηση του ταμείου και βρέθηκε πάλι έλλειμμα ποσού 354,24 ευρώ, το οποίο μετά την αποχώρηση του ενάγοντος από τη Θέση του Προϊσταμένου ανερχόταν στις 24-11-2006 στο ποσό των 1.156,69 ευρώ και το οποίο έπρεπε να καταβληθεί από τους υπαλλήλους του Ταμείου, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος (ενάγων), σύμφωνα με το πρωτόκολλο καταμέτρησης ταμείου της 24-11-2006.
Οι ως άνω δε πλημμέλειες βαρύνουν τον ενάγοντα, ο οποίος είχε την ευθύνη λειτουργίας του Τμήματος Ταμείου, με την ιδιότητα του ως Προϊσταμένου τούτου, και ανεξάρτητα από την εκ των υστέρων τακτοποίηση της εν λόγω οικονομικής εκκρεμότητας εκ μέρους αυτού (ενάγοντος) και τη μη κίνηση εκ μέρους της εναγομένης πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον του, σύμφωνα με το άρθρο 38 του γενικού Κανονισμού του Προσωπικού της.
Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων στην ένδικη αγωγή του, και δη ότι ο λόγος απομάκρυνσής του από τη θέση του Προϊσταμένου Ταμείου, υπήρξε προσχηματικός και ότι πρόθεση της εναγομένης δεν ήταν η εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών της και η αναδιάρθρωση- αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της, αφού αυτή δεν έλαβε χώρα, αλλά η απαλλαγή του ενάγοντος από τα ως άνω καθήκοντα του, για λόγους εκδίκησης, επειδή δεν ήταν αρεστός στη Διοίκηση αυτής (εναγομένης), λόγω της συνδικαλιστικής του δράσης, και της κριτικής που ασκούσε στην τελευταία, μέσω ανακοινώσεων της συνδικαλιστικής του παράταξης, αλλά και δημοσιευμάτων της στον έντυπο τύπο, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα.
Άλλωστε, το ότι ο λόγος απομάκρυνσης του ενάγοντος από την ανωτέρω θέση του ως Προϊσταμένου του Τμήματος Ταμείου της Δ.Ο.Υ. της Γ.Δ.Δ.Δ. δεν ήταν προσχηματικός, συνάγεται και από το γεγονός ότι μετά την απαλλαγή του ενάγοντος, ουδείς άλλος υπάλληλος μέχρι και το χρόνο συζήτησης της παρούσας ορίστηκε, αντ' αυτού, ως Προϊστάμενος, εξακολουθεί δε στο εν λόγω Τμήμα να υπηρετεί μόνο ένας υπάλληλος, ενώ περί του αντιθέτου σχετική κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι βραδύνει η κατάργηση του ανωτέρω Τμήματος, η οποία αναμένεται ότι θα προβλεφθεί στο νέο οργανόγραμμα της εναγομένης, που πρόκειται να εκπονηθεί, στα πλαίσια επικείμενης αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών της εναγομένης.
Επίσης, από τα προεκτεθέντα στην αρχή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε μεν ότι ο ενάγων υπήρξε και συνδικαλιστής, και ότι καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα της θητείας του η συνδικαλιστική οργάνωση που ανήκε, αλλά και άλλες συνδικαλιστικές οργανώσεις προέβαιναν κατά καιρούς σε επικριτικές για τη Διοίκηση της εναγομένης ανακοινώσεις, ομοίως δε και ο ημερήσιος τύπος κατά το ίδιο χρονικό διάστημα προέβαλλε επικριτικά δημοσιεύματα, όμως εξ ουδενός αξιόπιστου αποδεικτικού στοιχείου αποδείχθηκε ότι οι ανακοινώσεις και τα δημοσιεύματα αυτά επηρέαζαν ή μπορεί να είχαν οποιαδήποτε σχέση με τις αποφάσεις της Διοίκησης και των λοιπών οργάνων της εναγομένης, εφόσον ο ενάγων ουδέν άλλο συγκεκριμένο περί τούτου γεγονός αναφέρει, πλην της δικής του υπηρεσιακής μεταχείρισης, η οποία, όμως, κατά τα προεκτεθέντα κρίθηκε σύννομη και όχι βλαπτική των όρων της εργασιακής του σύμβασης ή ασκηθείσα κατά καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης.
Με βάση, συνεπώς, τα προεκτεθέντα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε τα αντίθετα, και δη ότι η συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης αποτελούσε κατάχρηση του δικαιώματος της για τη μεταβολή της θέσης εργασίας του ενάγοντος και ότι η μεταβολή αυτή υπήρξε υλικά και ηθικά βλαπτική ως προς το κύρος και την προσωπικότητα του τελευταίου και στη συνέχεια, δέχτηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, αφενός αναγνωρίζοντας την ακυρότητα των υπ' αριθμ.
…/2006 και …/2006 αποφάσεων του Πρωτοβαθμίου και Δευτεροβαθμίου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της εναγομένης, αντίστοιχα, αφετέρου υποχρεώνοντας την εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, σύμφωνα με τους προ της 04-10-2006 μεταβολής όρους, καταδικαζόμενη για κάθε άρνησή της σε χρηματική ποινή ποσού 100 ευρώ, καθώς και να καταβάλει στον ενάγοντα, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής του βλάβης, το ποσό των 10.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση του, έσφαλε περί την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και πλημμελώς εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις, κατά τους βάσιμους προβαλλόμενους σχετικούς λόγους της έφεσης της εκκαλούσας- εναγομένης […] |».
[7] Από την ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δεν υπήρξε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι, σε συνδυασμό και προς όλες τις άνω υπόλοιπες ανεπτυγμένες αιτιολογίες της, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προς απόδειξη του κρισίμου άνω αγωγικού ισχυρισμού του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, εάν υπήρξε ή όχι μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας του, έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα που άνω στην με αριθμό 5 σκέψη αναφέρθηκαν. Εξάλλου το δικαστήριο δεν είχε την υποχρέωση να αναφέρει ένα προς ένα όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, αλλά αρκεί ότι προέκυψε με βεβαιότητα ότι έλαβε αυτά υπόψη του, για μερικά εκ των οποίων κάνει και ρητή μνεία στην απόφασή του, όπως στο έβδομο φύλλο αυτής κάτω μέρος, όπου αναφέρει την υπ'αριθ. …/4-10-2006 απόφαση του ΠΥΣ της ΕΡΤ και στο ένατο φύλλο όπου κάνει μνεία για ανακοινώσεις της συνδικαλιστικής παράταξης του ενάγοντος και για δημοσιεύματα στον έντυπο τύπο. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
[8] Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο όρος " πράγματα" εδώ, είναι ταυτόσημος με εκείνον του αρ. 8, δηλαδή ως "πράγματα", νοούνται οι ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ (ΑΠ 223/2006).
Ο λόγος θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα" χωρίς να έχει προσκομιστεί οιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη (ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009). Δεν απαιτείται δε να αξιολογεί η απόφαση τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα, ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη (ΑΠ 269/2007).
Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσκομίστηκαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 1739/2007). Επίσης από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.
[9] Στη προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αίτησης, προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι διέλαβε μεταξύ των άλλων τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά χωρίς απόδειξη: «| Επομένως, η εναγομένη είχε το δικαίωμα να απαλλάξει τον ενάγοντα από τα καθήκοντά του, δικαίωμα που δεν περιοριζόταν, ούτε από την ατομική σύμβαση του ενάγοντα, ούτε από τον Υπηρεσιακό Οργανισμό της εναγομένης, ενώ η αφαίρεση των χρηματικών ποσών από το μισθό του, που αντιστοιχούν στα επιδόματα που λάμβανε ως Προϊστάμενος υπήρξε αυτόθροη συνέπεια της απώλειας της σχετικής θέσης - τίτλου και εντάσσεται σε όρο του Οργανισμού της εργοδότριάς του [...].
Στις 04-10-2006 το Πρωτοβάθμιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο (Π. Υ.Σ.) της εναγομένης με την υπ' αριθ. 06/04.10.2006 απόφασή του απήλλαξε τον ενάγοντα από τα καθήκοντα του Προϊσταμένου του Τμήματος Ταμείου της Δ.Ο.Υ. της Γ.Δ.Δ.Δ. και αποφάσισε τη μετακίνησή του στο Τμήμα Διαχείρισης Υλικού της Διεύθυνσης Λειτουργίας Δικτύου της Γενικής Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών, ενώ κατόπιν ασκήσεως ενστάσεως από αυτόν ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, εκδόθηκε η υπ' αριθ.
…/09.11.2006 απόφαση του τελευταίου Συμβουλίου, με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση και επικυρώθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση. Σύμφωνα με τις ανωτέρω αποφάσεις ο ενάγων απηλλάγη των καθηκόντων του, λόγω ολοκλήρωσης της τριετούς θητείας του ως Προϊσταμένου, των περιορισμένων αρμοδιοτήτων του, καθόσον στο ως άνω Τμήμα Ταμείου υπηρετούσε μόνο ένας υπάλληλος και αυτός (ενάγων) ως Προϊστάμενός του, υποαπασχολούμενος, αλλά και εξαιτίας της επικείμενης αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών της εναγομένης, συνεπεία της οποίας οι λειτουργίες του συγκεκριμένου Τμήματος Ταμείου επρόκειτο να ενταχθούν στις δραστηριότητες άλλης οργανικής Μονάδας [...].
Άλλωστε, το ότι ο λόγος απομάκρυνσης του ενάγοντος από την ανωτέρω θέση του ως Προϊσταμένου του Τμήματος Ταμείου της Δ.Ο.Υ. της Γ.Δ.Δ.Δ. δεν ήταν προσχηματικός, συνάγεται και από το γεγονός ότι μετά την απαλλαγή του ενάγοντος, ουδείς άλλος υπάλληλος μέχρι και το χρόνο συζήτησης της παρούσας ορίστηκε, αντ' αυτού, ως Προϊστάμενος, εξακολουθεί δε στο εν λόγω Τμήμα να υπηρετεί μόνο ένας υπάλληλος, ενώ περί του αντιθέτου σχετική κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι βραδύνει η κατάργηση του ανωτέρω Τμήματος, η οποία αναμένεται ότι θα προβλεφθεί στο νέο οργανόγραμμα της εναγομένης, που πρόκειται να εκπονηθεί, στα πλαίσια επικείμενης αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών της εναγομένης |».
Ότι το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα δέχθηκε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που προέβαλε η εναγόμενη και ειδικότερα «|ότι δεν είχε ουσιώδη έκβαση στη δίκη το γεγονός ότι ουδέποτε εκπονήθηκε νέο οργανόγραμμα της ΕΡΤ Α.Ε καθώς επίσης και το γεγονός ότι εξακολουθούσε να υπηρετεί το εν λόγω τμήμα μόνο ενας υπάλληλος… |».
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού από την προσβαλλομένη προκύπτει ότι στο αποδεικτικό της πόρισμα στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσκομίστηκαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο. Όπως, ήδη, ως άνω αναφέρθηκε, η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη της, για το σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης της, μάρτυρες και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, ειδικώς μνημονευόμενα ή μη, όπως και τις ένορκες βεβαιώσεις.
Επομένως δεν καταλείπεται αμφιβολία, σε συνδυασμό και με τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν νόμιμα και δεν δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Κατά τα λοιπά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος κατ'άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον υπό την επίκληση της πλημμέλειας του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει ο αναιρεσείων στην πραγματικότητα την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την ουσία της υπόθεσης.
[10] Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-09-2014 αίτηση περί αναιρέσεως της 3797/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.- Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα σε τριακόσια(300) ευρώ, για δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ